Monthly Archives: Ιανουαρίου 2012

Προοπτικές

Τις προάλλες αναρωτιόμουν φωναχτά στο twitter: «Αν η οργάνωση της Παιδείας, της Δικαιοσύνης, της Υγείας, του Στρατεύματος κτλ είναι κομμάτι της “Δημοσιονομικής Κυριαρχίας”, τι θα μας μείνει αν τους την παραχωρήσουμε;»

Η απάντηση ήρθε αμέσως, για να δω ακόμα μια φορά πως στην πραγματική ζωή ρητορικές ερωτήσεις δεν υφίστανται: «Η προοπτική για κάτι καλλίτερο από αυτό που έχεις τώρα».

Αν και διαφωνώ απολύτως, καθέτως και οριζοντίως με την απάντηση και κυρίως με την λογική που υποκρύπτει, μπορώ να την κατανοήσω. Ας δώσουμε τα κλειδιά για 10, 20, 30 χρόνια, να μας φτιάξουν τα πράγματα εκείνοι που ξέρουν, αφού εμείς δεν μπορούμε, και μετά μας τα επιστρέφουν και θα ζήσουν αυτοί καλά κι εμείς ακόμα καλλίτερα.

Ουσιαστικά είναι η απάντηση του κουρασμένου ανθρώπου, του μπουχτισμένου από τα συρματοπλέγματα που αντικρίζει παντού γύρω του σε αυτόν τον τόπο. Ναι, υπάρχει εδώ ένα αίσθημα κατωτερότητας σε σχέση με τους εταίρους μας, αλλά ποιος μπορεί να κατηγορήσει τον πολίτη γι’ αυτό, όταν το σύμπλεγμα αυτό καλλιεργείται συστηματικά και από παντού τα τελευταία τουλάχιστον δύο χρόνια; Ξαναλέω λοιπόν: Κατανοώ και την απάντηση και την λογική κι ας διαφωνώ με κάθε τρόπο.

Υπάρχει όμως ένα πρόβλημα:

Κανένας από τους εντός κι εκτός ηγέτες και τους ηγετίσκους μας δεν αναφέρεται σε προοπτική και μάλιστα σε μια προοπτική που θα έχουμε κάτι καλλίτερο από αυτό που έχουμε τώρα. Εκείνο που μας υπόσχονται είναι ένα είδος δημοσιονομικής ισορροπίας, χωρίς να διευκρινίζουν τι θα σημαίνει αυτή για την ανεργία, την κοινωνική πρόνοια, τις υποδομές της Υγείας και της Παιδείας, το βιοτικό επίπεδο και την αγοραστική δύναμη του μέσου Έλληνα.

Ενώ τα τελευταία δύο χρόνια το επίπεδο διαβίωσης στην Ελλάδα αποκλίνει θεαματικά από τον Ευρωπαϊκό μέσο όρο, η δημόσια ρητορική, τα λόγια των ηγητόρων μας εξαντλούνται στην αποφασιστικότητά τους να παραμείνει η χώρα στη ζώνη του Ευρώ. Θα κάνουν (θα κάνουμε) μάλιστα ό,τι χρειαστεί για να επιτευχτεί κάτι τέτοιο. Που σημαίνει ότι στο παρόν μας, αλλά και στο προβλεπτό μέλλον, οι ζωές μας θα χειροτερέψουν σύμφωνα ακόμα και με τα πιο ευνοϊκά σενάρια, ενώ σιωπούν όλοι για το τι θα συμβεί μετά, πώς θα είναι η Ελλάδα μετά την ολοκλήρωση των μεταρρυθμίσεων και των θυσιών που επιβάλλονται στους πολίτες της.

Για προοπτική καλλιτέρευσης των όρων ζωής, για προοπτικές γενικά δηλαδή, κανένας δεν κάνει λόγο. Οι πιο μακροχρόνιοι σχεδιασμοί του Ελλαδικού Συστήματος Εξουσίας (επιχειρηματίες, κόμματα, ΜΜΕ) που βλέπουν το φως της δημοσιότητας λήγουν τον Απρίλιο ή τον Ιούνιο, με το νέο φιξάρισμα και τις εκλογές δηλαδή. Το τι θα συμβεί μετά είτε δεν το ξέρουν και δεν το σχεδιάζουν / προετοιμάζουν, είτε μας το κρατάνε για έκπληξη.

Τελικά, αν κάτι μας έμαθε η διετία της Κρίσης είναι ότι ποτέ δεν πρέπει να λέμε «πιάσαμε πάτο». Υπάρχει πάντα πιο κάτω – τα πράγματα μπορούν πάντα να γίνουν χειρότερα.

Ακόμα και η δημόσια ρητορική εξαντλείται πλέον σε αυτή τη βυθομέτρηση του σκότους της αποτυχίας –είναι ενδεικτικό ότι και τα διλλήματα που μας τέθηκαν και μας τίθενται είναι διλλήματα μεταξύ δύο χειρότερων από αυτό που τώρα ζούμε: Για παράδειγμα, αν δεν σου περικόψουμε τις συντάξεις, θα σταματήσεις να παίρνεις σύνταξη· αν δεν σου πετσοκόψουμε τον μισθό, θα χάσεις την δουλειά σου· αν δεν σε χαρατσώσω, θα χάσεις τις καταθέσεις σου.

Το ζητούμενο λοιπόν είναι να αρθρωθεί επιτέλους λόγος προοπτικής για κάτι καλλίτερο. Και εννοώ κάτι καλλίτερο που θα αφορά εμάς, προσωπικά, ατομικά, οικογενειακά, όχι «εμάς» δηλαδή το Σύστημα Εξουσίας.

Από την παραπολιτική στην πολιτική

Ώστε το Πασόκ είναι πέμπτο κόμμα;

Και ο Χρυσοχοΐδης δεν διάβασε το Μνημόνιο, δηλώνει όμως απόλυτα επιτυχημένος;

Και ο Λοβέρδος μας υπόσχεται μακελειό, αν του πειράξουμε τον ΓΑΠ;

Και οι μισοί βουλευτές του Πασόκ δεν ψήφισαν τον πολυνόμο Βενιζέλου, ενώ είχαν πει ΝΑΙ σε Μνημόνια και Μεσοπρόθεσμα, ενώ τον υπερψήφισε η αντιμνημονιακή ΚΟ της ΝΔ_;

Και ο Παπαδήμος ξαναστέλνει τελεσίγραφο στα κόμματα που τον έκαναν Πρωθυπουργό;

Και ο Τόμσον θα ξαναζητήσει δήλωση από τους αρχηγούς των κομμάτων;

Και ο Γιάννης Μανώλης χόρεψε αντιμνημονιακό ζεϊμπέκικο;

Και ο Καρατζαφέρης δηλώνει ότι θα κάνει ό,τι μπορεί για να κρατήσει σαν γροθιά την Κυβέρνησή του;

Και ο Κουβέλης συνεχίζει την δημοσκοπική του άνοδο;

Κι από κοντά ο Τσίπρας με την Παπαρήγα;

Και η Διαμαντοπούλου λογόφερε με τον Μάνο στα γεννητούρια του καινούργιου κόμματος;

Και κάποιοι την είπαν στο Σημίτη, που την έλεγε στον ΓΑΠ;

Και ούτω καθ’ εξής;

Αυτός ο Άδης είναι όλος δικός μας.

Είναι αδύνατον να τον αποφύγουμε / Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο είμαστε αναγκασμένοι να τον υπομένουμε και να ασχολούμαστε μαζί του. Να γινόμαστε κι εμείς μέρος του. Που αναμφίβολα είναι διασκεδαστικό και ανακουφιστικό, αφού ξεχνάμε τις καθημερινές μας έγνοιες και τις δυσκολίες ή τις συμψηφίζουμε με τα πάθη και τα λάθη των ηρώων της καθημερινής παραπολιτικής μας σαπουνόπερας.

Διότι αυτό το παιχνιδάκι που παίζεται στις πλάτες των νεόπτωχων μόνο παραπολιτική και πολιτικαντισμός είναι. Κι όσοι συμμετέχουν σε αυτό είναι τόσο απορροφημένοι με την επικοινωνιακή διαχείριση των αποφάσεών τους, ώστε ξεχνάνε και να αποφασίσουν πλέον –απλώς επικοινωνούν, με ολοένα και πιο χοντροειδείς μεθόδους είναι η αλήθεια.

Κι όσο για την ουσία, ας μη την ψάχνουμε. Είναι χαμένη πίσω από τα στατιστικά στοιχεία που τεντώνονται ή συρρικνώνονται, αναλόγως με την διάθεση ή τα συμφέροντα του κάθε φορά κουμανταδόρου –οι πολίτες απουσιάζουν και από εδώ.

Και πώς να μην απουσιάζουν όταν το σύστημα εξουσίας (επιχειρηματίες, ΜΜΕ, κόμματα κτλ) έχει κατασκευάσει ένα αυτοαναπαραπαγόμενο και αυτοανακυκλούμενο πολιτικό σύστημα, αφού κατάφερε να κλείσει τις διόδους επικοινωνίας της κοινωνίας με το πολιτικό σύστημα και το κομματικό κατεστημένο. Έτσι οι ίδιοι και οι ίδιοι άνθρωποι, βοηθούμενοι ασφαλώς κι από την δική μας αφέλεια, μπορούν να εμφανίζονται αενάως ως νέοι και άφθαρτοι.

Με έναν τρόπο ζούμε τον ορισμό του φαύλου κύκλου. Που για να σπάσει και να μπορέσουμε να ξεπεράσουμε την ελαφρότητα της παραπολιτικής και να ασχοληθούμε με την βάσανο της πολιτικής, χρειάζεται σχέδιο κι οργάνωση –δεν είναι δουλειά ενός ανθρώπου.

Με ρωτάνε καμιά φορά αν βλέπω κάτι ελπιδοφόρο στον ορίζοντα, ρωτάω με τη σειρά μου κι εγώ άλλους. Αλλά το μόνο που δραστηριοποιείται αυτή τη στιγμή είναι το Κόμμα Των Μνημονίων: Οι ίδιοι 20-30 άνθρωποι φτιάχνουν οργανώσεις, συνδέσμους, ομίλους, συγκεντρώνουν υπογραφές, οργανώνουν συνεντεύξεις τύπου. Η άλλη πλευρά, που όπως δείχνουν όλες οι δημοσκοπήσεις, πλειοψηφεί συντριπτικά, δεν σιωπά απλώς, αλλά μένει αδρανής, γυρίζει την πλάτη της στην πολιτική και βυθίζεται στην κατάθλιψη και την ακηδία.

Είναι ίσως φυσιολογικό να συμβαίνει κάτι τέτοιο: Οι Οπαδοί των Μνημονίων έχουν έτοιμη πολιτική πρόταση, ζητάνε να υπακούσουμε στα προστάγματα των ξένων. Έχουν φτάσει σε σημείο να ζητάνε από την Βουλή να αυτοκαταργηθεί και να αναθέσει εν λευκώ την διακυβέρνηση σε κάποιον πεφωτισμένο τεχνοκράτη. Αντιθέτως, όσοι στέκονται απέναντι από το Μνημόνιο δυσκολεύονται να αρθρώσουν συγκροτημένο πολιτικό λόγο, πειστική αντιπρόταση, για τον απλούστατο λόγο ότι πρέπει να την δημιουργήσουν, να την διαμορφώσουν. Και μάλιστα εξαρχής, αφού ρεαλιστική πολιτική αντιπρόταση στην λιτότητα που καταστρέφει την Μεσαία Τάξη αναζητείται σχεδόν σε όλες τις χώρες.

Παρά τις δυσκολίες, τις απογοητεύσεις, τις διαψεύσεις δεν θα πρέπει να αφηνόμαστε στην άγονη αδιαφορία. Στο κάτω-κάτω της γραφής, αν ελπίζει σε κάτι αυτή τη στιγμή το πολιτικό σύστημα, αυτό είναι η αποχή, το άκυρο και το λευκό. Πρέπει, οφείλουμε να συμμετέχουμε και να συνεισφέρουμε. Και αν αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει κάποιος φορέας που να μας εκφράζει, μπορούμε να συμμετέχουμε ως συζητητές / συνομιλητές, στις παρέες, στα κοινωνικά δίκτυα, οπουδήποτε στην κοινωνία. Στο κάτω-κάτω της γραφής πολιτική και Δημοκρατία χωρίς ιδέες και χωρίς συζήτηση δεν υπάρχει.

Μεγαλύτερη τραγωδία και από του Μνημονίου θα είναι, αν εμφανιστεί το καινούργιο και αποτύχουμε να το αναγνωρίσουμε, να το υποστηρίξουμε, να το αναδείξουμε. Κι αυτός ο κίνδυνος είναι ορατός όσο βυθιζόμαστε στην αφασία της παραπολιτικής.

Το πρώτο φιλί

Μετά το πρώτο μου φιλί, γύρισα στο σπίτι με τη γλώσσα τόσο μουδιασμένη, ώστε δεν μπορούσα να νιώσω καμία γεύση κι αυτό επέτεινε την αίσθηση ότι μια εποχή τελείωνε και μια άλλη άρχιζε. Γενικά μια εποχή τελείωνε και μια άλλη άρχιζε εκείνο τον καιρό μέσα σε μια ανέμελη χαρά, που σήμερα τη λες και εγκληματική αφέλεια: Αυτοκρατορίες κατέρρεαν, τείχη γκρεμίζονταν, τα τραπέζια στα σπίτια καταλαμβάνονταν από κομπιούτερ και στη μικρή μας χώρα διαδηλώναμε χωρίς ενοχές πλέον την αγάπη μας για τις παλιές ελληνικές ταινίες, διασκεδάζαμε με τραγούδια της περασμένης γενιάς και ζαπάραμε κρυφά τα βράδια στο RTL για να πάρουμε μάτι κάνα βυζί.

Η Αντωνία, το κορίτσι που φιληθήκαμε Σάββατο απόγευμα στην Κιάφα, πίσω από ένα γυρτό πεύκο, ήταν ένα χρόνο μικρότερή μου, όμως ήταν εκείνη που πήρε την πρωτοβουλία. Γελούσε ενώ έγερνε προς το μέρος μου και γενικά μου το έπαιζε έμπειρη στα θέματα αυτά, όταν όμως τα στόματά μας ενώθηκαν, κατάλαβα ότι παρά τους κομπασμούς της ήταν εξίσου άσχετη με μένα. Είχε σουφρώσει τα χείλη της δημιουργώντας μια μικροσκοπική στρογγυλή τρυπούλα στη μέση από την οποία ξεπρόβαλε η γλώσσα της, λεπτή, δροσερή, πορώδης και ανεξήγητα στεγνή. Η δική μου γλώσσα παρέμενε σταθερή κι ακίνητη μέσα στο στόμα μου, πραγματικός εύζωνας εν ώρα καθήκοντος.

Μείναμε έτσι ακίνητοι με τα χείλια κολλημένα, τη γλώσσα της να αγγίζει απαλά τη δική μου και το άγχος μη μας δει κανείς για λίγα δευτερόλεπτα, χωρίς να συγκρουστούν και να συντριβούν οι μύτες μας, όπως πολύ φοβόμουνα. Κι αφού η μύτη μου επιβίωσε, ένα άλλο πρόβλημα προέκυψε, εντελώς αναπάντεχα: Πού να βάλω τα χέρια μου. Ένιωθα τα δικά της απαλά δεμένα γύρω από τη μέση μου κι αυτό ήταν όμορφο και σωστό, έτσι έβαλα κι εγώ τα δικά μου γύρω από τη δική της όσο μπορούσα πιο παρόμοια. Όμως κάτι δεν μου καθόταν καλά σ’ αυτό, ήθελα να νιώσω και περισσότερα από το σώμα της και τα ανέβασα στην πλάτη της. Άγγιξα όμως το σουτιέν και τα κατέβασα ξανά κάτω στη μέση, για να τα ανεβάσω στη συνέχεια ακόμα πιο ψηλά, στους ώμους, που ήταν πια εντελώς χάλια, αλλά είχα απελπιστεί τόσο με αυτό το θέμα, που τα άφησα εκεί μη ξέροντας τι άλλο καλλίτερο να κάμω.

Παρά το άγχος μη μας δει κάποιο από τα παιδιά, που παίζανε γύρω-τριγύρω στο πάρκο, παρασύρθηκα τόσο, ώστε έκλεισα τα μάτια μου κι ήταν τότε που η αγκαλιά, το φιλί, η Αντωνία, μου φάνηκαν τόσο εξώκοσμα, τόσο εξογκωμένα, τόσο αυτονομημένα, από τον υπόλοιπο κόσμο, ώστε όταν τα ξανάνοιξα, τα πάντα μου φάνηκαν καινούργια κι άφθαρτα.

Η Αντωνία χαμογελούσε:

«Μα πώς χτυπάει έτσι η καρδιά σου!»

Πράγματι, η άτιμη χτυπούσε όσο πιο ντροπιαστικά μπορούσε, ακανόνιστα, γρήγορα και εκκωφαντικά. Οι δονήσεις της διαπέρασαν το λεπτό μου θώρακα και τα χοντρά μπουφάν μας κι έφτασαν ως το στήθος της, παρά το γεγονός ότι η αγκαλιά μας κάθε άλλο παρά σφιχτή ήταν. Φυσικά κοκκίνισα σαν παντζάρι, όταν άκουσα τα λόγια της και, ακόμα πιο φυσικά, άλλαξα κουβέντα μόλις βρήκα τα λόγια:

«Πάμε στους άλλους;»

Τρέξαμε να ενσωματωθούμε στον υπόλοιπο κόσμο φοβούμενοι τις ενδεχόμενες συνέπειες της λιποταξίας μας, αλλά τα παιδιά ούτε που είχαν παρατηρήσει την απουσία μας. Κι αυτό ήταν απογοητευτικό.

Αντιθέτως, πρόσεξαν το δυσπερίγραπτο ύφος μου. «Όλα εντάξει;», με ρώτησε εμπιστευτικά ο Χάρης, ενώ ο Χοντρός το έριξε ως συνήθως στην καζούρα, στην οποία συμμετείχε παραδόξως και η Αντωνία. Ο Βασίλης, που έμενε στο διπλανό σπίτι, ως συνήθως είχε γίνει νούλα, κι εγώ μη βρίσκοντας από πού να κρατηθώ, απόμεινα να κοιτάζω τους φίλους μου σαν χαμένος, κάτι που φυσικά τους ενέπνευσε για ακόμα περισσότερη πλάκα.

Το επεισόδιο κατέληξε στο καθιερωμένο φατούρο, το οποίο δεν μπόρεσα να φχαριστηθώ, γιατί με έτρωγε η στάση της Αντωνίας. Ήμουν φυσικά πεπεισμένος ότι προηγουμένως τα είχα κάνει όλα λάθος, διαισθανόμουν όμως ότι α) δεν ήταν πια και τόσο λάθος, β) ούτε κι εκείνη είχε αριστεύσει. Αλλά πέρα από αυτά, εκείνο που με βασάνιζε περισσότερο ήταν η διαψευσμένη βεβαιότητα ότι μεταξύ μας υπήρχε κάτι το ιδιαίτερο.

Όταν σκοτείνιασε για τα καλά και χαιρετηθήκαμε με τα παιδιά, με έναν τρόπο έμεινα με την Αντωνία στο στενό πεζοδρόμιο κάτω από το πάρκο. Πίσω μας ένα πετρόχτιστο πεζούλι, μπροστά ένα τεράστιο φορτηγό κι από πάνω τα πεύκα. Αγκαλιαστήκαμε και τα μάγουλά μας τρίφτηκαν. Ένιωσα πάλι την καρδιά μου να σφυροκοπάει, αλλά δεν είχα τρόπο να την σταματήσω, έτσι απλά γύρισα και την φίλησα. Οι γλώσσες μας ενώθηκαν κι άρχισαν να χαϊδεύονται. Η δική της εξακολουθούσε να είναι στεγνή, δροσερή και πορώδης, τα χείλια της όμως ξεσούφρωσαν, χαλάρωσαν, κόλλησαν όμορφα πάνω στα δικά μου. Πήρα θάρρος, την έσφιξα πιο πολύ στην αγκαλιά μου κι αποφάσισα να βάλω ακόμα πιο βαθιά την γλώσσα μου στο στόμα της, τα δόντια μας όμως τράκαραν.

«Μη… Ανατριχιάζω…» είπε η Αντωνία νωχελικά.

Μεσοχείμωνο

Αν ρωτήσεις τους παλιούς, θα σου πουν ότι τόσο μεγάλη παγωνιά που να κρατάει επί τόσες μέρες, δεν θυμούνται. Στα μέρη μας κάνει πάγο για μια ή δύο μέρες και μετά το γυρίζει σε βροχή κι ομίχλη. Τώρα, η ξηρή παγωνιά κοντεύει δυο βδομάδες.

Βγήκα πάντως και περπάτησα αρκετά στα μείον δέκα και τα μείον δώδεκα. Την πρώτη φορά, αφού περπάτησα μερικά μέτρα και άρχισα ο άφρων να σκέφτομαι ότι δεν είναι τελικά και κάτι τρομερό, ένιωσα ξαφνικά την παγωνιά να εισβάλει από παντού βαθιά στο σώμα μου. Να φθάνει ακαριαία στο μεδούλι μου. Και πιο βαθιά, στην ψυχή μου.

Άνοιξα βήμα.

Όσο γρήγορα κι αν βάδιζα όμως, δεν ζεσταινόμουν. Και δεν σας το κρύβω ότι στην αρχή πανικοβλήθηκα, αλλά μετά παρασύρθηκα από την παγωμένη ομορφιά της νύχτας. Ο αέρας ήταν τόσο διαυγής, απαλλαγμένος από κάθε σωματίδιο ή μικροοργανισμό κι είχα την εντύπωση ότι ανάσαινα καθαρό οξυγόνο. Κι έπειτα η ατμόσφαιρα ήταν τόσο διάφανη, ώστε νόμιζα ότι μπορούσα να διαπεράσω με το βλέμμα μου και να δω και πέρα από τα βουνά ακόμα. Μοιραία αυτή η παγωμένη καθαρότητα επηρέασε και το νου μου: Όλα έγιναν αίφνης τόσο σαφή, τόσο περιχωρημένα και αυτονόητα, ώστε δεν χρειαζόταν καμιά προσπάθεια, καμιά κατανάλωση χρόνου ή ενέργειας για να τα στοχαστεί κανείς.

Το απόλυτο κρύο ως απόλυτο φως: Γνόφος.

*          *          *

Ξαναδιαβάζω J. D. Salinger.

Όταν τον πρωτοδιάβασα, επηρεασμένος από την στιβαρότητα του Hemingway,  δεν τον εκτίμησα. Τώρα μ’ αρέσει να διαβάζω για τις γυναίκες του: Αυτές που ποθούμε και μας εκνευρίζουν και μισούμε.

*          *          *

Μας έχουν πείσει σχεδόν ολοκληρωτικά ότι όλα είναι οικονομία, κάτι εξειδικευμένο δηλαδή και συνεπώς απρόσιτο στους κοινούς θνητούς, κατάλληλο μόνο για τους πεφωτισμένους τεχνοκράτες.

Θα ήθελα να ξαναθυμηθούμε ότι όλα είναι πολιτική -και η οικονομία- για να μπορέσουμε να ξαναπιάσουμε τις ζωές μας. Να ξαναρχίσουμε να χτίζουμε τον κόσμο μας.

Και πολιτική δεν είναι απάθεια και αδιαφορία, αλλά ενδιαφέρον, συμμετοχή και πάθος. Που σημαίνει ότι παρά την αποστροφή και την αηδία που μας προξενούν πρόσωπα και καταστάσεις, πρέπει να συμμετέχουμε. Παντού. Να πιέζουμε τον εαυτό μας και να συμμετέχουμε, σαν να πίνουμε το πικρό φάρμακο. Να μην παραχωρούμε και αυτό μας το δικαίωμα.

Άλλος τρόπος δεν υπάρχει.

*          *          *

Γιατί θάνατος οι γυναίκες που αγαπιούνται καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια;

Δεν είναι τόσο όμορφο όσο η ζωή η ίδια, ο έρωτας να είναι τόσο προσιτός, απλός, ενταγμένος στην καθημερινότητά μας, όπως το καθάρισμα του κρεμμυδιού, το ψήσιμο του καφέ, το σφούγγισμα της μύτης μετά το φτέρνισμα;

*         *         *

Ο αδερφός μου με κοροϊδεύει που κόλλησα με το Futurama. Αλλά: 1. Δεν το είχα δει ποτέ συστηματικά, μόνο σκόρπια επεισόδια, όποτε τύχαινε και 2. Με τη δουλεία που ρίχνω αυτή την εποχή έχω ανάγκη από μια έξυπνη κωμωδία.

Α, κι επίσης, φέτος οι Simpsons είναι λιγότερο αστείοι κι από πέρσι!

Εδώ…

Εδώ στο γραφείο μου.

Γύρω, τριγύρω μεγάλη ακαταστασία, χαρτιά και βιβλία και στυλό και δελτία και φωτοτυπίες σκισμένες, τσαλακωμένες, στοιβαγμένες και φλασάκια –όλα σε μια χαώδη και χαοτική  μεν, σειρά δε. Εδώ κινούμαι.

Όσο κι αν ακούγεται περιορισμένο το πεδίο δράση μου, τόσο ευρύ είναι στο φαντασιακό / εικονοπραγματικό επίπεδο. Εκτείνεται σε χρόνο και σε τόπο σχεδόν απεριόριστο –είναι κι η δουλειά βλέπετε, που μου επιτρέπει τη μια στιγμή να βρίσκομαι στην έρημο της Συρίας κατά την Ύστερη Αρχαιότητα και την άλλη στο σύγχρονο Λονδίνο ή πιο τραγικά, στη σύγχρονη Ελλάδα.

Αν αναρωτιέσαι ποιο το νόημα όλων αυτών, είμαι έτοιμος να σου αραδιάσω λόγους κι αιτίες και συνέπειες λογικά αρθρωμένες και διαρθρωμένες, αλλά από ένστικτο σταματώ. Προτιμώ να σου πω «Έτσι κάνανε και οι παλιότεροι, έτσι κι εμείς με τον δικό μας τρόπο, με τη δικιά μας γλώσσα, έχε λίγη εμπιστοσύνη, αδελφέ» γιατί δεν είναι μόνο κουραστικό να ανακαλύπτουμε κάθε φορά εξαρχής τον τροχό, είναι και σημαντική απώλεια χρόνου.

Υπάρχει, βέβαια, μια θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα σε μας και τους παλαιότερους:

Οι ζωές μας έχουν γίνει τόσο περίπλοκες, ώστε έχουν καταντήσει ακατανόητες. Και ταυτοχρόνως τόσο ευρείες, ώστε καταλήγουν περιορισμένες. Φταίει η εξειδίκευση που μας κάνει να βαθαίνουμε και να πλαταίνουμε την αντίληψη, τις γνώσεις και την κατανόησή μας για ένα απειροελάχιστο κομματίδιο της ανθρώπινης εμπειρίας και να χάνουμε το καθολικό νόημα. Γιατί, κι εδώ είναι το μυστικό, καθολικότητα, η προοπτική απλοποιεί τις ζωές μας, τις καθιστά πιο εύκολες, πιο ευτυχισμένες, τολμώ να πω: και πιο υγιείς. Για σκεφτείτε πόσο αστεία φαντάζουν σήμερα όλα όσα μας ταλαιπώρησαν και μας στεναχώρησαν όταν ήμασταν παιδιά. Ό,τι φάνταζε τότε σαν δυσπρόσιτο βουνό, σήμερα το βλέπουμε κατηφόρα –αν το ξέραμε αυτό και τότε…

Το πρόβλημα αυτό –γιατί πρόβλημα είναι– έχει γίνει αντιληπτό στον κόσμο της επιστήμης, γι’ αυτό και γίνονται προσπάθειες να συνοψιστεί η γνώση. Επιστήμονες όλων των ηλικιών και των σχολών, αφήνουν τις διαφορές τους κατά μέρος και ενώνουν τις δυνάμεις τους για να συντάξουν μεγάλα συλλογικά και συνοπτικά έργα, λεξικά, εγκυκλοπαίδειες, οδηγούς, βοηθήματα για συγκεκριμένα θέματα (πχ τον αρχαίο Χριστιανισμό, την Ύστερη Αρχαιότητα, την χριστιανική λογοτεχνία της Ύστερης Αρχαιότητας, την αγιολογία, την οικογένεια, το παιδί, για να μείνω σε ορισμένα θέματα του δικού μου πεδίου). Προσπαθούν έτσι να συνοψίσουν τις γνώσεις, τα επιτεύγματα και τα συμπεράσματα και ταυτοχρόνως να δώσουν ώθηση στην επιστήμη.

Στην διαχείριση της πραγματικότητας (ας πούμε έτσι την πολιτική) δεν έχουμε φτάσει ακόμα σε αυτό το σημείο. Τώρα ζούμε σε μια περίοδο που οι πολίτες ανακηρύσσονται ουσιαστικά ανίκανοι να αντιληφθούν και να αποφασίσουν το συμφέρον τους, γιατί στερούνται εξειδικευμένων γνώσεων. Επιβάλλεται μια μονομπλόκ άποψη ως η μόνη σωστή, οι άλλες –αν υπάρχουν– δαιμονοποιούνται / γραφικοποιούνται / απομονώνονται.

Αν στον Μεσαίωνα το διαφορετικό δόγμα κηρύσσονταν αιρετικό και πατάσσονταν, τώρα η άλλη άποψη, η άλλη οπτική κηρύσσεται λαϊκιστική. Έτσι όμως η Δημοκρατία δεν καταντάει απλώς, αλλά καθίσταται κενό γράμμα, βαρετή διαδικασία, ξεπερασμένη από τα πράγματα.

Και το πρόβλημα είναι ότι αν δεν αποκαταστήσουμε το νόημα της Δημοκρατίας, αν δεν δώσουμε πάλι αξία στις διαδικασίες της, που σημαίνει, αν ο πολίτης (εγώ, εσύ, όλοι μας) δεν αρχίσει πάλι να συμμετέχει με ενθουσιασμό, μαχητικότητα και αποφασιστικότητα, τίποτα δεν θα μπορέσουμε να κάνουμε / καμιά κρίση δεν πρόκειται να υπερβούμε…

Κόκκινη γραμμή

Η απόφανση του κ. Παπαδήμου «Για μένα κόκκινη γραμμή είναι η σωτηρία της Ελλάδας» παρά τις φιλότιμες προσπάθειες των ΜΜΕ να υπογραμμίσουν τον ηρωικό και πένθιμο λυρισμό της, ενέτεινε την καχυποψία των πολιτών απέναντι στον ίδιο και την πολιτική που κλήθηκε να διαπραγματευτεί και να εφαρμόσει.

Γιατί όμως; Σε άλλες εποχές μια τέτοια δήλωση θα την υποδεχόμασταν με ρίγη συγκινήσεως, θα γινόταν μότο της εποχής, γκράφιτι σε τοίχους και ίσως-ίσως ο κόσμος θα ξεχύνονταν στους δρόμους σε αυθόρμητες διαδηλώσεις υπέρ του Πρωθυπουργού. Γιατί σήμερα αυτή η δήλωση συγκεντρώνει ειρωνικά και επιθετικά σχόλια ή, στην καλλίτερη περίπτωση, την απαξιωτική αδιαφορία των πολιτών;

Η απάντηση είναι απλή, πλην όμως οδυνηρή:

Κανένας μας δεν ξέρει πια τι εννοούν οι πολιτικοί μας ηγέτες, όταν αναφέρονται στη «σωτηρία της χώρας», σε τι αναφέρονται όταν λένε «Ελλάδα».

Για παράδειγμα, ο κ. Βενιζέλος έχει ήδη διαχωρίσει την Ελλάδα από τους Έλληνες λέγοντας ότι άλλο η χρεωκοπία των Ελλήνων κι άλλο της Ελλάδας. Όμως τι είναι μια Ελλάδα χωρίς Έλληνες; Μην είν’  οι κάμποι; Τα βουνά; Η θάλασσα ή τα Ολυμπιακά έργα;

Θα ήταν συνεπώς καλό και χρήσιμο ο κ. Παπαδήμος, οι υπουργοί του, οι βουλευτές, όλοι οι παράγοντες εξουσίας, να μας πουν τι ακριβώς ορίζουν ως «Ελλάδα». Διότι εκείνο που σε άλλες εποχές ήταν μάλλον αυτονόητο, σήμερα προκαλεί μεγάλη σύγχυση.

Να μάθουμε δηλαδή χωρίς περιστροφές τι προσπαθούν τέλος πάντων να διασώσουν οι ηγέτες μας, από τη στιγμή που κατέστησαν την Ελλάδα χώρα υπό περιορισμό χωρίς εθνική και λαϊκή κυριαρχία με εκατομμύρια ανέργων και φτωχοποιημένων να στοιβάζονται στους διαδρόμους της ζωής.

Αλλιώς:

Από ποια αφετηρία διαπραγματεύεται ο κ. Παπαδήμος και ποιος είναι ο στόχος του; Τι είναι διατεθημένος να εκχωρήσει ο χωρίς κόκκινες γραμμές Πρωθυπουργός και τα κόμματα που τον στηρίζουν για να εκταμιεύσουν την όποια επόμενη δόση και το PSI;

Γιατί πολύ φοβάμαι ότι το σύστημα εξουσίας (επιχειρηματίες, ΜΜΕ, πολιτικοί, κόμματα) ως «Ελλάδα» προσδιορίζει τον εαυτό του και μόνο και τον εαυτό του και μόνο διαπραγματεύεται και παλεύει με νύχια και με δόντια για να περισώσει

*

Αυτή τη στιγμή 3,03 εκατ. άτομα (27% του πληθυσμού) ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας, ενώ το 20,1% του πληθυσμού κινδυνεύει να πέσει κάτω από αυτό το όριο.

Μπορεί ο τεχνοκράτης κ. Παπαδήμος να μας πει τουλάχιστον πόσοι ακόμα θα φτωχοποιηθούν μετά την εφαρμογή της πολιτικής που διαρπαγματεύεται χωρίς κόκκινες γραμμές και άλλους παλιομοδίτικους περιορισμούς; Τι σόι Ελλάδα είναι αυτή που δημιουργεί δηλαδή…

Οι αγαπημένες μου ταινίες

Κάθε φορά που με ρωτάνε ποιες είναι οι αγαπημένες μου ταινίες κάνω μια βουτιά στα βάθη της συνείδησης, που είναι βουτιά στα βάθη της μνήμης, που είναι βουτιά στα βάθη του χρόνου.

Γιατί η ερώτηση για το αγαπημένο μας τάδε, αναγκαστικά δεν μας πάει σε εκείνο που αντικειμενικά είναι καλλίτερο ή αρτιότερο, αλλά σε όσα υποκειμενικά έγραψαν μέσα μας. Σε εκείνα που άφησαν το χνάρι τους στο μυαλό, την ψυχή και την καρδιά μας και ανεπίγνωστα έγιναν το μέτρο με το οποίο κρίνουμε όλα τα μεταγενέστερα.

Με άλλα λόγια, όταν ρωτάμε / απαντάμε ποιο είναι το αγαπημένο μας κάτι, δεν μας ενδιαφέρει τόσο η συγκεκριμένη πληροφορία που παίρνουμε / δίνουμε, όσο το τι αυτή δηλώνει για μας, την προσωπικότητα, το γούστο μας, τη στάση μας ακόμα-ακόμα απέναντι στη ζωή, πώς βλέπουμε τα πράγματα. Γι’ αυτό έχουμε αγαπημένα τραγούδια που δεν τα έχουμε ακούσει η σιγοψιθυρίσει για χρόνια, φαγητά που δεν τα τρώμε παρά σπάνια ή ποτέ, πόλεις στις οποίες δεν μένουμε ή δεν επισκεπτόμαστε πλέον, φίλους που δεν βρισκόμαστε κοκ.

.

Ανακάλυψα τον κινηματογράφο την εποχή του ανακάλυπτα και τον υπόλοιπο μεγάλο κόσμο –εννοώ τον κόσμο έξω από το σπίτι μου–, όταν ήμουν έφηβος.

Εντάξει, και σαν παιδί έβλεπα ταινίες, ελληνικές τις Κυριακές τα μεσημέρια ή και κάνα βράδυ ενδιάμεσα, με τον Ταρζάν ή άλλες οικογενειακές όποτε έπαιζε η τηλεόραση και συχνά την Κινηματογραφική Λέσχη του Μπακογιαννόπουλου –μεγάλο σχολείο, αλλά αυτό κάποια επόμενη φορά. Επίσης ο πατέρας μου μας πήγαινε στο σινεάκ τα πρωινά της Κυριακής, όποτε ερχόταν στην πόλη μας και βλέπαμε παλιά καρτούν, Χονδρό-Λιγνό και ταινίες με το Κατσαριδάκι. Έβλεπα, με άλλα λόγια, ό,τι μπορούσα να δω, ενώ σαν έφηβος μπορούσα πλέον να επιλέξω.

Οι βόλτες μου στην πόλη είχαν μόνιμες στάσεις τις προθήκες των σινεμά και τις βιτρίνες των βίντεο-κλαμπ. Τα πρώτα είχαν κάτι μυστηριακό, με τις τεράστιες αφίσες τους και τις φωτογραφίες από σκηνές της ταινίας, τα πολύχρωμα καλλιγραφικά γράμματα που διαφήμιζαν το Αριστούργημα που παίζονταν Σήμερον, τους κακοφωτισμένους διαδρόμους και τις ψυχρές, σκοτεινές αίθουσες με τις άβολες πολυθρόνες –ω ναι, τα σινεμά εκείνης της εποχής, της προ-Ιντεάλ εποχής, δεν είχαν καμιά σχέση με τις σημερινές multiplex αίθουσες.

Τα βίντεοκλάμπ ήταν φυσικά αλλιώς. Έμοιαζαν περισσότερο με καταστήματα της γειτονιάς, όπως ο φούρνος, το μπακάλικο ή το ψιλικατζίδικο. Όμως –τι παράξενο!– ενώ τα άλλα συνόψιζαν κατά κάποιο τρόπο τον κόσμο της γειτονιάς, στα βίντεοκλάμπ ανοιγόταν ένας άλλος κόσμος.

Θυμάμαι νοίκιαζα συνήθως ταινίες από την Διώνη, ήταν επί της Δωδώνης, ακριβώς απέναντι από το Σεράι και φύσικά δεν υπάρχει πια, αν και τότε ήταν από τα μεγαλύτερα. Πίσω από τον πάγκο στεκόταν ένας ψηλός, μελαχρινός κύριος με άσπρα μαλλιά και στενά μάτια, που ήταν μονίμως συνοφρυωμένος. Θύμιζε περισσότερο αυστηρό καθηγητή μαθηματικών ή ταγματάρχη, παρά βιντεοκλαμπά. Δεν ανταλλάσσαμε άλλες κουβέντες πλην των απολύτως αναγκαίων (καλημέρα και καλησπέρα δεν συγκαταλέγονται σε αυτές), πράγμα που φυσικά δεν με δυσαρεστούσε καθόλου –το αντίθετο, ήταν το μόνο βολικό στην εν γένει άβολη εικόνα του.

Δεν θα ασχοληθώ εδώ με την κουλτούρα του βίντεοκλάμπ. Σημειώνω μόνο ότι δημιούργησε μια ένα κινηματογραφική κουλτούρα, ένα νέο τύπο σινεφίλ (και δημιουργών, ο Ταραντίνο είναι το πιο γνωστό και χαρακτηριστικό παράδειγμα), όπως άλλωστε και σήμερα το δίκτυο και το ipad διαμορφώνει μια άλλη κινηματογραφική κουλτούρα.

Αυτό πάντως που μπορώ να σας πω είναι πως δεν ακολουθούσα τον συρμό της εποχής – τα γούστα μου γενικά δεν συμπίπτανε με εκείνα των συμμαθητών μου. Έτσι έχω νοικιάσει μία ή δύο Ελληνικές βιντεοκασέτες, παρότι κυκλοφορούσαν τότε σωρηδόν· δεν μου άρεσαν· δεν τις έβρισκα καν αστείες. Δεν μεγάλωσα λοιπόν με τον Στάθη Ψάλτη ή την Βίνα την Ασίκη, όπως, για παράδειγμα, ο Φοίβος Δεληβοριάς. Το ίδιο και με τα καράτε ή τα σπλάτερ –δεν μου άρεσαν και δεν μου αρέσουν οι τσόντες, οι ταινίες με την υποτυπώδη πλοκή – αφορμή πάνω στην οποία κολλάν αναμενόμενες σεκάνς με το ζητούμενο του κάθε είδους, πολεμικές τέχνες, αίμα, ο χαβαλές και η πλάκα, το σεξ… Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι ήμουν κάποιο παιδί-θαύμα – απλώς ότι από τότε δεν τα πήγαινα καλά με τον χαβαλέ.

Κυρίως μου άρεσαν οι μεγάλες αφηγηματικές ταινίες με υπόθεση, χαρακτήρες και συναίσθημα –τα Indiana Jones βρίσκονταν και εξακολουθούν να βρίσκονται στην κορυφή αυτής της πυραμίδας. Οι δυο ταινίες του Michael Douglas και της Kathleen Turner που κυνηγούσαν θησαυρούς, επίσης. Μου άρεσαν ακόμα οι περιπέτειες με τον Σβαρτσενέγκερ, όχι του Σταλόνε, αυτές τις ανακάλυψα κοντά στα 30 μου, το Robocop και τα Φονικά Όπλα, τα Back to the Future, τα Mad Max και τα James Bond (παραδέχομαι ότι ο Roger Moore ήταν ο αγαπημένος Bond της εφηβείας μου). Και φυσικά έβλεπα και ξανάβλεπα τo Goonies και το Who Framed Roger Rabbit… Στις κωμωδίες ήμουν μάλλον πιο δύσκολος. Μου άρεσε πολύ ο Peter Sellers, η σειρά του Ροζ Πάνθηρα, τα Gostbusters και οι ταινίες του Bill Murray και, φυσικά, η σειρά της Μεγάλης Των Μπάτσων Σχολής.

Αυτά στην αρχή-αρχή της εφηβείας. Γιατί κάπου στη μέση άρχισα να ανακαλύπτω και να μου αρέσουν άλλα πράγματα. Ηθοποιούς σαν τον Marlon Brando, τον J. Nicholson, τον R. DeNiro, η F. Dunaway σκηνοθέτες όπως ο Coppola, o Huston, o John Ford, ο Ivory και o P. Weir, ταινίες όπως το Five Easy Pieces, Easy Rider, The Mosquito Coast, Chinatown, Reflections in a Golden Eye και το Remains of a Day, Το Λιμάνι της Αγωνίας και το Λεωφορείον ο Πόθος, το Rebel without a cause και τον Κύκλο των χαμένων ποιητών, φυσικά το The Searchers, η Ταχυδρομική Άμαξα και το Rio Bravo. Τα γουέστερν του Clint Eastwood και μάλιστα όχι τόσο τα spaghetti, όσο της αμερικάνικης περιόδου του και κυρίως όσα σκηνοθέτησε ο ίδιος: High Plains Drifter, Pale Rider, The Outlaw Josey Walles και πάνω απ’ όλα το Unforgiven. Οι κωμωδίες του Mel Brooks και το Four Weddings and a Funeral. Το σινεμά του Coppola, επικό και βαθιά φιλοσοφικό ταυτόχρονα με έχει επηρεάσει βαθύτατα –η τριλογία του Godfather, το Apocalypse Now!, και οι δυο «νεανικές» ταινίες του, το Rumble Fish και το Outsiders περισσότερο απ’ όλα. Ο Ταξιτζής του Scorsese μαζί με το King of Comedy –το Raging Bull το είδα κάπως πιο αργά– και φυσικά τα Καλά Παιδιά.

Στο Λύκειο ανακάλυψα τον Woody Allen που δεν τον αποχωρίζομαι με τίποτα, είδα Bergman και πολλές γαλλικές ταινίες του νέου κύματος, βουβές ταινίες και όσα noir μπορούσα να βρω. Και φυσικά τότε ήταν η εποχή του ανεξάρτητου αμερικάνικου σινεμά, ενώ ανακαλύπταμε σκηνοθέτες όπως ο Fincher, o Burton και ο Friars, οι οποίοι ήταν μάλλον στην αρχή της καριέρας τους…

.

Τώρα έχω βαρεθεί τις ταινίες με τους σούπερ ήρωες, τα μπιγκίνινγκς και τα όριτζινς, την ίδια αφελή ιστορία, των δυο φίλων που γίνονται εχθροί ή του καλού που μας σώζει από το κακό και τα πιο αφελή εφέ τους, αλλά διασκέδασα απίστευτα με τον Tin-Tin του Spielberg, που, το παραδέχομαι, είχε την αύρα του παλιομοδίτικου –μήπως παραμεγάλωσα;

Οι ταινίες που μου αρέσουν πραγματικά πλέον και κυνηγάω σαν τρελός, δεν είναι τα αριστουργήματα, αλλά μικρές, ανθρωποκεντρικές ταινίες. Τελευταία μου άρεσαν για παράδειγμα το Win Win, το Cedar Rapids, Everything must go, το The beaver. Πιο μεγάλες παραγωγές, αλλά πάντα με ανθρώπους και ιστορίες στο επίκεντρο, όπως το The Company Men ή το The Ides of March. Και περιμένω πώς και πώς την καινούργια του Alexander Pein και του David Fincher…