Monthly Archives: Μαρτίου 2012

Stephen King, The Stand (Το Κοράκι)

Δεν είμαι φανατικός αναγνώστης του King ή των μυθιστορημάτων τρόμου, μου αρέσει κυρίως η κλασική λογοτεχνία, αλλά πρέπει να ομολογήσω ότι ο συγγραφέας αυτός με μαγνητίζει. Κατάφερε να κατακτήσει τον κόσμο με ιστορίες βγαλμένες από την βαθιά επαρχία της Αμερικής, οι οποίες έχουν αναφορά σε κάποια παιδικότητα –αυτό είναι το οικουμενικό στοιχείο τους.

Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι ο Stephen King είναι σημαντικό συγγραφέας –ο όγκος του έργου του, η επιτυχία και η διάρκειά του είναι ικανές αποδείξεις. Μάλλον δεν πρόκειται να κερδίσει το Nobel, αλλά στοιχηματίζω ότι θα διαβάζεται όταν αρκετοί νομπελίστες των τελευταίων χρόνων θα έχουν ξεχαστεί. Είναι όμως και άνισος: Σε κάποια έργα του η κεντρική ιδέα μένει μετέωρη, άλλες φορές οι χαρακτήρες μπαίνουν και βγαίνουν λες και τους ξεχνάει, αριστουργηματικές σελίδες δίνουν τη θέση τους σε άλλες που φαντάζουν ρουτινιάρικες. Θα μου πει βέβαια κάποιος: Και ο Ντοστογιέφσκι άνισος συγγραφέας είναι –και θα έχει δίκιο. Πολλές φορές στην τέχνη δεν έχει σημασία η τεχνική αρτιότητα, αλλά κάτι άλλο που μπορεί να είναι η μεγάλη ιδέα, οι χαρακτήρες, η ατμόσφαιρα ή κάτι άλλο.

Ξεκίνησα να διαβάζω το The Stand για έναν πολύ απλό λόγο: Ήθελα να διαβάσω ένα μυθιστόρημα και ήταν το μόνο πρόχειρο εκείνη την ώρα –κάποιος φίλος μου είχε χαρίσει την kindle έκδοσή του, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Το μυθιστόρημα είναι ογκώδες. Η πλήρης μορφή του, χωρίς περικοπές και συντομεύσεις που διάβασα εγώ, ξεπερνάει στην έντυπη έκδοση τις 1100 σελίδες. Ο όγκος του είναι ανάλογος της φιλοδοξίας του συγγραφέα: Αν η αρχική του επιθυμία ήταν να γράψει ένα ογκώδες μυθιστόρημα στο πρότυπο του Άρχοντα των Δαχτυλιδιών (έτσι ξεκίνησε να γράφει και τον Μαύρο Πύργο), αυτό που έχουμε στα χέρια μας δεν είναι ένα μυθιστόρημα περιπλάνησης σε έναν εξωτικό κόσμο που καταλήγει σε σύγκρουση του Καλού και του Κακού, αλλά ένα έργο που με κεκαλυμμένο πλην σαφή τρόπο, περνάει συστηματικά απόψεις για την πολιτική, την κοινωνία, τον άνθρωπο και τη φύση, την πίστη και την μεταφυσική.

Η υπόθεση είναι μάλλον απλή: Από κάποιο εργαστήριο ξεφεύγει ένας ιός που εξολοθρεύει όλο τον πληθυσμό του πλανήτη, εκτός από μερικές χιλιάδες επιζώντων, που για αδιευκρίνιστους λόγους έχουν ανοσία. Αυτοί καθοδηγούμενοι από όνειρα κι οράματα συγκεντρώνονται σε δύο στρατόπεδα, ένα στο Boulder υπό την καθοδήγηση μιας υπεραιωνόβιας γραίας, της μητέρας Abigail, και το άλλο, το κακό, στο Las Vegas υπό την εξουσία του Randall Flagg. Ο King περιγράφει με συναρπαστικό τρόπο τις προσπάθειες ανασυγκρότησης της ανθρώπινης κοινωνίας, ιδιαίτερα στο στρατόπεδο των καλών, πριν καταλήξει η ιστορία στη σύγκρουση των δύο κόσμων.

Οι αφηγηματικές ικανότητες του Κινγκ είναι απίστευτες. Από την πρώτη κιόλας σελίδα σε τραβάει στον κόσμο του έργου του και σε κάνει κομμάτι του –είναι μάλλον αδύνατο να ξεφύγεις από την γοητεία του. Και μάλιστα δεν χρειάζεται να καταφύγει καν στις σκηνές φρίκης και τρόπου, που τον έκαναν διάσημο, για να κρατήσει καθηλωμένους τους αναγνώστες του. Το The Stand, όπως και τα άλλα βιβλία του Κινγκ κατά τη γνώμη μου, είναι κατά κύριο λόγο ένα βιβλίο χαρακτήρων. Μερικές δεκάδες ανθρώπων κινούνται, αλληλεπιδρούν και πράττουν μέσα σε συγκεκριμένες καταστάσεις.

Κι εδώ βρίσκεται ένα ακόμα ταλέντο του: Όσο ακραίες ή εξωπραγματικές κι αν είναι οι συνθήκες που αντιμετωπίζουν, οι ήρωες του Κινγκ δεν είναι χάρτινοι ή προσχηματικοί, αλλά παραμένουν ανθρώπινοι, ρεαλιστικοί, προσγειωμένοι, προσιτοί. Και μάλιστα αναπτύσσονται και εξελίσσονται. Τελικά, εδώ βρίσκεται το κλειδί της τεράστιας επιτυχίας του: Η βία, ο τρόμος, η φρίκη είναι το όχημα για να μιλήσει για την Αμερική του καιρού του. Κύριο θέμα του έργου του είναι ο μέσος πολίτης των ΗΠΑ.

Είναι φυσικά αδύνατο να μιλήσει κανείς αναλυτικά για ένα τέτοιο βιβλίο μέσα σε μια ιστολογική ανάρτηση. Θα ήθελα όμως εν συντομία να επισημάνω 3 βασικές συνιστώσες, που διατρέχουν όλο το έργο:

  • Πολιτική διάσταση: Όπως ανέφερα και πιο πάνω, οι ήρωες του Κινγκ είναι απλοί άνθρωποι. Μετά βίας επιβιώνουν 2 γιατροί και ένας Πανεπιστημιακός από την πανδημία. Έτσι η επιβίωση της ανθρωπότητας και η συνέχιση του πολιτισμού πέφτει στις πλάτες μικροκακοποιών, επαγγελματιών, ατόμων με ειδικές ανάγκες (ο Nick Andros για παράδειγμα, ένας από τους πιο βασικούς χαρακτήρες του βιβλίου είναι κωφάλαλος). Όλοι αυτοί οι ήρωες ανταποκρίνονται πλήρως στις ανάγκες και τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν. Όχι βέβαια γιατί οι καιροί απαιτούσαν μικρά αναστήματα, το αντίθετο: Γιατί, σύμφωνα με τον συγγραφέα, αν δοθεί η δυνατότητα ο καθένας μπορεί να ηγηθεί. Οι ικανότητες, τα ταλέντα βρίσκονται μέσα στον κάθε άνθρωπο, αλλά εν υπνώσει. Αν οι καιροί το απαιτήσουν, αν οι συνθήκες γίνουν κατάλληλες, όλοι μπορούν να γίνουν πιο έξυπνοι, πιο δυναμικοί, πιο διορατικοί κοκ. Έτσι ο Stu Redman, γνωστός ως αμίλητος πριν την Καταστροφή, επιδεικνύει αξιοθαύμαστα επικοινωνιακά χαρίσματα, όταν χρειάζεται να συντονίσει τις γενικές συνελεύσεις των επιζώντων.
  • Οικολογική διάσταση: Μετά την καταστροφή του ανθρώπου και κατ’ επέκταση του πολιτισμού, ο King παρουσιάζει τη Γη σαν να παίρνει μια βαθιά ανάσα. Τα νερά των ποταμών καθαρίζουν, τα δάση εξαπλώνονται, τα άγρια ζώα πολλαπλασιάζονται. Η φύση απελευθερώνεται από την καταπίεση του ανθρώπου και οι επιζώντες αναζητούν μια νέα σχέση μαζί της.
  • Μεταφυσική διάσταση: Όνειρα, χρησμοί, διαισθήσεις, προφητείες –είναι τα στοιχεία εκείνα που μου άρεσε λιγότερο. Μερικές φορές μάλιστα, ομολογώ, με ενόχλησε κιόλας. Σε πρακτικό επίπεδο όλα αυτά λειτουργούν σαν από μηχανής θεός που προάγουν την υπόθεση. Σε ένα άλλο επίπεδο όμως, πιο ουσιαστικό, όλα αυτά μου φάνηκε τόσο ρηχά, όσο όλη η μεταφυσική που αναδύεται από την αμερικάνικη pop culture. Από τη μια τους σέβεσαι, γιατί αναζητούν μια σχέση με το άλλο (ας το πούμε έτσι), από την άλλη η σχέση αυτή εξαντλείται σε μια τακτοποίηση του συναισθηματισμού τους, ούτε καν του ψυχολογισμού δηλαδή.
    Θα ήθελα όμως να επισημάνω και ένα άλλο στοιχείο εδώ: Τον Μανιχαϊσμό του Stephen King. Όπως ανέφερα και πιο πριν, όλα οδηγούν σε μια επική σύγκρουση του καλού και του κακού – οι επιζώντες χωρίζονται σε καλούς και κακούς. Βέβαια, οι αψεγάδιαστοι, συμπαγείς χαρακτήρες δεν έχουν ενδιαφέρον και ο Κινγκ το ξέρει πολύ καλά. Έτσι όλοι οι καλοί έχουν τα ελαττώματά τους –ακόμα και η γριά Abigail, ένας θηλυκός Μωυσής, πέφτει στο αμάρτημα της υπερηφάνειας. Και αντίθετα οι κακοί έχουν καλά στοιχεία –η κατάσκοπος που στέλνουν οι καλοί στο Las Vegas παρατηρεί ότι η καθημερινότητα των εχθρών δεν διαφέρει από την δική τους, κι ότι θα μπορούσε να είναι καλή φίλη με κάποιους από αυτούς. Εδώ όμως βρίσκεται και το κλειδί: Πέρα από τα αρνητικά χαρακτηριστικά των καλών ή τα θετικά των κακών, στο βιβλίο αυτό (όπως και σε πολλά βιβλία, ταινίες, σήριαλ που μας έρχονται από τις ΗΠΑ), οι άνθρωποι είναι στην ουσία τους καλοί ή κακοί. Έτσι, αν ο King βλέπει σε όλους, ακόμα και στον μικροκακοποιό ή τον καθυστερημένο, την δυνατότητα να γίνει ήρωας, δεν διακρίνει σε όλους τους ανθρώπους την αρχετυπική καλοσύνη και αγαθότητα. Δεν συμφωνεί δηλαδή με εκείνο που η Anna Frank έγραψε «Ασχέτως με όσα συμβαίνουν, πιστεύω ότι οι άνθρωποι είναι κατά βάθος καλοί».

Ακούω ότι κάποιοι αναγνώστες, ενώ απόλαυσαν το βιβλίο, απογοητεύτηκαν από το φινάλε. Τους καταλαβαίνω. Περίμεναν κάτι πιο εντυπωσιακό. Καταλαβαίνω όμως και τον King. Κάτι πιο εντυπωσιακό θα σήμαινε μια οριστική ή έστω στρατηγική νίκη του Καλού. Και ο Κινγκ δεν πιστεύει σε αυτό. Πιστεύει ότι ακόμα κι αν μας δινόταν η ευκαιρία να ξεκινήσουμε πάλι από την αρχή, πάλι τα ίδια λάθη θα κάναμε, στα ίδια αδιέξοδα θα καταλήγαμε αργά ή γρήγορα. Έτσι στην κοινότητα των καλών, αρχίζουν μέσα σε λίγους μήνες να κλειδώνουν τα σπίτια τους και να διατυπώνονται αιτήματα οι αστυνομικοί να οπλοφορούν.

Μπορεί οι καλοί να επικρατούν, αλλά μη γελιέστε, το The Stand είναι στην ουσία του απαισιόδοξο.

Για τον Κινγκ, ο άνθρωπος μπορεί να είναι καλός μόνο όταν είναι ελεύθερος και ελεύθερος άνθρωπος είναι εκείνος που μπορεί να περιπλανιέται χωρίς περιορισμούς στους ανοιχτούς ορίζοντες.

Τελικά, ο Μεγάλος μπορεί να πάτησε τα 65, παραμένει όμως στην καρδιά παιδί των λουλουδιών…

.

(Στην Ελλάδα το The Stand κυκλοφορεί ως Το Κοράκι -γιατί όμως;)

Advertisements

Ζήτω η Ελλάδα και καθετί μοναχικό

Επαρχιώτης στην Ομόνοια

Δεκαοχτώ χρονών πήγα για πρώτη φορά στην Αθήνα –είχαν προηγηθεί βέβαια κάποιες επισκέψεις με τους γονείς μου, αλλά αυτές είναι άλλο ζήτημα: Εγώ κατέβηκα για πρώτη φορά στην Αθήνα, όταν φοιτούσα στο Α΄ έτος μετά την εξεταστική του Φεβρουαρίου. Και πήγα φορτισμένος με όλες τις εικόνες και τους μύθους της πόλης αυτής με τους οποίους μεγάλωσα. Κι ένας από αυτούς ήταν και ο μοναχικός επαρχιώτης του Σαββόπουλου.

Η αλήθεια είναι βέβαια ότι αν και επαρχιώτης, αν και νεαρός, ποτέ δεν ένιωσα ξένος σε αυτή την πόλη –ούτε καν εκείνη, την πρώτη φορά. Δεν ξέρω πώς με έβλεπαν οι άλλοι, αλλά ο θόρυβος, η πολυκοσμία, ο ηλεκτρισμός που ανέδυε κάθε γωνιά της, μου ήταν οικεία. Ένιωθα άνετα. Ίσως από αφέλεια και απειρία, αλλά πάντως την μοναξιά που περιγράφει ο Σαββόπουλος στον Τσάμικο, δεν την βίωσα ούτε στο Παγκράτι, ούτε στην Κυψέλη, ούτε στους Αμπελόκηπους, ούτε καν στην Ομόνοια.

Τώρα που το σκέφτομαι, τέτοια υπαρξιακή μοναξιά δεν έχω νιώσει ποτέ σε σχέση με τόπους –όπου γη και πατρίς, που λέγανε και οι παλιοί– αλλά σε σχέση με καταστάσεις. Στο στρατό, για παράδειγμα, ήμουν ξένος και μου ήταν ξένοι και στις χαρές και στις λύπες και σε όλα –αλλά αυτό είναι άλλη κουβέντα…

.

Τραγουδάκια μου κατάμονα

Ο Τσάμικος κυκλοφόρησε το 1983 στον δίσκο Τραπεζάκια έξω. Γράφτηκε δηλαδή την περίοδο ακριβώς που στην Ελλάδα συνέβαιναν δύο καθοριστικά γεγονότα: Το Πασόκ αναλάμβανε την εξουσία και η Ελλάδα γινόταν πλήρες μέλος της τότε ΕΟΚ, νυν ΕΕ. Το κλίμα αισιοδοξίας και ανεμελιάς που χαρακτήριζε εκείνη την εποχή, είναι και κλίμα του δίσκου, που πολλοί φίλοι τον θεωρούν ως τον καλλίτερο του Σαββόπουλου. Ακόμα και ο τίτλος άλλωστε, Τραπεζάκια έξω, παραπέμπει στην ραστώνη και την χαλαρότητα του Θέρους. Το Καλοκαίρι όμως δεν κορυφώνεται μόνο η αναγέννηση της φύσης, ολοκληρώνεται, που σημαίνει ότι η ίδια εποχή σημαίνει και την αρχή του τέλους. Έτσι από τον δίσκο δεν λείπουν και οι σκοτεινές πτυχές, αν και συνολικά λειτουργούν μάλλον ενισχυτικά ως προς το γενικότερο πανηγυρικό του κλίμα (οι Ηπειρώτες ξέρουμε πολύ καλά ότι σε κάθε καλό πανηγύρι θα παιχτούν και μερικά μοιρολόγια). Μια τέτοια σκοτεινή στιγμή, κυριολεκτικά μαύρη τρύπα στον ενθουσιασμό της εποχής για το επερχόμενο είναι και ο Τσάμικος.

Αυτό που κάνει ο Σαββόπουλος στο τραγούδι αυτό είναι ιδιοφυές:

Παίρνει τον μοναχικό επαρχιώτη, που κυκλοφορεί με το βλέμμα απλανές στο κέντρο της πόλης –αυτόν, τον Θύμιο, που έγινε επιθεωρησιακό νούμερο, ελληνική ταινία και σήριαλ, ανέκδοτο με το οποίο όλοι κάποτε γελάσαμε– τον απεκδύει από το φολκλόρ και αναδεικνύει την τραγικότητά του, που δεν είναι άλλη από την μοναξιά του. Έτσι τον καθιστά μεταφορά και σύμβολο της σύγχρονης Ελλάδας. Γιατί, αλήθεια, τι πιο μοναχικό από την Ελλάδα;

Ναι, η ένταξη στην ΕΟΚ αποτελούσε από την μια την πραγμάτωση του πεπρωμένου της χώρας και της φυλής. Η Ελλάδα και οι Έλληνες ανήκουν, όπως είπε και ο πρωτεργάτης της ένταξης, στη Δύση· αποτελούν οργανικό κομμάτι εκείνου που ονομάζεται «υρωπαϊκός πολιτισμός, θα έλεγα εγώ. Από την άλλη όμως, μπαίνοντας ο Έλληνας στην ΕΟΚ ένιωσε μια υπαρξιακή μοναξιά. Δυσκολευόταν να βρει ομοιότητες ή ταυτίσεις με τους άλλους λαούς: Είμαστε οι μόνοι που δεν χρησιμοποιούμε το λατινικό αλφάβητο· η γλώσσα μας δεν είναι λατινογενής· δεν είμαστε ούτε Καθολικοί, ούτε Προτεστάντες, ανήκουμε στην Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία· για αιώνες ήμασταν υπήκοοι της Οθωμανικής αυτοκρατορίας· ζήσαμε τον πόνο της Καταστροφής, της Ματαίωσης και του Ξεριζωμού κοκ. Σε ποιον λοιπόν να μιλήσουμε; Ποιος θα μας καταλάβει; Σαν τον επαρχιώτη του τραγουδιού, νιώθαμε ότι ούτε καν η χαρά δεν μας ένωνε με τα άλλα μέλη της Κοινής Αγοράς.

(Τελικά, μας ένωσε βέβαια το χρήμα. Τα ΜΟΠ και τα Κοινοτικά Πακέτα που πήγαιναν και έρχονταν δεν μας γλύκαναν απλώς, αλλά μας έκαναν να ξεχάσουμε την αρχέγονη μοναξιά μας, να νιώσουμε φίλοι και εταίροι, ισότιμοι και ισάξιοι. Σήμερα, που μας λένε ότι η μοίρα μας δεν είναι αυτή του ισότιμου εταίρου, αλλά της φτηνής εργατικής δύναμης, είναι ακριβώς εκείνη η ψευδαίσθηση που μας δημιουργήθηκε,  που καθιστά ακόμα πιο τραγική την πτώση μας.)

,

Καθετί μοναχικό

Κάθε που σκέφτομαι τι έχει τραβήξει αυτός ο λαός –εμείς!– τα τελευταία 150-200 χρόνια από τους διάφορους σωτήρες, τους φίλους και τους εταίρους του, καθώς κι εκείνα που μας μέλλονται, ένας κόμπος δένει την καρδιά και την ψυχή μου. Μέρα που είναι αύριο, νιώθω την ανάγκη να ψελλίσω ένα «Ζήτω η Ελλάδα», αλλά κομπιάζω. Κομπιάζω γιατί δεν θέλω να μπερδευτώ με τον σκοτεινό συφερτό, που μισεί εν ονόματι φαντασιακών ή πραγματικών μεγαλείων του παρελθόντος.

Γιατί το δικό μου Ζήτω είναι για την Ελλάδα του καημού, την Ελλάδα της μοναξιάς. Δεν έχει σχέση με DNA και φυλές, όπως δεν έχει σχέση με στατιστικές και ισοσκελισμούς. Είναι ένα Ζήτω για καθέναν και καθετί στον κόσμο αυτό που αντιστέκεται κι επιμένει, που καταλαβαίνει τον άλλον και αγωνίζεται για κάτι που ξεπερνά το τομάρι του.

Αυτό το Ζήτω ελπίζω να βρω την δύναμη και την φωνή να το φωνάξω…


Αυτές τις μέρες

Μένω στην πέμπτη πολυκατοικία σε ένα συγκρότημα έξι πολυκατοικιών στο 13ο διαμέρισμα. Μπροστά από το κτήριο, μια μικρή αυλή καλυμμένη με χαλίκια, σκουπιδοκάδοι στριμωγμένοι στις γωνίες, χώροι στάθμευσης ποδηλάτων. Ακριβώς δίπλα μας, ένας ωραίος φούρνος κι απέναντι πλυντήριο. Γύρω-τριγύρω μπακάλικα, μανάβικα, ένα μεγάλο σούπερμάρκετ, 3-4 κινέζικα εστιατόρια, 2 Ιταλικά, μια ταβέρνα κι αρκετές μπρασερί. Οι άνθρωποι καλημερίζονται μεταξύ τους.

.

Ό,τι γεννιέται είναι καταδικασμένο να πεθάνει. Η χαρά κάθε αρχής κουβαλάει μέσα της την θλίψη του θανάτου. Γι’ αυτό και η άνοιξη είναι στο βάθος της μελαγχολική εποχή. Το λουλουδάκι ανθίζει όχι για να ομορφύνει το σύμπαν, αλλά γιατί αίφνης συνειδητοποιεί ότι σύντομα θα μαραθεί. Η άνοιξη είναι η εποχή της Σαρακοστής, της Μεγαλοβδομάδας, του Λίνου και του Λιδινού –αν προτιμάτε.

Όσο χαβαλέ και αν παράξουμε, κάποια πράγματα είναι καταγωγικά, δεν αλλάζουν…

.

Η στρίγγλα της βιβλιοθήκης είναι σαν την κουράδα του σκύλου στο δέντρο της γωνίας. Υπάρχει. Μου δυσκολεύει τη ζωή, αλλά δεν μπορώ να κάνω κάτι γι’ αυτό. Μόνο μια απορία: Συμπεριφέρεται σαν μαλακισμένη γιατί είναι μαλακισμένη ή γιατί δεν μπορεί, δεν ξέρει να φερθεί αλλιώς;

.

Με ρωτάν πώς τα περνάω. Λέω πολύ καλά. Για λόγους ακρίβειας θα έπρεπε να προσθέτω ένα «δεδομένων των συνθηκών», αλλά σπανίως το κάνω. Περνάω σημαίνει διέρχομαι από κάπου και την συγκεκριμένη περίοδο δεν διέρχομαι τον παρισινό βίο, αλλά τον βίο που καθορίζεται από τις «δεδομένες συνθήκες».

Δεν μου αρέσει να συζητάω τις δεδομένες συνθήκες. Μου αρέσει να κάνω ό,τι μπορώ, να ξεπερνάω και τον εαυτό μου όποτε είναι δυνατόν, και να αφήνω τα πράγματα να συμβαίνουν…

.

Μια πενταμελής οικογένεια αμερικανών τις προάλλες μπήκε στη μπρασερί που αράζαμε. Παράγγειλαν παγωτά, ουίσκι ο μπαμπάς και ο μεγάλος γιος, σαμπάνια η μαμά και η μεγάλη κόρη, κοκακόλα η μικρότερη. Έτρωγαν παγωτό φράουλα και σοκολάτα και το συνόδευαν με ουίσκι, σαμπάνια, κοκακόλα. Θορυβώδεις συζητήσεις, φωτογραφίες με το κινητό και τις φωτογραφικές μηχανές. Κάθονταν απέναντί μας και τους κάναμε χάζι –ήταν σαν να βρεθήκαμε αίφνης σε χλιαρό sitcom. Εντάξει, ήταν και η μεγάλη κόρη που μέτραγε…

.

Κινούμαι στο κέντρο που Παρισιού –εκεί βρίσκονται οι βιβλιοθήκες που δουλεύω. Και βλέπω ανθρώπους γεμάτους, υγιείς, χαλαρούς, ευτυχισμένους. Αναρωτιέμαι: Ο ανθρωπότυπος του Ουελμπέκ πού να ζει; Πού να κινείται; Μήπως είναι δίπλα μου; Μήπως εγώ δεν τον βλέπω;

.

Κατάργησα το μετρό (βρωμιά), κατάργησα το λεωφορείο (αργό), χρησιμοποιώ ποδήλατο και τις τελευταίες ημέρες τα πόδια μου. Με το ποδήλατο φθάνω γρήγορα και με ένταση. Με τα πόδια φθάνω αργά και έχοντας συζητήσει με τον εαυτό μου ό,τι με απασχολεί. Για να μπω στη βιβλιοθήκη χρειάζεται να χτυπήσω το κουδούνι. Τη στιγμή που η άκρη του δείχτη μου αγγίζει το στρογγυλό κομβίο, επανέρχομαι στην πραγματικότητα.

.

Παραδόξως, δεν σκέφτομαι καθόλου το μέλλον –σαν να μην υπάρχει. Παραδόξως, με απασχολεί μόνο το παρόν.

Αναπάντητες κλήσεις

– Στα κείμενά σου φαίνεσαι ευαίσθητος, μου είπε και με έσπρωξε να ακουμπήσω πίσω στο μαξιλάρι. Αλλά δεν είσαι, πρόσθεσε.

Τα μαύρα της μαλλιά έκρυβαν το αριστερό της μάτι. Το δεξί που μπορούσα να δω γυάλιζε από την έξαψη.

– Στην καθημερινότητά σου είσαι γαϊδούρι, είπε πέφτοντας πάνω μου.

Τα μαλλιά της μπλέχτηκαν στα χείλια και τα μάτια μου, ο δεξιός αγκώνας της πίεζε την κοιλιά μου, το βάρος της κεντραρίστηκε στον πνεύμονά μου και με δυσκόλευε να αναπνεύσω. Γενικά ήταν άβολα, αλλά δεν κουνήθηκα.

– Ένα άθλιο, σιχαμένο γαϊδούρι…

Το χνώτο της χάιδεψε τα χείλια μου.

– Ένας αφόρητος άνθρωπος. Ώρες-ώρες αναρωτιέμαι πώς σε αντέχω.

Η γλώσσα της μπαινόβγαινε στο στόμα μου.

…     …      …     …      …

Άναψε το φως και τινάχτηκα. Η μετά το σεξ ραστώνη και η φωνή της που έρρεε σε έναν μονότονο ψίθυρο με αποκοίμησαν χωρίς να το καταλάβω.

– Μη μου πεις ότι κοιμήθηκες!

– Μμμ, όχι…

– Κοιμήθηκες. Θάνο, κοιμήθηκες. Κοιμήθηκες! Εγώ βγάζω τα σώψυχά μου κι εσύ κοιμήθηκες! Ε, είσαι εντελώς γαϊδούρι, έχει δίκιο η Εύη. Χάνω τον χρόνο μου μαζί σου.

Αυτό με πείραξε. Πρώτα-πρώτα ποια είναι αυτή η μαλακισμένη η αγαμήτου η Εύη να ανακατεύεται στα προσωπικά μας; Στη ζωή μου; Κι έπειτα τι σημαίνει ακριβώς «χάνω τον χρόνο μου μαζί σου»; Μπορεί κάποιος να μου το εξηγήσει επιτέλους; Και κυρίως, πώς σκατά κερδίζει κανείς τον χρόνο του –αυτό είναι κάτι που θέλω επειγόντως να το μάθω!

– Δεν γαμιέται η Εύη, λέω γω, να ηρεμήσει κι αυτή, να βρούμε κι εμείς την ησυχία μας; μουρμούρησα.

Το μαξιλάρι της προσγειώθηκε στα μούτρα μου. Δεν ήταν κανένα ελαφρύ μαξιλάρι κι επιπλέον έβαλε δύναμη και ήταν ξαφνικό. Πόνεσα. Πόνεσα στ’ αλήθεια. Πόνεσα τόσο που βούρκωσα.

Παράλληλες φωνές:

– Είσαι τρελή, γαμώ το κέρατό μου; Τι θέλεις επιτέλους; Να μου σπάσεις τη μύτη; Να δεις να τρέχει αίμα για να ηρεμήσεις; / – Βάλε και τα κλάματα τώρα, πες μας ότι σε πονάμε κι από πάνω… / – Αυτή η μαλακισμένη η Εύη σου βάζει λόγια γιατί δεν αντέχει να βλέπει ευτυχισμένους ανθρώπους / – Σιγά την ευτυχία! Τουλάχιστον η Εύη δεν κοιμάται όταν της μιλάω, αναίσθητε. Αλλά εγώ φταίω… Έπρεπε να είχα φύγει μόλις μου έκανες την εξήγηση… /Σ’ ακούει γιατί θέλει να κουτσομπολεύει. Το ενδιαφέρον της σταματάει εκεί! / – Κρίνεις εξ ιδίων τα αλλότρια! Επειδή εσύ δεν δίνεις δεκάρα για κανέναν και για τίποτα, νομίζεις ότι όλοι είναι σαν και σένα! / – Βαρέθηκα αυτό το παραμύθι, ακούς; Σε λίγο θα μας πεις ότι σε κρατάω και με το ζόρι! / – Τα παραμύθια είναι δική σου ειδικότητα. Εγώ φταίω, που νόμιζα ότι θα γίνεις άνθρωπος! / – Αν δεν σ’ αρέσει, γιατί κάθεσαι;

Πετάχτηκε από το κρεβάτι κι άρχισε να ντύνεται.

Την τελευταία φράση ήξερα ότι θα την μετανιώσω όταν άκουγα τον εαυτό μου να την προφέρει, αλλά δεν θα έκανα πίσω τώρα. Στο κάτω-κάτω της γραφής, δεν ήταν ψέματα: Ήταν μαζί μου γιατί γούσταρε, κανείς δεν της το επέβαλε.

Την έβλεπα να στραβοκουμπώνει το μπουφάν της κι ένιωθα τα αυτιά μου να βουίζουν από τον θυμό. Από τη μια ήθελα να ορμήσω πάνω της και να την πετάξω πάλι πίσω στο κρεβάτι κι από την άλλη ένιωσα ανακούφιση. Τελικά, εκείνο που με έκανε να νιώσω εντελώς και πραγματικά σκατά ήταν όταν είδα δάκρυα να τρέχουν από τα μάτια της.

– Πού πας, μωρή μαλακισμένη, τρεις η ώρα τη νύχτα; ούρλιαξα.

– Άντε και γαμήσου, φώναξε ρουφώντας τις μύξες της.

Κοπάνισε την πόρτα πίσω της κι εξαφανίστηκε.

Έμεινα έτσι, ακίνητος, χωρίς καν να αναπνέω, ακούγοντας το ασανσέρ να έρχεται και να φεύγει. Σκεφτόμουν τους γείτονες, την πολυκατοικία που θα την ξυπνήσαμε πάλι, τους μπάτσους που μπορεί να καλούσαν, τα βλέμματά τους αύριο, όταν θα τους πετύχαινα στη σκάλα ή στον φούρναρη. Σκεφτόμουν ότι ίσως έπρεπε να φορέσω ένα σώβρακο και να τρέξω πίσω της –έτσι δεν κάνουν σ’ αυτές τις περιπτώσεις; Να της μιλήσω ήρεμα και λογικά, να την φέρω πίσω με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.

Κι αν ερχόταν;

Κι αν δεν ερχόταν;

Τι θα έκανα;

Έκλεισα το φως και γύρισα πλευρό. Προσπάθησα να τα διώξω όλα αυτά από το μυαλό μου για να κοιμηθώ. Ήμουν κουρασμένος, ήμουν πτώμα κι είχα δουλειά την επομένη. Έπρεπε να κοιμηθώ.

Φωνές ακούστηκαν από κάπου μακριά.

Ο βόμβος της πόλης.

Κάτι τριξίματα από τα έπιπλα.

Το βζζζζ του ψυγείου.

Ποιον κοροϊδεύω, γαμώ το μου; Δεν πρόκειται να κοιμηθώ απόψε..

Σηκώθηκα, ντύθηκα όπως-όπως, άνοιξα ένα μπουκάλι κρασί και πηγαινοερχόμουν μέσα στο σπίτι. Ανακαλούσα όσα είχαμε πει όλο το βράδυ, αναπαριστούσα την παραμικρή σκηνή, τον κάθε διάλογο, έφτιαχνα δριμύτατους μονολόγους-κατηγορητήρια, φανταστικούς διαλόγους που την κατατρόπωνα.

Άδειασα το μπουκάλι και ψευτοκοιμήθηκα για καμιά ώρα αποφασισμένος να μην της ξαναμιλήσω.

Την πήρα τηλέφωνο την επομένη κατά τις έντεκα.

Και στις δύο.

Και στις τέσσερις.

Και στις πεντέμισι.

Και στις οχτώ.

Και στη μία τη νύχτα.

Και στις εφτά, το πρωί της επομένης.

Δεν απάντησε καμιά φορά.

Πήρα ακόμα τέσσερις ή πέντε φορές αφήνοντας μηνύματα: «Δεν μου μιλάς πλέον;» και τα ρέστα. Βγήκα με τον Βασίλη και τον Πάνο και τους τα είπα όλα κερνώντας ό,τι ήπιαμε. Πήρα ακόμα κάνα δυο φορές τηλέφωνο και μετά σταμάτησα.

Έπειτα από μια βδομάδα είδα ότι με διέγραψε και από φίλο στο φέισμπούκ…

Ο Al Pacino άργησε και δεν ξέρω πότε θα φανεί…

Όταν παίχτηκε το Άρωμα Γυναίκας στο σινεμά πήγαινα Γ΄ Λυκείου.

Θυμάμαι ότι περίμενα την ταινία πώς και πώς: Ο Πατσίνο ήταν –είναι!– από τους πιο αγαπημένους ηθοποιούς και εκείνη την εποχή έκανε το μεγάλο comeback μετά από μερικά χρόνια απουσίας από το σινεμά.

Ίσως οι νεώτεροι σινεφίλ εκπλαγούν, καθώς η ταινία σήμερα θεωρείται κλασική, αλλά το Άρωμα Γυναίκας είχε θαφτεί αηλεώς από την κριτική της εποχής. Θεωρήθηκε πολύ κλισέ, αναμενόμενη, μπανάλ. Θυμάμαι χαρακτηριστικά το περιοδικό Σινεμά –ήμουν πολύ φανατικός αναγνώστης του τότε– να θρηνεί στην πιθανότητα ο πρωταγωνιστής των Νονών, της Σκυλίσιας Μέρας ή του Σέρπικο, να πάρει το πρώτο του Oscar για μια τέτοια χολιγουντιανή μπαλαφάρα.

Περιττό βέβαια να σας πω ότι εγώ ενθουσιάστηκα. Πράγμα λογικό, γιατί το Άρωμα Γυναίκας δεν προοριζόταν για τα φεστιβάλ, αλλά για μεγάλες αίθουσες και σινεπλέξ, ήταν μια ταινία που όλη η παρέα, αγόρια και κορίτσια, θα συμφωνούσαν να την δουν, και  όλη η οικογένεια επίσης.

Τώρα μάλιστα που το σκέφτομαι, το Άρωμα Γυναίκας ήταν μια ταινία που φτιάχτηκε ειδικά για τους νέους θαυμαστές του Al Pacino, την δική μου γενιά.

Θα θυμάστε την υπόθεση:

Ο νεαρός φοιτητής Charlie Simms την επομένη μιας φάρσας στον Πρύτανη αναλαμβάνει να φροντίσει για ένα Σαββατοκύριακο τον βετεράνο Συνταγματάρχη Frank Slade. Αυτό θα τον φέρει στη Νέα Υόρκη, όπου εκτυλίσσεται το κυρίως μέρος της ταινίας, για να καταλήξουμε στο φινάλε, στη «δίκη» που στήνει ο ταπεινωμένος Πρύτανης, όπου ο Pacino εκφωνεί έναν από τους πιο συγκινητικούς λόγους στην ιστορία του σινεμά.

Στην αρχή ο θεατής –και δη ο έφηβος θεατής, ο θεατής της γενιάς μου– ταυτίζεται με τον νεαρό Τσάρλι. Δεν χρειάζεται να πηγαίνει κανείς σε ένα ακριβό ιδιωτικό σχολείο για να νιώσει αδύναμος και απομονωμένος. Μπορεί κάλλιστα να νιώσει ακριβώς το ίδιο σε κάθε σχολείο, τόσο που καμιά φορά νομίζεις ότι τα σχολεία γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο φτιάχτηκαν.

Ακολουθώντας τον Τσάρλι πηγαίνουμε στο σπίτι της οικογένειας Slade, ακούμε τις προειδοποιήσεις της ανιψιάς του και γνωρίζουμε τον δύστροπο συνταγματάρχη, ο οποίος είναι και αλκοολικός. Η έκπληξη του Τσάρλι είναι και δική μας έκπληξη, ο αιφνιδιασμός του αιφνιδιασμός μας, η αμηχανία του αμηχανία μας –και πάει λέγοντας.

Καθώς όμως η ταινία μπαίνει στο κύριο μέρος της, γίνεται μια τρομερή αλλαγή:

Ο θεατής δεν ταυτίζεται πλέον με τον νεαρό Τσάρλι αλλά με τον Φρανκ. Αλλά ούτως ή άλλως ο Φρανκ δεν αποτελεί τον κρυφό εαυτό του Τσάρλι και κατ’ επέκταση τον κρυφό, φαντασιώδη εαυτό μας, τον εαυτό κάθε εφήβου;

Ο Συνταγματάρχης έχει μια αναπηρία – ανάπηρο βλέπει τον εαυτό του και ο κάθε έφηβος, ο οποίος μπορεί να μην είναι, φυσικά, τυφλός, έχει όμως σπυράκια, φοράει γυαλιά, είναι αδέξιος ή –Θεός φυλάξοι!– όλα αυτά μαζί.

Παρόλη την αναπηρία του όμως ο Frank είναι μεγάλο αλάνι. Ξέρει να πίνει, ξέρει να τρώει, ξέρει να ντύνεται, ξέρει τον μπάρμαν και τον κάθε κατάλληλο άνθρωπο, οδηγεί χωρίς να έχει δίπλωμα, καταστρέφει μια βαρετή οικογενειακή συγκέντρωση αδιαφορώντας για το προσωπικό κόστος, και, κυρίως, καταφέρνει να κλέψει, έστω για όσο διαρκεί ένα τάνγκο, την όμορφη γκόμενα, που για κάποια μυστηριώδη συμπαντική συνωμοσία, έμπλεξε με τον πλέον μαλάκα που κυκλοφορεί. Επιπλέον έχει κρίσεις μισανθρωπίας και μελαγχολίας που φτάνουν στα όρια της αυτοκτονίας. Παρόλα αυτά, όταν χρειάζεται, τα λέει έξω από τα δόντια στον πρύτανη, τους καθηγητές, του γονείς, τους καλούς μαθητές και δεν διστάζει να πει αυτό που σέρνεται στα δικά μας χείλη, αλλά ποτέ δεν ξεμυτίζει: Fuck you!

O Al Pacino στο Άρωμα Γυναίκας δεν είναι μόνο ο Συνταγματάρχης που δεν γνωρίσαμε, ο μεγάλος φίλος που δεν είχαμε, ο μεγαλύτερος αδελφός ή ο ξάδελφος που δεν νοιαζότανε· είναι ο κρυφός, έφηβος εαυτός μας, ένας σούπερ ήρωας εν υπνώσει, που μας παρηγορούσε κάθε βράδυ, αλλά σπανίως κατάφερνε να εμφανιστεί δημοσίως.

Τώρα, που η γενιά μας βρίσκεται σε αυτό το σταυροδρόμι και δεν υπάρχει άλλος μεγαλύτερος ν’ αποταθεί για να μας προστρέξει, αναρωτιέμαι πού να βρίσκεται…

Μπαλάντα υπεράσπισης του Μάρτη και 4 ακόμα

Αν το δεις αλλιώς, ο Μάρτιος είναι ο πιο αδικημένος μήνας. Θυμίζει το παιδί που οι γονείς το φόρτωσαν με τις προσωπικές τους φιλοδοξίες και δεν του έχουν αφήσει χώρο να λειτουργήσει όπως θέλει κι όπως μπορεί. Καταλήγει να διαψεύδει τους γονείς, αλλά και τον εαυτό του, αφού κατά κανόνα οι προσδοκίες τους υπόγεια και ανεπίγνωστα καταλήγουν να είναι και δικές του προσδοκίες

Έτσι και ο Μάρτιος κουβαλά πολλές προσδοκίες –και υποσχέσεις– όντας ο πρώτος μήνας της άνοιξης, μόνο και μόνο για να καταλήξει στο τέλος γδάρτης και κακός παλουκοκαύτης. Μια μικρή τραγωδία παίζεται κάθε χρόνο τέτοιον καιρό, όποτε δυσφορούμε για τις βροχές και τα κρύα· μια μικρή τραγωδία και για εκείνον, την θέση που του δώσαμε στο ημερολόγιο, και για μας βέβαια.

 

(Τώρα που το ξανασκέφτομαι, θυμίζει σ’ αυτό τα Μνημόνια και τα Μεσοπρόθεσμα που ψηφίζονται και υπογράφονται: Κι αυτά, όπως ο Μάρτης κουβαλάν ελπίδες και υποσχέσεις, μόνο και μόνο για να αναδειχτούν στο τέλος γδάρτες, κακοί και παλούκια…)

*        *      *      *      *

Τόσες μέρες εδώ και δεν έχω τραβήξει παρά μόνο δύο ή τρεις φωτογραφίες κι αυτές με το κινητό μου. Κι όμως, κουβαλάω μαζί μου όχι μόνο τη φωτογραφική μηχανή, αλλά και τον τρίποδα. Από τη μια λέω «και τι να φωτογραφίσω, αφού οι διαδρομές που κάνω είναι δύο, τρεις το πολύ και τις έχω φωτογραφήσει ξανά και ξανά και ξανά στο παρελθόν». Από την άλλη σήμερα είδα το φως να διαπερνά τα σύννεφα και να διαχέεται τόσο όμορφα πάνω στα σπίτια και τους ανθρώπους, που σταμάτησα κι έμεινα να το χαζεύω. Χρύσιζαν οι τρούλοι των εκκλησιών και οι γκριζωπές όψεις των κτηρίων έμοιαζαν από ασήμι. Παρέες τουριστών με σάκους και φωτογραφικές μηχανές με προσπερνούσαν, κάποιοι ντόπιοι έτρεχαν κι άλλοι αγόραζαν μπαλόνια στα πιτσιρίκια τους. Σκέφτηκα να το φωτογραφήσω, αλλά κάτι κλώτσησε μέσα μου και δεν έβγαλα τη φωτογραφική μηχανή. Πάτησα το πετάλι και προσπέρασα…

*      *      *       *       *

Αναρωτιέμαι τελευταία:

Διαφορετικοί άνθρωποι λειτουργούν με όμοιο τρόπο σε παρόμοιες καταστάσεις;

Ή μήπως η ιδιότητα, η καρέκλα, καταφέρνει και εξομοιώνει τους ανθρώπους, απαλείφει τις διαφορές τους;

Μήπως παρά τις φαινομενικές διαφορές παρόμοιοι άνθρωποι αποκτάν παρόμοιες θέσεις/ιδιότητες;

Ό,τι και να συμβαίνει δεν είναι ευχάριστο…

*      *      *      *      *

Ξεφυλλίζω με αποστροφή τα τελευταία graphic novel του Batman. Σελίδα παρά σελίδα σχεδόν και μια ολοσέλιδη εικόνα επικής μάχης – ο πιο αντιηρωικός των υπερηρώων κατάντησε λεβεντομαλάκας. Οι ιστορίες είναι ουσιαστικά ανύπαρκτες. Τόσο ανύπαρκτες, που αναγκάστηκαν να σκοτώσουν τον Bruce Wayne, να τον αντικαταστήσουν και τώρα να τον επαναφέρουν σταδιακά. Τα ξεφυλλίζω και νιώθω την πλήξη που θα ένιωθα, αν στο ζάπινγκ έπεφτα σε επανάληψη σαπουνόπερας. Ένας καινούργιος Frank Miller που θα επιστρέψει τον Σκοτεινό Ιππότη είναι απαραίτητος. Και μέχρι τότε, ευτυχώς υπάρχουν άλλες σειρές για να διαβάζουμε…

*      *      *      *      *

Εν τέλει, το μόνο που κατέχω είναι αυτό το μολύβι, προέκταση του χεριού μου, απόληξη της σκέψης μου.

Τόσα χρόνια και δεν έχω καταφέρει να αποκτήσω τίποτα παραπάνω –σαν να λέμε, είμαι στην ίδια κατάσταση όπως τότε, 18 χρονών, που περνούσα στο Πανεπιστήμιο.

Δεν ξέρω τι έκανα τόσα χρόνια, αλλά έτσι θα πορευτώ.

Στ. Κραουνάκης – Λ. Νικολακοπούλου: Ανθρώπων Έργα

Όταν σκάρωσα εκείνη τη λίστα με τους αγαπημένους δίσκους του Σταμάτη Κραουνάκη, ο Ηλίας Γ. απόρησε:

«Μα δεν έχεις συμπεριλάβει το Ανθρώπων Έργα που θεωρείται και το magnum opus του;»

Το να φτιάξεις μια λίστα δεν είναι εύκολο, αναγκαστικά κάποια θα μείνουν εκτός – στο κάτω-κάτω της γραφής αυτό είναι και το νόημα της λίστας: Η επιλογή. Αλλά ενώ διλήμματα υπήρξαν για το τι να μπει και τι όχι, ο δίσκος αυτός ήταν εξαρχής εκτός, για τον απλούστατο λόγο ότι στόχος (κι) εκείνης της λίστας δεν ήταν η αντικειμενική αξιολόγηση –απελθέτω απ’ εμού! – αλλά να μιλήσω για την επίδραση που είχαν κάποια πράγματα σε μένα προσωπικά. Κι επειδή το Ανθρώπων Έργα κυκλοφόρησε όταν εγώ ήμουν σε άλλη φάση, διασταυρωθήκαμε, αλλά δεν κολλήσαμε –συμβαίνουν αυτά και στις καλλίτερες οικογένειες.

Ο δίσκος ξεκινάει με μια κραυγή:

Όλοι στο θάνατο

Είμαστε ίσοι

Ούτε τα λόγια, ούτε η μουσική χαϊδεύουν τον ακροατή. Αν σκεφτεί κανείς ότι εκείνη την εποχή κυρίαρχο ζήτημα ήταν το «να περνάμε καλά», αυτή η έναρξη καταντάει σκέτη πρόκληση. Επιβάλλει στους εφησυχασμένους να ασχοληθούν με ένα θέμα βαρύ, δύσκολο, ερεβώδες και καθόλου γκλαμουράτο –το αντίθετο δηλαδή, αφού κάτω από τη φούστα του Δερβίση τίποτα από τα του κόσμου τούτου δεν έχει σημασία. Αλήθεια, τι πιο ταιριαστό να ξεκινάει ένας δίσκος που φιλοδοξεί να μιλήσει για τα ανθρώπινα έργα με εκείνο που μας εξισώνει όλους παντού, πάντοτε και αποτελεί την κινητήρια δύναμη πίσω από τους έρωτες, την τέχνη, την πίστη –καθετί που έχει σημασία στη ζωή μας.

Το ομώνυμο τραγούδι μιλάει για εκείνη την εμπειρία που βρίσκεται πιο κοντά σε αυτή του θανάτου: Την ερωτική απόρριψη και τον χωρισμό. Είναι ένα αργό χασάπικο, χαμηλότονο, που παρασέρνει τις ψυχές να λικνιστούν στους ρυθμούς στερημένων σωμάτων.

Τα Λαϊκά ήταν το μεγάλο σουξέ του δίσκου. Τότε δεν μπορούσα να κατανοήσω το γιατί –στο κάτω-κάτω της γραφής υπήρχαν τραγούδια όπως ο Γάτος ή Τα 2 παλτά, που τα προτιμούσα. Τώρα καταλαβαίνω: Γιατί μιλάει για την Μνήμη. Ίσως μάλιστα είναι η μνήμη για τους ανθρώπους που χόρεψαν σε σπίτια με μωσαϊκά –ρυθμοί και λέξεις ανακαλούν αισθήματα κι αισθήσεις. Εκεί όμως που όλες οι γενιές συναντιούνται είναι η εμπειρία της πρώτης αγάπης, αθώα, παιχνιδιάρικη, χαβαλεδιάρικη ίσως – ο εφηβικός ή πρώτος νεανικός έρωτας διαπερνάει το τραγούδι αυτό και ενώνει τα ακροατήρια.

Κι όπως η ζωή δεν σταματάει στον πρώτο έρωτα, έτσι δεν σταματούν σε αυτόν και ο δίσκος: Στο Κάστρο τα πράγματα σοβαρεύουν. Ο έρωτας εκεί είναι ενήλικος και μάλιστα παράνομος. Από εκείνους που γεμίζουν τους εραστές με ενοχές, που θρέφουν και θρέφονται από τη νύχτα. Η Δουλειά είναι μια σπαραχτική κραυγή που ψάχνει να βρει τον έρωτα στη σχέση έξω και πέρα από τις ροζ συμβάσεις. Και στο Σίδερο έχουμε πια τον έρωτα που ξέφτισε από την ρουτίνα, τα βάσανα και την μιζέρια της καθημερινότητας –ένα συγκλονιστικό ζεϊμπέκικο που το λέει με δύναμη και πόνο η Πρωτοψάλτη.

Θυμάμαι από εκείνα τα χρόνια συζητήσεις και διαφωνίες για το ποια είναι και τι συμβολίζουν Τα 2 παλτά. Εν τέλει ο καθένας ας προβάλει εκείνο που τον αγγίζει και τον ειρηνεύει, για μένα πάντως είναι ένα τραγούδι-ύμνος για τους ανθρώπους που ξέρουν και μπορούν να επιβιώνουν ανεξαρτήτως συνθηκών: Κάνει κρύο, φοράνε και δεύτερο παλτό γράφοντας εκεί που πρέπει όσους θα τους χαρακτηρίσουν κακοντυμένους. Κάνει ζέστη, τα πετάνε και τα δυο και προχωράνε. Έτσι, αν τα Λαϊκά μιλούσαν για το χθες, τα Παλτά μιλούσαν για το αύριο, δηλαδή το δικό μας σήμερα. Κακά τα ψέματα: Αν θέλουμε στις περιστάσεις που ζούμε να τα βγάλουμε πέρα, τέτοιο πνεύμα επιβίωσης και προσαρμοστικότητας πρέπει να επιδείξουμε.

Ο Βράχος είναι ένα ωραίο λαϊκό τραγούδι, αλλά φυσικά όχι μόνο αυτό. Αποτελεί ουσιαστικά μια σύγχρονη εκδοχή του Ελευθερία ή Θάνατος:

…θέλω να ‘χω κι εγώ λίγες ελπίδες (…)

Ειδάλλως να πεθάνω

Ο δίσκος αυτός, που ξεκίνησε μιλώντας για τον θάνατο, κλείνει με την Αράχνη, που μιλάει για την ματαιότητα, την αίσθηση που μας παραλύει και μας ακινητοποιεί περισσότερο κι από τον θάνατο –την κατάθλιψη:

Αυτού του ματαίου η αράχνη

που πάει ρε φίλε και μας ψάχνει.

Να βρει την πιο παλιά γωνία

μες της ψυχής την αγωνία.

Ξανακούγοντας τώρα τον δίσκο ανιχνεύω μέσα του μια Ελλάδα από σάρκα και αίμα, που ζούσε και ανέπνεε κάτω από την glossy που εικόνα που κατασκεύαζε το Κλικ, τα τηλεοπτικά σήριαλ και η Ολυμπιακή προετοιμασία. Το Ανθρώπων Έργα δεν φοβάται να αγγίξει δύσκολα, αντιεμπορικά θέματα, όπως η Μνήμη του Θανάτου (Δερβίσης) και η Μνήμη της Νεότητας (Λαϊκά)· η μοναξιά (Υπερωκεάνιο) και η νεύρωση της καθημερινότητας (Δουλειά)· η αμηχανία απέναντι στο χρόνο που ενώ μοιάζει σταματημένος, κυλάει γρήγορα (Ανθρώπων Έργα) και ο δυναμισμός του ευπροσάρμοστου ανθρώπου.

Δεν χρειάζεται, νομίζω, να πω τίποτα για την εργασία του Κραουνάκη και της Νικολακοπούλου, τις ερμηνείες της Πρωτοψάλτη ή την συμβολή του Γ. Ζαχαρίου στις ενορχηστρώσει, καθώς δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το Ανθρώπων Έργα είναι μια κορυφή τόσο για την δισκογραφία, όσο και για τους συντελεστές του…