Ξημέρωμα Δευτέρας

Είναι η δεύτερη φορά που βλέπω τον ήλιο ν’ αναδύεται μέσα από τα σκοτάδια στον ουρανό της Λευκωσίας. Η πρώτη ήταν πριν από δύο χρόνια –τέλη Οκτωβρίου, μέσα Νοεμβρίου ίσως και είχα σηκωθεί κατά τις πεντέμιση, πάνω-κάτω τέτοια ώρα, και βγήκα να περπατήσω, καθώς έπρεπε κάτι να σκεφτώ και να ξεδιαλύνω. Τα θυμάμαι όλα γκρίζα –τον ουρανό, το φως, την πόλη, τα σπίτια και τα δέντρα, την άσφαλτο και τα αυτοκίνητα– αλλά μάλλον η  διάθεσή μου τα έβλεπε έτσι, καθώς τώρα βλέπω ένα ροδαλό φως τριγύρω στις άκρες του ουρανού να ξύνει τις ταράτσες των πολυκατοικιών, που όσο περνάει η ώρα χρυσίζει. Και πουλιά χοροπηδούν τιτιβίζοντας χαρούμενα στο γκαζόν του γείτονα. Κι όλα είναι ακόμα ήσυχα και το αεράκι που κινείται αργά τα δροσίζει ευχάριστα, χωρίς την υγρασία που μας ταλαιπωρεί τη μέρα, τα μεσημέρια, τα απογεύματα, τις νύχτες.

Δευτέρα είναι και κάτι ξεκινάει. Ή τελειώνει; Μήπως και τα δυο;

Θυμάμαι μια γυναίκα με καφέ ρόμπα γύρω στα 60 να φοράει στη μύτη τα γυαλιά και να καθαρίζει σκυφτή το ρύζι μέσα σε ένα στρογγυλό αλουμινένιο ταψί λέγοντας ότι στα παιδιά δεν πρέπει να στερούμε τίποτα, αλλά να τα αφήνουμε έστω τη γλώσσα ν’ ακουμπάνε πάνω σ’ αυτό που ζηλεύουν, για να μην τους μένει αμανάτι. Δεν την άκουγα. Την κοιτούσα και αναρωτιόμουν αν υπάρχουν πλέον τέτοιες γυναίκες. Σήμερα νομίζω ότι τέτοιες γυναίκες ποτέ δεν υπήρξαν. Τέτοιες γυναίκες γίνονται –τις φτιάχνουμε κι εμείς λιγάκι με την αγάπη και την φαντασία μας, προπάντων με την κοινωνία που δημιουργούμε. Είναι οι γυναίκες που αντέχουν τα πάντα για να μπορέσεις εσύ –εγώ– ν’ αντέξεις τα πάντα.

Ο γείτονας βγήκε στην αυλή και ποτίζει τις γλάστρες σου. Έχει φαλάκρα, καρό πουκάμισο, κοντό παντελόνι και  μύτη που μοιάζει με αχλάδι. Δεν ήξερα ότι ξυπνάει τόσο νωρίς. Κοιτάζει αφοσιωμένος το χώμα να καταπίνει το νερό. Εγώ κοιτάζω εκείνον. Κανένας μας δεν κοιτάζει κάτι αξιοπερίεργο ή έστω ενδιαφέρον, είμαστε όμως και οι δυο πολύ απορροφημένοι και μόνο το αυτοκίνητο που ανεβαίνει θορυβωδώς την Λάρνακος κάνοντας το σκύλο του απέναντι να γαυγίσει, σπάει τα μάγια. Κάνει τα κεφάλια μας να κινηθούν, τα μάτια μας να συναντηθούν, να καλημεριστουμε σιωπηλά, χωρίς πολλά-πολλά.

Έξι και τέταρτο, έχω αρχίσει να νυστάζω. Αν πέσω τώρα, θα μπορέσω να κοιμηθώ ένα τρίωρο, ίσως κι ένα πεντάωρο παρά τη ζέστη και την υγρασία. Όμως πρέπει να ετοιμαστώ –έχω να κάνω χίλια πράγματα σήμερα μόλις η πόλη πάρει μπροστά. Λέω να πάω μέσα, να χτυπήσω το κείμενο και να το ανεβάσω στο μπλογκ. Έτσι ίσως ξαγρυπνήσω πάλι…

Advertisements

Tagged: , ,

One thought on “Ξημέρωμα Δευτέρας

  1. hfaistiwnas 25/06/2012 στο 8:44 πμ Reply

    Νωρίς και εσύ ε; 🙂
    Είναι ωραία στο ξημέρωμα με ή και χωρίς ύπνο μετά 🙂

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: