Monthly Archives: Απρίλιος 2012

Προεκλογική κίνηση

1.  Αν διέθεταν στοιχειώδη σοβαρότητα τα δυο μεγάλα (;) κόμματα της Συγκυβέρνησης, θα μιλούσανε σε αυτή την προεκλογική περίοδο μόνο για το Μνημόνιο. Θα συζητούσαν τι  συνέβη στη χώρα και τους πολίτες τα τελευταία 2,5 χρόνια και θα ενημέρωναν τους πολίτες τι τους περιμένει σύμφωνα με την πολιτικές που συμφώνησαν με την Τρόικα, τους κινδύνους και τις προοπτικές.

Αντ’ αυτού τουφεκάνε άσφαιρα στον αέρα: Οι σκληρές –και καλά!– δηλώσεις για το debate. Η διαφωνία για το αν συμφέρει η αυτοδύναμη Κυβέρνηση ή η συνεργασία (θα μου πεις: Αφού ανέθεσαν στην Τρόικα τον καθορισμό της πολιτικής, τι άλλο μένει να διαφωνήσουν, από το ποιος θα την εφαρμόσει;) Η εφεύρεση της επικείμενης Συγκυβέρνησης Τσίπρα – Καμμένου, στην οποία εσχάτως προστέθηκε και η Παπαρήγα! Και πάει λέγοντας.

Όλα αυτά, φυσικά, σε συμφωνία με τα καθεστωτικά ΜΜΕ, τα οποία αναδεικνύουν τέτοιου είδους θέματα και προβάλουν τέτοιου είδους κόντρες για να κρύψουν την γύμνια των κομμάτων.

Τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο πολίτης στην καθημερινότητά του (ανεργία, φτώχεια, υπερφορολόγηση, διάλυση του συστήματος υγείας, διάλυση της δημόσιας εκπαίδευσης, κοκ), τα προσπερνάνε με την μαγική λέξη ανάπτυξη, το νέο αμπρακατάμπρα της ιθαγενούς πολιτικής σκηνής. Πώς, πότε, ποια και για ποιους θα είναι αυτή η ανάπτυξη, κουβέντα.

2.   Πρόβαλαν τα ΜΜΕ μια «συγγνώμη» που είπε ο κύριος ΓΑΠ σε συνέντευξή σου σε περιφερειακή εφημερίδα της Αχαΐας.

Όμως ο κύριος ΓΑΠ δεν ζήτησε συγγνώμη για τα δεινά που προκάλεσε στο λαό και τη χώρα η διετής διακυβέρνησή του –αντιθέτως, επιμένει ότι όσα διέπραξε ήταν καλώς καμωμένα. Είπε, λέει, συγγνώμη για λογαριασμό άλλων, του πολιτικού συστήματος. Ο ίδιος, προφανώς, δεν αισθάνεται την ανάγκη να απολογηθεί για λάθη και παραλήψεις –για όλα φταίει το «πολιτικό σύστημα».

Δεν αισθάνεται όμως ο κύριος ΓΑΠ την ανάγκη να απολογηθεί καν για παραπλάνηση του λαού, όταν κραύγαζε από το μπαλκόνι «λεφτά υπάρχουν». Όταν έλεγε «λεφτά», εννοούσε το «ταλέντο», μας είπε στην ίδια συνέντευξη.

Ας ζητήσει τουλάχιστον συγγνώμη για την ασύγγνωστη κακοποίηση της Ελληνικής γλώσσας.

3.   Ο κ. Βενιζέλος όμως ξέρει καλά Ελληνικά. Και πολλά. Τόσα πολλά που όταν τον ακούς να μιλάει νιώθεις ένα αίσθημα πνιγμού.

Τελευταία ο κ. Βενιζέλος «εγγυήθηκε» την έξοδο από το Μνημόνιο σε 3 χρόνια. Έτσι απλά. Χωρίς να πει το πώς, ούτε, φυσικά, σε ποια κατάσταση θα είναι οι πολίτες και η χώρα μετά από 3 χρόνια.

Αλλά γιατί να μπει στον κόπο; Έτσι κι αλλιώς ποιος θα του ζητήσει τον λόγο, αν δεν βγούμε;

Άσε που οι δικαιολογίες είναι ήδη έτοιμες: Ο Σαμαράς, οι συνδικαλιστές, οι εσωκομματικοί αντίπαλοι, τα άκρα, κτλ.

Άσε που η επόμενη Βουλή δεν θα κρατήσει 3 χρόνια…

4.   Αν κάτι μας δείχνει η υπόθεση του Άκη είναι ότι, αν θέλει η Δικαιοσύνη και το Σύστημα, ούτε ασυλίες, ούτε τίποτα δεν τους εμποδίζει.

Και μια και μιλάμε για την Ισχυρή Ελλάδα: Με κείνον  τον Μαντέλη και το μύριο του Τσουκάτου, τι γίνεται;

5.   Ζάππειο για θέματα ασφαλείας διοργάνωσε το επικοινωνιακό επιτελείο της Συγγρού με τον κ. Σαμαρά να εξαγγέλλει διάφορα δραματικά για την πάταξη της εγκληματικότητας και της παράνομης μετανάστευσης.

Δεν αμφιβάλλω ότι τα δυο αυτά προβλήματα, ειδικά για τους κατοίκους των μεγάλων αστικών κέντρων, θα οξύνθηκαν τα τελευταία 2,5 χρόνια –αλλά τι δεν έχει οξυνθεί σε αυτό το διάστημα;

Οι δημοσιογράφοι λένε ότι επιχειρεί να προβάλλει σκληρή ατζέντα αλά Σαρκοζί για να αποδυναμώσει τις διαρροές της ΝΔ_ προς τα δεξιά.

Όμως η Ελλάδα δεν είναι Γαλλία και, βέβαια, ο Σαμαράς δεν είναι Σαρκό. Οι Γάλλοι είναι προβληματισμένοι με την πορεία της χώρας τους, οι Έλληνες είναι απεγνωσμένοι. Η Γαλλία είναι ένα από τα ισχυρότερα κράτη του πλανήτη, εμείς μετράμε έναν-έναν τους τουρίστες του θα έρθουνε το καλοκαίρι (χάσαμε ήδη 4-5 φίλους του κ. Θ. Δημάδη, όπως μας πληροφόρησε ο ίδιος από το twitter).

Η ΝΔ_ του κ. Σαμαρά δεν χάνει γιατί αποδείχθηκε ανεπαρκής ή επιεικής σε θέματα δημόσιας ασφαλείας, αλλά για την επιλογή της να ψηφίσει το Μνημόνιο –για την οικονομική της πολιτική, με άλλα λόγια. Όσους παράνομους μετανάστες και να υποσχεθεί  ότι θα επαναπροωθήσει ο κ. Σαμαράς, όσα επιδόματα κι αν τάξει ότι θα αποκαταστήσει ή θα διατηρήσει στα Σώματα Ασφαλείας, εκείνος που του γύρισε την πλάτη για το Μνημόνιο, θα εξακολουθεί να την έχει γυρισμένη.

Από αυτή την άποψη, η «σκληρή» ατζέντα για τα θέματα ασφαλείας έχει πάνω-κάτω την ίδια αξία με μια πολιτισμένη ατζέντα για ζητήματα Εκπαίδευσης, Παιδείας και Έρευνας. Πιθανότατα δε αυτή η δεύτερη να είχε και μεγαλύτερη αξία, γιατί θα έδειχνε έναν φωτεινό (για να θυμηθούμε και τον Ελύτη) δρόμο για το μέλλον.

Ποιος έχασε όμως την φαντασία και το όραμα για να το βρουν οι της Συγγρού…

Advertisements

Για τις εκλογές

1.  Παραδοσιακά στην Ελλάδα ψηφίζουμε με δύο κριτήρια / οι εκλογές στέλνουν διπλό μήνυμα:

Αφενός μεν επικροτούμε ή αποδοκιμάζουμε την πολιτική που ασκήθηκε από την απερχόμενη κυβέρνηση κι αφετέρου αποφασίζουμε ποια πολιτική θα ασκηθεί το επόμενο διάστημα κι από ποιους.

Αυτό σημαίνει ότι στην παρούσα συγκυρία και ασχέτως των όσων λέγονται προεκλογικά, ψήφος στα κόμματα που κυβέρνησαν ή συγκυβέρνησαν (Πασόκ, ΝΔ_, Λάος) και σε εκείνα που στήριξαν με επιφυλάξεις ή ανεπιφυλάκτως την πολιτική της Τρόικας και των Μνημονίων (Δράση, Δησύ κτλ), θα ισοδυναμεί από τη μια με επιβράβευση των όσων επιβλήθηκαν και υποστήκαμε και από την άλλη με πράσινο φως για να συνεχίζουν να εφαρμόζουν την ίδια πολιτική απρόσκοπτα.

2.  Η όποια αλλαγή στο μείγμα της πολιτικής, δεν συνιστά επ’ ουδενί αλλαγή στην ουσία της πολιτικής.

3.  Διαβάζω όλο και πιο συχνά εκκλήσεις να μην κάνουμε τον «επικίνδυνο» διαχωρισμό σε μνημονιακές και αντιμνημονιακές πολιτικές δυνάμεις. Γίνονται συνήθως από ανθρώπους που εφηύραν και προώθησαν το (προφανώς) ακίνδυνο διαχωρισμό ανάμεσα σε λαϊκιστές / μίζερους και σε ρεαλιστές / λαρτζ.

Η έκκλησή τους έχει μια δόση αλήθειας: Είτε ήμασταν υπέρ, είτε ήμασταν κατά του Μνημονίου, αυτό είναι το πλαίσιο που έθεσαν την χώρα και τους πολίτες οι πολυχρονεμένοι αυθέντες μας και μέσα σε αυτό θα κινούμαστε αναγκαστικά το επόμενο προβλεπτό διάστημα.

Η έκκλησή τους έχει όμως και μια δόση υποκρισίας. Όταν ζητάνε να μη χωρίζουμε κόμματα και πολιτικούς σε μνημονιακούς και μη, εννοούν ότι ασχέτως της θέσης που τήρησαν σε σχέση με το Μνημόνιο, όλοι είναι, όλοι είμαστε ίδιοι· όλοι έχουν, όλοι έχουμε τις ίδιες ευθύνες.

Λυπάμαι, αλλά δεν είναι έτσι.

4.  Μνημονιακά ή αντιμνημονιακά τα κόμματα, δεν έχουν πείσει, εμένα τουλάχιστον, ότι διαθέτουν κάποιο πραγματοποιήσιμο σχέδιο υπέρβασης της Κρίσης, πόσω μάλλον ένα Εθνικό Σχέδιο για την ανασύνταξη και αναδημιουργία της Πολιτείας και της Κοινωνίας.

5.  Αν κάτι πληρώνουμε με αυτή την Κρίση είναι το γεγονός ότι η πολιτική ηγεσία και ο λαός σταματήσαμε να αναφερόμαστε στα πραγματικά, καθημερινά προβλήματα και αρχίσαμε να θεραπεύουμε ένα χάρτινο οικοδόμημα, μια κοινή ψευδαίσθηση –ο μύθος της «Ισχυρής Ελλάδας» ήταν ίσως το αποκορύφωμα αυτής της ιστορίας. Οι δε χλιδάνεργοι αποτελούν το όνειδος όχι μόνο του Συστήματος Εξουσίας (κόμματα, ΜΜΕ, επιχειρηματίες, κτλ) αλλά και της ίδιας της κοινωνίας που το ανέχτηκε. Της γενιάς μου, που παραμυθιάστηκε.

Θα περίμενε κανείς ότι όλοι κάτι θα διδασκόμασταν και θα προσπαθούσαμε να αλλάξουμε τακτική. Όμως όχι. Τα κόμματα επιστρατεύουν ξινισμένα συνθήματα και παρωχημένες τεχνικές πόλωσης για να μαζέψουν τα πρόβατα στο μαντρί. Τα ΜΜΕ σιγοντάρουν, αναπαράγοντας δηλώσεις και «ειδήσεις» περί όνου σκιάς και προσπερνώντας ζητήματα που θα έχουν να κάνουν με την επόμενη μέρα.

Έτσι, βλέπουμε τα κόμματα να αναλώνονται σε οξύτατες αλληλοκατηγορίες για το ντιμπέιτ, αλλά να απαντούν με γενικολογίες, που αμφιβάλλω αν πείθουν και τους πλέον πωρωμένους οπαδούς τους, όταν η κουβέντα φθάνει στην ταμπακιέρα. Τι σημαίνει, άραγε, «δεν θα επιτρέψουμε νέα μείωση μισθών και συντάξεων»; Μήπως και πριν 2-3 μήνες δεν ακούγαμε τις ίδιες ή ανάλογες υποσχέσεις μόνο και μόνο για να την συμφωνήσουν και να την ψηφίσουν στη συνέχεια;

6.  Υποσχέσεις για ανάπτυξη.

Η ανάπτυξη είναι καλή και μακάρι να σταματήσει άμεσα αυτή η κατρακύλα, αλλά:

–          Ανάπτυξη με λιτότητα μπορεί να υπάρξει; Και τι σόι ανάπτυξη θα είναι τότε αυτή;

–          Η όποια ανάπτυξη δεν θα έρθει στο κενό, ούτε στο παρελθόν. Θα έρθει στο συγκεκριμένο περιβάλλον που διαμορφώθηκε και διαμορφώνεται, με τους χαμηλότατους μισθούς, τα καταργημένα εργασιακά δικαιώματα, τις ανύπαρκτες κοινωνικές παροχές κτλ. Οπότε το ερώτημα επανέρχεται και επεκτείνεται: Τι είδους ανάπτυξη θα είναι αυτή και για ποιους;

7.  Κάποιοι (αφελείς;) πίστευαν ή τουλάχιστον διακήρυσσαν την πεποίθησή τους ότι μπορεί να καταστραφεί το κοινωνικό κέντρο, αλλά να διατηρηθεί το πολιτικό.

Δυο χρόνια μετά η κοινωνία βυθίζεται στην απελπισία και τον εξτρεμισμό και τα κόμματα και οι φορείς το μόνο που κάνουν είναι να απαγγέλουν κοινότοπες ηθικολογίες. Αν δεν αλλάξει κάτι άμεσα και ουσιαστικά, δεν θα χρειαστεί να είναι κανείς προφήτης για να δει τι θα προκύψει στο κοντινό μέλλον.

Εν τέλει η κοινωνία ή θα αφανιστεί ή θα αλλάξει. Μακάρι η αλλαγή να μην γίνει διά της καταστροφής.

Περασμένα μεσάνυχτα

Όταν περνάει η ώρα και η κούραση συσσωρεύεται, δεν σηκώνομαι για να πετάξω τα άχρηστα χαρτιά στη σακούλα με τα ανακυκλώσιμα, αλλά τα σκίζω και τα ρίχνω στο πάτωμα. Λέω: «Θα τα μαζέψω μετά», αλλά περνάμε μέρες μέχρι να έρθει αυτό το μετά και τα ανακυκλώσιμα συσσωρεύονται κι αναμειγνύονται με τα χρήσιμα, τα βιβλία με τους δεκάδες σελιδοδείκτες και τις φωτοτυπίες που επίσης κείτονται στο πάτωμα χάριν ευκολίας.

.

Η νύχτα γενικά δεν είναι εύκολη ώρα. Όλα τα μυστηριακά, τα αναπάντεχα, τα ατμοσφαιρικά, όλα τα κουλά νύχτα συμβαίνουν. Στη νυχτερινή κατατονία ακόμα και το παραμικρό, εκείνο που τη μέρα περνά απαρατήρητο, διογκώνεται, αναδύεται κι αναδεικνύεται, αποκτά υπερφυσικές διαστάσεις και κυριαρχεί. Το ψυγείο μου, για παράδειγμα, που στον αχό της μέρας στέκει βουβό, τις νύχτες βογκά και γρυλίζει ασταμάτητα. Τα πατώματα τρίζουν, τα τζάμια πάλλονται ανεπαίσθητα, ο χτύπος της καρδιάς μου νομίζω ότι αποκτά αντικειμενική υπόσταση και πνιχτές, ακανόνιστες ανάσες έρχονται από τα διπλανά διαμερίσματα. Γεννάει πάθη η νύχτα, που τη μέρα φαίνονται ασήμαντα, γελοία ή ανύπαρκτα. Φτιάχνει άρχοντες η νύχτα που τη μέρα φαντάζουν καρικατούρες ανθρώπων. Ξεσηκώνει τις καρδιές η νύχτα, ξυπνάει τις επιθυμίες και κοιμίζει τις αναστολές, δημιουργεί εμπειρίες που σε αναγκάζουν να λες και να ξαναλές στον εαυτό σου ότι δεν μετάνιωσες που το έζησες κι αυτό.

Η νύχτα και το μεσημέρι –να του πούμε κι αυτό.

Και το μεσημέρι είναι μια δύσκολη ώρα, γεμάτη μυστήρια και θαύματα,  αλλά το έχουμε λησμονήσει στις μέρες μας. Ίσως και να το έχουμε ξεπεράσει –δεν ξέρω. Οι αρχαίοι φιλόσοφοι της ερήμου πάντως, όπως ο Ευάγριος ο Ποντικός, εφιστούσαν την προσοχή των νεαρών μοναχών στο μεσημέρι. Με τον ήλιο να φωτίζει κάθετα την οικουμένη και να εξαλείφει κάθε σκιά, να αποκαλύπτει κάθε μυστική πτυχή, και να παραδίδει ένα δήθεν ξεκαθαρισμένο και αποκεκαλυμμένο είδωλο του κόσμου στη λογική, το μεσημέρι είναι η ώρα που καθίσταται πιο δυνατός ο δαίμων της πορνείας. Η συνείδηση του ανθρώπου, το λογικό και η κρίση αδυνατίζουν, τα πάθη κορώνουν. Με άλλα λόγια, το μεσημέρι είναι μια μικρή νύχτα μέσα στη μέρα, καθώς κουβαλάει όλα τα πάθη και τους κινδύνους, τις ηδονές και τις αστοχίες της νύχτας κι ας είναι ο ήλιος στο πιο λαμπρό του σημείο.

.

Περασμένα μεσάνυχτα και τα χαρτιά καλύπτουνε το πάτωμα γύρω από το γραφείο, τα βιβλία ισορροπούν σχηματίζοντας μικρούς πύργους γύρω από τον υπολογιστή, βαριά βήματα σκαρφαλώνουν στη σκάλα και δύο λεπτά αργότερα το καζανάκι του γείτονα βρυχάται.

Περασμένα μεσάνυχτα κι η ελπίδα ότι κάποιο γλυκό όνειρο θα μας αγκαλιάσει και θα μας κρατήσει συντροφιά μέχρι την αυγή αδειάζει απ’ τις ψυχές μας όπως το κρασί από το ποτήρι μου.

Περασμένα μεσάνυχτα κι ο θάνατος που συσσωρεύτηκε μέσα μου συνειδητά ή ασυνείδητα κατά την διάρκεια της μέρας αναζητά χαραμάδα να ξεσπάσει.

Περασμένα μεσάνυχτα, ένα αέναο τραμπάλισμα ανάμεσα στις κάθε λογής επιθυμίες μου και τα πραγματικά μου όνειρα· στις πραγματικές μου δυνατότητες και τις αντικειμενικές δυνάμεις μου.

Περασμένα μεσάνυχτα η ιστορία που δεν θα γράψω ποτέ.

Ο οβελίας του Παπαδιαμάντη

Στον 5ο τόμο της μνημειώδους έκδοσης των Απάντων του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, την οποία επιμελήθηκε ο Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, η ενότητα Θρησκευτικά Άρθρα συγκεντρώνει κείμενα που έγραψε ο Σκιαθίτης με αφορμή τις μεγάλες εορτές της Χριστιανοσύνης. Μέρες που είναι, φυλλομετρούσα τα σχετικά με την Μεγάλη Εβδομάδα, τα οποία κατά κανόνα αναφέρουν το χρονικό της κάθε ημέρας και περιγράφουν το εκκλησιαστικό τυπικό με λίγες προσωπικές κρίσεις του συγγραφέα, απολύτως κατάλληλα για τα εορταστικά αφιερώματα των εντύπων που τα φιλοξενούσας. Λέω «κατά κανόνα», γιατί ένα διαφέρει. Στο κείμενο Ὁ Ἐπιτάφιος καὶ ἡ Ἀνάστασις εἰς τὰ χωρία , που δημοσιεύτηκε στην Ἐφημερίδα το 1887, περιγράφει πώς εόρτασε το Πάσχα εἰς ἕν των μεσογείων τῆς Ἀττικῆς χωρίων.

Όπως έχουμε αναφέρει και σε προηγούμενα κείμενα, αν η μία συνιστώσα του παπαδιαμαντικού έργου είναι η νοσταλγία και η ανασυγκρότηση της κοινότητας που έζησε στα παιδικά του χρόνια, η άλλη είναι η πολεμική εναντίον κάθε νεωτερισμού που αλλοιώνει το ντόπιο πνεύμα και φρόνημα. Αυτές είναι και οι δυο συνιστώσες ετούτου του άρθρου, το οποίο θα μπορούσε να θεωρηθεί και αυτοβιογραφικό διήγημα.

Το πολεμικό πνεύμα ενυπάρχει και στον τίτλο. Η Ἀνάστασις εἰς τὰ χωρία αντιδιαστέλεται από εκείνη εἰς τὰ ἄστεα. Από την πρώτη κιόλας αράδα ο Παπαδιαμάντης υπερασπίζεται  την ἰδιότροπον εὐλάβειαν εκείνων που προτιμῶσι νὰ ἐκκλησιάζονται εἰς μικροὺς ναΐσκους τὰς ἡμέρας ταῦτας. Μιλάει με θέρμη για το ἰδιάζον εἰς τοὺς χριστιανικοὺς ναοὺς γνώρισμα που είναι ἡ σεμνότης καὶ ἡ μεγαλοπρέπεια, η οποία όμως δὲν ἀποκλείει τὴν εὐτέλειαν. Αντιθέτως, ἡ πολυτέλεια εἰς τοὺς ναοὺς εἶναι ἀπηγορευμένη, γι’ αυτό και βάλλει εναντίον τῶν ἀμαθῶν καὶ ἀπειροκάλων, οι οποίοι ὑπούλως καὶ θρασέως εισάγουν ἀναρμοδίως ὅλως στους αθηναϊκούς ναούς τα κίβδηλα καὶ ψευδόχρυσα, τα κενά καὶ ξενότροπα, τα νόθα καὶ απηγορευμένα.

Επόμενος στόχος του είναι ο κλήρος των Αθηνών, οι οποίοι σε αντίθεση με τον ευλαβή ιερέα του χωρίου δεν ήξεύρῃ ἀρκετὰ γράμματα, ὥστε ἀναγινώσκων τὰ Εὐαγγέλια νὰ μὴ λέγῃ «τοῖς γραμματοῖς» ἀντὶ «τοῖς γραμματεῦσι», δεν διαθέτουν ἀρκετὴν συστολήν, θεωρούν το ιερό Βήμα παρασκήνιο κ.ο.κ.

Αλλά και το ποίμνιο του χωρίου απεδείχθη λογικόν και εὐλαβῶς ἀκροαζόμενον τῆς Ἀκολουθίας. Με αληθινή ικανοποίηση αναφέρει ότι δὲν ὑπῆρχον ἐκεῖ κυρίαι, ἀλλὰ γυναῖκες, καὶ τοῦτο εἶναι μέγα πλεονέκτημα.

Είναι μεγάλη απόλαυση, γιορτή κανονική, να διαβάζει κανείς τον οξύ λόγο του κυρ Αλέξανδρου, όχι μόνο όταν ξορκίζει τα νεοφανή τότε δαιμόνια, που στις μέρες μας έχουν καταστεί γενικά αποδεκτός κανόνας. Αλλά ακόμα μεγαλύτερη να διαβάζει για την χαρά που βίωσε στην κατανυκτική ατμόσφαιρα του χωρικού ναΐσκου, που θα του θύμιζε τα παιδιάτικά του.

Όπως θα περίμενε ίσως κανείς, όλη η δραστηριότητα του Παπαδιαμάντη τέτοιες μέρες είχαν σχέση με τις ιερές Ακολουθίες. Όλες του οι κινήσεις στρέφονταν γύρω από τον ναό. Πολλές περιγραφές του χωριού ή του ναού δεν έχουμε, μέσα όμως από τις σελίδες του βλέπουμε κόσμο και κοσμάκη να μπαινοβγαίνει. Έτσι, εκτός από τον ἀγαθό ἱερέα, μαθαίνουμε για τον βραγχνόφωνο ψάλτη, ο οποίος έψαλε «Τὸν ἥλιον κρύψαντα», τον φιλότιμο χωρικὸ κυρ Γιάννην, τον οικοδεσπότη του Παπαδιαμάντη, ο οποίος δεν τον ξύπνησε το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου και πήγε μόνος του στην εκκλησία, όπου συνέψαλε μετὰ τοῦ ἱερέως καὶ τὸ «Ἀνάστα ὁ Θεός», καὶ ὁ ξένος του ἔμεινε κοιμώμενος νήδυμον, τον αξιόλογο ποιμένα Ν. Σκοῦφον, που προσέφερε στον αναστάντα Χριστό τσαντίλαν νωποῦ τυροῦ, τον Αντώνην, τὸν ἐπιλεγόμενον βουλγαρομάστιγα, ὅστις εἶναι ἱστορία μόνος του κ.ο.κ.

Από το ταπεινό ναό όμως δεν έλειψε η εξ Αθηνών νέμεσις του Παπαδιαμάντη. Έτσι, την ώρα των Εγκωμίων της Μεγάλης Παρασκευής εμφανίστηκαν κάποιοι αὐτοσχέδιοι ψάλται, οι οποίοι ἦσαν εὔρωστοι χωρικοὶ νεανίαι, καὶ δὲν τὰ ἔλεγον μὲν ἀπταίστως, ἀλλὰ δὲν τὰ ἐδολοφόνουν ἀσυνειδήτως. Μόνος εἷς παραφώνως καὶ ἀτάκτως ἔψαλλε, καὶ οὗτος ἦτο (φυσικά!) διδάκτωρ τῆς νομικής.

Πιο πολύ όμως πρέπει να εκνευρίστηκε την επομένη. Μετά το «Χριστός Ἀνέστη» μεγίστη τάξις καὶ θρησκευτικὴ προσήλωσις ἐπεκράτει καθ’ ὅλην τὴν ἀκολουθίαν. Μόνον δύο ἢ τρῖς κύριοι καὶ ἄλλαι τόσαι κυρίαι εὑρίσκοντο ἀπ’ ἀρχῆς ἐν τῷ ναῷ, ἀλλὰ μετὰ τὴν Ἀνάστασιν ἀπῆλθον νὰ κοιμηθῶσι, καλῶς πράξαντες, διότι τὸ παρεκκλήσιον ἦτο στενάχωρον, καὶ ἀποχωρήσαντες ἀφῆκαν χρόνον διὰ τοὺς λοιπούς.

Μαζί όμως με το «Χριστός Ἀνέστη» τελειώνει και η Μεγάλη Εβδομάδα, σταματάνε οι καθημερινές ακολουθίες και οι νοικοκυραίοι πηγαίνουν στα σπίτια τους να εορτάσουν με τις οικογένειές τους. Τι έκανε ο ιδιότροπος διηγηματογράφος και ερασιτέχνης ψάλτης, που ήταν μπεκιάρης και μαγκούφης, μακριά από τον οίκο του; Μετέβη, φυσικά, εἰς τὸ μικρὸν μαγαζίον τοῦ χωρίου. Κι εδώ βρίσκουμε το δεύτερο χαρακτηριστικό του Παπαδιαμάντη. Αν το πρώτο είναι η ευλάβεια και η φιλακολουθία του, το δεύτερο είναι η αγάπη του για την καλή, απλή παρέα και τις ηδονές του ουρανίσκου, κρασί, μεζέδες, καπνός.

Εξομολογείται λοιπόν ότι ἐκεῖ, στο μαγαζίον, ἀπήλαυσα ἐπὶ μακρὸν χρόνον τὴν ἡδονὴν τῆς συνδιαλέξεως μετὰ τῶν χωρικῶν, ἀνθρώπων μὲ ἀνοικτὴν καρδίαν. Αυτοί ακριβώς είναι οι ήρωες των διηγημάτων του, όπως και ετούτου του άρθρου, αλλά είναι κι αυτοί που ποτέ δεν διάβασαν ούτε μια αράδα από τα έργα ή τις μεταφράσεις του. Θα έλεγε κανείς μάλιστα ότι η φράση αυτή αποτελεί σπόντα για τους αναγνώστες των περιοδικών και των εφημερίδων, με τις οποίες συνεργαζόταν, όλους εμάς κατ’ επέκταση, με τους οποίους δεν φαίνεται να επιθυμεί να έχει και πολλά-πολλά.

Εἷς αὐτῶν, των χωρικών, εἶχε φέρει ἐκ τῆς οἰκίας του σούπαν καὶ βραστόν, τυρὸν καὶ αὐγὰ κόκκινα, καὶ ἐγεύθημεν ὁμοῦ τὸ πασχάλιον. Να λοιπόν που και ο μπεκιάρης συγγραφέας, μαζί με τους άλλους μονώτατους του χωρίου, βολεύτηκε και ευφράνθη.

Ἐν τῷ μεταξὺ εἶχεν ἀρχίσει νὰ γλυκοχαράζῃ, καὶ ἐπειδὴ δὲν ἐνύσταζον, ἐκέφθην, ὅτι τὸ καλύτερον ἦτο νὰ περιμείνω τὴν ἀνατολὴν τοῦ ἡλίου, καὶ τὴν διάβασιν τῆς ἁμαξοστοιχίας τοῦ σιδηροδρόμου Λαυρίου. Παρῆλθον δὲ ἀνεπαισθήτως αἱ ὧραι ἐν τῷ μέσῳ τῆς φαιδρᾶς συνδιαλέξεως, τοῦ Χριστὸς Ἀνέστη, τῆς συγκρούσεως τῶν ποτηρίων, τῆς μαρμαρυγῆς τοῦ ρητινίτου, καὶ τοῦ ἑαρινοῦ τῶν στρουθίων κελαηδήματος.

Τι θέματα να συζητούσε άραγε ο συγγραφέας με τους αγράμματους χωρικούς; Να τους άκουγε να διηγούνται ιστορίες από τα παλιά και τα νεώτερα και να τους έλεγε κι εκείνος δικές του από το νησί του; Κι η αναφορά στο Χριστός Ανέστη να σημαίνει ότι πάνω στο κέφι και την οινοποσία αρχίσανε να ψάλλουν τροπάρια; Και πώς να αντιμετώπιζαν οι συντηρητικοί λογοτεχνικοί κύκλοι και οι αναγνώστες εκείνης της εποχής αυτές τις αράδες;

Η απόλαυση όμως για τον κυρ Αλέξανδρο δεν σταμάτησε όταν φεύγοντας από το καφενείο. Γιατί περπατώντας προς τον σταθμό συνήντησε δύο ἢ τρεῖς ὁμίλους ἑορταζόντων, οι οποίοι είχαν ήδη βάλει τις σούβλες. Ακολουθεί η απαράμιλλη περιγραφή του οβελία, που δείχνει όχι μόνο την βαθιά του γνώση επί του θέματος, αλλά και το πόσο μερακλής ήταν:

Ἀλλὰ μοῖ ἔκαμαν ἐντύπωσιν δύο ὡραῖοι νέοι Λιδωρικιῶται, οἵτινες ἔψηνον τὸ ἀρνίον κατὰ τὸν τελειότερον ἐκ τῶν γνωστῶν καὶ παραδεδεγμένων τρόπων. Οἱ πρόσθιοι πόδες τοῦ ἀμνοῦ δὲν ἐφαίνοντο, χωμένοι ἐντὸς τῆς σαρκός, τὸ ἔντερον περιέβαλλεν ἑπτάκις ἢ ὀκτάκις ὡς ζώνη ἔξωθεν τὸν ἀμνόν, οἱ νεφροί, χωρὶς ν’ ἀποσπασθῶσιν ἐκ τῶν σπλάγχνων, εὑρίσκοντο ἑκατέρωθεν προσκεκολλημένοι ἔξωθεν, ὁμοίως καὶ τὰ δίδυμα, μετὰ τῶν ῥιζῶν τανυσμένων, εὑρίσκοντο ἐπὶ τοῦ ἰσχίου. Τὴν πυρὰν δὲν εἶχον ἀνάψει με κλήματα, ἀλλὰ μὲ κορμὸν ἀγρίου δένδρου. Μοὶ εἶπον, ὅτι τὰ κλήματα εἶναι ὁ ευκολώτερος τρόπος, ἀλλὰ «διὰ τοὺς ἀτζαμῆδες».

Φαίνεται ότι η συζήτηση ανάμεσα στον Σκιαθίτη και τους Λιδωρικιώτας για τους αμνούς και τους τρόπους που μαγειρεύονται κράτησε επί μακρόν –να συνοδεύτηκε άραγε και με οινοποσία; Καθόλου απίθανο, αν και ο συγγραφέας δεν αναφέρει κάτι σχετικό. Πάντως, οι νοικοκυραίοι τον τίμησαν με σπληνάντερον καὶ πλόσκαν, όταν έφυγε.

…ἐσύριξεν ἡ ἀτμάμαξα, ἔφθασε τὸ τραῖνο καὶ ἐπιβιβάσθην διᾶ τὸ Ἄστυ, γράφει ο Παπαδιαμάντης κλείνοντας με αυτή τη φράση την περιγραφή της εξοχικής λαμπρής.

Ο θάνατος ως προαίρεση

Στο τροπάριο του Νυμφίου υπάρχει ένας στίχος που με βάζει σε σκέψεις. Ο ποιητής απευθύνεται στην ψυχή του, δηλαδή στον εαυτό του, λέγοντας:

μὴ τῷ θανάτῳ παραδοθῇς

Ο θάνατος εδώ κατανοείται με εντελώς διαφορετικό τρόπο από τον δικό μας. Για τον ποιητή το πριν και το μετά του τέλους του βιολογικού κύκλου είναι ενιαίο. Ο θάνατος δεν σηματοδοτεί το τέλος της ύπαρξης, αλλά είναι μια κατάσταση που βιώνουμε στο τώρα, κατά την διάρκεια του παρόντος βίου. Και είναι αυτή η κατάσταση, που ξορκίζει και προσπαθεί να αποφύγει: Του θανάτου ως πραγματικότητα, του θανάτου ως καθημερινότητα, του θανάτου, τελικά, ως ζωή.

Το μὴ παραδοθῇς όμως έχει και μια άλλη έννοια: Της εκούσιας επιλογής, της συνειδητής κίνησης, της αυτοπαράδοσης. Με άλλα λόγια, ο θάνατος δεν θεωρείται καν αναπότρεπτος, αλλά είναι μια επιλογή που μπορούμε να κάνουμε. Ένας κατήφορος που αφήνουμε τον εαυτό μας να διολισθήσει.

Τελικά, αυτό που μας λέει ο ποιητής είναι: Θέλεις να συμμετέχεις στο πανηγύρι του γάμου; Θες να κερδίσεις τον Παράδεισο; Τότε μην χάνεις τον χρόνο σου κοιμώμενος, μην πεθαίνεις στην καθημερινότητά σου, ζήσε.

Εύκολο ακούγεται!

Ή, τέλος πάντων, ωραίο: Να μην χάνει κανείς τις μέρες του με άχαρα και άγονα πράγματα, παραδομένος στην κατάθλιψη και στη μιζέρια, αλλά να επιλέξει να ζει την κάθε μέρα. Να την αδράξει, που λέγανε και στον Κύκλο.

Να σας πω την αλήθεια, δεν ξέρω τι ακριβώς εννοεί ο ποιητής. Δεν ξέρω τι μπορεί να σημαίνει να μένει κανείς ξύπνιος και να ζει –σε τι συνίσταται πρακτικά.

Αυτόματα όμως ταυτίζω αυτόν τον καθημερινό θάνατο που περιγράφει ο ποιητής με την κατάσταση που ζούμε τα τελευταία 2 χρόνια. Το βλέπω στον εαυτό μου:

Κάθε πρωί, όταν μπαίνω στους ενημερωτικούς ιστότοπους για να μάθω τι γίνεται, τι κάνουν στον τόπο μου, κάτι πεθαίνει μέσα μου. Πικρία, στεναχώρια, αγανάκτηση, θυμός, οργή, μίσος –τίποτα από αυτά δεν είναι ζωή. Είναι όμως η καθημερινότητα που μας φτιάξανε για να ζήσουμε, το κοστουμάκι που μας ράψανε: Σκοτάδι και θάνατος.

Κι εδώ είναι το στοίχημα της γενιάς μου, αυτής της τραγικής και εθελοηττημένης γενιάς, αλλά και το δικό μου, το δικό σου:

Να μπορέσουμε (να μπορέσω!) σε προσωπικό και σε συλλογικό επίπεδο να ξυπνήσουμε, να απεγκλωβιστούμε από τον θάνατο και να αρχίσουμε να ζούμε τη ζωή.

Ωραίο ακούγεται.

Αλλά είναι εύκολο;

Και τι ακριβώς σημαίνει αυτό;

Τι μπορεί να σημαίνει;..

Και τι είναι πολιτική;

Τελικά ποια θέματα αξίζουν της προσοχής των πολιτικών;

Τι αξίζει να συζητείται πολιτικά;

Κι ακόμα:

Τι είναι πολιτική και τι μικροπολιτική;

Τι είναι ρεαλισμός; Τι είναι λαϊκισμός;

Και πότε οφείλει ένας πολιτικός να σιωπά, πότε να σχολιάζει, πότε να προτείνει, πότε να συνθέτει και πότε ν’ αποφασίζει;

Σε όλα αυτά κάποτε είχα απαντήσεις, τώρα δεν έχω. Τώρα έχω μπερδευτεί με όσα ακούω και διαβάζω και, για να είμαι ειλικρινής, δεν έχω ούτε τον χρόνο, ούτε την διάθεση να καθίσω να ασχοληθώ με αυτά τα ερωτήματα. Κυρίως γιατί νομίζω ότι οι απαντήσεις είναι λίγο-πολύ δεδομένες κι αυτονόητες.

Αυτό που ξέρω στα σίγουρα είναι πως αν είχαμε μια αυτοκτονία, θα κουνούσαμε το κεφάλι θλιμμένα, θα μουρμουρίζαμε «κρίμα τον άνθρωπο», θα συλλυπούμασταν τους οικείους και θα συνεχίζαμε τις ζωές μας.

Όμως τα 2 τελευταία χρόνια διαπιστώνεται μια κατακόρυφη αύξηση των αυτοκτονιών. Διαβάζω στο Reuters ότι τον 2011 στην Αθήνα μόνο οι αυτοκτονίες αυξήθηκαν κατά 25% σε σχέση με το ’10. Κι αυτό από μόνο του, στη δική μου συνείδηση και σύμφωνα με όσα έμαθα έχω μάθει, είναι ένα μείζον πολιτικό θέμα. Και φυσικά δεν είναι μόνο οι αυτοκτονίες. Είναι η υπογεννητικότητα, το άθλιο Σύστημα Υγείας που εξοντώνει καθημερινά αθόρυβα τους ασθενείς συμπολίτες μας, η διάλυση του κοινωνικού ιστού, το κοινωνικό μίσος που καλλιεργείται, η απόγνωση που γεννά η ανεργία, η ανέχεια και η απουσία πολιτικής πρότασης.

Επιπλέον χθες ζήσαμε μια διαφορετική αυτοκτονία. Οι άλλες γίνονταν μακριά από ξένα μάτια, ιδιωτικά, στους μακρινούς-διπλανούς μας μικρόκοσμους. Αυτοκτονούσε ο διπλανός, μπορούσαμε να προσποιηθούμε ότι δεν ακούσαμε ή ότι δεν είδαμε. Αυτή όμως συνέβη καταμεσής όχι μόνο της πόλης, αλλά της χώρας· απέναντι από τη Βουλή· σε απόσταση αναπνοής από το Προεδρικό Μέγαρο και το Μαξίμου.

Η δημόσια αυτοκτονία είναι κάτι διαφορετικό, πρωτόγνωρο. Ειδικά όταν ο αυτόχειρας αφήνει πίσω του ένα σημείωμα-κραυγή. Δεν έχει σημασία αν συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς με τις απόψεις και τις διαπιστώσεις του –το σημείωμα κανενός αυτόχειρα δεν ενέχει τον ρόλο Ιερής Γραφής ή απόλυτης αλήθειας, αλίμονο! Αυτό όμως που έχει σημασία, αυτό που τουλάχιστον καταλαβαινω εγώ, είναι πως ένας συνάνθρωπός μας για να μπορέσει να ακουστεί η φωνή του από τους εξουσιαστές μας, θεώρησε ότι έπρεπε να φτάσει στο σημείο αυτό.

Πού βρισκόμαστε αλήθεια;

Πού πάμε;

Πώς είναι δυνατόν μια πολιτική σωτηρίας να σπέρνει τόση φτώχεια, τόση ανέχεια, τόση ανεργία, τόση απόγνωση και θυμό;

Κι ακόμα, γιατί αποτελούν μείζον θέμα οι αναπηρικές συντάξεις που δόθηκαν παρανόμως σε μη-δικαιούχους και όχι οι συμπολίτες μας που καταφεύγουν στους κάδους των σκουπιδιών για να φάνε ή στην αυτοχειρία;

Γιατί να είναι λαϊκισμός ή κανιβαλισμός να ασχολείται κανείς με αυτό που συμβαίνει γύρω του, με αυτό που συμβαίνει στον συνάνθρωπό του; Γιατί αυτό να είναι μικροπολιτική;

Στο κάτω-κάτω της γραφής, αν η σύγχρονη Υψηλή Πολιτική δεν καταδέχεται ή δεν θεωρεί αντικείμενό της τα προβλήματα του λαού, μήπως θα πρέπει να εφεύρουμε κάτι άλλο, κάποιους άλλους να ασχοληθούν με αυτά;

Στιγμές στο Παρίσι

Μου αρέσει το ποτάμι. Συνήθως γύρω στις 7.00 που κλείνει η βιβλιοθήκη, κατηφορίζω βαριά για να περπατήσω πλάι του. Συνήθως εκεί φυσάει ένας πιο δροσερός, πιο κρύος αέρας – καλοδεχούμενα τα χάδια του.

Μου αρέσουν αυτά τα δέντρα που γέρνουν έτσι, προς το ποτάμι. Μου αρέσουν που έτσι, με τα κλαδιά τους γυμνά σαν σκελετωμένα δάχτυλα υψωμένα προς τον ουρανό, αιώνιοι ικέτες. Νομίζω όμως θα μου αρέσουν και αργότερα, όταν θα πρασινίσουν και θ’ ανθοφορήσουν.

Το άνοιγμα του ποταμού / το κλείσιμο των στοών που δημιουργούν οι γέφυρες -συνεχής αλλαγή τοπίου κι αισθήματος, σαν να βρίσκεσαι σε κινηματογραφικό στούντιο του ’50 και τσαλαβουτάς από σετ σε σετ…

 ***        ***         ***

Μου αρέσουν τα καφέ του Παρισιού. Τα τραπεζάκια είναι στριμωγμένα και ώρες-ώρες νομίζεις ότι κάθεσαι στο τραπέζι των διπλανών ή ότι εκείνοι ήρθαν απρόσκλητοι στο δικό σου. Από την άλλη όμως η μουσική είναι χαμηλά και μπορείς να συζητήσεις με τους φίλους σου ή να διορθώσεις όσα έγραψες το προηγούμενο βράδυ. Στα Γιάννενα η μουσική στις καφετέριες είναι μονίμως στη διαπασών -θέλουν να μη συζητάμε ή προσπαθούν να μας βγάλουν από τη δύσκολη θέση;

Τα παλαιοπωλεία στις όχθες του Σικουάνα. Πάντα τους ρίχνω μια ματιά, εκτός από τα τουριστικά στάνταρ, μπορεί να πέσεις σε κάποιο πραγματικό θησαυρό.

Εδώ περνάω μεγάλο μέρος των κυριακάτικων πρωινών μου. Το Album είναι το πιο ενημερωμένο βιβλιοπωλείο κόμιξ στο Παρίσι. Δεν διαθέτει βέβαια την τεράστια συλλογή του Forbidden Planet, αλλά το προτιμώ, καθώς είναι πιο φωτεινό κι ανθρώπινο…

Πίσω από αυτή τη μυστηριώδη, γαλάζια πόρτα περνάω πολλές ώρες κάθε μέρα…

Η St. Genevieve στη Rue Montagne, ακριβώς απέναντι από το Πάνθεον. Εδώ συναντούσε ο Gil το αυτοκίνητο φάντασμα, που τον μετέφερε στο Παρίσι του Μεσοπολέμου στο Midnight In Paris. Δίπλα, σε ένα εντυπωσιακό κτήριο, στεγάζεται η βιβλιοθήκη της St. Genevieve, πλούσια και δημοφιλής ανάμεσα στους φοιτητές και τους ερευνητές.

Κοντά στο σπίτι που μένω υπάρχει ένα πάρκο, με παιδική χαρά, πολλά πουλιά, μονοπάτια, έναν καταρράκτη που καταλήγει σε μια τεχνητή λιμνούλα… Τώρα, που οι μέρες είναι ηλιόλουστες και σχετικά ζεστές, γεμίζει με κόσμο που αράζουν και φωτοσυνθέτουν όχι μόνο τα Σαββατοκύριακα, αλλά και τις καθημερινές. Συνήθως πηγαίνω για τρέξιμο…