Midnight In Paris

Ένας νεαρός σεναριογράφος, ο Gil (Owen Wilson), βρίσκεται στο Παρίσι μαζί με την αρραβωνιαστικιά του με αφορμή τις επιχειρηματικές δραστηριότητες του υπερσυντηρητικού μέλλοντα πεθερού του. Αν και επιτυχημένος στην χολυγουντιανή βιομηχανία, ο Gil δεν είναι καθόλου ικανοποιημένος από τη ζωή του και θέλει να αλλάξει καριέρα. Προσπαθεί να τελειώσει το πρώτο του μυθιστόρημα και ονειρεύεται να ζήσει στο Παρίσι, την πόλη που αγαπάει και τον εμπνέει. Παράλληλα, έχει να αντιμετωπίσει την αρραβωνιαστικιά του, την Ινέζ (R. McAdams), και την οικογένειά της, που όχι μόνο δεν συμμερίζεται τον ρομαντισμό του και την αγάπη του για το Παρίσι, αλλά γοητεύεται από τον Paul, έναν ψευτοδιανοούμενο Πανεπιστημιακό. Κάποιο βράδυ, ο Πολ και η σύζυγός του καλούν τον Τζιλ και την Ινέζ για χορό, αλλά ο ήρωάς μας, οινοβαρής και βαριεστημένος από την επιδειξιμανία και την επιφανειακότητα του Πολ δεν ακολουθεί, αλλά προτιμά να περιπλανηθεί στην πόλη. Τότε, όταν το ρολόι σημάνει μεσάνυχτα, τον περιμένει μια έκπληξη: Ένα παλαιό αυτοκίνητο σταματάει μπροστά του και τον καλούν να πάει μαζί τους. Ο Gil διστακτικά ακολουθεί και βρίσκεται στο Παρίσι της δεκαετίας του ’20, το Παρίσι που αγαπάει πιο πολύ, παρέα με τους Fitzerald, τον Hemingway, την G. Stein, τον Picasso και όλη τη «χαμένη γενιά».

Μια από τις ωραιότερες αφίσες των τελευταίων χρονων...

Με το πρώτο κιόλας πλάνο της ταινίας ο Woody Allen διαψεύδει όσους θα σπεύσουν να χαρακτηρίσουν το Παρίσι άλλον έναν σταθμό της Ευρωπαϊκής περιοδείας των τελευταίων ετών, μετά το Λονδίνο και την Βαρκελώνη. Το Midnight In Paris αρχίζει με πλάνα από χαρακτηριστικές τοποθεσίες του Παρισιού, όπως ξεκινούσε το Manhattan, η ταινία-ερωτική εξομολόγηση του Allen στην πόλη της ζωής του. Έτσι το Παρίσι τοποθετείται δίπλα στη Νέα Υόρκη στη φιλμογραφία και την μυθολογία του σκηνοθέτη.

Όμως πέρα από το σημείο αυτό, οι ομοιότητες σταματούν και αρχίζουν οι διαφορές. Διαφορές που έχουν να κάνουν με την αισθητική των δύο ταινιών (το Manhattan ήταν ασπρόμαυρο, ενώ το Μεσάνυχτα στο Παρίσι διακρίνεται για τα λαμπερά χρώματά του), αλλά και με την ουσία της δουλειάς του Γούντι Άλεν ως σεναριογράφου και σκηνοθέτη. Η Νέα Υόρκη είναι μια σύγχρονη, μεταμοντέρνα μητρόπολη, της οποίας ο μύθος διαμορφώθηκε τις προηγούμενες δεκαετίες μέσα από το σινεμά του ίδιου του Allen, αλλά και σκηνοθετών όπως ο Ηλίας Καζάν, ο Μ. Scorsese ή ο Spike Lee. Αντιθέτως, το Παρίσι κουβαλάει έναν μύθο αιώνων, το έχουν υμνήσει γενιές και γενιές συγγραφέων, ποιητών και σκηνοθετών, που σημαίνει ότι ο Γούντι Άλεν εδώ προσεγγίζει έναν ήδη διαμορφωμένο μύθο, είναι και ο ίδιος, όπως και ο ήρωας της ταινίας του, επισκέπτης και θαυμαστής, και δεν συντελεί στη δημιουργία του. Έτσι, το Midnight In Paris δεν είναι παρά μια ξενάγηση στον μύθο του Παρισιού πέρα από χρονικούς ή άλλους περιορισμούς, από έναν αφοσιωμένο οπαδό του. Ο Gil, η Inez, ο Paul, οι κεντρικοί χαρακτήρες της ταινίας μας είναι γνωστοί από τις προηγούμενες ταινίες του Άλεν, όπως και οι καταστάσεις που βιώνουν -όποιος ψάχνει για πρωτοτυπία και καινούργιες προβληματικές στο επίπεδο αυτό, θα απογοητευτεί. Θα ενθουσιαστούν όμως όλοι όσοι μοιραζόμαστε με τον Gil -και προφανώς με τον Woody Allen- την αγάπη και τον θαυμασμό για το Παρίσι και την Χαμένη Γενιά της Εποχής της jazz. Οι συναντήσεις του Gil με τους καλλιτέχνες και τους συγγραφείς αλλοτινών καιρών βρίθουν από λογοτεχνικά ανέκδοτα και αναφορές προσφέροντας γνήσια ηδονή σε όλους τους θαυμαστές τους.

Εδώ βρίσκεται και η κεντρική προβληματική της ταινίας: Η νοσταλγία. Ο Gil αρνείται να υποταχθεί στις πιέσεις και τις ανάγκες του σήμερα, είναι ονειροπόλος αγαπά τον πολιτισμό μιας άλλης εποχής και αίφνης βρίσκεται μπροστά στο μεγάλο δίλημμα: Να αφεθεί και να ζήσει στο παρελθόν, συντροφιά με τους ήρωές του, ή να επιστρέψει στο σήμερα, για να δώσει εδώ, στο παρόν, τις μάχες του; Το δίλημμα γίνεται πιο δραματικό, καθώς στο παρόν είναι αρραβωνιασμένος με την Ινέζ, με την οποία στα μεγάλα ζητήματα μπορεί να διαφωνούν, αλλά τουλάχιστον συμφωνούν στα μικρά και δευτερεύοντα, όπως λέει ο ίδιος ο Gil, ενώ στο παρελθόν τον έλκει η μυστηριώδης και αισθησιακή και ταλαντούχα Adriana. Τελικά ο ήρωάς μας θα αφήσει την αρραβωνιαστικιά του, αλλά και την Adriana αποφασισμένος να ζήσει το όνειρό του στο παρόν, και ο σκηνοθέτης θα τον ανταμείψει: Θα συναντήσει την Γκαμπριέλα, μια σύγχρονη γαλλιδούλα που είναι παθιασμένη όπως κι εκείνος με τον Col Porter και τους μύθους του Παρισιού.

Στο σημείο αυτό βρίσκεται και η άλλη μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην τελευταία ταινία του Allen και τις παλαιότερες: Εδώ δίνεται μια σαφής λύση στο προσωπικό πρόβλημα του ήρωα, ένα αισιόδοξο φινάλε που κάνει τον Gil να επιστρέφει στο σπίτι του βρεμένος, αλλά αγκαλιά με την γυναίκα της ζωής του και τους θεατές με ένα ανεξήγητο χαμόγελο ευτυχίας. Στις παλιότερες ταινίες, το Annie Hall, το Manhattan κα, ο κύκλος δεν κλείνει, τα πράγματα μένουν μετέωρα, ο θεατής δεν επιστρέφει σπίτι του χαμογελώντας αισιόδοξα, σκεπτικός. Αυτός ίσως οφείλεται και στην περίοδο που βρίσκεται σήμερα ο δημιουργός: Έχοντας πατήσει για τα καλά τα 70, με περιπέτειες στην πλάτη του και μια μεγάλη οικογένεια γύρω του, θα νοιώθει ότι κάθε κομμάτι του παζλ μπήκε επιτέλους στη θέση του, κι η όμορφη και ήρεμη αυτή αίσθηση ποτίζει το έργο του και το κοινό του.

Με δυο λόγια:

Η ταινία δεν είναι πρωτότυπη, αλλά είναι εξαιρετική -έχει ήδη μπει στις πλέον αγαπημένες αλενικές ταινίες μου. Όσοι αγαπούν τους Φιτζέραλντ και τον Χέμινγουέι, τον Πικασό και τον Νταλί, το Παρίσι και τον ίδιο τον Γούντι Άλεν, θα την λατρέψουν. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, το γεγονός ότι το Μεσάνυχτα στο Παρίσι είναι η μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία του Γούντι Άλλεν

Advertisements

Tagged: , , , , , , , , ,

6 thoughts on “Midnight In Paris

  1. Έλενα 30/10/2011 στο 9:25 μμ Reply

    Δεν ξέρω, αν είναι εύκολο να βρει κανείς πολλούς σύγχρονους καλλιτέχνες, με την κουλτούρα του Γούντι Άλεν…
    Όσο για την εμπορική επιτυχία της ταινίας, πρέπει να τονιστεί, πως υπάρχουν σε όλο τον κόσμο, πάρα πολλοί λάτρες της εποχής του μεσοπολέμου και των καλλιτεχνών, που εκείνη την περίοδο έζησαν, ερωτεύτηκαν και δημιούργησαν στο υπέροχο Παρίσι…

    • fvasileiou 30/10/2011 στο 10:38 μμ Reply

      Έτσι είναι. Η επιτυχία της ταινίας οφείλεται κυρίως στην επιτυχημένη απεικόνιση του Παρισιού και του μύθου του από τον Woody Allen.

  2. nomansland 02/11/2011 στο 8:38 πμ Reply

    To latrepsa…mou arese yperbolika. Gia ola ayta pou les alla kai gia th zwntania kai thn paidikothta tou dhmiourgou tou – tou opoiou eimai xronia fun – na tolma na allazei, na tolma na tolma akoma kai se ayth thn hlikia. Einai enas an8rwpos pou de 8a megalwsei pote….

    • nomansland 02/11/2011 στο 8:40 πμ Reply

      fan* anemisthras den katafera na ginw akoma…

  3. Κι εγώ την αγάπησα αυτή την ταινία έστω κι αν η παρέα που μοιραστήκαμε την εμπειρία δεν συγκινήθηκε καθόλου από αυτήν…
    Δεν ξέρω αν είναι θέμα αντίληψης ή ευαισθησίας όμως είναι κρίμα να μην αφήσεις τον εαυτό σου να παρασυρθεί στην μοναδικότητά της!

    • fvasileiou 23/01/2012 στο 9:17 μμ Reply

      Νομίζω ότι η ταινία είχε δυο άξονες: Σαν κομεντί ίσως φτάνει μάλλον το Manhattan ή το Annie Hall, αλλά σαν ταινία που ανακυκλώνει και ανανεώνει τον μύθο του Παρισιού, παίρνει άριστα!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: