Αγαθή Δημητρούκα: Εκεί στων άστρων τις ρωγμές

Στις 8 Δεκεμβρίου η Ελληνική Κοινότητα του Παρισιού διοργάνωσε μια εκδήλωση αφιερωμένη στον Νίκο Γκάτσο για τα 100 χρόνια από την γέννησή του. Η Αγαθή Δημητρούκα παραβρέθηκε και μίλησε για τον ποιητή και το έργο του -στην πραγματικότητα: για μια άλλη Ελλάδα, την Ελλάδα που ονειρευόμαστε και αγαπάμε, που μας εμπνέει και αναζητούμε. Πιστεύοντας ότι η δύναμη και η έμπνευση να υπερβούμε την Κρίση από εκεί θα αντληθεί, ζήτησα από την Αγαθή να ανεβάσω την ομιλία της στο Σημειωματάριο. Την ευχαριστώ από καρδιάς για την τιμή που μου κάνει και την φιλία της:

.

Εκεί στων άστρων τις ρωγμές, ανάμεσα σ’ Ανατολή και Δύση, γεννήθηκε η χώρα μου· κι εκεί, ανάμεσα σε ουρανό και βράχια, γεννήθηκαν οι ποιητές της. Βράχια της απαντοχής, της πίκρας και της προσμονής, βράχια της μοναξιάς και του ονείρου ότι κάτι καλό θα φέρει η θάλασσα, ο άνεμος, ο χρόνος.

Η θάλασσα για τον Γκάτσο έφερε θάνατο: στα πέντε του χρόνια, στη γενέτειρά του την Ασέα Αρκαδίας ˗ένα μικρό ορεινό χωριό με πολλούς μετανάστες στις Ηνωμένες Πολιτείες και τον Καναδά˗ έμαθε ότι ο πατέρας του, από τους πρώτους μετανάστες της περιοχής, στο τελευταίο ταξίδι του, όπου πήγαινε μια κοπέλα απ’ το χωριό γυναίκα στον αδερφό του, έπαθε πνευμονία πάνω στο καράβι και, δύο μέρες πριν φτάσουν στην Αμερική, πέθανε και τον πέταξαν στη θάλασσα.

Τους ποιητές, τους σημαδεύουν τα πρώτα δέκα χρόνια της ζωής τους. Μ’ αυτή την προίκα πορεύονται. Πορεία, φυγή, ταξίδι, πέταγμα: έννοιες και εικόνες πολύ συχνές στο έργο του Γκάτσου, συνυφασμένες με τη λαχτάρα για τη χαρά και τη γιορτή στην αντίπερα όχθη, στη δική του γη της Επαγγελίας, όμως, χωρίς καμιά πληροφορία για τη συνέχιση της ζωής εκεί, σαν να πρόκειται για μετέωρη κι ατέρμονη διαδρομή.

Ο Ευγένιος Αρανίτσης, ποιητής, πεζογράφος και κριτικός λογοτεχνίας, τον οποίο ο Γκάτσος εκτιμούσε για το ταλέντο του και τη διεισδυτική του ματιά, συνέθεσε, με αφορμή αυτόν το θάνατο, το αφιερωματικό ποίημα που πρωτοδιαβάστηκε στο πρόσφατο συνέδριο του Μουσείου Μπενάκη κι έπειτα δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία:

Η γλυκύτητα είναι άραγε ένας κόσμος όπου η θάλασσα περιττεύει;
τι είν’ η θάλασσα, γιατί υπάρχει, ποιος την ελέγχει;
στη θάλασσα γεννιούνται οι πεθαμένοι και μεγαλώνουν διαπρέποντας στη στεριά.
εκεί μαθαίνουνε τις λέξεις, όμορφες λέξεις όπως «κύμα», «είσοδος», «άγκυρα», «ενοχή», «αμμουδιές».
κι αν δεις στον ύπνο σου μια νύχτα με βροχή φωτιά να καίει, έχεις πολλά χρόνια να ζήσεις στη στεριά· αν όμως είδες καράβι στο σεληνόφως, πρόκειται να πεθάνεις.
για να πεθάνεις πρέπει να έχεις όλες τις λέξεις· για να γράψεις, μία αρκεί -αλλιώς η γλώσσα δεν θα ήταν ανυπόγραφη, ούτε η ποίηση θα έφερε το όνομα το οποίο τη συγκροτεί πνευματικά.
με τον όρο πνευματικό εννοούμε μια περιοχή της εποπτείας όπου όσο βαρύτερο είναι κάτι τόσο πιο ελαφρύ θα αποδειχτεί.
ορθώς ο Γκάτσος χρειάστηκε -δηλαδή για να γράψει- τον θάνατο του πατέρα του στο μέσον του ταξιδιού από πνευμονία· και τον κήδεψαν στη θάλασσα με το κύμα να ‘ναι απείρως ελαφρύ και, ταυτοχρόνως, να ‘χει το βάρος συντριπτικής ημερομηνίας.
γύρω στο χίλια εννιακόσια δεκαέξι, πνευμονία και θάλασσα ήταν σύμμαχοι· ασθένεια και Μητέρα συνώνυμα.
όπου υπάρχει προσφορά, εκεί υπάρχει και ζήτηση, και στο καράβι εκείνο οι μελλοθάνατοι προσφέρονταν αφειδώς.
η αγωνία της προσφοράς ονομάζει, δεν ονομάζεται· η ανήσυχη θάλασσα γνώριζε πως το βάρος της απώλειας σημαδεύει, ως απώλεια βάρους, οτιδήποτε ανεβαίνει στην επιφάνεια.
αλλά το πτώμα κατέληξε στον πυθμένα κι απ’ αυτή τη ματαίωση των απαραίτητων για το πένθος προέκυψε η θλίψη της αμοργού.
τι είν’ η θάλασσα, γιατί υπάρχει, πώς διαιωνίζεται, ποιος την ελέγχει;
θάλασσα είναι η σκηνή του εγκλήματος: ό,τι λείπει απ’ τα υπάρχοντα του νεκρού δηλώνεται διά των λέξεων κι έτσι αναπτύσσεται η γλώσσα.
από τη γλώσσα ο Γκάτσος έμαθε πως οι θαλάσσιες διαδρομές ήταν ατέρμονες κι ότι ο νεκρός που ρίχτηκε στο νερό ή θα παρανομούσε ή θα επέπλεε περιφερόμενος αιωνίως, όπου τον πάει το ρεύμα.
γι’ αυτό θεώρησε τις θάλασσες σαν ποτάμια όπου οι πνιγμένοι λοξοδρομούν· κάθε νησί ήταν τόπος ενταφιασμού περαστικών ή βασιλέων, ένας τόπος με λεύκες (ή με ιτιές), όπου η περίφημη εξουσία των φράγκων αμφισβητούνταν.
ας μη νομίζουν οι κριτικοί πως η αμοργός είν’ η Φολέγανδρος του Ελύτη ή η Κέρκυρα του Διονύσιου Σολωμού· η Αμοργός είναι απλούστατα το νησί που πρέπει να εξαιρείται (να λείπει) ώστε να έχει ο χάρτης νόημα.
κάτι σαν λάμπα θυέλλης αναμμένη μεσημεριάτικα.
ορθώς ο Γκάτσος χρειάστηκε -δηλαδή για να γράψει- τον θάνατο του πατέρα του στα κύματα, μία λέξη κυματιστή, δύο μακρά, ένα βραχύ και περισπωμένη.
«άγκυρα», «είσοδος», «κύματα»: έγινε ο γλυκύτερος ποιητής μη αγνοώντας πως η γλυκύτητα είν’ ένας κόσμος όπου το πιο μεγάλο ψέμα ήταν συνάμα το ευκολότερα συγχωρητέο.
κι αν δεις στον ύπνο σου μια νύχτα με βροχή φωτιά να καίει, μην εκπλαγείς: ένας πατέρας θα κηδευτεί στα νερά και ο γιος του θα παντρευτεί με τη θάλασσα προκειμένου να αναλάβει θετός πατέρας αυτού ακριβώς του θανάτου.
έπειτα ο θάνατος θ’ ανατραφεί με τραγούδια, θα μεγαλώσει με λέξεις, θα παντρευτεί και ο ίδιος· θα ‘μαστε όλοι προσκεκλημένοι στον γάμο φορώντας μαύρα.
«κύμα», «είσοδος», «μεσημέρι», «πατέρας».
«αμμουδιές.»
η γλυκύτητα είν’ ένας κόσμος όπου η γλώσσα περιττεύει.

Ο άνεμος για τον Γκάτσο έφερε «κουπιά κρεμασμένα» από ναυαγούς «που κοιμήθηκαν ήμεροι σαν αγρίμια νεκρά μέσα στων σφουγγαριών τα σεντόνια». Μόνος στον βράχο του, πώς να πτοηθεί ο ποιητής; «Φύσα αεράκι φύσα με, μη χαμηλώνεις ίσαμε» τον υποδέχτηκε και τον φιλοδώρησε με το τέλειο άλλοθι· το αέναο της ζωής: «Σπόρο χάρισα τ’ ανέμου και δεντράκι έγινέ μου, να ’βρει χώμα να ριζώσει κι άλλο σπόρο να μου δώσει».

«Σ’ αυτό τον ξερότοπο γεννήθηκες κυρ Νίκο;» τον ρώτησε μετά από χρόνια η μάνα μου. «Πώς μεγαλώσατε; Όλο πέτρες και πεζούλες, πεζούλες, πεζούλες, με λίγο στάρι εδώ, πέντε ρίζες αμπέλι παραπέρα».

«Σ’ αυτό τον ξερότοπο γεννήθηκα, κυρία Χρυσαυγή» της απάντησε εκείνος. «Τι νομίζεις; Με αλήθειες και με ψέματα κύλαγε η ζωή. Έτσι μεγαλώσαμε και γίναμε άνθρωποι».

Κι όταν μεγάλωσε κι έγινε άνθρωπος, ανέβηκε στην Αθήνα για να εγγραφεί στη Φιλοσοφική Σχολή. Από τότε ο Ελύτης θυμάται τον Γκάτσο και μαρτυρεί: «Τόσο ανεξήγητα πανέτοιμος μας είχε φτάσει στα δεκαοχτώ του από την Ασέα Αρκαδίας. Με πλήρη εξάρτυση: με τους Έλιοτ και τους Λόρκα, τους Κάφκα και τους Σαρτρ. Χώρια βέβαια τη δημοτική παράδοση που, αυτή, κυκλοφορούσε στο αίμα του και αναπηδούσε πίσω από κάθε του κρίση, κάθε του αντίδραση, αρκεί να πατούσες το κουμπί στην κατάλληλη στιγμή. Το τι μυριάδες τσιγάρα και καφέδες καταναλώθηκαν αργότερα, […] στο τέρμα της οδού Σπετσών όπου βρισκότανε το μικρό του σπίτι, το τι ολονυχτίες εξαντλητικές διαδέχονταν η μία την άλλη στα χρόνια της 4ης Αυγούστου ή της Γερμανικής Κατοχής ή του Εμφυλίου, με συνεχή ανεβοκατεβάσματα Σολωμών και Καβάφηδων, Βαλερύδων και Ελουάρδων, δεν περιγράφεται».

Επομένως, δεν πρέπει να μας παραξενεύει η σιγουριά, με την οποία ο Γκάτσος απαντάει σε γράμματα του Ελύτη από τη Γαλλία. «Αγαπητέ μου Οδυσσέα,» του γράφει «Έλαβα και τα δυο δικά σου γράμματα μαζί, το ένα από την Νίκαια και το άλλο από τη Γενεύη, και χάρηκα που είσαι πάντα καλά κι εξακολουθείς να κυκλοφορείς στην Ευρώπη σα στη γειτονιά μας. […] Οι ιδέες σου για την ποίηση μπορεί να είναι σωστές, αλλά είναι πολύ απογοητευτικές επίσης. Προσωπικά, έχω τις ίδιες και μεγαλύτερες αμφιβολίες, και νομίζω πως στον καιρό μας η ποίηση περνάει πολύ μεγάλη κρίση. Εννοώ την αληθινή ή μεγάλη, όπως λένε ποίηση, γιατί ομολογώ πως ούτε η σύγχρονη Αγγλική, που είναι η καλλίτερη για μένα, ούτε η σύγχρονη Γαλλική ποίηση, που έχει ξεπέσει άλλωστε τρομερά, με ικανοποιούν απόλυτα. Σκεφτόμουν πως η ποίηση του καιρού μας πρέπει περισσότερο από κάθε άλλη φορά να είναι διδακτική με την έννοια που θεωρώ διδακτικό τον Αισχύλο ή τον Πίνδαρο. Βρίσκω πως κουράστηκε αρκετά από την «Εποχή των Δολοφόνων» που ζητούσε άλλοτε ο Rimbaud ή από τους «Δαιμονισμένους» του Ντοστογιέβσκι, που στον καιρό μας τους είδαμε και τους γνωρίσαμε τόσο καλά, ώστε σήμερα το μόνο που έχουμε σαν ποιητές να κάνουμε είναι να κρίνουμε και να δικαιώσουμε, καταδικάζοντας ή συγχωρώντας. Γι’ αυτό η αποστολή μας είναι μεγάλη και δεν ξέρω αν θα μπορέσουμε να την πραγματοποιήσουμε, χωρίς να λογαριάζω εδώ τις δυσκολίες τεχνικής και δυσκολίες ύφους που η σημερινή Ελληνική γλώσσα τις κάνει μεγαλύτερες. […] Γράψε μου όλα τα νέα σου λεπτομερώς, μια που έχεις αρκετόν καιρό στη διάθεσή σου, φαντάζομαι. Όταν πας στο Παρίσι μην ξεχνάς σε παρακαλώ τα αποκόμματα της “Europe” που σου ζήτησα, και κάθε νέο που θα έχει κάποιο ενδιαφέρον – στη λογοτεχνία, στο θέατρο, στον κινηματογράφο. Από τους νεώτερους φίλους μας ο μόνος που εξακολουθεί να έχει ενδιαφέρον είναι ο Χατζιδάκις. Η Ντίνα» η αδερφή του Νίκου «είναι καλά και σε χαιρετάει. Είταν εδώ για δέκα μέρες ένας ξάδερφός μας από τον Καναδά, πολύ νέος και συμπαθητικός, και περάσαμε καλά. Δεν ήξερε λέξη Ελληνικά, και πρώτη φορά ερχόταν στην Ελλάδα. Τη βρήκε εξαίρετη. – Σε χαιρετώ, περιμένοντας γράμμα σου – Με αγάπη, Νίκος».

 

Περιμένοντας στον βράχο του ο Γκάτσος, ο χρόνος τού έφερε μια πατρίδα για να παραμείνει σ’ αυτήν. Για να ερωτευτεί μες τους καλοκαιριάτικους κάμπους της με τ’ αστεράκι της αυγής πριν χειμωνιάσουν οι ψυχές κι οι αστραπές αλωνίσουν τα νιάτα· για να παλέψει χρόνια και χρόνια με το μελάνι και το σφυρί στο χώμα της που ’ναι ζεστό αιώνες πριν απ’ το Χριστό· για να επισημάνει πως δεν αλλάζουν οι καιροί, αφού, με φωτιά και με μαχαίρι πάντα ο κόσμος προχωρεί· για να πάρει τη φωνή της και να βροντοφωνάξει: Χτυπάτε της οργής προφήτες, καμπάνα στην Καισαριανή, να ’ρθούν απόψε οι Διστομίτες, να ’ρθούν κι οι Καλαβρυτινοί, με σπαραγμό κι απελπισία για τη χαμένη τους θυσία· για να διαδηλώσει: Τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα, μου τα ’πες με το πρώτο σου το γάλα, μα τώρα που ξυπνήσανε τα φίδια, εσύ φοράς τ’ αρχαία σου στολίδια και δε δακρύζεις ποτέ σου, μάνα μου Ελλάς, που τα παιδιά σου σκλάβους ξεπουλάς».

Και τι είναι αυτά τα παιδιά της μάνας Ελλάδας; Σ’ ένα ντοκιμαντέρ για την Καναδέζικη τηλεόραση το 1964, ο Γκάτσος αναλύει τον χαρακτήρα των Ελλήνων και λέει, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Αγαπάμε τη ζωή. Έχουμε μια βαθιά ικανότητα για τη χαρά. Αλλά, μαζί με τη χαρά, η λύπη πάντα: η μνήμη της τραγωδίας. Έχουμε πολλές τέτοιες μνήμες. Άλλες παλιές, άλλες πρόσφατες. Στην πλατεία αυτή» δεν αναφέρεται στο ντοκιμαντέρ και δεν μπορέσαμε ακόμα να την εντοπίσουμε «μόλις πριν λίγα χρόνια, οι Ναζί εκτέλεσαν ομήρους. Τότε που άνθρωποι, άστεγοι και πεινασμένοι, πέθαιναν στο δρόμο από την πείνα, γιατί ο εχθρός μάς έπαιρνε τα τρόφιμα. Και επί είκοσι αιώνες τώρα τα ίδια υφιστάμεθα. Γι’ αυτό ξέρουμε τι είναι η τραγωδία. Γι’ αυτό μπορούμε να είμαστε μελαγχολικοί».

Όπως μελαγχολικός ήταν κι ο Χατζιδάκις, στη Νέα Υόρκη, παρά τη χαρά της επιτυχίας όταν έγραφε μουσική για ταινίες του Χόλλυγουντ και παραστάσεις του Μπρόντγουεϊ· νοσταλγούσε την Ελλάδα και τη γλώσσα της, γιατί ο συνθέτης ζυγίζει τη μουσική του πάνω στην προσωδία και στους ρυθμούς της μητρικής του. Για τους ποιητές, η μητρική τους γλώσσα είναι η πατρίδα τους. Αυτό ισχυρίζονταν κι ο Σεφέρης κι ο Ελύτης και ο Γκάτσος, βεβαίως, ο οποίος τότε έγραψε στον Χατζιδάκι, συμβουλεύοντάς τον να γυρίσει, πως «Η Ελλάδα είναι μια σίγουρη πατρίδα και παντοτινή καταφυγή». Ήταν ο τόπος τους και τον διεκδικούσαν όπως τα παιδιά διεκδικούν έναν χώρο για να παίξουν, χωρίς σωβινισμούς και εθνικιστικά τερτίπια. Κι ήταν ευγνώμονες σ’ αυτόν τον τόπο, σ’ αυτή τη γλώσσα. Κι ακριβώς γι’ αυτό, πολύ συχνά ο Γκάτσος καλοτύχιζε τη Νάνα Μούσχουρη, φίλη του σαν αδερφή, που ταξίδευε τη γλώσσα του στα πέρατα του κόσμου.

Τελειώνοντας, έχοντας επίγνωση ότι δεν μπορεί να τα πει κανείς όλα σε μια βραδιά ˗αλλά και ποιος τα ξέρει όλα;˗ επιτρέψτε μου να κλείσω τη συναισθηματική αυτή ομιλία μου μ’ ένα ποίημα του Χατζιδάκι για τον Γκάτσο:

Η γη καθώς τον γέννησε
Τον στόλισε
Πράσινα φύλλα της ιτιάς
Του έλατου και της ελιάς
Μα η σκέψη του τον βύθισε
Στης πολιτείας την άσφαλτο
Κι έγινε πέτρα αρχαϊκή στη μνήμη των εφήβων.

 

Advertisements

Tagged: , ,

2 thoughts on “Αγαθή Δημητρούκα: Εκεί στων άστρων τις ρωγμές

  1. Βίκυ Παπαπροδρόμου 11/12/2011 στο 10:32 μμ Reply

    Ευχαριστούμε, Φώτη. Εξαιρετικό το κείμενο της Αγαθής Δημητρούκα!

  2. reacarry 12/12/2011 στο 9:34 πμ Reply

    Πολύ σημαντική αυτή η μεταφορά του κειμένου της Αγαθής Δημητρούκα.
    Είναι σημαντικό να μην ξεχνάμε αυτούς τους πραγματικούς Ελληνες. Αγαπούσαν πονούσαν και διαφήμιζαν
    την πατρίδα τους και δεν έχουν καμία σχέση με τα αποβράσματα των τελευταίων δεκαετιων της αρπαχτης και
    του ωχαδελφισμού..
    Ευχάριστω διάλλειμα στη μαυρίλα και τη θλίψη που ζούμε.
    Να σαι καλά..

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: