Ο οβελίας του Παπαδιαμάντη

Στον 5ο τόμο της μνημειώδους έκδοσης των Απάντων του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, την οποία επιμελήθηκε ο Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, η ενότητα Θρησκευτικά Άρθρα συγκεντρώνει κείμενα που έγραψε ο Σκιαθίτης με αφορμή τις μεγάλες εορτές της Χριστιανοσύνης. Μέρες που είναι, φυλλομετρούσα τα σχετικά με την Μεγάλη Εβδομάδα, τα οποία κατά κανόνα αναφέρουν το χρονικό της κάθε ημέρας και περιγράφουν το εκκλησιαστικό τυπικό με λίγες προσωπικές κρίσεις του συγγραφέα, απολύτως κατάλληλα για τα εορταστικά αφιερώματα των εντύπων που τα φιλοξενούσας. Λέω «κατά κανόνα», γιατί ένα διαφέρει. Στο κείμενο Ὁ Ἐπιτάφιος καὶ ἡ Ἀνάστασις εἰς τὰ χωρία , που δημοσιεύτηκε στην Ἐφημερίδα το 1887, περιγράφει πώς εόρτασε το Πάσχα εἰς ἕν των μεσογείων τῆς Ἀττικῆς χωρίων.

Όπως έχουμε αναφέρει και σε προηγούμενα κείμενα, αν η μία συνιστώσα του παπαδιαμαντικού έργου είναι η νοσταλγία και η ανασυγκρότηση της κοινότητας που έζησε στα παιδικά του χρόνια, η άλλη είναι η πολεμική εναντίον κάθε νεωτερισμού που αλλοιώνει το ντόπιο πνεύμα και φρόνημα. Αυτές είναι και οι δυο συνιστώσες ετούτου του άρθρου, το οποίο θα μπορούσε να θεωρηθεί και αυτοβιογραφικό διήγημα.

Το πολεμικό πνεύμα ενυπάρχει και στον τίτλο. Η Ἀνάστασις εἰς τὰ χωρία αντιδιαστέλεται από εκείνη εἰς τὰ ἄστεα. Από την πρώτη κιόλας αράδα ο Παπαδιαμάντης υπερασπίζεται  την ἰδιότροπον εὐλάβειαν εκείνων που προτιμῶσι νὰ ἐκκλησιάζονται εἰς μικροὺς ναΐσκους τὰς ἡμέρας ταῦτας. Μιλάει με θέρμη για το ἰδιάζον εἰς τοὺς χριστιανικοὺς ναοὺς γνώρισμα που είναι ἡ σεμνότης καὶ ἡ μεγαλοπρέπεια, η οποία όμως δὲν ἀποκλείει τὴν εὐτέλειαν. Αντιθέτως, ἡ πολυτέλεια εἰς τοὺς ναοὺς εἶναι ἀπηγορευμένη, γι’ αυτό και βάλλει εναντίον τῶν ἀμαθῶν καὶ ἀπειροκάλων, οι οποίοι ὑπούλως καὶ θρασέως εισάγουν ἀναρμοδίως ὅλως στους αθηναϊκούς ναούς τα κίβδηλα καὶ ψευδόχρυσα, τα κενά καὶ ξενότροπα, τα νόθα καὶ απηγορευμένα.

Επόμενος στόχος του είναι ο κλήρος των Αθηνών, οι οποίοι σε αντίθεση με τον ευλαβή ιερέα του χωρίου δεν ήξεύρῃ ἀρκετὰ γράμματα, ὥστε ἀναγινώσκων τὰ Εὐαγγέλια νὰ μὴ λέγῃ «τοῖς γραμματοῖς» ἀντὶ «τοῖς γραμματεῦσι», δεν διαθέτουν ἀρκετὴν συστολήν, θεωρούν το ιερό Βήμα παρασκήνιο κ.ο.κ.

Αλλά και το ποίμνιο του χωρίου απεδείχθη λογικόν και εὐλαβῶς ἀκροαζόμενον τῆς Ἀκολουθίας. Με αληθινή ικανοποίηση αναφέρει ότι δὲν ὑπῆρχον ἐκεῖ κυρίαι, ἀλλὰ γυναῖκες, καὶ τοῦτο εἶναι μέγα πλεονέκτημα.

Είναι μεγάλη απόλαυση, γιορτή κανονική, να διαβάζει κανείς τον οξύ λόγο του κυρ Αλέξανδρου, όχι μόνο όταν ξορκίζει τα νεοφανή τότε δαιμόνια, που στις μέρες μας έχουν καταστεί γενικά αποδεκτός κανόνας. Αλλά ακόμα μεγαλύτερη να διαβάζει για την χαρά που βίωσε στην κατανυκτική ατμόσφαιρα του χωρικού ναΐσκου, που θα του θύμιζε τα παιδιάτικά του.

Όπως θα περίμενε ίσως κανείς, όλη η δραστηριότητα του Παπαδιαμάντη τέτοιες μέρες είχαν σχέση με τις ιερές Ακολουθίες. Όλες του οι κινήσεις στρέφονταν γύρω από τον ναό. Πολλές περιγραφές του χωριού ή του ναού δεν έχουμε, μέσα όμως από τις σελίδες του βλέπουμε κόσμο και κοσμάκη να μπαινοβγαίνει. Έτσι, εκτός από τον ἀγαθό ἱερέα, μαθαίνουμε για τον βραγχνόφωνο ψάλτη, ο οποίος έψαλε «Τὸν ἥλιον κρύψαντα», τον φιλότιμο χωρικὸ κυρ Γιάννην, τον οικοδεσπότη του Παπαδιαμάντη, ο οποίος δεν τον ξύπνησε το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου και πήγε μόνος του στην εκκλησία, όπου συνέψαλε μετὰ τοῦ ἱερέως καὶ τὸ «Ἀνάστα ὁ Θεός», καὶ ὁ ξένος του ἔμεινε κοιμώμενος νήδυμον, τον αξιόλογο ποιμένα Ν. Σκοῦφον, που προσέφερε στον αναστάντα Χριστό τσαντίλαν νωποῦ τυροῦ, τον Αντώνην, τὸν ἐπιλεγόμενον βουλγαρομάστιγα, ὅστις εἶναι ἱστορία μόνος του κ.ο.κ.

Από το ταπεινό ναό όμως δεν έλειψε η εξ Αθηνών νέμεσις του Παπαδιαμάντη. Έτσι, την ώρα των Εγκωμίων της Μεγάλης Παρασκευής εμφανίστηκαν κάποιοι αὐτοσχέδιοι ψάλται, οι οποίοι ἦσαν εὔρωστοι χωρικοὶ νεανίαι, καὶ δὲν τὰ ἔλεγον μὲν ἀπταίστως, ἀλλὰ δὲν τὰ ἐδολοφόνουν ἀσυνειδήτως. Μόνος εἷς παραφώνως καὶ ἀτάκτως ἔψαλλε, καὶ οὗτος ἦτο (φυσικά!) διδάκτωρ τῆς νομικής.

Πιο πολύ όμως πρέπει να εκνευρίστηκε την επομένη. Μετά το «Χριστός Ἀνέστη» μεγίστη τάξις καὶ θρησκευτικὴ προσήλωσις ἐπεκράτει καθ’ ὅλην τὴν ἀκολουθίαν. Μόνον δύο ἢ τρῖς κύριοι καὶ ἄλλαι τόσαι κυρίαι εὑρίσκοντο ἀπ’ ἀρχῆς ἐν τῷ ναῷ, ἀλλὰ μετὰ τὴν Ἀνάστασιν ἀπῆλθον νὰ κοιμηθῶσι, καλῶς πράξαντες, διότι τὸ παρεκκλήσιον ἦτο στενάχωρον, καὶ ἀποχωρήσαντες ἀφῆκαν χρόνον διὰ τοὺς λοιπούς.

Μαζί όμως με το «Χριστός Ἀνέστη» τελειώνει και η Μεγάλη Εβδομάδα, σταματάνε οι καθημερινές ακολουθίες και οι νοικοκυραίοι πηγαίνουν στα σπίτια τους να εορτάσουν με τις οικογένειές τους. Τι έκανε ο ιδιότροπος διηγηματογράφος και ερασιτέχνης ψάλτης, που ήταν μπεκιάρης και μαγκούφης, μακριά από τον οίκο του; Μετέβη, φυσικά, εἰς τὸ μικρὸν μαγαζίον τοῦ χωρίου. Κι εδώ βρίσκουμε το δεύτερο χαρακτηριστικό του Παπαδιαμάντη. Αν το πρώτο είναι η ευλάβεια και η φιλακολουθία του, το δεύτερο είναι η αγάπη του για την καλή, απλή παρέα και τις ηδονές του ουρανίσκου, κρασί, μεζέδες, καπνός.

Εξομολογείται λοιπόν ότι ἐκεῖ, στο μαγαζίον, ἀπήλαυσα ἐπὶ μακρὸν χρόνον τὴν ἡδονὴν τῆς συνδιαλέξεως μετὰ τῶν χωρικῶν, ἀνθρώπων μὲ ἀνοικτὴν καρδίαν. Αυτοί ακριβώς είναι οι ήρωες των διηγημάτων του, όπως και ετούτου του άρθρου, αλλά είναι κι αυτοί που ποτέ δεν διάβασαν ούτε μια αράδα από τα έργα ή τις μεταφράσεις του. Θα έλεγε κανείς μάλιστα ότι η φράση αυτή αποτελεί σπόντα για τους αναγνώστες των περιοδικών και των εφημερίδων, με τις οποίες συνεργαζόταν, όλους εμάς κατ’ επέκταση, με τους οποίους δεν φαίνεται να επιθυμεί να έχει και πολλά-πολλά.

Εἷς αὐτῶν, των χωρικών, εἶχε φέρει ἐκ τῆς οἰκίας του σούπαν καὶ βραστόν, τυρὸν καὶ αὐγὰ κόκκινα, καὶ ἐγεύθημεν ὁμοῦ τὸ πασχάλιον. Να λοιπόν που και ο μπεκιάρης συγγραφέας, μαζί με τους άλλους μονώτατους του χωρίου, βολεύτηκε και ευφράνθη.

Ἐν τῷ μεταξὺ εἶχεν ἀρχίσει νὰ γλυκοχαράζῃ, καὶ ἐπειδὴ δὲν ἐνύσταζον, ἐκέφθην, ὅτι τὸ καλύτερον ἦτο νὰ περιμείνω τὴν ἀνατολὴν τοῦ ἡλίου, καὶ τὴν διάβασιν τῆς ἁμαξοστοιχίας τοῦ σιδηροδρόμου Λαυρίου. Παρῆλθον δὲ ἀνεπαισθήτως αἱ ὧραι ἐν τῷ μέσῳ τῆς φαιδρᾶς συνδιαλέξεως, τοῦ Χριστὸς Ἀνέστη, τῆς συγκρούσεως τῶν ποτηρίων, τῆς μαρμαρυγῆς τοῦ ρητινίτου, καὶ τοῦ ἑαρινοῦ τῶν στρουθίων κελαηδήματος.

Τι θέματα να συζητούσε άραγε ο συγγραφέας με τους αγράμματους χωρικούς; Να τους άκουγε να διηγούνται ιστορίες από τα παλιά και τα νεώτερα και να τους έλεγε κι εκείνος δικές του από το νησί του; Κι η αναφορά στο Χριστός Ανέστη να σημαίνει ότι πάνω στο κέφι και την οινοποσία αρχίσανε να ψάλλουν τροπάρια; Και πώς να αντιμετώπιζαν οι συντηρητικοί λογοτεχνικοί κύκλοι και οι αναγνώστες εκείνης της εποχής αυτές τις αράδες;

Η απόλαυση όμως για τον κυρ Αλέξανδρο δεν σταμάτησε όταν φεύγοντας από το καφενείο. Γιατί περπατώντας προς τον σταθμό συνήντησε δύο ἢ τρεῖς ὁμίλους ἑορταζόντων, οι οποίοι είχαν ήδη βάλει τις σούβλες. Ακολουθεί η απαράμιλλη περιγραφή του οβελία, που δείχνει όχι μόνο την βαθιά του γνώση επί του θέματος, αλλά και το πόσο μερακλής ήταν:

Ἀλλὰ μοῖ ἔκαμαν ἐντύπωσιν δύο ὡραῖοι νέοι Λιδωρικιῶται, οἵτινες ἔψηνον τὸ ἀρνίον κατὰ τὸν τελειότερον ἐκ τῶν γνωστῶν καὶ παραδεδεγμένων τρόπων. Οἱ πρόσθιοι πόδες τοῦ ἀμνοῦ δὲν ἐφαίνοντο, χωμένοι ἐντὸς τῆς σαρκός, τὸ ἔντερον περιέβαλλεν ἑπτάκις ἢ ὀκτάκις ὡς ζώνη ἔξωθεν τὸν ἀμνόν, οἱ νεφροί, χωρὶς ν’ ἀποσπασθῶσιν ἐκ τῶν σπλάγχνων, εὑρίσκοντο ἑκατέρωθεν προσκεκολλημένοι ἔξωθεν, ὁμοίως καὶ τὰ δίδυμα, μετὰ τῶν ῥιζῶν τανυσμένων, εὑρίσκοντο ἐπὶ τοῦ ἰσχίου. Τὴν πυρὰν δὲν εἶχον ἀνάψει με κλήματα, ἀλλὰ μὲ κορμὸν ἀγρίου δένδρου. Μοὶ εἶπον, ὅτι τὰ κλήματα εἶναι ὁ ευκολώτερος τρόπος, ἀλλὰ «διὰ τοὺς ἀτζαμῆδες».

Φαίνεται ότι η συζήτηση ανάμεσα στον Σκιαθίτη και τους Λιδωρικιώτας για τους αμνούς και τους τρόπους που μαγειρεύονται κράτησε επί μακρόν –να συνοδεύτηκε άραγε και με οινοποσία; Καθόλου απίθανο, αν και ο συγγραφέας δεν αναφέρει κάτι σχετικό. Πάντως, οι νοικοκυραίοι τον τίμησαν με σπληνάντερον καὶ πλόσκαν, όταν έφυγε.

…ἐσύριξεν ἡ ἀτμάμαξα, ἔφθασε τὸ τραῖνο καὶ ἐπιβιβάσθην διᾶ τὸ Ἄστυ, γράφει ο Παπαδιαμάντης κλείνοντας με αυτή τη φράση την περιγραφή της εξοχικής λαμπρής.

Advertisements

Tagged: , , , , , ,

5 thoughts on “Ο οβελίας του Παπαδιαμάντη

  1. antonispetrides 14/04/2012 στο 7:45 πμ Reply

    Ό,τι πρέπει για τη γιορτή. Γεια σου, φίλε Φώτη, και καλή Ανάσταση!

  2. Nίκος 14/04/2012 στο 10:02 πμ Reply

    Φώτη, πολύ καλό! Καλή Ανάσταση Φίλε μου!

  3. Belbo 17/04/2012 στο 12:01 μμ Reply

    Χριστός Ανέστη Φώτη! Κι εγω με Παπαδιαμάντη πέρασα αυτές τις ημέρες, του έχω μεγάλη αδυναμία όπως κι εσυ, να είσαι καλα! Belbo

  4. vad 19/04/2012 στο 7:12 πμ Reply

    Απο τα Πασχαλινά του διηγήματα μου εχει μεινει η φράση από την « Υπηρέτρα»,όπου ο Αργυράκης της Γαρουφαλιάς έλεγε «όποτε πάω στην εκκλησιά βάγια μοιράζουνε»:)
    Χρόνια Πολλά,φίλε Φώτη!

  5. Χρόνια πολλά Φώτη μου και Χριστός Ανέστη! Ό,τι καλύτερο!
    (για πέρνα μια βόλτα… 😉 )

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: