Monthly Archives: Δεκέμβριος 2011

Καλή Χρονιά!

Σε όλους τους φίλους και τις φίλες εύχομαι από καρδιάς

χρόνια πολλά

με υγεία, χαρά, δύναμη και έμπνευση για τους ίδιους και τις οικογένειές τους.

 .

Ας είναι το 2012 η χρονιά της αναθεώρησης, της ανασύνταξης και της ανασυγκρότησης

Αλ. Παπαδιαμάντης: Στο Χριστό στο Κάστρο

Το βράδυ της 23ης Δεκεμβρίου 186… ο παπα-Φραγκούλης ο Σακελλάριος παίρνει μια παράτολμη απόφαση: Να πάει στο Κάστρο για να λειτουργήσει το ναό της Γέννησης. Αφορμή δυο υλοτόμοι, ο Γιάννης ο Νυφιώτης και ο Αργύρης της Μυλωνούς, που είχαν αποκλειστεί εκεί πάνω εξαιτίας της πρωτοφανούς κακοκαιρίας που έπληττε τη νήσο κι αιτία το τάμα που είχε κάνει η παπαδιά τον προηγούμενο χρόνο, όταν ο ὑστερόγονος γιος της, ο Σπύρος, είχε αρρωστήσει βαριά. Αρωγός του παπά ο μπαρμπα-Στεφανής ο Μπέρκας, ο οποίος, καθώς ο δρόμος ήταν κλειστός λόγω της σφοδρής χιονόπτωσης, ανέλαβε να μεταφέρει με τη βάρκα του τον παπά και όσους θα τον συνόδευαν. Τελικά στη βάρκα επιβιβάστηκαν εκτός του παπά, η παπαδιά με τον Σπύρο και την δεκαεξαετή Βάσω, ο κυρ-Αλεξανδρής ο ψάλτης, η θεια το Μαλαμώ, ο Βασίλης της Μυλωνούς, αδελφός του αποκλεισμένου Αργύρη, τρεις πανηγυρισταί και τέσσαρες προσκυνήτριαι, το σύνολο, μαζί με τον πορθμέα και τον δεκαεπτάχρονο γιο του που ήταν και ο ναύτης του, 16 άτομα.

Ο πλους ξεκίνησε ευοίωνος. Κρύωναν βέβαια, αλλά η βάρκα τους πήγαινε με σχετική με σχετική ηρεμία ως την Κεγχριάν, τὴν ὡραίαν μελαγχολικὴν κοιλάδα, που τους έπιασε θάλασσα, αλλά ο παπάς αποφάσισε να συνεχίσουν. Η γενναία συντροφιά θαλασσοδάρθηκε όλη τη νύχτα, ώσπου ο μπαρμπα-Στεφανής αποφάσισε ότι δεν μπορούσαν να συνεχίσουν άλλο κι έδεσε τη βάρκα του στο λιμανάκι κάτω απ’ το Πρυΐ για να συνεχίσουν πεζή. Ο Βασίλης της Μυλωνούς, ο μπαρμπα-Στεφανής και ο γιος του προπορευόμενοι καθάριζαν τον δρόμο με αξίνες, ο κυρ-Αλεξανδρής και μια γυναίκα φώτιζαν με τα φανάρια και από πίσω οι υπόλοιποι ακολουθούσαν ζαλωμένοι τα εφόδια. Χρειάστηκαν τρεις ώρες για να διανύσουν απόσταση που σε κανονικές συνθήκες θα τους έπαιρνε μία, αλλά τελικά  ἔφθασαν ὑπὸ τὴν γέφυραν τοῦ Κάστρου, μισοπνιγμένοι, παγωμένοι, ἁλμυροὶ ἀπὸ θάλασσαν καὶ λευκοὶ ἀπὸ χιόνα, μελανιασμένοι τὰ χείλη, ἀλλὰ θερμοὶ τὴν καρδίαν. Εκεί συνάντησαν τους αποκλεισμένους ξυλοκόπους και 2 αιγοβοσκούς και αφού οι γυναίκες καθάρισαν το ναό και άναψαν τας κανδύλας και οι άντρες άναψαν μεγάλη πυρά εις το προαύλιον, ο παπα-Φραγκούλης έβαλε Εὐλογητός και η γιορτινή λειτουργία ξεκίνησε. Μετά όμως από λίγο φασαρία ακούστηκε έξωθεν του ναού και το μικρό εκκλησίασμα άρχισε να φυλλορροεί –ακόμα και ο κυρ-Αλεξανδρής θα άφηνε το αναλόγιο, αν δεν τον συγκρατούσε το αυστηρό βλέμμα του παπά. Τελικά το μικρό εκκλησίασμα ξαναγύρισε λίγο πριν το αντίδωρο και μαζί με τους γνωστούς ήταν και κάποια καινούργια πρόσωπα, ο καπετάν-Κωσταντής και οι ναύτες του, οι οποίοι έπλεαν ξυλάρμενοι από την Δάφνη, όπου οι άγκυρές τους έσπασαν από τη σφοδρότητα του αέρα και οι οποίοι είδαν αίφνης μέσα στο πέλαγος τις φωτιές που είχαν ανάψει γύρω από το ναό του Χριστού ὡς θεῖον πράγματι θαῦμα και κατευθύνθηκαν προς τα εκεί.

Μετά την λειτουργία, οι αιπόλοι έψησαν δύο ερίφια, οι ξυλοκόποι πρόσφεραν κοσσύφια αλατισμένα, ο καπετάν-Κωσταντής δύο ασκούς γενναίου οίνου, κότες, αυγά και σκομβρία καὶ ἔφαγον πάντες καὶ ηὐφράνθησαν, ἑορτάσαντες τὰ Χριστούγεννα μετὰ σπανίας μεγαλοπρεπείας ἐπὶ τοῦ ἐρήμου ἐκείνου βράχου.

   *   *   *

Διαβάζοντας τις περιπέτειες της συντροφιάς του παπα-Φραγκούλη, μου ήρθε στο νου η άλλη συντροφιά, εκείνη του δαχτυλιδιού. Και οι δυο διέρχονται πολλούς κινδύνους για να διασώσουν στον Τόλκιν τον κόσμο, στον Παπαδιαμάντη τους δύο υλοτόμους. Ο Τόλκιν χρησιμοποιεί την ιστορία για να συναιρέσει τους βορειοευρωπαϊκούς μύθους σε μια νέα μυθολογία, ο Παπαδιαμάντης απαθανατίζει την πραγματικότητα των παιδικών του χρόνων, δημιουργώντας ταυτοχρόνως και τον μύθο της καθ’ ημάς Ανατολής.

Βέβαια αν και η κλίμακα του Σκιαθίτη είναι σαφώς μικρότερη, το έργο του όμως είναι μάλλον καθολικότερο.

Στον Τόλκιν το Καλό πολεμάει το Κακό για να επικρατήσει στο τέλος το ένα από τα δυο. Αυτός ο μανιχαϊσμός είναι ξένος στον Παπαδιαμάντη. Στο έργο του δεν υπάρχουν καλοί και κακοί, αλλά άνθρωποι με αρετές κι αδυναμίες, ακόμα και μικρότητες, που ο συγγραφέας με την ίδια αγάπη προσεγγίζει. Όπως και οι πίνακες του Π. Ζωγράφου δεν δείχνουν, όπως των ρομαντικών συναδέλφων του, ρομαντικές εξιδανικευμένες φυσικογνωμίες Ελλήνων να μάχονται θηριώδεις Τούρκους, αλλά ανθρωπάκια κόκκινα και μπλε να συμπλέκονται σε ένα  ποιμενικό τοπίο.

Ο κόσμος του Παπαδιαμάντη, η αγκαλιά που ανοίγεται στα διηγήματά του, τους χωράει όλους ανεξαιρέτως μέσα, ευσεβείς, ασεβείς, αλιβάνιστους και φιλακόλουθους, ακόμα και αλλόθρησκους. Έτσι την ώρα της τρικυμίας, που η βάρκα κινδύνευε να κατασυντριβεί, ο παπάς κι ο πορθμεύς αντιδρούν με διαφορετικό τρόπο:

Καὶ ὁ ἱερεὺς ἔλεγε μέσα του τὴν Παράκλησιν ὅλην ἀπὸ τὸ «Πολλοῖς συνεχόμενος»ἕως τὸ «Πάντων προστατεύεις». Κι ὁ μπαρμπα-Στεφανὴς (…) ὑποτονθορύζων: «Σκύλιασε, ο διαολόκαιρος, λύσσαξε! Θὰ σκάσῃς, ἀντίχριστε, Τούρκο! Τὸ Μουχαμέτη σου, μέσα!»

Ο καθένας με τον τρόπο του, διαφορετικά, από μέσα του ή απ’ έξω του σιγανά, χωρίς να επιβάλλεται, αλλά δίνοντας χώρο στον άλλο να υπάρξει πέρα από το σωστό ή το λάθος, το καλό ή το κακό.

Αυτό το βλέπουμε και αργότερα, όταν η συντροφιά φτάσει στο ναό και η λειτουργία ξεκινήσει. Τότε ο καθένας ακολουθεί τον τρόπο του: Άλλος ψέλνει, άλλος αποκοιμιέται, άλλος περιποιείται τα κεριά, άλλος τροφοδοτεί τη φωτιά και κάποιοι κάθονται έξω από τον ναό και καπνίζουν τα τσιμπούκια τους.

    *   *   *

Το διήγημα ξεκινάει στο σπίτι του παπα-Φραγκούλη, που σφύζει από ζωντάνια. Δεν είναι μόνο τα τέκνα του παπά, που με το παραμικρό σηκώνουν επανάσταση, αλλά και οι γειτόνισσες , που μπαινοβγαίνουν για να αφήσουν τα βλογούδια, γείτονες, όπως ο Πανάγος ο μαραγκός, ο οποίος ανέβηκε να πει μια καλησπέρα και να πίῃ μία ρακιὰ κατὰ τὸ σύνηθες, ευσεβείς γραίες, όπως η θεια το Μαλαμώ κοκ. Είναι δηλαδή το παπαδόσπιτο ένα από τα κέντρα της μικρής κοινότητας από τα οποία εκπορεύονται και στα οποία κατευθύνονται οι δράσεις –αργότερα, στο τρίτο μέρος του διηγήματος, τέτοιο κέντρο γίνεται ο Χριστός στο Κάστρο.

Και στον πλέον αμύητο αναγνώστη γίνεται σαφές από τις πρώτες κιόλας γραμμές ότι το διήγημα αυτό είναι αυτοβιογραφικό –ο παπα-Φραγκούλης δεν είναι άλλος από τον παπα-Αδαμάντιο, τον πατέρα του συγγραφέα, ενώ ο δωδεκαετής Σπύρος, που ο παπάς τον φώναζε Λαμπράκη γιατί έφεγγε έτσι χλωμός και φιλάσθενος που ήταν, είναι ο ίδιος ο κυρ-Αλέξανδρος.

Έτσι, αν και ο Παπαδιαμάντης επιλέγει την τριτοπρόσωπη αφήγηση, τα γεγονότα περιγράφονται από την οπτική γωνία του παιδιού. Γι’ αυτό και οι ενήλικες, αν και απλοί λαϊκοί άνθρωποι, φαντάζουν αυτό που σήμερα λέμε bigger than life, ενώ η ρουτίνα τους σαν σημαντικές πράξεις.

*   *   *

Ἦτο γυνὴ δειλοτάτη, ἀλλὰ μόνον ἐνόσῳ εὑρίσκετο μακρὰν τοῦ παπᾶ. Ὅταν ἦτο πλησίον τοῦ παπᾶ της, ἐλάμβανε θάρρος, ἡ καρδία της ἐζεσταίνετο, καὶ δὲν ἐφοβεῖτο τοὺς κινδύνους.

Με αυτές τις φράσεις περιγράφει ο Παπαδιαμάντης την παπαδιά, η οποία σε όλο το διήγημα μένει στη σκιά του πληθωρικού συζύγου της –ούτε το όνομά της δεν μαθαίνουμε, καθώς την φωνάζουν όλοι «παπαδιά».

Παρόλα αυτά δεν πρόκειται για κάποιο άβουλο πλάσμα –το αντίθετο. Αποφάσισε και πήρε μαζί της τον χαδούλη της, τον φιλάσθενο Σπύρο, αφού βέβαια τον έντυσε σαν κρεμύδι. Και βέβαια όλο αυτό το προσκύνημα έγινε γιατί εκείνη το είχε τάξει την προηγούμενη χρονιά. Ο παπάς αποφασίζει να ανέβει στο Χριστό στο Κάστρο, για να εκπληρώσει το τάμα της συμβίας του. Είναι δηλαδή η ολιγομίλητη παπαδιά η κινητήριος δύναμη της ιστορίας, προπορεύεται, προαποφασίζει, κι ας φαίνεται να ακολουθεί –αυτό που ο Σαββόπουλος τραγούδησε

Ο άντρας και η γυναίκα δεν είναι ίσοι

Γιατί απλούστατα η γυναίκα είναι ανώτερη

Γι’αυτό και η κυρα-Άσπα του Διονύση

Πάντα υποχωρώντας τον καθοδηγεί.

*   *   *

Όπως σε όλα τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη που περιγράφουν προσκυνήματα και λειτουργίες, η δράση δεν περιορίζεται μέσα στο ναό. Ο ναός είναι ο προορισμός, η λειτουργία ο στόχος, οι προσκυνητές μοχθούν για να φθάσουν εκεί (όλοι υφίστανται την ταλαιπωρία της θάλασσας, τραβάνε κουπί και κουβαλάνε τις προμήθειες), αλλά άπαξ και ειπωθεί το Εὐλογητός και η λιτή ξεκινήσει, η χάρις ξεχύνεται και τους αγκαλιάζει όλους, μέσα και έξω από το ναό, το θαύμα απλώνεται στο πέλαγος και σώζει το θαλασσοδαρμένο γολέτι.

Έτσι η Εκκλησία είναι το κέντρο, το απάνεμο μάτι του κυκλώνα, γύρω από το οποίο περιστρέφεται η κοινότητα (και όταν λέμε κοινότητα εδώ εννοούμε ντόπιους και ξένους, ευλαβείς και ασεβείς, ακόμα-ακόμα και αλλόθρησκους) και οι άνθρωποι με τα πάθη τους.

*   *   *

Εντυπωσιάζει τον σύγχρονο αναγνώστη η απουσία κάθε κοσμικού εορταστικού τύπου, τόσο από το διήγημα αυτό, όσο και από τα άλλα εορταστικά του Παπαδιαμάντη.

Πάρτε για παράδειγμα το σπίτι του παπα-Φραγκούλη: Δεν υπάρχει, φυσικά, στολισμένο δέντρο –ή καράβι– δεν υπάρχει ιδιαίτερος φωτισμός ή διακόσμηση, δεν υπάρχει τίποτα πέραν των καθημερινών. Ακόμα και ο γείτονας ο Πανάγος, που προσπαθεί να αλλάξει την απόφαση του παπά, δεν αναφέρει τίποτα για χρονιάρες μέρες, που η οικογένεια συναντιέται και γίνονται ετοιμασίες και όλα πρέπει να είναι ξεχωριστά και ιδιαίτερα κτλ, απλώς δεν είναι διατεθειμένος να βάλῃ τὸ κεφάλι του στὸν τρουβά.

Η γιορτή είναι μέσα στις καρδιές των ανθρώπων και από εκεί ξεχύνεται όταν οι συνθήκες το επιτρέπουν ή το επιβάλλουν, χωρίς να χρειάζεται εξωτερικά συναισθηματικά υποστυλώματα, όπως αυτά που συνηθίσαμε σήμερα. Γι’ αυτό άλλωστε ο παπάς δεν παίρνει μαζί του κάτι το ιδιαίτερο, αλλά ταπεινές, φτωχές τροφές, ελιές, αυγά, παξιμάδια και πρόσφορα, δύο ή τρία χταπόδια και σαλάδο, κρέας που μαγειρεύουν εἰς τὰ πλοῖα τὰ ἐκτελοῦντα μακροὺς πλοῦς.

———————-

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Γιορτές

Σκληρή αντίθεση με τους περασμένους Δεκέμβριους ο φετινός. Μέχρι και πέρσι ακόμα, ο τελευταίος μήνας του χρόνου ξεχείλιζε από την ανάγκη μας να εορτάσουμε –πόλεις, δρόμοι, σπίτια, καταστήματα, όλα ήταν φόραγαν τα καλά τους και φωτίζονταν. Φέτος μόλις την τελευταία εβδομάδα βλέπω κάτι να κινείται. Οι βιτρίνες γέμισαν δέντρα, ο Δήμος άναψε κάποια φωτάκια, κάποια σπίτια –ελάχιστα– στολίστηκαν.

Δεν είναι μόνο η μίζερη ειδησεογραφία που μας κάνει να απωθούμε τον εορτασμό. Νομίζω ότι δεν είναι καν η σκληρή πραγματικότητα της ανεργίας, της αναδουλειάς, των φόρων, της ακρίβειας, της φτώχειας.

Είναι κάτι βαθύτερο: Μια γενική απώλεια προσανατολισμού. Μπερδέψαμε τις προτεραιότητες, ξεχάσαμε τις αξίες και τις ανάγκες μας. Και η πικρή αλήθεια είναι ότι αυτή η εσωτερική κατάρρευση δεν συνέβη την τριετία της Κρίσης ή την διετία του ΔΝΤ, αλλά πιο πριν, στα χρόνια της ψευτοευμάρειας.

.

– Και πώς να γιορτάσω, όταν χρωστάω παντού και δεν κάνω ούτε σεφτέ; μου έλεγε χθες ένας φίλος. Πάγωσαν και τις επιστροφές φόρου, τα χαράτσια όμως τα στέλνουν κανονικά. Ακόμα κι ο Δήμος ξέθαψε μια αρχαία κλήση και μου έστειλε το μπουγιουρντί για ένα κατοστάρικο. Πώς να γιορτάσω, μου λες;

.

Πώς γιορτάζαμε όμως τα προηγούμενα χρόνια; Ακολουθούσαμε μήπως τις καρδιές μας;

Όχι. Δυστυχώς, ακολουθούσαμε απλώς ένα εξωτερικό παράδειγμα. Προσπαθούσαμε να αναπαράγουμε στην καθημερινότητά μας ένα πρότυπο, να ανταποκριθούμε σε μια απαίτηση. Οι μέρες των γιορτών ήταν γεμάτες πρέπει: Πρέπει να στολίσουμε το δέντρο / Πρέπει να στολίσουμε το σπίτι / Πρέπει να φορέσουμε το τάδε χρώμα / Πρέπει να φάμε γαλοπούλα τα Χριστούγεννα / Πρέπει να πιούμε σαμπάνια στο ρεβεγιόν της Πρωτοχρονιάς / Πρέπει να ανταλλάξουμε δώρα κτλ.

Αυτός ο επιβληθείς εξαναγκασμός εξηγεί την κατάθλιψη των Χριστουγέννων –ποιος αλήθεια μπορεί να ανταποκριθεί σε τόσα πρέπει; Και το ανικανοποίητο που μας άφηναν οι γιορτές. Αναγκάζαμε τους εαυτούς μας να ζήσουν σαν κάποιοι άλλοι (όχι μόνο τα Χριστούγεννα φυσικά) για τόσα πολλά χρόνια, ώστε ξεχάσαμε ποιοι πραγματικά είμαστε και τι λαχταράει η ψυχή μας.

.

Όσο όμως άκουγα τον φίλο μου, καταλάβαινα ότι το ζήτημά του δεν είναι τόσο το πώς να γιορτάσουμε –τρόπος υπάρχει, οι παππούδες μας γιόρταζαν σε συνθήκες που αντικειμενικά ήταν σκληρότερες– όσο το γιατί:

Γιατί να γιορτάσουμε;

Η ενστικτώδης απάντησή μου σε αυτό, θα ήταν ένα απλό:

Γιατί είναι αφόρητος ο ανεόρταστος βίος.

Η γιορτή δεν είναι το ξέσπασμα, το στόλισμα, το τραγούδι και ο χορός, ο χαβαλές. Όλα αυτά είναι –πρέπει να είναι δηλαδή– οι τρόποι, ωραίοι τρόποι, με τους οποίους η εορταστικότητά μας εκφράζεται.

Η γιορτή είναι η πίστη στο Θαύμα· έκφραση της βαθιάς –ανορθολογικής, παράλογης και μεταφυσικής, αν θέλετε– πεποίθησης ότι δεν μας αξίζει αυτό που ζούμε και ότι τα καλλίτερα μας αξίζουν και είναι μπροστά μας –τα Χριστούγεννα μάλιστα είναι μια από τις κατ’ εξοχήν γιορτές με αυτό το νόημα.

Δεν χρειάζεται καν να είσαι πιστός για να τους παραδοθείς. Χρειάζεται η ανοιχτή καρδιά και η αφέλεια να την ακολουθείς.

————

Χριστούγεννα

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Ξεφυλλίζοντας το πάντα χρήσιμο έργο του Γ. Κ. Κατσίμπαλη για τον Παπαδιαμάντη (Α΄ Πρώτες Κρίσεις και πληροφορίες – Β΄ Συμπλήρωμα βιβλιογραφίας, ΕΛΙΑ 1991) βρήκα ένα άρθρο-συνέντευξη του Δ. Χατζόπουλου (υπογράφει με το ψευδώνυμο Μποέμ) που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Τὸ Ἄστυ στις 26-27 Μαρτίου του 1893. Ο Αλ. Παπαδιαμάντης είναι ευρέως γνωστός ως ο «άγιος της λογοτεχνίας μας» και πολύ φοβάμαι ότι αυτό το «άγιος» δημιουργεί σε πολλούς συμπολίτες μας την εικόνα ενός σκυθρωπού, αγέλαστου και αυστηρού ηθικολόγου  –είναι και η γνωστή φωτογραφία του Νιρβάνα, που τονίζει την ασκητική πλευρά του Σκιαθίτη. Το άρθρο του Χατζόπουλου δεν διαψεύδει αυτόν τον χαρακτηρισμό, απλώς τον διασαφηνίζει. Για να το πω διαφορετικά: Μας υπενθυμίζει μια μάλλον ξεχασμένη διάσταση της αγιότητας (κι ας είναι ίσως η κατεξοχήν), εκείνη της λαϊκής ευσέβειας, της απλοϊκής (ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης ίσως έλεγε τῆς πρακτικῆς) αγάπης.

Η συνάντηση του Χατζόπουλου με τον Παπαδιαμάντη δεν έγινε στο λόμπι πολυτελούς ξενοδοχείου, σε κάποιο αθηναϊκό σαλόνι ή στα στασίδια ναϊδρίου λίγο πριν την έναρξη κάποιας αγρυπνίας, αλλά σε ένα ταβερνείο:

Ὁ κ. Παπαδιαμάντης, γνωστός  Ἕλλην ποιητής, καὶ ἐγὼ, οἱ τρῖς μας, εἴχομεν καθήσῇ ἐπὶ ἑνὸς τραπεζίου εἰς τὸ μπακάλικον τοῦ Μπάρκα, ἀκριβῶς παρὰ τὴν βρύσιν τοῦ λέκα. Ἡ ὥρα ἦτο ὀγδόη ἑσπερινή, τὸ μπακάλικον ἐφωτίζετο πλουσίως διὰ τῶν ραμφῶν τοῦ ἀεριόφωτος, τὰ εἰς τὸ βάθος του ἀπόκρυφα δωμάτια ἦσαν κατειλημμένα ὑπό πολυαρίθμων παρεῶν, αἵτινες συνέκρουον εὐθύμως τὰ ποτήρια, και εὐθυμότερον, καὶ περιπαθέστερον ἔψαλλον τὴν Μυγδαλιὰν τοῦ Δροσίνη ἀφ’ ἑνὸς, καὶ περιπαθεῖς ἀμανέδες ἐξ ἄλλου, ὧν συχνοτέρα ἐπῳδὸς ἀντήχει:

Ἔλα νὰ σἐ κάμω μάκια

Στὸ λαιμὸ στα γλυκαδάκια.

Εὐτραφέστατος μπακαλόπαις προσῆλθεν εἰς τὰς διαταγάς μας, ἔστρωσεν ἐπὶ τοῦ τραπεζίου ἀντὶ τραπεζομανδήλου μίαν Ἐπιθεώρησιν καὶ μίαν Παλιγγενεσίαν, παρέθηκεν ἐπ’ αυτῆς ἀχνίζον γκιοβέτσι, ἀπὸ ἕν πινάκιον, ἀπὸ ἕν μαχαιροπερούνιον, ἀπὸ μίαν ἀμφίβολον πετσέταν, μισὴν ὀκᾶν ἄρτου κεκομμένου μπακάλικα, μίαν ὀκᾶν ἀφρίζοντος ρητηνίτου καὶ τρία ποτήρια. Τὸ σπαγέτον ὀρεκτικώτατον, ὁ κ. Παπαδιαμάντης ἐζήτησε καὶ τυρὸν μάλιστα, τὸ κρέας τρυφερώτατον, ὁ ρητηνίτης γευστικώτατος, ἡδονικώτατος, καὶ ἡμεῖς ἐφάγομεν ὀρεκτικώτατα. (…)

Καὶ ἐν μέσῳ τῶν συχνῶν προπόσεών μας καὶ τῶν συγκρούσεων τῶν ποτηρίων ἐν γλυκείᾳ ἀδελφικότητι ἐξηκολούθει ν’ἀπαντᾷ εἰς τὰς ἐρωτήσεις μου καὶ νὰ λέγῃ πάντοτε αὐτός, ὁ τόσον κατηφής, ὁ τόσον δύσκολος συνήθως.

Η κουβέντα στράφηκε γύρω από το παρελθόν και τον βίο του κυρ-Αλέξανδρου και, όπως ήταν φυσικό, από το λογοτεχνικό σινάφι της εποχής. Ο Χατζόπουλος καταγράφει και μας παραδίδει τις κρίσεις του Σκιαθίτη για τον Ροΐδη (τὸν θεωρεῖ πνευματώδη, ἀλλ’ εἰς τὸ παρελθὸν ἀνήκοντα), τον Ψυχάρη (ὡς ποιητὴν καλόν, ὡς γλωσσολόγον καὶ ἐπιβλητὴν τῆς δημώδους γλώσσης, Λεβαντῖνον, ψευδῆ, τεχνητόν), τον Ξενόπουλο (τὸν λέγει καλούτσικον) τον Δροσίνη, το Μητσάκη, τον Καρκαβίτσα κα –είναι δηλαδή η κουβέντα που θα έκανε κάθε συντροφιά που θα είχε παραδοθεί στα θέλγητρα του ουρανίσκου.

Διαβόητος πότης και καπνιστής ως το τέλος της ζωής του άλλωστε, ο Παπαδιαμάντης ήξερε να αναγνωρίζει και να εκτιμά τις απλές χαρές της ζωής. Αυτές αφηγήθηκε και σε αυτές ήταν είχε παραδοθεί, όπως άλλωστε φανερώνει και το (κάπως υψιπετές) πορτραίτο που σκαρώνει ο συνομιλητής του –οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου:

Ὁ κ. Παπαδιαμάντης, ὁ ἐκ τῆς νήσου Σκιάθου συγγραφεύς, ὁ ἰδιόρρυθμος, ο ἐκκεντρικός, ὁ Μποέμ, ὁ Μένιππος φιλόσοφος, ὁ άνθρωπος τῶν καπηλείων καὶ τῶν τρωγλῶν, ὁ θαυμάσιος τύπος, ὁ ειλικρινὴς χαρακτήρ, ὁ περιφερόμενος συχνάκις ἀνὰ τὰς ἀθηναϊκὰς ὁδοὺς μὲ τὸ τετριμμένον καὶ ξεθωριασμένον ἐπανωφόριον, μὲ τὰ διπλᾶ καταρακωμένα πανταλόνια, μὲ τὴν ράβδον παραμάσχαλα, καὶ τῆν χεῖρα αἰωνίως ἐπὶ τοῦ στήθους, ὁ πνευματώδης αὐτὸς Λουκιανός, ἡ χάρις αὐτὴ τοῦ Θεοκρίτου, ὁ ἀναλυτικὸς ψυχολόγος Τουργένιεφ, ὁ παρατηρητικὸς Δίκενς, ὁ μελαγχολικὸς Κοππέ, ὁ γλαφυρὸς καὶ φυσικώτατος αὐτὸς Πλούταρχος, μὲ τ’ ἄφθονα μαῦρα ἀκτένιστα μαλλιά, μὲ τὸν πλατύγυρον λερωμένον ἡμίψηλον, μὲ τὰ πυκνὰ ἀκατάστατα καὶ ἀκαλλίτεχνα γένεια, μὲ τὴν εἴρωνα φίλοινον φυσιογνωμίαν του, μὲ τὴν ἀνθηρὰν εὐφυολογίαν τὴν αἀναφαινομένην ἐν ἀκρατήτῳ πεζολογίᾳ, ὁ ἥκιστα αὐτὸς φαινόμενος ποιητής, ὁ ἐλάχιστα δεικνυόμενος συγγραφεύς, ἡ μορφὴ αὐτὴ τοῦ σχολαστικοῦ, τοῦ δασκάλου, ἡ προτομὴ αὐτὴ τοῦ Σειληνοῦ, ὁ ἰδιότροπος, ὁ φυγόπονος διὰ τὰς φιλολογικὰς ἐργασίας, ὁ καταδαπανῶν δέκα ὥρας τῆς ἡμέρας εἰς μεταφράσεις ἐκ τοῦ γαλλικοῦ καὶ τοῦ ἀγγλικοῦ διὰ τὴν Ἀκρόπολιν καὶ τὸ Νέον Πνεῦμά της, ὁ σκορπῶν ὁλόκληρον τὸ βάρος τοῦ θυλακίου του διὰ μίαν ἑσπέραν, ὁ ζῶν μεταξὺ ἑνὸς ποτηρίου οἴνου καὶ ἑνὸς κυπέλλου ζύθου, μὲ τὰ σιγαρέτα του εἰς τὸ πλάϊ, ὁ χρυσὸς αὐτὸς ἄνθρωπος, καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τοῦ μποεμικοῦ δείπνου μας, μᾶς ἔτερπεν ἐκ καρδίας τόσον ἀγαθός, καὶ τόσον φιλόφρων δεικνυόμενος, αυτὸς ὁ τόσον ἄγριος, ὁ τόσον ἀπότομος συνήθως.

Οι παραλληλισμοί βέβαια (Θεόκριτος, Λουκιανός, Δίκενς, Τουργένιεφ κα) πιο πολλά μας λένε για την εποχή και τον συντάκτη, παρά τον Παπαδιαμάντη. Παρόλα αυτά αναδύεται η εικόνα ενός αγοραφοβικού και ανθρωποδιώχτη ανθρώπου, ο οποίος αρνούνταν να χωρέσει στην εικόνα του διανοούμενου και του πνευματικού ταγού, που είχε ήδη διαμορφωθεί (πιο σωστά: Είχε εισαχθεί) στο νεαρό κράτος.

Αυτή ακριβώς η άρνηση του Παπαδιαμάντη να υιοθετήσει τα κλισέ που επέβαλε η εποχή, η εργασία και η πόλη που ζούσε (αυτό άλλωστε εννοεί και ο Χατζόπουλος, όταν τον χαρακτηρίζει ἰδιότροπο και ἰδιόρρυθμο, ακολουθούσε δηλαδή τον δικό του τρόπο, τον δικό του ρυθμό) φαίνεται και στην ιστορία με την οποία ολοκληρώνει το άρθρο του:

Μίαν ἡμέραν ὁ κ. Σίμων Ἀποστολίδης καὶ ὁ κ. Ἀνδρέας Συγγρός συνωμίλουν καθ’ ὁδόν, ὁπότε διερχόμενος ὁ συγγραφεὺς τῶν Εἰδυλλίων, πάντοτε ρακένδυτος καὶ ιδιότροπος, ἐχαιρέτισε τὸν κ. Ἀποστολίδην. Ὁ μέγας τραπεζίτης διακόψας τὴν συνομιλίαν του προσέθεσεν ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τοῦ χαιρετισμοῦ τοῦ συγγραφέως:

 – Γιὰ δέτενε ἐδῶ εἰς τὴν Ἑλλάδα ὡς καὶ οἱ ἐπαῖται mon cher, φέρνουνε μπαστούνια.

Ἔκπληκτος ὁ Ἀποστολίδης ἀπαντᾷ:

 – Τί λέγεις, κὺρ Ἀνδρέα; Αὐτὸς εἶνε ὁ καλλίτερος διηγηματογράφος μας.

 – Ποιος; Πῶς τὸν λένε;

 – Παπαδιαμάντην.

 – Καὶ εἶνε ἔτσι σὰ διακονιάρης! ἀπήντησεν ἔτι ἐκπληκτότερος αὐτὴν τὴν φοράν ὁ κ. Συγγρός. 

Πέρα από τα οικονομιστικά

Η πιο πικρή ίσως αλήθεια για την Κρίση είναι ότι η κα Μέρκελ και η Γερμανία που εκπροσωπεί δεν χρειάστηκε να παλέψουν πολύ για να κυριαρχήσουν στον παγκόσμιο χάρτη. Στην πραγματικότητα δεν χρειάστηκε να προσπαθήσουν σχεδόν καθόλου: Είναι η ανεπάρκεια των υπολοίπων, η αδυναμία τους να προβάλουν κάποιο ρεαλιστικό δρόμο, η ιδεολογική και πολιτική γύμνια τους που επέβαλε παγκοσμίως την γερμανική λογική της πειθαρχίας ως τη μόνη διέξοδο από την Κρίση.

Από τη μια οι ΗΠΑ, μετά τους αδιέξοδους πολέμους της προηγούμενης δεκαετίας (αλήθεια, εκεί, στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού έχουν κάνει ταμείο; Τι κέρδισαν και τι έχασαν σαν λαός, σαν κράτος, σαν σύστημα από τις πολεμικές εκστρατείες τους;), οι ΗΠΑ μοιάζουν απομονωμένες και αποδυναμωμένες να δυσκολεύονται να λύσουν τα δικά τους εσωτερικά προβλήματα.

Από την άλλη, ο παραδοσιακός ενδοευρωπαϊκός αντίπους της καλβινιστικής Γερμανίας, η Γαλλία, βρίσκεται στο καναβάτσο από τις αγορές και αδυνατεί να ψελλίσει οποιαδήποτε ιδέα, οποιαδήποτε πρόταση. Έτσι ο Πρόεδρος Σαρκοζί, ποιώντας την ανάγκη φιλοτιμία, στέκεται δίπλα από την κα Μέρκελ στα τηλεοπτικά πλάνα επιχειρώντας να πείσει ότι είναι και δική του ιδέα η επιβολή του γερμανικού μοντέλου –το πόσο βολεύει την κα Μέρκελ κάτι τέτοιο, δεν χρειάζεται, φυσικά, να το πούμε στην Ελλάδα της συνευθύνης.

.

Αυτό είναι λίγο-πολύ το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινούμαστε.

Από μια άποψη, μέσα σε αυτή την γενικότερη ιδεολογική πενία, είναι μάταιο και ίσως-ίσως άδικο να ζητάμε από τους ντόπιους τεχνικούς της εξουσίας να περισσότερο από μια χρηστή διαχείριση –αυτό δηλαδή που επιχειρούν να κάνουν παραχωρώντας την εξουσία (που δεν είναι δική τους για να την κάνουν ό,τι θέλουν· εμείς, ο λαός, τους την δώσαμε υπό προϋποθέσεις και με συγκεκριμένη εντολή) στον τεχνοκράτη κ. Παπαδήμο. Έτσι κι αλλιώς οι κάθε είδους ηγεσίες μας, από συστάσεως Ελληνικού κράτους, κατά κανόνα μόνο να αναμασάνε ξένα πρότυπα μπορούσαν.

Από την άλλη όμως, τόσο τα στατιστικά στοιχεία και τα τεχνοκρατικά δεδομένα, όσο και η κοινή εμπειρία, σε μια σπάνια ταυτοφωνία, μας λένε ότι η Ελλάδα, σε αντίθεση με την Ιταλία, την Ισπανία και, φυσικά, την Γαλλία, δεν έχει πλέον χρόνο. Η άτσαλη διαχείριση του ΓΑΠ και των κολλητών του εξάντλησαν την κοινωνία, την έφεραν στα όριά της.

Χειρότερα: Τσαλάκωσαν και ταπείνωσαν τον κάθε πολίτη. Βύθισαν τη χώρα και το λαό σε βαθιά κατάθλιψη. Το γεγονός ότι οι αντιδράσεις απέναντι στην εφαρμοζόμενη πολιτική λιγοστεύουν δεν είναι δείγμα ωρίμανσης ή υγείας, όπως θέλουν να μας πείσουν μερικοί, αλλά απόδειξη της απάθειας και της μοιρολατρίας που μας κατακλύζει. Αποτελούν δηλαδή συμπτώματα μιας βαθιάς αρρώστιας, απόδειξη ότι η κοινωνία αποσυντίθεται.

Δεν είναι λοιπόν μόνο τα οικονομικά δεδομένα που κατατάσσουν την Ελλάδα στη θέση του ουραγού, είναι η κοινωνική πραγματικότητα.

Αυτή τη στιγμή, κινδυνεύουμε ακόμα κι αν πάνε όλα καλά, αν το PSI προχωρήσει και το χρέος κουρευτεί, αν η έβδομη δόση εκταμιευτεί στην ώρα της, η βόμβα παρόλα αυτά να εκραγεί –και μάλιστα δι’ ασήμαντον αφορμήν και σε άσχετο χρόνο.

Γι’ αυτό επειγόμαστε για μια άλλη, διαφορετική πρόταση. Έναν διαφορετικό δρόμο, που θα ωθήσει τους πολίτες να επανασυγκροτηθούν σε κοινωνικό σώμα.

Δυστυχώς για τους τεχνοκράτες και τους τεχνικούς της εξουσίας, το σύστημα και τους αφελείς δημοσιογράφους, δημοσιολογούντες και πολίτες που προσβλέπουν σε αυτούς, κάτι τέτοιο δεν μπορεί να επιτευχθεί απλώς και μόνο με την επιτυχία του κουρέματος ή την βελτίωση των δημόσιων οικονομικών και την πειθαρχία. Ούτως ή άλλως η κατάθλιψη είναι η μεγαλύτερη απόδειξη ότι οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος.

Χρειαζόμαστε συνεπώς κάτι άλλο, κάτι πέρα από οικονομικά μεγέθη κι έξω από τις αγορές. Κάτι που θα μιλήσει στις καρδιές μας…

Charles Bukowski: Death of an Idiot

he spoke to mice and sparrows

and his hair was white at the age of 16.

his father beat him every day and his mother

lit candles in the church.

his grandmother came while the boy slept

and prayed for the devil to let loose his hold upon

him

while his mother listened and cried over the

bible.

he didn’t seem to notice young girls

he didn’t seem to notice the games boys played

there wasn’t much he seemed to notice

he just didn’t seem interested.

he had a very large, ugly mouth and the teeth

stuck out

and his eyes were small and lusterless.

his shoulders were slumped and his back was bent

like an old man’s.

he lived in our neighborhood.

we talked about him when we got bored and then

went on to more interesting things.

he seldom left his house. we would have liked to

torture him

but his father

who was a huge and terrible man

tortured him for

us.

one day the boy died. at 17 he was still a

boy. a death in a small neighborhood is noted with

alacrity, and then forgotten 3 or 4 days

later.

but the death of this boy seemed to stay with us

all. we kept talking about it

in our boy-men’s voices

at 6 p.m. just before dark

just before dinner.

and whenever I drive through that neighborhood now

decades later

I still think of his death

while having forgotten all the other deaths

and everything else that happened

then.

.

(Από την συλλογή Burning in Water, Drowning in Flame)

Επιμένοντας στην αποτυχία

Κάθε φορά που ακούω τον Πρωθυπουργό κ. Παπαδήμο ή τον Υπουργό Οικονομικών και αντιπρόεδρο κ. Βενιζέλο να λένε «Αν εφαρμοστεί ο προϋπολογισμός, δεν θα χρειαστούν νέα μέτρα», σκέφτομαι:

«Μα τι έλλειψη φαντασίας είναι αυτή; Γιατί δεν λένε για παράδειγμα Αν αύριο ξεκινήσουμε διαστημικό πρόγραμμα και μέχρι το τέλος του 12 ανακαλύψουμε έναν νέο πλανήτη με νερό, οξυγόνο και τεράστια πετρελαϊκά αποθέματα, δεν θα χρειαστούν νέα μέτρα; Έτσι κι αλλιώς και οι δυο προτάσεις έχουν την ίδια επαφή με την πραγματικότητα».

Πέρα όμως από την αδυναμία να εκφράσει την αποτυχία με κάπως πιο πρωτότυπο τρόπο, η πολιτική τάξη και το εν γένει σύστημα εξουσίας (επιχειρηματικά συμφέροντα, ΜΜΕ, κόμματα) παρατηρούμε ότι διακρίνονται για την αυτιστική εμμονή τους στην ίδια την συνταγή της αποτυχίας και της καταστροφής.

Ακούμε, για παράδειγμα, τις τελευταίες μέρες ότι επίκειται η λήψη νέων μέτρων. Αλήθεια, τι πρακτικό αποτέλεσμα ελπίζει ο κ. Παπαδήμος, ο κ. Βενιζέλος, ο κ. Tompsen και η Τρόικα ότι θα φέρουν τα όποια νέα μέτρα; Η πρόσφατη εμπειρία έχει δείξει ότι τα κάθε φορά νέα μέτρα επιτείνουν την ανασφάλεια των μεσαίων και χαμηλών στρωμάτων, αυξάνουν την δυσφορία, την ανέχεια και την ανεργία και εκτοξεύουν την ύφεση και μηδενίζουν τα κρατικά έσοδα. Τι κάνει όλες αυτές τις σοφές κεφαλές, τεχνοκράτες και πολιτικούς, να πιστεύουν ότι αυτή τη φορά η ντόπια αγορά και ο ιθαγενής πολίτης θα συμπεριφερθεί διαφορετικά στην νέα μετροληψία;

Εκτός πια κι αν το δημοσιονομικά συμμάζεμα και η έξοδος από την Κρίση δεν αποτελεί την πρώτιστη προτεραιότητα της Τροϊκανής πολιτικής. Εκτός πια κι αν ο μόνος στόχος της είναι η σκληρή τιμωρία του απείθαρχου Έλληνα κι όλα τ’ άλλα έπονται…

.

Αλλά τα όσα διαρρέονται τις τελευταίες μέρες επαναφέρουν ένα θέμα, το οποίο έχω θίξει και στο παρελθόν.

Ακούμε ότι η Τρόικα πιέζει για περαιτέρω μείωση των αποδοχών και δη των κατώτερων μισθών. Το επιχείρημα που συνηγορεί σε αυτή την πολιτική το έχουμε ακούσει και στο παρελθόν, το ξέρουμε: Η μείωση του μισθολογικού κόστους θα κάνει τα προϊόντα πιο ανταγωνιστικά και θα προσελκύσει επενδύσεις, θα φέρει την περιπόθητη ανάπτυξη.

Αναρωτιέμαι όμως κατά πόσο αυτό είναι το μέλλον που θέλουμε για τους εαυτούς μας και τα παιδιά μας: Μια ανάπτυξη που θα δίνει μισθούς 400 και 500 €. Την ανάπτυξη, με άλλα λόγια, που θα σημάνει την οριστική καταστροφή της Μεσαίας Τάξης και την δημιουργία στον τόπο μας μιας νέας δουλοπαροικίας.

.

Έχουμε φτάσει σε ένα σημείο που δεν ξέρω τι με ανησυχεί περισσότερο:

Η αποτυχία της ακολουθούμενης πολιτικής ή η επιτυχία της;