Monthly Archives: Οκτωβρίου 2011

Midnight In Paris

Ένας νεαρός σεναριογράφος, ο Gil (Owen Wilson), βρίσκεται στο Παρίσι μαζί με την αρραβωνιαστικιά του με αφορμή τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του υπερσυντηρητικού μέλλοντα πεθερού του. Αν και επιτυχημένος στην χολυγουντιανή βιομηχανία, ο Gil δεν είναι καθόλου ικανοποιημένος από τη ζωή του και θέλει να αλλάξει καριέρα. Προσπαθεί να τελειώσει το πρώτο του μυθιστόρημα και ονειρεύεται να ζήσει στο Παρίσι, την πόλη που αγαπάει και τον εμπνέει. Παράλληλα, έχει να αντιμετωπίσει την αρραβωνιαστικιά του, την Ινέζ (R. McAdams), και την οικογένειά της, που όχι μόνο δεν συμμερίζεται τον ρομαντισμό του και την αγάπη του για το Παρίσι, αλλά γοητεύεται από τον Paul, έναν ψευτοδιανοούμενο Πανεπιστημιακό. Κάποιο βράδυ, ο Πολ και η σύζυγός του καλούν τον Τζιλ και την Ινέζ για χορό, αλλά ο ήρωάς μας, οινοβαρής και βαριεστημένος από την επιδειξιμανία και την επιφανειακότητα του Πολ δεν ακολουθεί, αλλά προτιμά να περιπλανηθεί στην πόλη. Τότε, όταν το ρολόι σημάνει μεσάνυχτα, τον περιμένει μια έκπληξη: Ένα παλαιό αυτοκίνητο σταματάει μπροστά του και τον καλούν να πάει μαζί τους. Ο Gil διστακτικά ακολουθεί και βρίσκεται στο Παρίσι της δεκαετίας του ’20, το Παρίσι που αγαπάει πιο πολύ, παρέα με τους Fitzerald, τον Hemingway, την G. Stein, τον Picasso και όλη τη «χαμένη γενιά».

Μια από τις ωραιότερες αφίσες των τελευταίων χρονων...

Με το πρώτο κιόλας πλάνο της ταινίας ο Woody Allen διαψεύδει όσους θα σπεύσουν να χαρακτηρίσουν το Παρίσι άλλον έναν σταθμό της Ευρωπαϊκής περιοδείας των τελευταίων ετών, μετά το Λονδίνο και την Βαρκελώνη. Το Midnight In Paris αρχίζει με πλάνα από χαρακτηριστικές τοποθεσίες του Παρισιού, όπως ξεκινούσε το Manhattan, η ταινία-ερωτική εξομολόγηση του Allen στην πόλη της ζωής του. Έτσι το Παρίσι τοποθετείται δίπλα στη Νέα Υόρκη στη φιλμογραφία και την μυθολογία του σκηνοθέτη.

Όμως πέρα από το σημείο αυτό, οι ομοιότητες σταματούν και αρχίζουν οι διαφορές. Διαφορές που έχουν να κάνουν με την αισθητική των δύο ταινιών (το Manhattan ήταν ασπρόμαυρο, ενώ το Μεσάνυχτα στο Παρίσι διακρίνεται για τα λαμπερά χρώματά του), αλλά και με την ουσία της δουλειάς του Γούντι Άλεν ως σεναριογράφου και σκηνοθέτη. Η Νέα Υόρκη είναι μια σύγχρονη, μεταμοντέρνα μητρόπολη, της οποίας ο μύθος διαμορφώθηκε τις προηγούμενες δεκαετίες μέσα από το σινεμά του ίδιου του Allen, αλλά και σκηνοθετών όπως ο Ηλίας Καζάν, ο Μ. Scorsese ή ο Spike Lee. Αντιθέτως, το Παρίσι κουβαλάει έναν μύθο αιώνων, το έχουν υμνήσει γενιές και γενιές συγγραφέων, ποιητών και σκηνοθετών, που σημαίνει ότι ο Γούντι Άλεν εδώ προσεγγίζει έναν ήδη διαμορφωμένο μύθο, είναι και ο ίδιος, όπως και ο ήρωας της ταινίας του, επισκέπτης και θαυμαστής, και δεν συντελεί στη δημιουργία του. Έτσι, το Midnight In Paris δεν είναι παρά μια ξενάγηση στον μύθο του Παρισιού πέρα από χρονικούς ή άλλους περιορισμούς, από έναν αφοσιωμένο οπαδό του. Ο Gil, η Inez, ο Paul, οι κεντρικοί χαρακτήρες της ταινίας μας είναι γνωστοί από τις προηγούμενες ταινίες του Άλεν, όπως και οι καταστάσεις που βιώνουν -όποιος ψάχνει για πρωτοτυπία και καινούργιες προβληματικές στο επίπεδο αυτό, θα απογοητευτεί. Θα ενθουσιαστούν όμως όλοι όσοι μοιραζόμαστε με τον Gil -και προφανώς με τον Woody Allen- την αγάπη και τον θαυμασμό για το Παρίσι και την Χαμένη Γενιά της Εποχής της jazz. Οι συναντήσεις του Gil με τους καλλιτέχνες και τους συγγραφείς αλλοτινών καιρών βρίθουν από λογοτεχνικά ανέκδοτα και αναφορές προσφέροντας γνήσια ηδονή σε όλους τους θαυμαστές τους.

Εδώ βρίσκεται και η κεντρική προβληματική της ταινίας: Η νοσταλγία. Ο Gil αρνείται να υποταχθεί στις πιέσεις και τις ανάγκες του σήμερα, είναι ονειροπόλος αγαπά τον πολιτισμό μιας άλλης εποχής και αίφνης βρίσκεται μπροστά στο μεγάλο δίλημμα: Να αφεθεί και να ζήσει στο παρελθόν, συντροφιά με τους ήρωές του, ή να επιστρέψει στο σήμερα, για να δώσει εδώ, στο παρόν, τις μάχες του; Το δίλημμα γίνεται πιο δραματικό, καθώς στο παρόν είναι αρραβωνιασμένος με την Ινέζ, με την οποία στα μεγάλα ζητήματα μπορεί να διαφωνούν, αλλά τουλάχιστον συμφωνούν στα μικρά και δευτερεύοντα, όπως λέει ο ίδιος ο Gil, ενώ στο παρελθόν τον έλκει η μυστηριώδης και αισθησιακή και ταλαντούχα Adriana. Τελικά ο ήρωάς μας θα αφήσει την αρραβωνιαστικιά του, αλλά και την Adriana αποφασισμένος να ζήσει το όνειρό του στο παρόν, και ο σκηνοθέτης θα τον ανταμείψει: Θα συναντήσει την Γκαμπριέλα, μια σύγχρονη γαλλιδούλα που είναι παθιασμένη όπως κι εκείνος με τον Col Porter και τους μύθους του Παρισιού.

Στο σημείο αυτό βρίσκεται και η άλλη μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην τελευταία ταινία του Allen και τις παλαιότερες: Εδώ δίνεται μια σαφής λύση στο προσωπικό πρόβλημα του ήρωα, ένα αισιόδοξο φινάλε που κάνει τον Gil να επιστρέφει στο σπίτι του βρεμένος, αλλά αγκαλιά με την γυναίκα της ζωής του και τους θεατές με ένα ανεξήγητο χαμόγελο ευτυχίας. Στις παλιότερες ταινίες, το Annie Hall, το Manhattan κα, ο κύκλος δεν κλείνει, τα πράγματα μένουν μετέωρα, ο θεατής δεν επιστρέφει σπίτι του χαμογελώντας αισιόδοξα, σκεπτικός. Αυτός ίσως οφείλεται και στην περίοδο που βρίσκεται σήμερα ο δημιουργός: Έχοντας πατήσει για τα καλά τα 70, με περιπέτειες στην πλάτη του και μια μεγάλη οικογένεια γύρω του, θα νοιώθει ότι κάθε κομμάτι του παζλ μπήκε επιτέλους στη θέση του, κι η όμορφη και ήρεμη αυτή αίσθηση ποτίζει το έργο του και το κοινό του.

Με δυο λόγια:

Η ταινία δεν είναι πρωτότυπη, αλλά είναι εξαιρετική -έχει ήδη μπει στις πλέον αγαπημένες αλενικές ταινίες μου. Όσοι αγαπούν τους Φιτζέραλντ και τον Χέμινγουέι, τον Πικασό και τον Νταλί, το Παρίσι και τον ίδιο τον Γούντι Άλεν, θα την λατρέψουν. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, το γεγονός ότι το Μεσάνυχτα στο Παρίσι είναι η μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία του Γούντι Άλλεν

Η τηλεοπτική εμφάνιση ΓΑΠ

Τηλεοπτική εμφάνιση ΓΑΠ σήμερα μετά από μία ώρα και είκοσι λεπτά καθυστέρησης, παρότι το μήνυμα ήταν μαγνητοσκοπημένο -τόσος σεβασμός προς τους πολίτες. Αλλά, θα μου πείτε, αυτά είναι ψιλά γράμματα και δυστυχώς θα συμφωνήσω μαζί σας.

Με το πρόσωπό του σε γκρο-πλαν για να φαντάζει συμπαθής και οικείος και με ύφος μελιστάλαχτο, ο ΓΑΠ προσπάθησε να προωθήσει τα άμεσα μικροκομματικά του συμφέροντα. Έτσι, προσπάθησε να μας παρουσιάσει τον Γαλλογερμανικό συμβιβασμό ως νίκη της διπλωματίας του και πόσο καλό είναι που χρεωκοπήσαμε (φυσικά χωρίς να χρησιμοποιεί την συγκεκριμένη λέξη). Γνωρίζοντας ότι μεγάλο μέρος της οργής των πολιτών, αλλά και των στελεχών του κόμματός του, οφείλεται στην ανισοκατανομή των βαρών, μίλησε για «δίκαιη κατανομή», ενώ σε μια ηρωική αποστροφή της ομιλίας του είπε ότι οι τράπεζες θα πληρώσουν το κόστος και όχι οι πολίτες (βέβαια, ο Υπουργός Κουτρουμάνης ήδη από χθες στο Mega προανήγγειλε μειώσεις συντάξεων λόγω των χαμηλών μισθών, που θεσμοθέτησε η Κυβέρνηση, και της αυξανόμενης ανεργίας). Προσπάθησε να ξορκίσει και την ταπείνωση που αισθάνεται ο μέσος Έλληνας, ο οποίος τίθεται αίφνης υπό επιτήρηση, λέγοντας πολλές φορές ότι «εμείς» έχουμε την ευθύνη και «μόνοι μας» θα τα καταφέρουμε. Πρόσθεσε και κάποιες δακρύβρεχτες πινελιές, για το μέλλον των παιδιών μας. Έχει ιδιαίτερη σημασία ότι δεν έκανε καμιά αυτοκριτική, δεν αναφέρθηκε σε κανένα λάθος ή παράληψη της Κυβέρνησής του, παρά μόνο γενικά κι αόριστα «στην εκάστοτε εξουσία» και πρόσθεσε «δεν έχει νόημα να αναμασάμε την ίδια κριτική» ζητώντας ουσιαστικά να παύσει κάθε κριτική προς τον ίδιο και την παρέα του.

Για το τι περιμένει τον μέσο Έλληνα, δεν είπε κουβέντα. Για το πώς θα τα βγάλει πέρα το Ελληνικό νοικοκυριό, δεν είπε λέξη.

Ο Πρωθυπουργός προτίμησε να μην αναφερθεί στην δυσάρεστη πραγματικότητα που αντιμετωπίζουμε όλοι οι υπόλοιποι και να προβάλλει το προφίλ του διαπραγματευτή και συνομιλητή ξένων ηγετών. Μόνο που αυτό το προφίλ έχει τσαλακωθεί τόσο πολύ, ώστε ούτε καλά αστεία δεν εμπνέει πια στους τουιτεράδες. Ο κύριος ΓΑΠ σήμερα δεν ήταν παρά το ξεφτισμένο πορτραίτο του ειδώλου που κέρδισε τις προηγούμενες εκλογές. Ίσως μάλιστα ο πιο πραγματικός του εαυτός: Ένας κουρασμένος κύριος μιας κάποιας ηλικίας που με πάθος και απόγνωση προσπαθεί να δείξει ότι είναι μοντέρνος, τρέντι, νεωτεριστής, προοδευτικός -ένας, δηλαδή, που η ίδια η Κυβέρνησή του θα τον οδηγούσε σε εφεδρεία.

Συνεπώς, το μόνο συμπέρασμα της τηλεοπτικής εμφάνισης που μπορεί να βγάλει κανείς είναι ότι ο κύριος ΓΑΠ γαντζώνεται στην εξουσία και θα προσπαθήσει να συρθεί όσους μήνες περισσότερους μπορέσει, ελπίζοντας ότι οι εκλογικές προοπτικές για το κόμμα του θα βελτιωθούν. Ή ότι θα περισώσει με κάποιο τρόπο το brand name Παπανδρέου. Ουσιαστικά ο κύριος ΓΑΠ ελπίζει σε ένα θαύμα. Γιατί ακριβώς τους επόμενους μήνες που ο ίδιος και η κυβέρνησή του θα σέρνονται πολιτικά, ο πολίτης θα βιώνει τις συνέπειες των μέτρων του πολυνόμου Βενιζέλου και επιπλέον θα ζει με την αγωνία λήψης καινούργιων, αφού ο ίδιος ο Αντιπρόεδρος δήλωσε ότι θα ληφθούν αν η Κυβέρνηση δεν πιάσει τους στόχους -και πότε αυτή η Κυβέρνηση έπιασε τους στόχους της;

Βλέποντας τον ΓΑΠ στην τηλεόραση να διαβάζει το κείμενο που του έγραψαν με το γλυκό, ψυχοπονιάρικο ύφος, αναρωτήθηκα αν αυτός είναι ο τύπος ηγέτη που χρειάζεται πλέον η Ελλάδα. Σε δύσκολες στιγμές δεν χρειάζεσαι κάποιον που τα μόνα αδιαμφισβήτητα προσόντα του είναι η ευγένεια και οι κοιλιακοί, αλλά κάποιον που να σου δίνει εμπιστοσύνη ότι μπορείς να στηριχτείς πάνω του. Χρειάζεται μια πατρική φιγούρα και όχι το κολλητάρι που θα πάμε μαζί τζυμ.

27 Οκτωβρίου 2011. Ένα προσωπικό Χρονικό.

1. Πρωινός περίπατος φορώντας μόνο πουκάμισο. Ψυχρός ο αέρας, αλλά ο ήλιος ζεστός. Κρύο και ζέστη μαζί -αναζωογονητικό.

 

2. Έλεγε χθες στην τηλεόραση του Σκάι ο Θάνος Δημάδης ότι στο Συνέδριο του Economist στη Νέα Υόρκη ρωτούσε τους υπευθύνους του ΔΝΤ χρησιμοποιώντας τους όρους «κούρεμα» ή «αναδιάρθρωση» και του απαντούσαν χρησιμοποιώντας τον όρο «χρεωκοπία». Η Κυβέρνηση χρησιμοποιεί τον όρο «ελάφρυνση». Εσείς, προς Θεού, μη μιλήσετε για (οικονομική) «κατοχή» -θα σας βάλουν πιπέρι στο στόμα. Όπως και το «ομερτά», μπορεί να χρησιμοποιείται μόνο από Πασόκους.

 

3. Και γιατί να καθίσει κανείς να απαντήσει στα σοβαρά στους Κυβερνητικούς και τους υποστηρικτές τους; Ήδη πριν από ένα εξάμηνο τόσο ο κύριος ΓΑΠ όσο και ο τότε Υπουργός Οικονομικών, κύριος Παπακωνσταντίνου, έχουν εξηγήσει γιατί κάτι τέτοιο θα είχε δραματικές συνέπειες για τον λαό και τη χώρα.

 

4. Επικλήσεις στη λογική, σπονδές στο συμφέρον. Λέω: Ευτυχώς που ο άνθρωπος δεν είναι μόνο λογική. Ευτυχώς που είναι καρδιά και ψυχή και όνειρα και πίστη. Ευτυχώς που ο άνθρωπος δεν κοιτάζει μόνο το αντικειμενικό του συμφέρον, αλλά νοιάζεται για άλλα, πέρα και έξω από τον εαυτούλη του. Για τα υπόλοιπα ας διαβάσει κανείς το Υπόγειο.

 

5. Υπάρχουν κι όσοι χαίρονται που τέθηκε η χώρα σε μόνιμη επιτροπεία. Κι υπάρχουν οι πολύ προκλητικοί, που αναίσχυντα θα σου πουν, αφού είμαστε ανώριμοι / ανίκανοι, ας μας φτιάξουν κράτος οι ώριμοι και ικανοί κι οι πιο ήπιοι που θα σου το φέρουν από δω ή από κει, τεχνηέντως και εμμέσως. Είναι δε όλοι αυτοί ή απομεινάρια ΓΑΠικών Πασόκων, είτε κάτι νεοφιλελεύθεροι αγοραίοι αγωνιστές. Στην πραγματικότητα είναι άνθρωποι που εννοούν την Ελευθερία και την Δημοκρατία ως ένα καθεστώς που όλοι θα σκεφτόμαστε και θα συμπεριφερόμαστε σαν αυτούς. Δεν ανέχονται την διαφορετικότητα στη σκέψη, την αντίληψη και την συμπεριφορά, δεν μπορούν να χειριστούν το συλλογικό και προσωπικό αυτεξούσιον. Οπότε σιδηροί κανόνες ή εποπτεία. Παραφουσκωμένοι εγωισμοί, υποστηρικτές του ΓΑΠ και του Μνημονίου, αρνούνται να κάνουν την οποιαδήποτε αυτοκριτική για τις θέσεις και τις πολιτικές που υπερασπίζονταν δημόσια, πεπεισμένοι ότι οι ίδιοι έχουν πάντα δίκιο  και οι άλλοι πάντα άδικο. Ευπροσάρμοστες, ελαστικές συνειδήσεις και ανάγκη διαρκούς επιβεβαίωσης της ανωτερότητάς τους μέσω της κατάδειξης της κατωτερότητας των άλλων («Νεοέλληνες. Ο χειρότερος λαός που έχει περάσει από αυτή τη γη», διάβαζα τις προάλλες από έναν συνάνθρωπό μας που προφανώς έχει καταφέρει να ξεχωρίσει τα χνώτα του από τα δικά μας).

 

6. Αναρωτιέμαι αν και πώς θα αντιδράσει ο Λαός. Μπασταρδεμένος κι αυτός, κουρασμένος, πολλαπλώς ηττημένος, κατασυκοφαντημένος. Η φούσκα της ευημερίας του στέρησε ό,τι πιο πολύτιμο είχε μέσα του -για σκεφτείτε: Ο Γ. Σεφέρης, όταν απευθύνθηκε στην Σουηδική Ακαδημία παίρνοντας το Νόμπελ, μίλησε για τον αγράμματο δάσκαλό του, τον Μακρυγιάννη. Υπήρχε δηλαδή ένα ακατέργαστο μεγαλείο μέσα στον καθένα από μας μέχρι και μια γενιά πριν – αναρωτιέμαι αν υπάρχει ακόμα / θέλω να πιστεύω ότι υπάρχει ακόμα. Δεν αξίζει να συνεχίσω να μπλογκάρω, να τουιτάρω, να γράφω στα Ελληνικά, αν έχει χαθεί.

 

7. Ο Μάνος Χατζιδάκις έλεγε ότι η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει, γι’ αυτό και δεν μπορεί να αναστηθεί. Το θυμήθηκα, σήμερα που η χώρα μπήκε σε μηχανική υποστήριξη.

 

8. Ελάφρυνση, κούρεμα ή χρεωκοπία = Μια ακόμα απόπειρα (βίαιης) μετακένωσης.

 

9. Άκουσα το πρωί την συνέντευξη του Λοβέρδου στον Χατζηνικολάου. Εκνευρίστηκα και ήθελα να το κλείσω, αλλά τελικά έκανα υπομονή και τον άκουσα ολόκληρη. Μιλούσε σαν άνθρωπος που έπαιζε Μονόπολη χθες το βράδυ, όχι σαν επί δύο χρόνια Υπουργός, που οι αποφάσεις του έχουν άμεσες συνέπειες στις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων και μάλιστα για δεκαετίες. Παινεύτηκε ότι μας προειδοποίησε, λες και δουλειά του Βουλευτή ή, ακόμα χειρότερα, του Υπουργού είναι να φοράει τη χλαμύδα της Κασσάνδρας. Παινεύτηκε επίσης γιατί το Υπουργείο του δεν δέχθηκε τις επιπλήξεις της Τρόικας το προηγούμενο διάστημα, λες και μας νοιάζει αν σώθηκε ή όχι ο αρχιθαλαμηπόλος του Τιτανικού. Και, ναι, δεν βρήκε λόγο να παραιτηθεί η Κυβέρνηση -μια χαρά τα πήγαν ειδικά χθες στις Βρυξέλλες (διαθέτει βέβαια την ευφυΐα να μην μιλάει για νίκες και θριάμβους).

Όταν τελείωσε η συνέντευξη και ξεκίνησαν οι διαφημίσεις, συνειδητοποίησα ότι ίσως αυτή να είναι η πιο αποτελεσματική μέθοδος: Εμείς να σιωπούμε και να αφήσουμε όλους αυτούς να μιλούν…

 

10. Στα μεσημεριανά δελτία λίγες ή καθόλου κουβέντες για το τι σημαίνει η χρεωκοπία για την καθημερινότητα του Έλληνα, για το κάθε νοικοκυριό. Νομίζω πως ούτε κι αυτοί, πολιτικοί και δημοσιογράφοι, δεν ξέρουν, δεν μπορούν να υπολογίσουν τίποτα. Πορεία στα τυφλά.

 

11. Χτες γνώρισα έναν τύπο γύρω στα 45, άνεργο εδώ και ενάμιση χρόνο. Τελείωσαν τα χρήματα της αποζημίωσης, το ταμείο ανεργίας και μπαινόβγαινε σε μαγαζιά ρωτώντας αν υπάρχει κάποια δουλειά. Είχε ένα γκρι ποδήλατο και μαύρο μπουφάν. Δεν καπνίζει, δεν πήρε καφέ, απλώς κάθισε στην καρέκλα με το μπουφάν κουμπωμένο ως τον λαιμό. Δεν ανοιγόταν εύκολα κι εγώ δεν ρώτησα αν έχει οικογένεια και πώς τα φέρνει βόλτα. Δεν μιλήσαμε δηλαδή καθόλου για την Κρίση και τα πολιτικά, παρά μόνο μου έκανε δυο, τρεις ερωτήσεις για την αρχαία ιστορία. Σερφάρει στο δίκτυο και διαβάζει διάφορα. Έχει αγωνίες, έχει απορίες, μπορεί να πιστεύει και να λέει αφελή πράγματα, αλλά η δίψα του να μάθει, το πάθος του να πάει κάτω από την επιφάνεια και να αγγίξει την ουσία των γεγονότων και των ανθρώπων είναι γνήσιο και σχεδόν αθώο.

Τι θα απογίνουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι;

 

12. Σε 10 χρόνια θα είμαστε 2 χρόνια πίσω, αν και αν και αν και αν…

Αυτή, η αισιόδοξη οπτική, παραβλέπει ότι στο διάστημα αυτό θα εκποιηθεί η δημόσια περιουσία, θα εξαθλιωθεί ακόμα περισσότερο ο πολίτης και η οικογένεια. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι ο κ. Βενιζέλος στη συνέντευξη που παραχώρησε πριν από λίγο απέφυγε να αναφερθεί στις επιπτώσεις που θα έχει η πτώχευση στην καθημερινότητα των πολιτών. Πέρα από μια διαβεβαίωση ότι δεν θα ληφθούν πρόσθετα μέτρα για το 11 και το 12, που όλοι ξέρουμε την αξία που έχουν οι σχετικές διαβεβαιώσεις αυτής της Κυβέρνησης, ο κύριος Αντιπρόεδρος μίλησε για τις τράπεζες, το PSI, τον Νταλάρα, την «ελάφρυνση» του προϋπολογισμού και άλλα τέτοια υψηλά και μακροοικονομικά. Για χθαμαλά θέματα, όπως η ανεργία κουβέντα. Για τις κοινωνικές παροχές, όπως η υγεία και η παιδεία (τις οποίες, ο Έλληνας φορολογούμενος πολίτης τις πλήρωσε και τις πληρώνει), λέξη. Από μια άποψη βέβαια, ο κ. Βενιζέλος (και η Κυβέρνηση ολόκληρη) μένει πιστή στην αρχή που διατύπωσε πριν λίγους μήνες: Θα σώσουν την Ελλάδα (δηλαδή ένα διαπλεκόμενο σύστημα εξουσίας τραπεζών, επιχειρηματιών, συνδικαλιστών, ΜΜΕ, κομμάτων) και θα θυσιάσουν τον Έλληνα. Όπως έλεγε κι ο Μπρεχτ «Του κόσμου το βασίλειο λαμπρά για να στηθεί / πρέπει το φτωχοκάλυβο να ξεθεμελιωθεί». Για τον λόγο αυτό δεν θα προκηρύξουν εκλογές αυτοβούλως. Η αποτυχία τους βαραίνει τον καθένα από εμάς, αλλά, προφανώς, όχι ή όχι αρκετά το σύστημα εξουσίας που αρέσκονται να ονομάζουν «Ελλάδα». Αυτό ίσως και να το εξυπηρετούν με μέτρα, όπως η κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων για 2 χρόνια (που μάλλον θα γίνουν 10 τώρα, ένεκα της καταστάσεως, και βλέπουμε…)

 

13. Οι επόμενες Γερμανικές εκλογές αίφνης αποκτούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον Έλληνα και οι Ελλαδικές πρωτοφανή αδιαφορία…

 

14. Τηλεοπτική εμφάνιση ΓΑΠ μετά από μία ώρα και είκοσι λεπτά καθυστέρησης, παρότι το μήνυμα ήταν μαγνητοσκοπημένο -τόσος σεβασμός προς τους πολίτες. Αλλά, θα μου πείτε, αυτά είναι ψιλά γράμματα και δυστυχώς θα συμφωνήσω μαζί σας.

Με το πρόσωπό του σε γκρο-πλαν για να φαντάζει συμπαθής και οικείος και με ύφος μελιστάλαχτο, ο ΓΑΠ προσπάθησε να προωθήσει τα άμεσα μικροκομματικά του συμφέροντα. Έτσι, προσπάθησε να μας παρουσιάσει τον Γαλλογερμανικό συμβιβασμό ως νίκη της διπλωματίας του και πόσο καλό είναι που χρεωκοπήσαμε (φυσικά χωρίς να χρησιμοποιεί την συγκεκριμένη λέξη). Γνωρίζοντας ότι μεγάλο μέρος της οργής των πολιτών, αλλά και των στελεχών του κόμματός του, οφείλεται στην ανισοκατανομή των βαρών, μίλησε για «δίκαιη κατανομή», ενώ σε μια ηρωική αποστροφή της ομιλίας του είπε ότι οι τράπεζες θα πληρώσουν το κόστος και όχι οι πολίτες (βέβαια, ο Υπουργός Κουτρουμάνης ήδη από χθες στο Mega προανήγγειλε μειώσεις συντάξεων λόγω των χαμηλών μισθών, που θεσμοθέτησε η Κυβέρνηση, και της αυξανόμενης ανεργίας). Προσπάθησε να ξορκίσει και την ταπείνωση που αισθάνεται ο μέσος Έλληνας, ο οποίος τίθεται αίφνης υπό επιτήρηση, λέγοντας πολλές φορές ότι «εμείς» έχουμε την ευθύνη και «μόνοι μας» θα τα καταφέρουμε. Πρόσθεσε και κάποιες δακρύβρεχτες πινελιές, για το μέλλον των παιδιών μας. Έχει ιδιαίτερη σημασία ότι δεν έκανε καμιά αυτοκριτική, δεν αναφέρθηκε σε κανένα λάθος ή παράληψη της Κυβέρνησής του, παρά μόνο γενικά κι αόριστα «στην εκάστοτε εξουσία» και πρόσθεσε «δεν έχει νόημα να αναμασάμε την ίδια κριτική» ζητώντας ουσιαστικά να παύσει κάθε κριτική προς τον ίδιο και την παρέα του.

Για το τι περιμένει τον μέσο Έλληνα, δεν είπε κουβέντα. Για το πώς θα τα βγάλει πέρα το Ελληνικό νοικοκυριό, δεν είπε λέξη.

Ο Πρωθυπουργός προτίμησε να μην αναφερθεί στην δυσάρεστη πραγματικότητα που αντιμετωπίζουμε όλοι οι υπόλοιποι και να προβάλλει το προφίλ του διαπραγματευτή και συνομιλητή ξένων ηγετών. Μόνο που αυτό το προφίλ έχει τσαλακωθεί τόσο πολύ, ώστε ούτε καλά αστεία δεν εμπνέει πια στους τουιτεράδες. Ο κύριος ΓΑΠ σήμερα δεν ήταν παρά το ξεφτισμένο πορτραίτο του ειδώλου που κέρδισε τις προηγούμενες εκλογές. Ίσως μάλιστα ο πιο πραγματικός του εαυτός: Ένας κουρασμένος κύριος μιας κάποιας ηλικίας που με πάθος και απόγνωση προσπαθεί να δείξει ότι είναι μοντέρνος, τρέντι, νεωτεριστής, προοδευτικός -ένας, δηλαδή, που η ίδια η Κυβέρνησή του θα τον οδηγούσε σε εφεδρεία.

Συνεπώς, το μόνο συμπέρασμα της τηλεοπτικής εμφάνισης που μπορεί να βγάλει κανείς είναι ότι ο κύριος ΓΑΠ γαντζώνεται στην εξουσία και θα προσπαθήσει να συρθεί όσους μήνες περισσότερους μπορέσει, ελπίζοντας ότι οι εκλογικές προοπτικές για το κόμμα του θα βελτιωθούν. Ή ότι θα περισώσει με κάποιο τρόπο το brand name Παπανδρέου. Ουσιαστικά ο κύριος ΓΑΠ ελπίζει σε ένα θαύμα. Γιατί ακριβώς τους επόμενους μήνες που ο ίδιος και η κυβέρνησή του θα σέρνονται πολιτικά, ο πολίτης θα βιώνει τις συνέπειες των μέτρων του πολυνόμου Βενιζέλου και επιπλέον θα ζει με την αγωνία λήψης καινούργιων, αφού ο ίδιος ο Αντιπρόεδρος δήλωσε ότι θα ληφθούν αν η Κυβέρνηση δεν πιάσει τους στόχους -και πότε αυτή η Κυβέρνηση έπιασε τους στόχους της;

 

15. Βλέποντας τον ΓΑΠ στην τηλεόραση να διαβάζει το κείμενο που του έγραψαν με το γλυκό, ψυχοπονιάρικο ύφος, αναρωτήθηκα αν αυτός είναι ο τύπος ηγέτη που χρειάζεται πλέον η Ελλάδα. Σε δύσκολες στιγμές δεν χρειάζεσαι κάποιον που τα μόνα αδιαμφισβήτητα προσόντα του είναι η ευγένεια και οι κοιλιακοί, αλλά κάποιον που να σου δίνει εμπιστοσύνη ότι μπορείς να στηριχτείς πάνω του. Χρειάζεται μια πατρική φιγούρα και όχι το κολλητάρι που θα πάμε μαζί τζυμ.

 

16. Ελπιδοφόρο: Τα ΜΜΕ δεν υιοθέτησαν τους κυβερνητικούς πανηγυρισμούς. Θα δούμε βεβαίως και τις κυριακάτικες εκδόσεις…

Heinz A. Ricther: 28 Οκτωβρίου 1940

Αναρωτιόμουνα τις προάλλες πώς μπορεί κανείς να γιορτάσει το ΟΧΙ την εποχή των ΝΑΙ, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι δεν είναι μόνο δική μου η απορία.

Σκέφτηκα λοιπόν να αντιγράψω την γλαφυρή περιγραφή του Heinz A. Ricther (Η Ιταλο-Γερμανική επίθεση εναντιον της Ελλάδος, μετάφραση Κ. Σαρρόπουλος, Γκοβόστης 1998) για να βοηθήσω την συζήτηση. Όπως θα δείτε, ο Μεταξάς δεν είπε ποτέ το ΟΧΙ, αλλά μόλις ο Γκράτσι, ο τότε πρέσβης της Ιταλίας, του εξήγησε τις Ιταλικές απαιτήσεις, δήλωσε ότι βρισκόμαστε σε πόλεμο…

Η 28η Οκτωβρίου ήταν Δευτέρα. Στις 2:30 ο Γκράτσι με το Μοντίνι και ένα διερμηνέα αναχώρησαν από την πρεσβεία. Ο Γκράτσι είχε δώσει άδεια στον οδηγό της πρεσβείας, και γι’ αυτό το αυτοκίνητο που κατευθυνόταν προς την κατοικία του Μεταξά, στην Κηφισιά, οδηγούσε ο Μοντίνι. Στις 2:45 το αυτοκίνητο, με τις διπλωματικές πινακίδες και την ιταλική σημαία, έφτασε στην εξώπορτα της κατοικίας του Μεταξά. Ο διερμηνέας παρακάλεσε τη φρουρά της πύλης να πληροφορήσει τον πρωθυπουργό ότι ο πρεσβευτής της Ιταλίας έχει να του επιδώσει ένα πολύ επείγον έγγραφο. Ο φρουρός της πύλης αγουροξυπνημένος, τηλεφώνησε στο εσωτερικό της κατοικίας και επικοινώνησε με το Μεταξά, που είχε πέσει να κοιμηθεί, πληροφορώντας τον ότι ο πρεσβευτής της Ιταλίας θέλει να τον δει.

Ο Μεταξάς φόρεσε μια ρόμπα πάνω από το νυχτικό του και άνοιξε ο ίδιος την εξώπορτα. Αναγνώρισε αμέσως τον Γκράτσι και, αφού τον οδήγησε σ’ ένα μικρό σαλόνι με παραδοσιακά έπιπλα, του έδειξε μια δερμάτινη πολυθρόνα για να καθίσει. Ο ίδιος κάθισε σ’ έναν καναπέ. Ο Γκράτσι του εξήγησε στα γαλλικά ότι η Ιταλική Κυβέρνηση του είχε αναθέσει να δώσει σ’ αυτόν μια επείγουσα διακοίνωση. Ενεχείρισε στο Μεταξά το τελεσίγραφο. Ο Μεταξάς διάβασε αργά το γραμμένο στα γαλλικά κείμενο, κάνοντας πού και πού ένα αρνητικό νεύμα.

Το κείμενο του τελεσιγράφου περιείχε τις γνωστές σκόπιμες ανακρίβειες. Η Ελλάδα είχε παραβεί την ουδετερότητά της, υποστηρίζοντας τους Βρετανούς. Αυτό οδηγεί αναπότρεπτα σε ένοπλη σύγκρουση μεταξύ Ιταλίας και Ελλάδας, μια σύγκρουση που η Ιταλική Κυβέρνηση έχει την επιθυμία να αποφύγει. Ως εκ τούτου, η Ιταλική Κυβέρνηση αποφάσισε να ζητήσει από την Ελληνική Κυβέρνηση, ως εγγύηση της ουδετερότητας της Ελλάδας και της ασφαλείας της Ιταλίας το δικαίωμα της κατοχής διά των Ενόπλων της Δυνάμεων, στη διάρκεια του παρόντος πολέμου με τη Μεγάλη Βρετανία, ενός αριθμού στρατηγικών σημείων της ελληνικής επικρατείας… Η Ιταλική Κυβέρνηση απαιτεί από την Ελληνική Κυβέρνηση να εκδώσει αμέσως τις απαραίτητες διαταγές προς τις στρατιωτικές Αρχές, ώστε η κατάληψη να γίνει με ειρηνικά μέσα. Εάν τα ιταλικά στρατεύματα συναντήσουν αντίσταση, αυτή θα συντριβεί με τη δύναμη των όπλων και στην περίπτωση αυτήν η Ελληνική Κυβέρνηση θα έχει την ευθύνη για ό,τι ήθελε προκύψει. Προφορικώς πρόσθεσε ο Γκράτσι ότι το τελεσίγραφο εξέπνεε στις 6:00.

Για τις περαιτέρω εξελίξεις, ο Μάριο Τσέρβι γράφει: Ο Μεταξάς σήκωσε τα μάτια από το έγγραφο και είπε: “Alors, c’est la guerre”. Ο Γκράτσι, ξέροντας ότι ψεύδεται και μάλιστα άσχημα, απάντησε ότι δεν είχαν έτσι τα πράγματα, ότι η Ελλάδα μπορούσε να δεχτεί τους ιταλικούς όρους και έτσι να αποφύγει τον πόλεμο. Ο Μεταξάς αποκρίθηκε ότι στο διάστημα των τριών ωρών ήταν αδύνατο να αφυπνίσει το βασιλιά, να καλέσει τον υπουργό Άμυνας, τον Παπάγο, και να εκδώσει διαταγές περί μη αντιστάσεως στις πιο απομακρυσμένες ελληνικές Φρουρές και Μονάδες. Ο Γκράτσι, αισθανόμενος ακόμη πιο αμήχανα, επέμεινε και προσπάθησε να τον μεταπείσει, λέγοντας ότι ίσως ήταν δύσκολο, αλλά δεν ήταν αδύνατο. «Και ποια είναι τα στρατηγικά σημεία που θέλει να καταλάβει η Ιταλία;», ρώτησε ο Μεταξάς. Ο Γκράτσι, με μια χειρονομία απελπισίας, υποχρεώθηκε να ομολογήσει ότι δε γνώριζε… «Βλέπετε, λοιπόν, ότι είναι πόλεμος», είπε ο Μεταξάς.

Το θρυλικό ΟΧΙ του Μεταξά στο ιταλικό τελεσίγραφο, που αποτέλεσε εθνικό μύθο, δεν ελέχθη μεταξύ Γκράτσι και Μεταξά, όμως και χωρίς αυτό η άρνηση υποταγής ήταν σαφής.

Ο Μεταξάς συνόδευσε τον Γκράτσι στην εξώπορτα. Τα αποχαιρετιστήρια λόγια του ήταν: Vous êtes les plus forts” («Είσαστε οι πιο ισχυροί»). Όπως είχε υποσχεθεί, ο Γκράτσι περίμενε στην πρεσβεία μέχρι τις 6:00 για μια αλλαγή στην ελληνική στάση. Όμως, και αυτή η ευγενική χειρονομία ήταν χωρίς νόημα, διότι η ιταλική επίθεση είχε αρχίσει στις 5:30.

Η μυρωδιά καμένου ξύλου σκέπασε την πόλη

Ο χειμώνας, τα κρύα έχουν έρθει, αλλά τα καλοριφέρ δεν άναψαν φέτος. Με την τιμή του πετρελαίου στα ύψη και τους μισθούς (των τυχερών που ακόμα έχουν δουλειά και αμείβονται από αυτή) στα τάρταρα, το ας περιμένουμε και βλέπουμε έχει γίνει ο κανόνας. Μέχρι τότε επιστρατεύονται τα τζάκια.

Και περπατάς τη νύχτα στη γνώριμη, παλιά σου πόλη, κι είναι όλα όσα αγάπησες εδώ, οι παλιές πόρτες και τα πεζούλια, το πεζοδρόμιο που γλιστράει, το χαμηλό σύννεφο, η ομίχλη, η ψιλή βροχή συν ένας νέος παράγοντας, που, όπως φαίνεται, ήρθε για να μείνει: Η μυρωδιά του καμένου ξύλου να απλώνεται, να διαβρώνει τα πάντα.

Χτες το τζάκι ήταν μεράκι κι αισθητική πολυτέλεια. Πληρώναμε κάτι παραπάνω, όταν αγοράζαμε το σπίτι, για να το ανάβουμε στις μεγάλες γιορτές και τις συνάξεις «για ατμόσφαιρα».

Σήμερα είναι το αναγκαίο, το αποκούμπι, που σπάει την υγρασία και την παγωνιά στο δωμάτιο που μαζεύεται η οικογένεια μέχρι να πάει για ύπνο.

Αύριο;

**   **   **

Και να που φτάσαμε στο σημείο, που δεν αγωνιζόμαστε για να εξασφαλίσουμε «ένα καλλίτερο αύριο» στα παιδιά μας, αλλά την επιβίωση.

(Ξέρω ότι κάποιοι ενοχλούνται, όταν λες τέτοια πράγματα, αλλά μια ματιά στον διπλανό -έστω: στα πολυαγαπημένα τους στατιστικά και δεδόμενα- αρκεί για να πιστοποιήσει την αλήθεια την παραπάνω διαπίστωσης).

**   **   **

Δεν έχω εμπιστοσύνη στις ωραίες λέξεις στην πολιτική -οι ωραίες λέξεις είναι για τις σχολικές εκθέσεις και τα παλιομοδίτικα δοκίμια. Γιατί είναι πάντα αρκετά ευρύχωρες, ώστε να τους φορτώνει ο καθένας ό,τι επιθυμεί και σπανίως εκθέτουν εκείνον που τις προφέρει. Γίνονται συνθήματα, αναδεικνύονται σε τοτέμ, ιερές αγελάδες που τρέφονται από τον αφελή ενθουσιασμό του μέσου πολίτη.

Είμαι λοιπόν δύσπιστος όταν ακούω πολιτικούς, επιχειρηματίες και τραπεζίτες, τα παπαγαλάκια τους στην τηλεόραση και τα ραδιόφωνα να μιλάνε για ανάπτυξη.

Και τι σημαίνει ανάπτυξη; Τι μπορεί να σημαίνει ανάπτυξη; Τι θεωρείται ανάπτυξη;

Ξέρουμε ότι «ανάπτυξη» είναι ένας ακόμα οικονομικός δείκτης, που μπορεί να είναι θετικός ή αρνητικός. Ξέρουμε ότι μπορεί να έχει άμεσες επιπτώσεις στην καθημερινότητα του ανθρώπου. Και ξέρουμε ότι η επίτευξή της μπορεί να σημαίνει πολλά θετικά για το σύστημα εξουσίας (επιχειρηματίες, ΜΜΕ, κόμματα) και ταυτοχρόνως τίποτα για τον πολίτη. Ο ίδιος ο Πρωθυπουργός άλλωστε το περιέγραψε άριστα λέγοντας το «Δεν θα γίνουμε Ινδία» λίγες μέρες προτού περάσει από την Βουλή τον νόμο, με τον οποίο μας καθιστά Ινδία.

Δεν έχω λοιπόν καμιά εμπιστοσύνη στην ανάπτυξη, όσο γλυκά κι αν ακούγεται η λέξη στα συμπιεζόμενα από την κρίση ώτα μας.

Αυτό που θα ήθελα να ακούσω είναι μέτρα για την αναδημιουργία μας νέας ισχυρής Μεσαίας Τάξης. που προϋποθέτει μια γενναία αναδιανομή του υπάρχοντος πλούτου, για μια φορά επιτέλους από τα πάνω προς τα κάτω. Αλλά για κάτι τέτοιο κανένας δεν ομιλεί. Αντιθέτως, το μόνο που ακούμε είναι πράγματα που μας προετοιμάζουν για δεκαετίες βαθιάς φτώχειας και ανέχειας, ανεξαρτήτως της ανάπτυξης ή της ύφεσης…

**   **   **

Το καίριο στη ζωή αυτή κείται πέραν του ατόμου, έγραφε ο Ελύτης στα «Δημόσια και Ιδιωτικά» και συμπλήρωνε: Με τη διαφορά ότι αν δεν ολοκληρωθεί κανείς σαν άτομο – κι όλα συνωμοτούν στην εποχή μας γι’ αυτό- αδυνατεί να το υπερβεί.

Που σημαίνει ότι δεν πρέπει να περιμένουμε μεγάλες αλλαγές και ανατροπές, αν πρώτα δεν βρούμε τον εαυτό μας, πού εμείς στεκόμαστε ετούτον τον καιρό. Κι εννοώ τον πραγματικό μας εαυτό, όχι την εικόνα που ο καθένας μας φαντασιώνεται για τον εαυτό του.

Χρειάζεται λοιπόν υπομονή και κουράγιο και να μην απογοητευόμαστε.

Αλλά χρειάζεται κι εγρήγορση. Γιατί οι άλλοι ανασυντάσσονται και βγάζουν απ’ τα μανίκια τους νέους σωτήρες.

Ας μην δαγκώσουμε το δόλωμα κι αυτή τη φορά.

**   **   **

Πώς γιορτάζεις το ΟΧΙ την εποχή των ΝΑΙ;

**   **   **

Αν για κάτι μπορούμε να είμαστε σίγουροι είναι ότι η ζωή μας αύριο δεν θα έχει καμιά σχέση με τη ζωή μας χθες.

**   **   **

Κι εκεί που οι μέρες περνάν στην μουντάδα, την καταχνιά, την βροχή, το κρύο, ξυπνάς ένα πρωί, ανοίγεις τα στόρια και σε υποδέχεται ο καταγάλανος ουρανός κι ένας φωτεινός ζεστός ήλιος. Τελειώνει ο Οκτώβρης και ξέρεις ότι αυτό είναι πρόσκαιρο, αλλά είναι και όμορφο. Και ελπιδοφόρο. Κι ας μην λειτουργεί με τους ίδιους, αυτόματους τρόπους η ανθρώπινη ζωή…

Φ. Ντοστογιέφσκι, Το Υπόγειο

Γραμμένες στα 1864, οι Σημειώσεις από το Υπόγειο είναι το πρώτο σημαντικό μυθιστόρημα του Φιόντορ Μιχαήλοβιτς Ντοστογιέφσκι μετά από την απελευθέρωσή του από το κάτεργο και θεωρείται από τους σύγχρονους κριτικούς όχι μόνο προάγγελος, αλλά και ερμηνευτικό κλειδί των μεγάλων έργων που θα ακολουθήσουν.

Και όμως, το Υπόγειο μπορεί περισσότερο από κάθε άλλο έργο του μεγάλου Ρώσου να παραπλανήσει τον ανυποψίαστο αναγνώστη. Γραμμένο σε α΄ πρόσωπο και εξομολογητικό ύφος, μπορεί να εκληφθεί ως απόσταγμα της εμπειρίας του σαραντάχρονου τότε συγγραφέα, και καρπός της τραγικής ζωής του –επιληψία, τζόγος, εξτρεμισμός, σύλληψη και καταδίκη στο κάτεργο, θάνατοι των αγαπημένων του προσώπων. Όμως το Υπόγειο απέχει πολύ από το να είναι ένα λογοτεχνικό ημερολόγιο του Ντοστογιέφσκι.

Το Υπόγειο είναι ένα έργο πολεμικής.

Δεν έχει νόημα στα πλαίσια μιας ιστολογικής ανάρτησης να αναφερθούμε στις αρχαίες διαμάχες της ρωσικής διανόησης και τα πρόσωπα, στα οποία ο Ντοστογιέφσκι επιτίθεται και παρωδεί. Εξάλλου από πολύ νωρίς, οι μελετητές του έργου του λίγη σημασία έδιναν στις συγκεκριμένες συγκυρίες. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως το Υπόγειο εκφράζει αλήθειες καθολικότερες.

Στο πρώτο μέρος του μυθιστορήματος ο Ντοστογιέφσκι επιτίθεται με δριμύτητα σε όλα τα μεγάλα ρεύματα σκέψης και τα πνευματικά κινήματα που εισάχθηκαν και άκμασαν στη Ρωσία των μέσων του 19ου αιώνα. Από τα δηλητηριώδη βέλη του υποχθόνιου ήρωά του πλήττονται βάναυσα ο ντετερμινισμός, ο εξελικτισμός, ο ρασιοναλισμός, η ιατρική και οι φυσικές επιστήμες, και φυσικά ο σοσιαλισμός. Στην τελική, πλήττονται βάναυσα από τον υπόγειο ήρωα όλοι οι «κανονικοί» άνθρωποι, οι θεωρήσεις και οι βεβαιότητές τους.

Η πολεμική μηχανή που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας εναντίον αυτών των ιδεολογιών δεν είναι άλλος από τον ήρωά του. Ο Υποχθόνιος δεν είναι αρνητής των μοντέρνων και προοδευτικών ιδεών, αλλά θερμός θιασώτης τους –όπως υπήρξε άλλωστε και ο ίδιος ο συγγραφέας. Βέβαια ο Υποχθόνιος απέχει πολύ από το να είναι ένας από τους συνηθισμένους οπαδούς, τους  «κανονικούς ανθρώπους» που χλευάζει και ποθεί, καθώς έχει εσωτερικοποιήσει και αφομοιώσει απολύτως τις προοδευτικές ιδέες και βιώνει πλέον τις συνέπειές τους. Όπως παρατηρεί ο Joseph Frank, ο ήρωας του Υπογείου δεν είναι ένας ηθικός και ψυχολογικός χαρακτήρας, αλλά πρωτίστως είναι ένας κοινωνικός-ιδεολογικός τύπος, του οποίου η ψυχολογία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη και εξαρτώμενη από τις ιδέες που ασπάζεται και σύμφωνα με τις οποίες προσπαθεί να ζει.

Συνεπώς η πολεμική του Ντοστογιέφσκι γίνεται μέσα από τα σπλάχνα των κινημάτων και των ιδεολογιών. Ο Υποχθόνιος είναι ο καρκίνος που εμφυτεύει ο συγγραφέας στο αντίπαλο στρατόπεδο, καθώς παρουσιάζει τα αποτελέσματα που θα έχει η τυχόν επικράτησή του στην Ρωσία.

Ποιος όμως είναι ο στόχος του Ντοστογιέφσκι; Και γιατί ο ήρωάς του μισεί θανάσιμα εκείνο που λατρεύει;

Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι ο Ντοστογιέφσκι δεν ασκεί την κριτική του εν ονόματι κάποιου άλλου ιδεολογικού χώρου. «Αν πρωτοτυπεί σε κάτι αυτή η άρνηση του σοσιαλισμού», παρατηρεί ο Κ. Παπαγιώργης, «είναι ότι δεν αντιτάσσει μια άλλη ορθολογική οργάνωση. Μια νέα μυρμηγκοφωλιά στη θέση της παλιάς».

Με άλλα λόγια, ο Ντοστογιέφσκι πολεμάει εδώ με πάθος οτιδήποτε, οποιαδήποτε ιδέα περιορίζει την ελευθερία βούλησης του ανθρώπου. Απεχθάνεται κάθε Κρυστάλλινο Παλάτι, που στην πραγματικότητα δεν είναι παρά ένα κοτέτσι, που προσφέρει ψεύτικη ασφάλεια φυλακίζοντας τον άνθρωπο. Απεχθάνεται κάθε σύστημα, ιδέα ή επιστήμη, η οποία μετατρέπει τον άνθρωπο σε πλήκτρο του πιάνου που παίζει με λογική και ρεαλισμό η εξουσία.

Γι’ αυτό η ντοστογιεφσκική κριτική του σοσιαλισμού είναι τόσο επίκαιρη σήμερα, που η «θρησκεία της αγοράς», ο νεοφιλελευθερισμός, ανενδοίαστα θυσιάζει τον άνθρωπο για να ανθίσει ένα οικονομικό σύστημα. Το Κρυστάλλινο Παλάτι της εποχής μας ονομάζεται ανάπτυξη και δεν διαφέρει σε τίποτα από το κοτέτσι του Υπογείου.

.

Από την πολεμική του Υπογείου δεν γλιτώνει ο0ύτε καν ο ίδιος ο συγγραφέας του -άλλωστε αυτό που διεκδικεί ο Υποχθόνιος είναι η απόλυτη ελευθερία, ακόμα και η ελευθερία της αυτοκαταστροφής. Το β΄ μέρος, όπου ο ήρωάς του βγαίνει στο φως και βολτάρει στην Αγία Πετρούπολη αποζητώντας την ανθρώπινη επαφή, δεν είναι παρά μια παρωδία του ρομαντικού ήρωα, ο οποίος άκμασε στην Ευρωπαϊκή και την Ρώσικη λογοτεχνία του 19ου αιώνα και ο οποίος πρωταγωνιστούσε στα πρώιμα μυθιστορήματα του ίδιου του Ντοστογιέφσκι.

Ο ρομαντικός ήρωας είναι αποκομμένος από τον κόσμο. Μια άπειρη απόσταση τον χωρίζει από τους συνανθρώπους του. Ζει περιπέτειες, δόξες, τιμές, καταστροφές και ταπεινώσεις, αλλά τίποτα από αυτά δεν τον αγγίζει πραγματικά, δεν τον αλλοιώνει, δεν τον μεταβάλει. Το εγώ του παραμένει θωρακισμένο και απρόσιτο. Η μεγαλοψυχία του, η γενναιοδωρία του, η ευγένεια και η αγαθότητά του πηγάζουν ανεξάντλητα από μέσα του και του παρέχουν την μεγαλειότητα σε καιρούς δοκιμασίας και θριάμβου.

Αυτή ακριβώς την μεγαλοσύνη και την ανωτερότητα νιώθει και ο Υποχθόνιος μέσα στο δωμάτιό του, μεταξύ οροφής και πατώματος. Συνειδητοποιεί όμως ότι αυτή η ανωτερότητα χρειάζεται και την αναγνώριση της ανθρωπότητας να υπάρξει, το βλέμμα του άλλου –αυτό είναι το δράμα του. Ή μάλλον η κωμωδία του, καθώς το β’ μέρος του Υπογείου είναι γραμμένο σε διαφορετικό ύφος από το α΄, πιο ανάλαφρο. Η κωμική του διάσταση επιτείνεται από τις συνεχείς ματαιώσεις των ρομαντικών ονειροφαντασιών του ήρωα.

Αποκορύφωση αυτής της κωμωδίας είναι το γεύμα με τους παλαιούς συμμαθητές. Εκεί ο Υποχθόνιος εισέβαλε απρόσκλητος με στόχο να τους σκλαβώσει με την ευγένεια και την εσωτερική, ρομαντική του δύναμη, αλλά κανείς δεν του δίνει σημασία. Βηματίζει επί τρεις ώρες «από το τραπέζι ίσαμε τη σόμπα και από τη σόμπα ίσαμε το τραπέζι», ενώ οι άλλοι αδιάφορα τρώνε, πίνουν, συζητούν, αγκαλιάζονται και φιλιούνται. Μόνος απέναντι στους άλλους που είναι μαζί –στο σημείο αυτό βρίσκεται η απόλυτη γελοιοποίηση του ρομαντικού ήρωα.

Η κωμωδία όμως μετατρέπεται σε πραγματική τραγωδία όταν στη συνέχεια, μανιασμένος από την απόρριψη ο Υποχθόνιος επισκέπτεται ένα πορνείο. Η σωτηρία της πόρνης, διαβάζουμε στα εγχειρίδια, αποτελούσε κοινό θέμα στην προοδευτική ρώσικη λογοτεχνία του 19ου αιώνα: Ο φωτισμένος λόγιος διδάσκοντας την λογική κάνει την ταπεινωμένη γυναίκα να αλλάξει ζωή. Η παραβολή είναι προφανής, όπως προφανής είναι και η διαστρέβλωση από τον Ντοστογιέφσκι του μύθου.

Στο πορνείο ο Υποχθόνιος βρέθηκε αντιμέτωπος με κάτι πραγματικά καλό, πραγματικά αγνό, πραγματικά όμορφο, με την «ζωντανή ζωή», όπως θα έλεγε ο ίδιος, την Λίζα, μια νεαρή πόρνη. Μόλις όμως οσμίζεται ότι εκείνη είναι πιο ευάλωτη από τον ίδιο αποφασίζει να εκδικηθεί με έναν απλό τρόπο: Γίνεται όσο πιο αποκρουστικός μπορεί για την κοπέλα. Κι όταν μετά το σεξ την βλέπει να αποτραβιέται αηδιασμένη, αποφασίζει να της επιβληθεί όχι μόνο σωματικά, αλλά και πνευματικά. Αρχίζει λοιπόν να παίζει με τα συναισθήματά της και προκαλεί την συναισθηματική της κατάρρευση.

Εδώ ο Υποχθόνιος κάνει ένα σφάλμα: Παρασυρμένος από τα ίδια τα ευγενικά του λόγια, κάνει το παραπάνω βήμα και την προσκαλεί στο σπίτι του. Εκείνη τη στιγμή του φαινόταν πρέπον, ωραίο και υψηλό, αλλά αίφνης μόλις δρασκέλισε την πόρτα του Υπογείου του και ήλθε αντιμέτωπος με την άθλια καθημερινότητά του, ένιωσε τρόμο: Αν πράγματι η Λίζα ερχόταν και τον έβλεπε σε αυτό το χάλι;

Πράγματι, όταν μετά από τρεις ημέρες η κοπέλα θα τον επισκεφθεί και θα τον αντικρίσει με την άθλια, τριμμένη ρόμπα να εξουσιάζεται από τον ίδιο του τον υπηρέτη, ο Υποχθόνιος θα καταρρεύσει και θα της ομολογήσει όλο το άθλιο σχέδιό του: Δεν ενδιαφερόταν καθόλου για την ίδια, ήθελε μόνο να ταπεινώσει και να εξευτελίσει έναν άλλον άνθρωπο για να νιώσει ανώτερος.

Η Λίζα στο σημείο αυτό βρίσκεται σε πλεονεκτικό σημείο, θα μπορούσε να το εκμεταλλευτεί και επιτύχει μια ολοκληρωτική νίκη απέναντί του. Αλλά η φτωχή κοπέλα, η ενσάρκωση της ρώσικης ψυχής, αφήνει κατά μέρος τα δικά της προβλήματα, τον δικό της εξευτελισμό, τον αγκαλιάζει και τον παρηγορεί. Ο Ντοστογιέφσκι φέρνει τον διανοούμενο / ριζοσπάστη / ρομαντικό ήρωά του αντιμέτωπο με το μεγαλείο της λαϊκής ψυχής. Αυτή είναι η ευκαιρία του, να αφήσει τον εγωκεντρισμό του στην άκρη και να ξεκινήσει μια νέα ζωή. Ο Υποχθόνιος όμως δεν μπορεί να αντέξει το γεγονός ότι ταπεινώθηκε μπροστά στη φτωχή πόρνη. Το γεγονός ότι η Λίζα τον αποδέχεται όπως είναι, δεν τον αναπαύει καθόλου. Εκείνος αποζητά την αναγνώριση των συμμαθητών του. Μόνο το δικό τους βλέμμα, εκείνων που περιφρονεί και ζηλεύει, μπορεί να τον θεραπεύσει. Η καλοσύνη της πόρνης δεν είναι παρά μια ακόμα ταπείνωση για τον ίδιο, την οποία δεν μπορεί να ανεχθεί. Έτσι, για να πετύχει την υπέρτατη νίκη, «από καθαρή κακία» δίνει στην κοπέλα ένα χαρτονόμισμα. Η Λίζα φεύγει τρέχοντας από το σπίτι του, προλαβαίνοντας όμως να αφήσει στο τραπεζάκι τα χρήματα. Είναι ενδεικτικό των ντοστογιεφσκικών σαδομαζοχιστικών σχέσεων ότι μόλις το Υποχθόνιος είδε τα χρήματα, μόλις δηλαδή διαπίστωσε ότι η Λίζα αποδείχτηκε ξανά ανώτερή του, βγήκε έξω τρέχοντας, αποζητώντας την να της φιλήσει τα πόδια και να ζητήσει συγχώρεση, αλλά εκείνη είχε χαθεί μέσα στη νύχτα.

.

Το Υπόγειο φαντάζει ζοφερό και απέλπιδο, σκοτεινή προφητεία του καιρού μας – ο Υποχθόνιος δεν μπορεί να βρει πουθενά παρηγοριά, χαρά και γαλήνη, ούτε στις ωραίες ιδέες που καταναλώνει και ασπάζεται, ούτε στον εσωτερικό του κόσμο.

Τι απομένει λοιπόν;

Η λογοτεχνική ιστορία λέει πως στο 10ο κεφάλαιο του α΄ μέρους ο Ντοστογιέφσκι πρότεινε ως διέξοδο την Ορθοδοξία, αλλά οι σχετικές αναφορές κόπηκαν από τους λογοκριτές, καθώς θεωρήθηκαν βλάσφημες και ανατρεπτικές. Ο Χριστιανισμός όμως του Ντοστογιέφσκι δεν ήταν ένα σύνολο κανόνων και δογμάτων, παρά ένας συγκεκριμένος τρόπος ζωής. Γι’ αυτό και δεν υπάρχει κηρυγματικά σε κανένα από τα έργα του –ούτε καν στους Καραμαζόφ– αλλά ποτίζει τις συμπεριφορές των ηρώων. Με άλλα λόγια, το γεγονός ότι χάθηκε η σχετική αναφορά από το Υπόγειο δεν αλλάζει και πολλά, ούτε στη στόχευση, ούτε στη σημασία, ούτε φυσικά και στη λύση που δίνει ο συγγραφέας…

————————–

Τα αποσπάσματα είναι από την μετάφραση της Κ. Μακρή, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Γκοβόστη.

Βιβλιογραφία:

Joseph Frank, Dostoevsky. A Writer In His Times (Princeton University Press, 2010)

W. J. Leatherbarrow, The Cambridge Companion To Dostoevskii (Cambridge University Press, 2002)

Ν. Μπερδιάγιεφ, Το πνεύμα του Ντοστογιέφσκι (Πουρνάρας, 1990)

Κωστή Παπαγιώργη, Ντοστογιέφσκι (Καστανιώτης, 1990)

Ο καιρός της συναίνεσης πέρασε…

…τώρα είναι η ώρα του αγώνα.

.

(Ξέρω, φίλε μου, ότι διστάζεις, ότι ανησυχείς, ότι φοβάσαι.

Αναρωτιέσαι: Να αγωνιστώ, να θυσιάσω για τι;

Απάντηση όμως σταθερή, εγγυημένη δεν θα βρεις, ούτε καν από εκείνους που υποτίθεται ότι είναι η δουλειά τους να στην παρέχουν.

Κι έτσι μένεις μόνος σου. Με τον εαυτό σου, την οικογένεια και τους φίλους σου. Και είναι τρομακτικό αυτό -κι εγώ φοβάμαι:

Η γενιά μας και η γενιά των πατέρων μας έζησε με κούφιες πλην αντικειμενικές βεβαιότητες. Αλλά από τη στιγμή που το αντικειμενικό, δηλαδή εκείνο που υφίσταται πέρα και έξω από εμάς, καταρρέει και δεν υφίσταται πια, η μόνη λύση είναι να στραφούμε προς τα μέσα, το προσωπικό. Μόνος του, ο καθένας από μας θα πρέπει να βρει τις θεμελιώδεις ανάγκες του, τις βασικές προτεραιότητές του, σαν πρόσωπο και πάνω σε αυτά να στηριχτεί. Αυτά θα είναι και η συνεισφορά του στον διάλογο, που έστω ατύπως έχει ξεκινήσει στην κοινωνία για το τι μέλλει γενέσθαι…

Ναι, όλα είναι θολά και δυσπερίγραπτα, μας ξεβολεύουν και μας ανησυχούν, αλλά είναι. Που σημαίνει ότι δεν μπορούμε να τα αποφύγουμε με ευχολόγια ή ηθικολογίες. Όλα είναι εδώ, μπροστά μας, οι επιλογές είναι ανοιχτές, και είναι η στιγμή που ο καθένας από μας πρέπει να διαλέξει: Ζούμε τώρα μια από αυτές τις κρίσιμες στιγμές που δεν αποφασίζουμε μόνο για τον εαυτό μας, αλλά και για τους επόμενους, τα παιδιά μας, και ταυτοχρόνως για τους προηγούμενους, τους πατέρες μας. Φίλε μου, δεν θα λογοδοτήσουμε μόνο στη δική μας, μικρή συνείδηση, αλλά σε όλους αυτούς, τους πριν και τους επόμενους.)

.

…κι αν δεν ξέρεις τι θέλεις, μην ανησυχείς. Ξέρεις πολύ καλά τι δεν θέλεις.