Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Ξεφυλλίζοντας το πάντα χρήσιμο έργο του Γ. Κ. Κατσίμπαλη για τον Παπαδιαμάντη (Α΄ Πρώτες Κρίσεις και πληροφορίες – Β΄ Συμπλήρωμα βιβλιογραφίας, ΕΛΙΑ 1991) βρήκα ένα άρθρο-συνέντευξη του Δ. Χατζόπουλου (υπογράφει με το ψευδώνυμο Μποέμ) που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Τὸ Ἄστυ στις 26-27 Μαρτίου του 1893. Ο Αλ. Παπαδιαμάντης είναι ευρέως γνωστός ως ο «άγιος της λογοτεχνίας μας» και πολύ φοβάμαι ότι αυτό το «άγιος» δημιουργεί σε πολλούς συμπολίτες μας την εικόνα ενός σκυθρωπού, αγέλαστου και αυστηρού ηθικολόγου  –είναι και η γνωστή φωτογραφία του Νιρβάνα, που τονίζει την ασκητική πλευρά του Σκιαθίτη. Το άρθρο του Χατζόπουλου δεν διαψεύδει αυτόν τον χαρακτηρισμό, απλώς τον διασαφηνίζει. Για να το πω διαφορετικά: Μας υπενθυμίζει μια μάλλον ξεχασμένη διάσταση της αγιότητας (κι ας είναι ίσως η κατεξοχήν), εκείνη της λαϊκής ευσέβειας, της απλοϊκής (ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης ίσως έλεγε τῆς πρακτικῆς) αγάπης.

Η συνάντηση του Χατζόπουλου με τον Παπαδιαμάντη δεν έγινε στο λόμπι πολυτελούς ξενοδοχείου, σε κάποιο αθηναϊκό σαλόνι ή στα στασίδια ναϊδρίου λίγο πριν την έναρξη κάποιας αγρυπνίας, αλλά σε ένα ταβερνείο:

Ὁ κ. Παπαδιαμάντης, γνωστός  Ἕλλην ποιητής, καὶ ἐγὼ, οἱ τρῖς μας, εἴχομεν καθήσῇ ἐπὶ ἑνὸς τραπεζίου εἰς τὸ μπακάλικον τοῦ Μπάρκα, ἀκριβῶς παρὰ τὴν βρύσιν τοῦ λέκα. Ἡ ὥρα ἦτο ὀγδόη ἑσπερινή, τὸ μπακάλικον ἐφωτίζετο πλουσίως διὰ τῶν ραμφῶν τοῦ ἀεριόφωτος, τὰ εἰς τὸ βάθος του ἀπόκρυφα δωμάτια ἦσαν κατειλημμένα ὑπό πολυαρίθμων παρεῶν, αἵτινες συνέκρουον εὐθύμως τὰ ποτήρια, και εὐθυμότερον, καὶ περιπαθέστερον ἔψαλλον τὴν Μυγδαλιὰν τοῦ Δροσίνη ἀφ’ ἑνὸς, καὶ περιπαθεῖς ἀμανέδες ἐξ ἄλλου, ὧν συχνοτέρα ἐπῳδὸς ἀντήχει:

Ἔλα νὰ σἐ κάμω μάκια

Στὸ λαιμὸ στα γλυκαδάκια.

Εὐτραφέστατος μπακαλόπαις προσῆλθεν εἰς τὰς διαταγάς μας, ἔστρωσεν ἐπὶ τοῦ τραπεζίου ἀντὶ τραπεζομανδήλου μίαν Ἐπιθεώρησιν καὶ μίαν Παλιγγενεσίαν, παρέθηκεν ἐπ’ αυτῆς ἀχνίζον γκιοβέτσι, ἀπὸ ἕν πινάκιον, ἀπὸ ἕν μαχαιροπερούνιον, ἀπὸ μίαν ἀμφίβολον πετσέταν, μισὴν ὀκᾶν ἄρτου κεκομμένου μπακάλικα, μίαν ὀκᾶν ἀφρίζοντος ρητηνίτου καὶ τρία ποτήρια. Τὸ σπαγέτον ὀρεκτικώτατον, ὁ κ. Παπαδιαμάντης ἐζήτησε καὶ τυρὸν μάλιστα, τὸ κρέας τρυφερώτατον, ὁ ρητηνίτης γευστικώτατος, ἡδονικώτατος, καὶ ἡμεῖς ἐφάγομεν ὀρεκτικώτατα. (…)

Καὶ ἐν μέσῳ τῶν συχνῶν προπόσεών μας καὶ τῶν συγκρούσεων τῶν ποτηρίων ἐν γλυκείᾳ ἀδελφικότητι ἐξηκολούθει ν’ἀπαντᾷ εἰς τὰς ἐρωτήσεις μου καὶ νὰ λέγῃ πάντοτε αὐτός, ὁ τόσον κατηφής, ὁ τόσον δύσκολος συνήθως.

Η κουβέντα στράφηκε γύρω από το παρελθόν και τον βίο του κυρ-Αλέξανδρου και, όπως ήταν φυσικό, από το λογοτεχνικό σινάφι της εποχής. Ο Χατζόπουλος καταγράφει και μας παραδίδει τις κρίσεις του Σκιαθίτη για τον Ροΐδη (τὸν θεωρεῖ πνευματώδη, ἀλλ’ εἰς τὸ παρελθὸν ἀνήκοντα), τον Ψυχάρη (ὡς ποιητὴν καλόν, ὡς γλωσσολόγον καὶ ἐπιβλητὴν τῆς δημώδους γλώσσης, Λεβαντῖνον, ψευδῆ, τεχνητόν), τον Ξενόπουλο (τὸν λέγει καλούτσικον) τον Δροσίνη, το Μητσάκη, τον Καρκαβίτσα κα –είναι δηλαδή η κουβέντα που θα έκανε κάθε συντροφιά που θα είχε παραδοθεί στα θέλγητρα του ουρανίσκου.

Διαβόητος πότης και καπνιστής ως το τέλος της ζωής του άλλωστε, ο Παπαδιαμάντης ήξερε να αναγνωρίζει και να εκτιμά τις απλές χαρές της ζωής. Αυτές αφηγήθηκε και σε αυτές ήταν είχε παραδοθεί, όπως άλλωστε φανερώνει και το (κάπως υψιπετές) πορτραίτο που σκαρώνει ο συνομιλητής του –οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου:

Ὁ κ. Παπαδιαμάντης, ὁ ἐκ τῆς νήσου Σκιάθου συγγραφεύς, ὁ ἰδιόρρυθμος, ο ἐκκεντρικός, ὁ Μποέμ, ὁ Μένιππος φιλόσοφος, ὁ άνθρωπος τῶν καπηλείων καὶ τῶν τρωγλῶν, ὁ θαυμάσιος τύπος, ὁ ειλικρινὴς χαρακτήρ, ὁ περιφερόμενος συχνάκις ἀνὰ τὰς ἀθηναϊκὰς ὁδοὺς μὲ τὸ τετριμμένον καὶ ξεθωριασμένον ἐπανωφόριον, μὲ τὰ διπλᾶ καταρακωμένα πανταλόνια, μὲ τὴν ράβδον παραμάσχαλα, καὶ τῆν χεῖρα αἰωνίως ἐπὶ τοῦ στήθους, ὁ πνευματώδης αὐτὸς Λουκιανός, ἡ χάρις αὐτὴ τοῦ Θεοκρίτου, ὁ ἀναλυτικὸς ψυχολόγος Τουργένιεφ, ὁ παρατηρητικὸς Δίκενς, ὁ μελαγχολικὸς Κοππέ, ὁ γλαφυρὸς καὶ φυσικώτατος αὐτὸς Πλούταρχος, μὲ τ’ ἄφθονα μαῦρα ἀκτένιστα μαλλιά, μὲ τὸν πλατύγυρον λερωμένον ἡμίψηλον, μὲ τὰ πυκνὰ ἀκατάστατα καὶ ἀκαλλίτεχνα γένεια, μὲ τὴν εἴρωνα φίλοινον φυσιογνωμίαν του, μὲ τὴν ἀνθηρὰν εὐφυολογίαν τὴν αἀναφαινομένην ἐν ἀκρατήτῳ πεζολογίᾳ, ὁ ἥκιστα αὐτὸς φαινόμενος ποιητής, ὁ ἐλάχιστα δεικνυόμενος συγγραφεύς, ἡ μορφὴ αὐτὴ τοῦ σχολαστικοῦ, τοῦ δασκάλου, ἡ προτομὴ αὐτὴ τοῦ Σειληνοῦ, ὁ ἰδιότροπος, ὁ φυγόπονος διὰ τὰς φιλολογικὰς ἐργασίας, ὁ καταδαπανῶν δέκα ὥρας τῆς ἡμέρας εἰς μεταφράσεις ἐκ τοῦ γαλλικοῦ καὶ τοῦ ἀγγλικοῦ διὰ τὴν Ἀκρόπολιν καὶ τὸ Νέον Πνεῦμά της, ὁ σκορπῶν ὁλόκληρον τὸ βάρος τοῦ θυλακίου του διὰ μίαν ἑσπέραν, ὁ ζῶν μεταξὺ ἑνὸς ποτηρίου οἴνου καὶ ἑνὸς κυπέλλου ζύθου, μὲ τὰ σιγαρέτα του εἰς τὸ πλάϊ, ὁ χρυσὸς αὐτὸς ἄνθρωπος, καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τοῦ μποεμικοῦ δείπνου μας, μᾶς ἔτερπεν ἐκ καρδίας τόσον ἀγαθός, καὶ τόσον φιλόφρων δεικνυόμενος, αυτὸς ὁ τόσον ἄγριος, ὁ τόσον ἀπότομος συνήθως.

Οι παραλληλισμοί βέβαια (Θεόκριτος, Λουκιανός, Δίκενς, Τουργένιεφ κα) πιο πολλά μας λένε για την εποχή και τον συντάκτη, παρά τον Παπαδιαμάντη. Παρόλα αυτά αναδύεται η εικόνα ενός αγοραφοβικού και ανθρωποδιώχτη ανθρώπου, ο οποίος αρνούνταν να χωρέσει στην εικόνα του διανοούμενου και του πνευματικού ταγού, που είχε ήδη διαμορφωθεί (πιο σωστά: Είχε εισαχθεί) στο νεαρό κράτος.

Αυτή ακριβώς η άρνηση του Παπαδιαμάντη να υιοθετήσει τα κλισέ που επέβαλε η εποχή, η εργασία και η πόλη που ζούσε (αυτό άλλωστε εννοεί και ο Χατζόπουλος, όταν τον χαρακτηρίζει ἰδιότροπο και ἰδιόρρυθμο, ακολουθούσε δηλαδή τον δικό του τρόπο, τον δικό του ρυθμό) φαίνεται και στην ιστορία με την οποία ολοκληρώνει το άρθρο του:

Μίαν ἡμέραν ὁ κ. Σίμων Ἀποστολίδης καὶ ὁ κ. Ἀνδρέας Συγγρός συνωμίλουν καθ’ ὁδόν, ὁπότε διερχόμενος ὁ συγγραφεὺς τῶν Εἰδυλλίων, πάντοτε ρακένδυτος καὶ ιδιότροπος, ἐχαιρέτισε τὸν κ. Ἀποστολίδην. Ὁ μέγας τραπεζίτης διακόψας τὴν συνομιλίαν του προσέθεσεν ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τοῦ χαιρετισμοῦ τοῦ συγγραφέως:

 – Γιὰ δέτενε ἐδῶ εἰς τὴν Ἑλλάδα ὡς καὶ οἱ ἐπαῖται mon cher, φέρνουνε μπαστούνια.

Ἔκπληκτος ὁ Ἀποστολίδης ἀπαντᾷ:

 – Τί λέγεις, κὺρ Ἀνδρέα; Αὐτὸς εἶνε ὁ καλλίτερος διηγηματογράφος μας.

 – Ποιος; Πῶς τὸν λένε;

 – Παπαδιαμάντην.

 – Καὶ εἶνε ἔτσι σὰ διακονιάρης! ἀπήντησεν ἔτι ἐκπληκτότερος αὐτὴν τὴν φοράν ὁ κ. Συγγρός. 

Advertisements

Tagged: , ,

5 thoughts on “Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

  1. hfaistiwnas 19/12/2011 στο 9:02 μμ Reply

    Πρόσφατα διάβασα κάποια διηγήματά του! Μου αρέσει πάρα πολύ!
    Όντως και στην εισαγωγή τους τα ίδια έγραφε. Έκδοση Ελευθερουδάκη Νίκα από τα παλιά τους..

  2. γρηγόρης στ. 19/12/2011 στο 9:50 μμ Reply

    Ιδιαίτερα αποκαλυπτικό το κείμενο του Χατζόπουλου.
    Συγχαρητήρια, Φώτη!

  3. vad 20/12/2011 στο 6:37 μμ Reply

    Ωραιό το αφιέρωμά σου,Φωτη…Ε,τι θα περιμενες να πει ο Συγγρός για τον Παπαδιαμάντη;:)

  4. Πόλυ Χατζημανωλάκη 23/12/2011 στο 12:23 πμ Reply

    «Πολλοί με παραλληλίζουν με τον Δίκενς» είχε πει ο Παπαδιαμάντης. Μάλλον σε αυτή τη συνέντευξη αναφερόταν…
    «Μποέμ» πάντως ήταν το ψευδώνυμο του Παπαδιαμάντη στα πρώτα του διηγήματα…
    Καλησπέρα, ευχαριστούμε για το αφιέρωμα!

    • fvasileiou 24/12/2011 στο 11:14 πμ Reply

      Δεν ξέρω αν η λέξη «Μποέμ» ήταν στη μόδα τότε ή είναι ένα αστείο του συντάκτη με τον Παπαδιαμάντη, καθώς τόσο ο κυρ Αλέξανδρος υπόγραφε ως «Μποέμ», όπως και ο Χατζόπουλος στο άρθρο αυτό, αλλά χαρακτηρίζεται μποέμ ο Παπαδιαμάντης.
      Καλά Χριστούγεννα!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: