Αλ. Παπαδιαμάντης: Στο Χριστό στο Κάστρο

Το βράδυ της 23ης Δεκεμβρίου 186… ο παπα-Φραγκούλης ο Σακελλάριος παίρνει μια παράτολμη απόφαση: Να πάει στο Κάστρο για να λειτουργήσει το ναό της Γέννησης. Αφορμή δυο υλοτόμοι, ο Γιάννης ο Νυφιώτης και ο Αργύρης της Μυλωνούς, που είχαν αποκλειστεί εκεί πάνω εξαιτίας της πρωτοφανούς κακοκαιρίας που έπληττε τη νήσο κι αιτία το τάμα που είχε κάνει η παπαδιά τον προηγούμενο χρόνο, όταν ο ὑστερόγονος γιος της, ο Σπύρος, είχε αρρωστήσει βαριά. Αρωγός του παπά ο μπαρμπα-Στεφανής ο Μπέρκας, ο οποίος, καθώς ο δρόμος ήταν κλειστός λόγω της σφοδρής χιονόπτωσης, ανέλαβε να μεταφέρει με τη βάρκα του τον παπά και όσους θα τον συνόδευαν. Τελικά στη βάρκα επιβιβάστηκαν εκτός του παπά, η παπαδιά με τον Σπύρο και την δεκαεξαετή Βάσω, ο κυρ-Αλεξανδρής ο ψάλτης, η θεια το Μαλαμώ, ο Βασίλης της Μυλωνούς, αδελφός του αποκλεισμένου Αργύρη, τρεις πανηγυρισταί και τέσσαρες προσκυνήτριαι, το σύνολο, μαζί με τον πορθμέα και τον δεκαεπτάχρονο γιο του που ήταν και ο ναύτης του, 16 άτομα.

Ο πλους ξεκίνησε ευοίωνος. Κρύωναν βέβαια, αλλά η βάρκα τους πήγαινε με σχετική με σχετική ηρεμία ως την Κεγχριάν, τὴν ὡραίαν μελαγχολικὴν κοιλάδα, που τους έπιασε θάλασσα, αλλά ο παπάς αποφάσισε να συνεχίσουν. Η γενναία συντροφιά θαλασσοδάρθηκε όλη τη νύχτα, ώσπου ο μπαρμπα-Στεφανής αποφάσισε ότι δεν μπορούσαν να συνεχίσουν άλλο κι έδεσε τη βάρκα του στο λιμανάκι κάτω απ’ το Πρυΐ για να συνεχίσουν πεζή. Ο Βασίλης της Μυλωνούς, ο μπαρμπα-Στεφανής και ο γιος του προπορευόμενοι καθάριζαν τον δρόμο με αξίνες, ο κυρ-Αλεξανδρής και μια γυναίκα φώτιζαν με τα φανάρια και από πίσω οι υπόλοιποι ακολουθούσαν ζαλωμένοι τα εφόδια. Χρειάστηκαν τρεις ώρες για να διανύσουν απόσταση που σε κανονικές συνθήκες θα τους έπαιρνε μία, αλλά τελικά  ἔφθασαν ὑπὸ τὴν γέφυραν τοῦ Κάστρου, μισοπνιγμένοι, παγωμένοι, ἁλμυροὶ ἀπὸ θάλασσαν καὶ λευκοὶ ἀπὸ χιόνα, μελανιασμένοι τὰ χείλη, ἀλλὰ θερμοὶ τὴν καρδίαν. Εκεί συνάντησαν τους αποκλεισμένους ξυλοκόπους και 2 αιγοβοσκούς και αφού οι γυναίκες καθάρισαν το ναό και άναψαν τας κανδύλας και οι άντρες άναψαν μεγάλη πυρά εις το προαύλιον, ο παπα-Φραγκούλης έβαλε Εὐλογητός και η γιορτινή λειτουργία ξεκίνησε. Μετά όμως από λίγο φασαρία ακούστηκε έξωθεν του ναού και το μικρό εκκλησίασμα άρχισε να φυλλορροεί –ακόμα και ο κυρ-Αλεξανδρής θα άφηνε το αναλόγιο, αν δεν τον συγκρατούσε το αυστηρό βλέμμα του παπά. Τελικά το μικρό εκκλησίασμα ξαναγύρισε λίγο πριν το αντίδωρο και μαζί με τους γνωστούς ήταν και κάποια καινούργια πρόσωπα, ο καπετάν-Κωσταντής και οι ναύτες του, οι οποίοι έπλεαν ξυλάρμενοι από την Δάφνη, όπου οι άγκυρές τους έσπασαν από τη σφοδρότητα του αέρα και οι οποίοι είδαν αίφνης μέσα στο πέλαγος τις φωτιές που είχαν ανάψει γύρω από το ναό του Χριστού ὡς θεῖον πράγματι θαῦμα και κατευθύνθηκαν προς τα εκεί.

Μετά την λειτουργία, οι αιπόλοι έψησαν δύο ερίφια, οι ξυλοκόποι πρόσφεραν κοσσύφια αλατισμένα, ο καπετάν-Κωσταντής δύο ασκούς γενναίου οίνου, κότες, αυγά και σκομβρία καὶ ἔφαγον πάντες καὶ ηὐφράνθησαν, ἑορτάσαντες τὰ Χριστούγεννα μετὰ σπανίας μεγαλοπρεπείας ἐπὶ τοῦ ἐρήμου ἐκείνου βράχου.

   *   *   *

Διαβάζοντας τις περιπέτειες της συντροφιάς του παπα-Φραγκούλη, μου ήρθε στο νου η άλλη συντροφιά, εκείνη του δαχτυλιδιού. Και οι δυο διέρχονται πολλούς κινδύνους για να διασώσουν στον Τόλκιν τον κόσμο, στον Παπαδιαμάντη τους δύο υλοτόμους. Ο Τόλκιν χρησιμοποιεί την ιστορία για να συναιρέσει τους βορειοευρωπαϊκούς μύθους σε μια νέα μυθολογία, ο Παπαδιαμάντης απαθανατίζει την πραγματικότητα των παιδικών του χρόνων, δημιουργώντας ταυτοχρόνως και τον μύθο της καθ’ ημάς Ανατολής.

Βέβαια αν και η κλίμακα του Σκιαθίτη είναι σαφώς μικρότερη, το έργο του όμως είναι μάλλον καθολικότερο.

Στον Τόλκιν το Καλό πολεμάει το Κακό για να επικρατήσει στο τέλος το ένα από τα δυο. Αυτός ο μανιχαϊσμός είναι ξένος στον Παπαδιαμάντη. Στο έργο του δεν υπάρχουν καλοί και κακοί, αλλά άνθρωποι με αρετές κι αδυναμίες, ακόμα και μικρότητες, που ο συγγραφέας με την ίδια αγάπη προσεγγίζει. Όπως και οι πίνακες του Π. Ζωγράφου δεν δείχνουν, όπως των ρομαντικών συναδέλφων του, ρομαντικές εξιδανικευμένες φυσικογνωμίες Ελλήνων να μάχονται θηριώδεις Τούρκους, αλλά ανθρωπάκια κόκκινα και μπλε να συμπλέκονται σε ένα  ποιμενικό τοπίο.

Ο κόσμος του Παπαδιαμάντη, η αγκαλιά που ανοίγεται στα διηγήματά του, τους χωράει όλους ανεξαιρέτως μέσα, ευσεβείς, ασεβείς, αλιβάνιστους και φιλακόλουθους, ακόμα και αλλόθρησκους. Έτσι την ώρα της τρικυμίας, που η βάρκα κινδύνευε να κατασυντριβεί, ο παπάς κι ο πορθμεύς αντιδρούν με διαφορετικό τρόπο:

Καὶ ὁ ἱερεὺς ἔλεγε μέσα του τὴν Παράκλησιν ὅλην ἀπὸ τὸ «Πολλοῖς συνεχόμενος»ἕως τὸ «Πάντων προστατεύεις». Κι ὁ μπαρμπα-Στεφανὴς (…) ὑποτονθορύζων: «Σκύλιασε, ο διαολόκαιρος, λύσσαξε! Θὰ σκάσῃς, ἀντίχριστε, Τούρκο! Τὸ Μουχαμέτη σου, μέσα!»

Ο καθένας με τον τρόπο του, διαφορετικά, από μέσα του ή απ’ έξω του σιγανά, χωρίς να επιβάλλεται, αλλά δίνοντας χώρο στον άλλο να υπάρξει πέρα από το σωστό ή το λάθος, το καλό ή το κακό.

Αυτό το βλέπουμε και αργότερα, όταν η συντροφιά φτάσει στο ναό και η λειτουργία ξεκινήσει. Τότε ο καθένας ακολουθεί τον τρόπο του: Άλλος ψέλνει, άλλος αποκοιμιέται, άλλος περιποιείται τα κεριά, άλλος τροφοδοτεί τη φωτιά και κάποιοι κάθονται έξω από τον ναό και καπνίζουν τα τσιμπούκια τους.

    *   *   *

Το διήγημα ξεκινάει στο σπίτι του παπα-Φραγκούλη, που σφύζει από ζωντάνια. Δεν είναι μόνο τα τέκνα του παπά, που με το παραμικρό σηκώνουν επανάσταση, αλλά και οι γειτόνισσες , που μπαινοβγαίνουν για να αφήσουν τα βλογούδια, γείτονες, όπως ο Πανάγος ο μαραγκός, ο οποίος ανέβηκε να πει μια καλησπέρα και να πίῃ μία ρακιὰ κατὰ τὸ σύνηθες, ευσεβείς γραίες, όπως η θεια το Μαλαμώ κοκ. Είναι δηλαδή το παπαδόσπιτο ένα από τα κέντρα της μικρής κοινότητας από τα οποία εκπορεύονται και στα οποία κατευθύνονται οι δράσεις –αργότερα, στο τρίτο μέρος του διηγήματος, τέτοιο κέντρο γίνεται ο Χριστός στο Κάστρο.

Και στον πλέον αμύητο αναγνώστη γίνεται σαφές από τις πρώτες κιόλας γραμμές ότι το διήγημα αυτό είναι αυτοβιογραφικό –ο παπα-Φραγκούλης δεν είναι άλλος από τον παπα-Αδαμάντιο, τον πατέρα του συγγραφέα, ενώ ο δωδεκαετής Σπύρος, που ο παπάς τον φώναζε Λαμπράκη γιατί έφεγγε έτσι χλωμός και φιλάσθενος που ήταν, είναι ο ίδιος ο κυρ-Αλέξανδρος.

Έτσι, αν και ο Παπαδιαμάντης επιλέγει την τριτοπρόσωπη αφήγηση, τα γεγονότα περιγράφονται από την οπτική γωνία του παιδιού. Γι’ αυτό και οι ενήλικες, αν και απλοί λαϊκοί άνθρωποι, φαντάζουν αυτό που σήμερα λέμε bigger than life, ενώ η ρουτίνα τους σαν σημαντικές πράξεις.

*   *   *

Ἦτο γυνὴ δειλοτάτη, ἀλλὰ μόνον ἐνόσῳ εὑρίσκετο μακρὰν τοῦ παπᾶ. Ὅταν ἦτο πλησίον τοῦ παπᾶ της, ἐλάμβανε θάρρος, ἡ καρδία της ἐζεσταίνετο, καὶ δὲν ἐφοβεῖτο τοὺς κινδύνους.

Με αυτές τις φράσεις περιγράφει ο Παπαδιαμάντης την παπαδιά, η οποία σε όλο το διήγημα μένει στη σκιά του πληθωρικού συζύγου της –ούτε το όνομά της δεν μαθαίνουμε, καθώς την φωνάζουν όλοι «παπαδιά».

Παρόλα αυτά δεν πρόκειται για κάποιο άβουλο πλάσμα –το αντίθετο. Αποφάσισε και πήρε μαζί της τον χαδούλη της, τον φιλάσθενο Σπύρο, αφού βέβαια τον έντυσε σαν κρεμύδι. Και βέβαια όλο αυτό το προσκύνημα έγινε γιατί εκείνη το είχε τάξει την προηγούμενη χρονιά. Ο παπάς αποφασίζει να ανέβει στο Χριστό στο Κάστρο, για να εκπληρώσει το τάμα της συμβίας του. Είναι δηλαδή η ολιγομίλητη παπαδιά η κινητήριος δύναμη της ιστορίας, προπορεύεται, προαποφασίζει, κι ας φαίνεται να ακολουθεί –αυτό που ο Σαββόπουλος τραγούδησε

Ο άντρας και η γυναίκα δεν είναι ίσοι

Γιατί απλούστατα η γυναίκα είναι ανώτερη

Γι’αυτό και η κυρα-Άσπα του Διονύση

Πάντα υποχωρώντας τον καθοδηγεί.

*   *   *

Όπως σε όλα τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη που περιγράφουν προσκυνήματα και λειτουργίες, η δράση δεν περιορίζεται μέσα στο ναό. Ο ναός είναι ο προορισμός, η λειτουργία ο στόχος, οι προσκυνητές μοχθούν για να φθάσουν εκεί (όλοι υφίστανται την ταλαιπωρία της θάλασσας, τραβάνε κουπί και κουβαλάνε τις προμήθειες), αλλά άπαξ και ειπωθεί το Εὐλογητός και η λιτή ξεκινήσει, η χάρις ξεχύνεται και τους αγκαλιάζει όλους, μέσα και έξω από το ναό, το θαύμα απλώνεται στο πέλαγος και σώζει το θαλασσοδαρμένο γολέτι.

Έτσι η Εκκλησία είναι το κέντρο, το απάνεμο μάτι του κυκλώνα, γύρω από το οποίο περιστρέφεται η κοινότητα (και όταν λέμε κοινότητα εδώ εννοούμε ντόπιους και ξένους, ευλαβείς και ασεβείς, ακόμα-ακόμα και αλλόθρησκους) και οι άνθρωποι με τα πάθη τους.

*   *   *

Εντυπωσιάζει τον σύγχρονο αναγνώστη η απουσία κάθε κοσμικού εορταστικού τύπου, τόσο από το διήγημα αυτό, όσο και από τα άλλα εορταστικά του Παπαδιαμάντη.

Πάρτε για παράδειγμα το σπίτι του παπα-Φραγκούλη: Δεν υπάρχει, φυσικά, στολισμένο δέντρο –ή καράβι– δεν υπάρχει ιδιαίτερος φωτισμός ή διακόσμηση, δεν υπάρχει τίποτα πέραν των καθημερινών. Ακόμα και ο γείτονας ο Πανάγος, που προσπαθεί να αλλάξει την απόφαση του παπά, δεν αναφέρει τίποτα για χρονιάρες μέρες, που η οικογένεια συναντιέται και γίνονται ετοιμασίες και όλα πρέπει να είναι ξεχωριστά και ιδιαίτερα κτλ, απλώς δεν είναι διατεθειμένος να βάλῃ τὸ κεφάλι του στὸν τρουβά.

Η γιορτή είναι μέσα στις καρδιές των ανθρώπων και από εκεί ξεχύνεται όταν οι συνθήκες το επιτρέπουν ή το επιβάλλουν, χωρίς να χρειάζεται εξωτερικά συναισθηματικά υποστυλώματα, όπως αυτά που συνηθίσαμε σήμερα. Γι’ αυτό άλλωστε ο παπάς δεν παίρνει μαζί του κάτι το ιδιαίτερο, αλλά ταπεινές, φτωχές τροφές, ελιές, αυγά, παξιμάδια και πρόσφορα, δύο ή τρία χταπόδια και σαλάδο, κρέας που μαγειρεύουν εἰς τὰ πλοῖα τὰ ἐκτελοῦντα μακροὺς πλοῦς.

———————-

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Advertisements

Tagged: , ,

5 thoughts on “Αλ. Παπαδιαμάντης: Στο Χριστό στο Κάστρο

  1. Belbo 26/12/2011 στο 5:45 μμ Reply

    Ωραίο κείμενο Φώτη, κι εγώ παρέα με το Σκιαθιτη είμαι αυτές τις ημέρες, νομίζω ότι μας τραβάει κοντά του η απλότητα του λόγου και η αυθεντικότητα του συναισθήματος, Χρόνια Πολλά!

  2. Γιάννης Πολυδωράκης 26/12/2011 στο 8:06 μμ Reply

    Eργασίες όπως η παρούσα,προσθέτουν πολύτιμες ψηφίδες στον πολιτισμό μας.Ένα ακόμη μεγάλο μπράβο!

  3. manitaritoubounou 27/12/2011 στο 10:43 πμ Reply

    Αγαπητέ μου Φώρη «Χριστός ετέχθη». Έτσι και το «Χριστός στο κάστρο» του κυρ Αλέξανδρου δένει. Όμορφα εποίησες δηλονότι.

    Γι αυτο πρόσθεσα κάποιες σχετικές φωτογραφίς και το ανάρτησα στην Αποικία: http://tomtb.com/modules/smartsection/item.php?itemid=2495

  4. Stav 16/05/2013 στο 6:37 πμ Reply

    Η γραφή σου είναι επηρεασμένη από την μαγεία του Παπαδιαμάντη! Μπράβο φίλε μου! πολύ καλό!

    • fvasileiou 16/05/2013 στο 1:00 μμ Reply

      Είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: