Monthly Archives: Ιουλίου 2012

219.374 δέντρα

«Ορισμένα από τα μέτρα που προβλέπονται, θα έπρεπε να ληφθούν ασχέτως Μνημονίου και Τρόικας».

Είναι το επιχείρημα που έχει αρχίσει ήδη να ακούγεται και είναι βέβαιο ότι θα ακουστεί συχνότερα, εμφαντικότερα και πιο δυνατά τις επόμενες μέρες και μήνες. Άλλωστε δεν είναι η πρώτη φορά: Το ακούσαμε και όταν υπογραφόταν και ψηφίζονταν το καταστροφικό Μνημόνιο από την τότε Κυβέρνηση και τους συμμάχους της, αλλά και κάθε φορά που διέρρεε, εξαγγελλόταν, ή λαμβάνονταν νέα μέτρα.

Ο στόχος είναι απλός: Επιμερίζοντας την εφαρμοζόμενη πολιτική σε επιμέρους μέτρα, από τα οποία τα 5 είναι επιβεβλημένα ούτως ή άλλως, τα 4 σκληρά, τα 7 δίκαια, τα 6 άδικα, η Κυβέρνηση και οι υποστηρικτές της μπορούν να τα επικοινωνήσουν καλλίτερα στους κώλους που κάθονται στους καναπέδες (για να χρησιμοποιήσω την ορολογία του Joel Silver).

Η λογική δεν είναι καινούργια, δεν μας την έφερε η Τρόικα. Υπήρχε για πολλά χρόνια στο τσεπάκι των επικοινωνιακών επιτελείων –ο κ. Σημίτης για παράδειγμα κάθε φορά που γινόταν λόγος για την διαφθορά, ζητούσε από τους καταγγέλλοντες να πάνε στοιχεία στον εισαγγελέα, μετατρέποντας, κατά την επιτυχημένη εικόνα του Στ. Λυγερού, το δάσος της διαφθοράς σε άθροισμα μεμονωμένων δέντρων.

Όμως το θέμα δεν είναι αν κάποια από τα μέτρα ακούγονται σε κάποιους λογικά, σε άλλους φαντάζουν επιβεβλημένα ή σε κάποιους τρίτους μοιάζουν δίκαια κοκ. Στο κάτω-κάτω της γραφής ακόμα και το απεχθέστερο καθεστώς θα λάβει ένα, δύο ή τέσσερα μέτρα που από μόνα τους θα χαρακτηρίζονταν «καλά» –τα παραδείγματα περιττεύουν. Το θέμα είναι πού στοχεύουν αυτά τα μέτρα, ποια ευρύτερη στρατηγική εξυπηρετούν, αν εξυπηρετούν.

Δυστυχώς όμως για μια ακόμα φορά τα μέτρα που δρομολογούνται δεν φαίνεται να εντάσσονται σε κάποιον ευρύτερο σχεδιασμό από Ελληνικής πλευράς. Επιδιώκουν μόνο τον κατευνασμό των οργισμένων (;) εταίρων και των ανυπόμονων αγορών καθώς και την εξαγορά χρόνου. Η ελπίδα των Συγκυβερνώντων είναι ότι τους επόμενους 2, 3, 6 μήνες κάτι θα αλλάξει, κάπως θα διαφοροποιηθεί η κατάσταση. Ή ότι οι πολίτες για μια ακόμα φορά θα αποδεχτούν την μοίρα τους, θα καταπιούν κι αυτό το πικρό ποτήρι και με μικρογκρίνιες και μικροδιαμαρτυρίες θα πορευτούνε όπως-όπως για 2 χρόνια, μέχρι τις Ευρωεκλογές.

…αισιόδοξοι στις συμφορές

Θυμήθηκα σήμερα τον Θουκυδίδη.

Στην περίφημη δημηγορία που απευθύνουν οι Κορίνθιοι στους Λακεδαιμόνιους κατά την διάρκεια του συμβουλίου της Πελοποννησιακής Συμμαχίας, αποδίδουν στους Αθηναίους, τους άσπονδους εχθρούς τους, τα εξής χαρακτηριστικά:

αὖθις δὲ οἱ μὲν καὶ παρὰ δύναμιν τολμηταὶ καὶ παρὰ γνώμην κινδυνευταὶ καὶ ἐν τοῖς δεινοῖς εὐέλπιδες (1. 70. 3)

Θα μπορούσαμε να το μεταφράσουμε:

Ταυτόχρονα είναι τολμηροί πέρα από τις δυνάμεις τους, αναλαμβάνουν ρίσκα πέρα από την λογική και στις συμφορές παραμένουν αισιόδοξοι.

Το θυμήθηκα, όταν με ρώτησαν αν είμαι αισιόδοξος. Δεν είμαι. Αλλά, νομίζω, ότι δεν είμαι ούτε απαισιόδοξος –δεν μπορώ πλέον να φανταστώ το μέλλον, κοντινό, μακρινό, άμεσο, έμμεσο, οτιδήποτε, αλλά μόνο να μετρώ τις συνέπειες των αποφάσεων και των παραλήψεων των αρμοδίων στην καθημερινότητά μου, σήμερα ή αύριο.

Στο κάτω-κάτω της γραφής η αισιοδοξία, για να έχει ένα νόημα και να μην είναι απλώς μια βεβαιότητα ολίγον μεταφυσική, πολύ χαζοχαρούμενη ότι στο τέλος όλα θα πάνε καλά, θα πρέπει να στηρίζεται και σε κάποια πραγματικά στοιχεία. Για παράδειγμα, στις αράδες που αντέγραψα ο Θούκυ αναφέρει δύο: Τόλμη και ρίσκο. Αλήθεια θυμάστε ποτέ Ελλαδική ηγεσία να πολιτεύτηκε εντός και κυρίως εκτός με τέτοια φρεσκάδα και νεανικότητα; (Γιατί οι νέοι είναι  παρὰ δύναμιν τομηταὶ και παρὰ γνώμιν κινδυνευταὶ και όχι οι σαπρόγεροι –εννοώ σαπρόγεροι στην ψυχή και το μυαλό).

Οπότε, αυτό που μας μένει είναι η οργή. Οργή όχι για τις δυσκολίες και την συμφορά –αυτό μπορούμε να το χωνέψουμε, τα πλούτη έρχονται και παρέρχονται. Αλλά γιατί διαπιστώνουμε ότι μας έχουν καταστήσει έρμαια μιας μοίρας που άλλοι (εκείνοι;), εντός ή εκτός, διαμορφώνουν. Ότι δεν μας έχουν αφήσει περιθώρια να ορίσουμε το μέλλον μας με τόλμη και ρίσκα σε αυτόν τουλάχιστον τον τόπο.

Το μεγάλο ερώτημα, που κανείς δεν μπορεί να απαντήσει αυτή τη στιγμή, είναι αυτή την οργή, την δική μου, την δική σου, του διπλανού, οργή δίκαιη ή άδικη, λογική ή παράλογη (οργή είναι, μπορείς να την ερμηνεύσεις, αλλά είναι μάταιο να της ζητάς το λόγο), πώς θα την διαχειριστώ, πώς θα την διαχειριστείς, πώς θα την διαχειριστούμε.

Πιθανόν απλώς να την καταπιούμε.

Όπως και νά ‘χει, ο Χειμώνας αυτός είναι μακρύς.

Μ. Χατζιδάκις – Ν. Γκάτσος: Το Ταξίδι

Τρέχω πετάω κυνηγάω
πουλιά και όνειρα

Ένα από τα σχέδια που ο Μάνος Χατζιδάκις δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει ήταν Τα Κινηματογραφικά, οι μουσικές που έγραψε για τον κινηματογράφο ξαναδουλεμένες ως τραγούδια. Γιατί όσο και αν ο Χατζιδάκις ήθελε να γράψει ένα «μεγάλο» έργο, πίστευε ότι το τραγούδι είναι η πιο ολοκληρωμένη δημιουργία, η πιο ολοκληρωτική επικοινωνία –άλλωστε, όπως νομίζω όλοι πιστεύουμε πλέον, αυτά ακριβώς τα τραγούδια αποτελούν το magnum opus όχι μόνο του Χατζιδάκι, αλλά και του νεώτερου Ελληνικού πολιτισμού εν γένει.

Πέρα όμως από την άποψή του για την τέχνη του τραγουδιού, στην απόφασή του (παραλίγο να γράψω «στην ανάγκη του») να ξαναδουλέψει τις παλιότερες μουσικές του, βλέπουμε ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του Χατζιδάκι:

Την διαρκή αναθεώρηση του παρελθόντος· αν θέλετε, την αδυναμία του να επικεντρωθεί μόνο στην διαμόρφωση του παρόντος· για να το πούμε διαφορετικά: Την βεβαιότητά του ότι το παρελθόν είναι τόσο έγκυρο και τόσο παρόν, όσο το παρόν και ότι μπορεί να διαμορφώνεται διαρκώς. Σε αυτό το χαρακτηριστικό, στην διαρκή αναθεώρηση του έργου του, οφείλουμε αριστουργήματα όπως η Ρωμαϊκή Αγορά.

Το σχέδιο θα ολοκληρωνόταν, φυσικά, με την σύμπραξη του Νίκου Γκάτσου. Μια από τις μελωδίες για την οποία ο συνθέτης ζήτησε από τον ποιητή να γράψει στίχους ήταν Το Ταξίδι, από την ταινία America-America του Ηλία Καζάν. Αυτοί οι στίχοι είναι οι τελευταίοι που έγραψε ο Ν. Γκάτσος.

Θέλω τον κόσμο ν’ αγκαλιάσω
μ’ ένα ζεστό φιλί

Η ταινία περιγράφει το ταξίδι του νεαρού Σταύρου από το χωριό του στα βάθη της Μικράς Ασίας στην Κωνσταντινούπολη, απ’ όπου πήρε το υπερωκεάνιο για την Αμερική. Το πέρασμα από τα αρχαία χώματα της Ανατολής στην νεαρά Δύση είναι γεμάτο μνήμες αλλά και συμβολισμούς, καθώς πέρασμα σηματοδοτεί την άνδρωση του Σταύρου.

Η μουσική που έγραψε ο Χατζιδάκις απηχεί τον ενθουσιασμό, την αισιοδοξία και τις προσδοκίες του νεαρού ήρωα, αλλά και τον φόβο, την θλίψη, την μελαγχολία του, καθώς άφηνε πίσω του πρόσωπα και πράγματα αγαπημένα.

Οι στίχοι όμως του Γκάτσου δεν περιγράφουν αυτό το ταξίδι· το μεταθέτουν ή, μάλλον, το αντιστρέφουν

από τη δύση μου να φτάσω
ως την ανατολή

Το Ταξίδι συνεπώς που τραγουδάει εδώ ο ποιητής, δεν είναι εκείνο του εφήβου προς την ενηλικίωση, αλλά του ανθρώπου που έχει φτάσει στο τέλος του βίου του προς το Μετά. Ο Γκάτσος δεν βλέπει τέλος, αλλά μια νέα αρχή –αναπαρθένευση, για να θυμηθούμε τον Ελύτη. Μια τέτοια μετάβαση, ένα τέτοιο πέρασμα δεν είναι ούτε αυτονόητο, ούτε εύκολο. Προϋποθέτει τον θάνατο με ό,τι αυτός συνεπάγεται, αλλά από τον ποιητή δεν λείπει ούτε η αποφασιστικότητα, ούτε ο ενθουσιασμός, ούτε η βεβαιότητα ότι στο τέλος θα βρει λιμάνι σίγουρο.

Δείχτε μου δρόμο να περάσω
με ήλιο με βροχή
θέλω τον κόσμο να διαβάσω
και πάλι απ’ την αρχή.

Το τραγούδι ξεχωρίζει από την αγάπη για την ζωή, την αγάπη για τον κόσμο. Αγάπη που ξεχειλίζει από τα λόγια και την μουσική του. Αν και μιλάει για το τέλος, για ένα ταξίδι που είναι χολή μαζί και ξίδι, δεν περιέχει καμιά πικρία, θλίψη, μιζέρια, θυμό ή θρήνο. Μόνο χαρά για όσα έζησε και ζει και προσδοκία για εκείνα που θα έρθουν.

Ένα τραγούδι ανοιχτό και γενναιόδωρο, αγκαλιά, που μας χωράει όλους μέσα της.

*Το τραγούδι δεν έχει δισκογραφηθεί. Οι στίχοι του τραγουδιού υπάρχουν στο βιβλίο του Ν. Γκάτσου, Όλα τα τραγούδια, που επιμελήθηκε η Α. Δημητρούκα και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη

Μέρες Ιουλίου 2012

Ξεκίνησα να γράφω μερικές σκέψεις για την Κρίση, την Ελλάδα και την Ευρώπη, αλλά σταμάτησα. Δεν ξέρω αν φταίει η ζέστη ή η μελαγχολική μου φύση, αλλά δεν βρίσκω πλέον νόημα ούτε στη συζήτηση αυτών των θεμάτων. Οι εξελίξεις τρέχουν ερήμην μας / οι στόχοι τίθενται ερήμην μας / οι αποφάσεις λαμβάνονται ερήμην μας –στο όνομά μας βέβαια, εναντίον μας όμως.

Ερημιά παντού.

Και μέσα και έξω.

Δεν μας αρέσει βέβαια αυτό που ζούμε, αλλά δεν έχουμε και κάτι να προτείνουμε. Αν η απάντησή μας στη Συγκυβέρνηση Πασόκ-ΝΔ_-Λάος είναι η Συγκυβέρνηση ΝΔ_-Πασόκ-Δημάρ, είναι λογικό εταίροι και εταίρες να μην παίρνουν στα σοβαρά τα μηνύματα των εκλογών (ποια είναι αυτά αλήθεια;), να ζητάνε μόνο αυστηρή τήρηση των δεσμεύσεων (οι οποίες, όπως αποδεικνύεται καθημερινά, ελήφθησαν με την κλασική μέθοδο των ημετέρων τεχνοκρατών: στα κουτουρού) και να μην δέχονται ούτε να συζητήσουν εκείνο που μέχρι χθες φαινόταν δεδομένο και περίπου αυτονόητο: την χρονική παράταση για την επίτευξη των στόχων (της φτωχοποίησης δηλαδή του πληθυσμού).

Ερημιά παντού.

Και μέσα και έξω.

Ο καθένας μόνος του και όλοι μαζί αντιμέτωποι με ένα κράτος βαμπίρ, που τρέφεται από το αίμα και τις σάρκες μας…

 _____________

Ένας ακόμα φίλος έχασε τη δουλειά του την περασμένη εβδομάδα.

Ένας άλλος έκλεισε την επιχείρησή του.

Ένας τρίτος πηγαίνει καθημερινά στη δουλειά του, αλλά έχει να πληρωθεί απ’ τις απόκριες.

Πίναμε μπύρες στο Ιτς Καλέ και σχεδιάζαμε τον Χειμώνα της Ανέχειας. Να φωλιάσουμε, λέγαμε, σε κάνα χωριό, να καίμε τσάκνα στο τζάκι και να πίνουμε ολημερίς τσίπουρα κουβεντιάζοντας. Θα ρίχνουμε, εννοείται, και καμιά πενιά και θα ρημάζουμε τα δέντρα των γειτόνων –έτσι κι αλλιώς οι γέροι πόσα κάστανα θα φάνε;

Δεν φύσαγε καθόλου κι αναπνέαμε την υγρασία της λίμνης. Η κοπέλα που μας σέρβιρε αστειευόταν μαζί μας λες και μας ήξερε χρόνια –επικοινωνιακό ταλέντο, που υπό άλλες συνθήκες θα μπορούσε να… / πιτσιρίκια γκρινιάζανε από δίπλα / έφηβοι χαμουρεύονταν κάτω απ’ τις Καμάρες / πλάγιο το φεγγάρι έφτιαχνε μια φωτεινή γραμμή στην λίμνη κι ασήμωνε το Μιτσικέλι.

Παράξενο, αλλά όλο αυτό το σκηνικό δεν μας έβγαζε καμιά μιζέρια. Νιώθαμε μια γλύκα και μια ασφάλεια, έτσι που τα συζητούσαμε μεταξύ μας. Η ανασφάλεια ήρθε όταν κάποιος ανέφερε το εκκαθαριστικό, το χαράτσι και την εισφορά «αλληλεγγύης». Τότε απομείναμε σιωπηλοί, ο καθένας μόνος του απέναντι στο Κράτος-Εχθρό.

Ζητήσαμε λογαριασμό.

_____________

Πόσο εικοσάρηδες, τριαντάρηδες, σαραντάρηδες με προσόντα, ιδέες και προοπτικές την έχουν κάνει ή ετοιμάζονται να την κάνουν για έξω, επειδή δεν βρίσκουν τίποτα στην Ελλάδα;

Κάποτε θα μιλάμε γι’ αυτή την μεγάλη καταστροφή που συντελείται καθημερινά κάτω από τις μύτες μας…

Κάπου τελειώνουν και οι ιστορίες…

Κάπου τελειώνουν και οι ιστορίες –τι νομίζεις;

Κάπου τελειώνει η διάθεση ν’ αφηγηθείς. Η επιθυμία, η ερωτική επιθυμία, να εγκλωβίσεις κάποιον στα λόγια σου. Να φτιάξεις έναν τόπο, που θα βρεθείτε μαζί για λίγες στιγμές ενώπιος ενωπίω σε μια υπερπραγματικότητα που θα εξηγεί και θα ερμηνεύει καλλίτερα την καθημερινότητα και τους εαυτούς μας.

Κάπου τελειώνουν τα λόγια. Εδώ, σ’ αυτή την παρέα, στο σπίτι μου. Ο Δημήτρης, ο Γρηγόρης, η Ιωάννα, η Ρήνη. Εγώ.

Ο ήχος: Προπολεμικός Βαμβακάρης μιξαρισμένος με τον λευκό ήχο του ψυγείου, την βουή της πόλης, το θρόισμα των κινήσεών μας.

Η μυρωδιά: Αλκοόλ και νικοτίνη. Ιδρώτας και αποσμητικό του σούπερμάρκετ. Κομμένο χαρτί και ξυσμένο μολύβι. Σκόνη, καυσαέριο, καμένα καλώδια, χαλασμένες αποχετεύσεις.

Το σκηνικό: Μια φωτογραφία της Βενετίας στον τοίχο, η φορτωμένη βιβλιοθήκη, η τηλεόραση στριμωγμένη στη γωνία, ένα τραπέζι ανάμεσά μας και πάνω του λαδόκολλες με χοιρινό και πατάτες τηγανιτές.

Ένα κομμάτι κρέατος πασπαλισμένο με στάχτη τσιγάρου –κάποιος δεν πρόσεξε, ο Γρηγόρης πιθανότατα που είναι πιο κοντά. Αυτό το κομμάτι παίρνω και τρώω. Το έπιασα με τα δάχτυλά μου, σχεδόν χωρίς να το σκεφτώ, σχεδόν ενστικτωδώς, αυτόματα, μόλις είδα τη στάχτη πάνω του –τι σημαίνει αυτό για μένα;

Η Ρήνη γεμίζει τα ποτήρια, ο Δημήτρης την κοιτάζει αδιάφορα. Η Ρήνη τον γουστάρει, ο Δημήτρης είναι αδιάφορος. Νομίζω ότι κάποιες φορές η παρουσία της τον εκνευρίζει, η Ρήνη δεν καταλαβαίνει ή κάνει ότι δεν καταλαβαίνει –δεν ξέρω.

Τον περασμένο μήνα ένα τέτοιο βράδυ οι άλλοι φύγανε, αλλά η Ρήνη έμεινε να τελειώσουμε το μπουκάλι και να μαζέψουμε τα ποτήρια. Δεν ήταν παράξενο, κάθε φορά κάποιος μένει και συνήθως είναι αυτή, που το σπίτι της είναι σε εντελώς διαφορετική κατεύθυνση από των άλλων και έρχεται με το αυτοκίνητό της. Ακούγαμε πάλι ρεμπέτικα, ίσως όχι Βαμβακάρη, αλλά σίγουρα παλιές ηχογραφήσεις. Ίσως και να σιγοτραγουδούσαμε με τα μάτια μισόκλειστα, οινοβαρείς, σκορπισμένοι.

Αγγιχτήκαμε. Σκέφτηκα ότι έχει ωραία μάτια. Ότι το στήθος της είναι μικρό. Τα πόδια της μακριά και χυμένα, με λίγη κυτταρίτιδα, αλλά απαλά και δεκτικά στο χάδι μου. Πήγα πιο κοντά της – με πλησίασε κι αυτή. Αλκοόλ και μοναξιά κυλούσε στις φλέβες μας / οι κουρτίνες ήταν ακίνητες / το κερί τρεμόπαιζε.

Φιληθήκαμε και πήγαμε στο κρεβάτι. Τα πάντα ήταν υγρά και ασπρόμαυρα, τα σεντόνια, οι τοίχοι, το φως, εμείς προπάντων. Τα πάντα μύριζαν νικοτίνη και φτηνό κρασί, οι ανάσες μας, το σάλιο, ο ιδρώτας μας. Τα πάντα βυθίστηκαν σε μια αβαθή μαύρη τρύπα καθώς διείσδυα μέσα της. Καθώς οι ανάσες μας χαμήλωναν και επιταχύνονταν συντονιζόμενες μεταξύ τους και απορρυθμιζόμενες από τον υπόλοιπο κόσμο. Κράτησε ώρα –είχαμε πιει. Και ήταν αγωνιώδες και όμορφο.

Άδειασα το ποτήρι μου και το ξαναγέμισα. Συμπλήρωσα και τα ποτήρια των άλλων. Η Ρήνη κοίταζε τα χέρια του Δημήτρη, καθώς πίεζαν τον αναπτήρα να ανάψει· το πρόσωπό του, στη λάμψη της φλόγας. Την κοίταξα καλά. Αποστήθισα για μια ακόμα φορά τις γραμμές προσώπου και του κορμιού της και τράβηξα το βλέμμα μου από πάνω της πριν το νιώσει.

Μετά το σεξ κοιμηθήκαμε για λίγο, για μία ώρα ίσως ή δύο. Κι ύστερα την ένιωσα να σηκώνεται. Το πρώτο φως, σταχτί και κρύο, έμπαινε από τα στόρια. Με μισόκλειστα μάτια την είδα να ντύνεται, άκουσα την πόρτα να κλείνει πίσω της και γύρισα πλευρό.

Το απόγευμα της επομένης ήπια καφέ με τον Δημήτρη, αλλά δεν του είπα τίποτε. Μιλήσαμε για βιβλία και παίξαμε τάβλι μέχρι που ήρθε η ώρα να πάμε στα σπίτια μας. Με την Ρήνη δεν μίλησα· της έστειλα μήνυμα: Όλα καλά; Ναι, μου απάντησε, εσύ; Την είδα όμως την άλλη μέρα το μεσημέρι. Πήγα στην καφετέρια που έπινε καφέ με μια κολλητή της, τη Μάρθα. Παράγγειλα διπλό εσπρέσο και ρώτησα πώς πάει. Η Μάρθα έφυγε μετά από κανα τέταρτο κι έμεινα μόνος με τη Ρήνη. Μιλήσαμε για τη μέρα μας, τη δουλειά μας, τις ταινίες που θέλουμε να δούμε, κουτσομπολέψαμε κάτι παλιούς μας συμμαθητές. Τελειώσαμε τους καφέδες και σηκωθήκαμε. Έξω από την καφετέρια φιληθήκαμε στο μάγουλο, φιλικά.

«Το είπες στον Δημήτρη;», ρώτησε.

«Όχι», της απάντησα.

«Ωραία… Δεν χρειάζεται», είπε. «Ήταν μια φορά και δεν θα ξαναγίνει».

«Οπωσδήποτε», απάντησα. «Είχαμε πιει πολύ».

Χαιρετηθήκαμε ξανά κι έφυγα ανακουφισμένος και μελαγχολικός ταυτόχρονα.

Η Ιωάννα πήγε στο ψυγείο να φέρει καινούργιο μπουκάλι και ο Γρηγόρης σηκώθηκε ν’ αλλάξει το CD. «Θέλει κανείς νερό;» ρώτησε η Ιωάννα και ο Γρηγόρης φώναξε «εγώ» και μετά «άσε, έρχομαι». Χάθηκαν και οι δύο στη μικρή κουζίνα, ενώ η φωνή του Τσαουσάκη γέμισε το δωμάτιο. Εγώ, ο Δημήτρης και η Ρήνη απομείναμε στο δωμάτιο. Ακίνητοι αδειάσαμε τα ποτήρια μας και τραβήξαμε γερές τζούρες. Το λευκόγκριζο νέφος μας τύλιξε απαλά. Ξερόβηξα. Ήθελα κάτι να πω, ήθελα κάτι να κάνω. Κάτι που θα έχει σημασία για μένα, για κείνη, για όλους μας, αλλά δεν σκέφτηκα τίποτα, δεν υπήρχε τίποτα, κι έμεινα ακίνητος στη θέση μου.

Ένα γελάκι της Ιωάννας ακούστηκε από την κουζίνα. Μια χρωματιστή πινελιά λέκιασε το δωμάτιο.

Υγρά σεντόνια

Αν ξύσεις την καυτή επιφάνεια του Ιουλίου, από κάτω θα βρεις πάγο. Πάγος παντού. Πάγος στα όνειρα, τις ελπίδες, τα σχέδια, τις ανθρώπινες σχέσεις, τους έρωτες και τα μίση, τις πράξεις και τις σκέψεις, τις αποφάσεις, τις αναβολές. Σαν ο καιρός, η φύση, να μεγεθύνει κάθε χρόνο τέτοιον καιρό τα πάθη και τις ανεπάρκειες του καθενός μας και ταυτόχρονα να τις περιτυλίγει με αυτόν τον μανδύα καύσωνα. Για να μην γινόμαστε ανυπόφοροι στους εαυτούς μας και τους συνανθρώπους μας. Για να μπορούμε να λέμε «κάνει πολλή ζέστη» και να αφήνουμε τους λογαριασμούς για ένα αργότερα που κατά πάσα πιθανότητα ποτέ δεν θα έρθει.

*

Δεν μπορεί να πεις, κανείς δεν μπορεί να πει, ότι δεν προσπάθησα.

Πάμε παρακάτω.

*

Όσο διαβάζω τον τελευταίο καιρό τις πολιτικές και οικονομικές ειδήσεις, τόσο πείθομαι ότι είναι χαμένος χρόνος και ενέργεια. Ο ενεργός πολίτης αλλού θα πρέπει να στρέψει την ενεργητικότητά του· αυτό το Κράτος, αυτό το Κομματικό Σύστημα, αυτό το Οικονομικό Κατεστημένο είναι χάσιμο χρόνου. Οι άνθρωποι πιθανότατα μπορούν να σωθούν κατά μόνας, συνδυό, συντρείς ή κατά κοινότητες, αλλά αυτό το εξευτελισμένο, παραδομένο και ημιθανές κράτος, καθώς και τα Συστήματα που το νέμονται, με τίποτα. Στοιχειώδη τιμιότητα, στοιχειώδη αυτογνωσία, αν διέθεταν αυτοί οι άνθρωποι, θα πήγαιναν στο σπίτι τους, αφού παραδέχονταν δημόσια τις ανεπάρκειες και τα σφάλματά τους, ώστε να διευκολυνθεί η κοινωνία να αναδείξει νέες δυνάμεις. Όμως όχι. Λένε το «έσφαλα» κλείνοντας το μάτι και υπονοώντας ότι φταίμε όλοι οι υπόλοιποι, εκτός από τους ίδιους. Και συνεχίζουν να αναπαράγονται. Βδέλλες, παράσιτα που τρέφονται από το δικό μας αίμα.

Με κουράζει να τους παρατηρώ – δεν έχει νόημα να ασχολούμαι.

Δεν γίνεται τίποτα.

Ή, τέλος πάντων, κάνει πολλή ζέστη –θα τα ξαναπούμε επ’ αυτού.

*

Κοντομάνικα, βερμούδες, σορτσάκια, κοντά μπλουζάκια, αέρινα, ημιδιαφανή ρούχα. Συμπέρασμα: Σαν λαός πρέπει να προσέξουμε την διατροφή μας. Και να γυμναζόμαστε περισσότερο. Δεν εννοώ να γραφτούμε στα γυμναστήρια, αλλά να κινούμαστε, να περπατάμε, να μετακινούμαστε με ποδήλατο. Ας πηγαίνουμε και για κάνα τρέξιμο τα Σαββατοκύριακα…

*

Υγρά σεντόνια που κολλάνε πάνω σου και στριφογυρίζουν μαζί σου τις άγρυπνες νύχτες. Σε δένουνε και δένονται πάνω σου σαν πεπρωμένο.

Παίρνεις ψηλαφητά το κινητό σου και το κοιτάς αναποφάσιστος. Τελικά γράφεις εννέα ψηφία:

Κοιμάσαι;

και τ’ αφήνεις πάλι στο κομοδίνο ελπίζοντας σε μια απάντηση.

Μακρινοί ήχοι από αυτοκίνητα και κοντινοί από μια μηχανή που μαρσάρει. Φωνές ακούγονται από τον δρόμο και το ασανσέρ που ανεβοκατεβαίνει. Ο κόσμος είναι ξάγρυπνος. Οι άλλοι διασκεδάζουν. Κι εσύ σε μια σχεδία στο σκοτεινό πέλαγος, μεταμοντέρνος Οδυσσέας χωρίς Ιθάκη, για το πουθενά.

Γυρίζεις πλευρό και το σεντόνι γυρίζει μαζί σου. Σφίγγει το στήθος σου και νιώθεις ότι σου προκαλεί ασφυξία. Το κλωτσάς απαλά, νευρικά, δυνατά για ν’ απαλλαγείς από το αγκάλιασμά του. Ν’ ανασάνεις. Και τότε έρχεται ο ήχος της δόνησης και το δωμάτιο φωτίζεται από την οθόνη του τηλεφώνου. Κλωτσάς μια τελευταία φορά και το σεντόνι πέφτει στο πάτωμα. Πιάνεις το κινητό με την καρδιά να χτυπά κατάτι πιο γρήγορα. Διαβάζεις:

Όχι.

Για το Godfather

Υπάρχει ένα βασικό ερώτημα που διατρέχει την τριλογία του Copolla. Τίθεται για πρώτη φορά στο τέλος της πρώτης ταινίας, όταν η Connie ξεσπά εναντίον του αδελφού της για τον φόνο του συζύγου της αποκαλώντας τον κτήνος και δηλώνοντας ότι ο μπαμπάς τους δεν θα έκανε ποτέ κάτι τέτοιο. Το ίδιο ερώτημα έρχεται και ξαναέρχεται τόσο στον θεατή, όσο και στους ήρωες κατά το δεύτερο μέρος, ενώ αποτελεί και τη σπονδυλική στήλη της τρίτης ταινίας:

Γιατί ο Vito Corleone ήταν αγαπητός από όλους, την οικογένεια, τους συνεργάτες, ακόμα και τους εχθρούς, ενώ ο Michael προκαλούσε τον φόβο;

Ο Copolla, όταν γύριζε την πρώτη ταινία, δεν φανταζόταν, ούτε περίμενε, ότι θα του ζητούσαν να γυρίσει β΄ μέρος –τα sequel άλλωστε αποτελούσαν εκείνη την εποχή εξαίρεση· όταν μια ταινία είχε μεγάλη επιτυχία, οι συντελεστές της γύριζαν μια άλλη και όχι τη συνέχειά της, γι’ αυτό έχουμε μια σειρά από αριστουργηματικά western του John Ford με τον John Wayne και όχι άπειρες συνέχειες της Ταχυδρομικής Άμαξας. Όμως ο Νονός ήταν κάτι διαφορετικό –ακόμα και οι χαρτογιακάδες της Paramount το κατάλαβαν τελικά, γι’ αυτό και ζήτησαν από τον σκηνοθέτη να ασχοληθεί ξανά με την Οικογένεια.

Για το Β΄ μέρος του Godfather, ο Francis Ford Copolla είχε μια ιδιοφυή ιδέα:

Στην πρώτη ταινία παρακολουθούμε τα γηρατειά και τον θάνατο του Δον Βίτο Κορλεόνε και την ταυτόχρονο ανάδειξη του Μάικλ στην ηγεσία της Φαμίλιας –βλέπουμε δηλαδή μια ιστορία. Η δομή του δεύτερου μέρους είναι διαφορετική. Ουσιαστικά πρόκειται για δυο ταινίες, το prequel, όπου βλέπουμε πώς ο Βίτο απέκτησε την δύναμή του και δημιούργησε την Φαμίλια του, και το sequel, που μας δείχνει τι έγινε με τον Μάικλ. Οι δυο ιστορίες είναι μονταρισμένες με τέτοιο τρόπο, ώστε οι πράξεις του πατέρα να αποτελούν σχόλιο των πράξεων του γιου και το αντίθετο. Έτσι το ερώτημα που αναφέραμε προηγουμένως τίθεται διαρκώς με κλιμακούμενη ένταση. Ο τρόπος που τελειώνει το Godfather Part II είναι αποκαλυπτικός:

Ο Vito Corleone έχοντας στην αγκαλιά του τον μικρό Michael και περιστοιχισμένος από την υπόλοιπη οικογένεια χαιρετάει χαρούμενος τους συνεργάτες και τους φίλους του / Ο Michael Corleone σκεπτικός, σκοτεινός, αμίλητος, κάθεται μόνος στην αυλή του σπιτιού.

Μια οικογένεια, δυο γενιές, δυο Δον με κοινή η αφετηρία (το καλό της οικογένειας), δυο διαφορετικοί τρόποι ζωής και εντελώς διαφορετικά αποτελέσματα για όλους.

Τι είναι όμως αυτό που ξεχωρίζει τον γιο από τον πατέρα;

Ο Κόπολα δίνει στο έργο του δύο απαντήσεις, μια «αντικειμενική», ιστορική και μια βαθύτερη, οντολογική:

Ο Βίτο, σε αντίθεση με την πλειοψηφία των μεταναστών στις ΗΠΑ στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, δεν εγκατέλειψε την πατρίδα του με το όνειρο του πλουτισμού, αλλά για επιβιώσει: Ο τοπικός αρχηγός της Μαφίας, ο Don Ciccio είχε ήδη εξοντώσει όλα τα μέλη της οικογένειάς του και ο εννιάχρονος Βίτο ήταν ο μοναδικός επιζών. Βρέθηκε λοιπόν στην ξένη χώρα κυνηγημένος, με μόνο στόχο να παραμείνει ζωντανός. Αυτό που τον ώθησε να αναλάβει τις πρωτοβουλίες, που θα του έδιναν δύναμη, κύρος και σεβασμό στην Ιταλοαμερικάνικη κοινότητα, ήταν μια βαθιά αίσθηση δικαιοσύνης και αλληλεγγύης προς τους συμπατριώτες του. Ο πρώτος φόνος που πραγματοποίησε ήταν του Δον Φανούτσι, ενός χυδαίου μαφιόζου παλαιάς κοπής που απομυζούσε τους φτωχούς Ιταλούς μετανάστες πουλώντας τους προστασία από την ίδια την συμμορία του.

Ο Βίτο με άλλα λόγια καλύπτει ένα κενό που αντικειμενικά υπήρχε στο αμερικάνικο σύστημα και δη στην Ιταλοαμερικάνικη κοινότητα. Απονέμει δικαιοσύνη και προσφέρει ασφάλεια με την αμεσότητα της παλαιάς λογικής της φάρας και του αίματος εκεί ακριβώς που αποτυγχάνουν οι σύγχρονοι θεσμοί της ανεξάρτητης δικαιοσύνης.

Ο γιος του δεν μπαίνει ποτέ σε αυτή την διαδικασία· κανένας δεν προστρέχει σε αυτόν ζητώντας του δικαιοσύνη, δεν προσφέρει ασφάλεια και τάξη ούτε καν στα μέλη οικογένειάς του. Και σίγουρα δεν τον ενδιαφέρει να έχει τέτοιο ρόλο ανάμεσα στους ομοεθνείς του. Εκείνο που τον ενδιαφέρει είναι η απόκτηση δύναμης και πλούτου· η αύξηση και η διασφάλιση της εξουσίας.

Μέσα σε αυτή την παραφορά, οι δεσμοί με την κοινότητα και οι φιλικές και συνεργατικές σχέσεις φαντάζουν ολοένα και πιο μικρές, ώσπου στο τέλος χάνονται. Συμβαίνει μάλιστα και το αδιανόητο για την προηγούμενη γενιά: Η συσσώρευση δύναμης και πλούτου στο όνομα της Οικογένειας να λειτουργεί εναντίον των μελών της. Η φαμίλια καθίσταται ένας αφηρημένος μηχανισμός εξουσίας και πλούτου, ενώ τα μέλη της καταστρέφονται και ο Νονός απομένει μόνος.

Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε απλώς με ένα ζήτημα σύγχυσης και απώλειας του προσανατολισμού ή λαθεμένων προτεραιοτήτων ενός ανθρώπου. Βρισκόμαστε μπροστά στο βασικό πρόβλημα –επιτρέψτε μου να το πω οντολογικό– του σύγχρονου δυτικού ανθρώπου (μια ματιά άλλωστε στον τρόπο που οι διάφορες ηγεσίες επιλέγουν να διαχειριστούν την παρούσα Κρίση, μας το επιβεβαιώνει).

Είναι χαρακτηριστικό δε ότι ο ίδιος ο Michael δεν έχει συνείδηση της διαφοράς ανάμεσα στον ίδιο και τον πατέρα του –το εξομολογείται άλλωστε στο Δεύτερο Μέρος στη μητέρα του και στην τρίτη ταινία το αναφέρει ενώ θρηνεί τον Δον Τομασίνο. Σε αυτό το σημείο, στο ότι ο ήρωας δεν έχει συνείδηση του εαυτού και των πράξεών του, με αποτέλεσμα οι επιλογές του να τον τραβάνε στο αντίθετο σημείο από εκείνο που είναι η καρδιά του, έγκειται και η τραγικότητά του.

Ξαναβλέποντας τις ταινίες του Νονού αυτές τις ημέρες συνειδητοποίησα ότι δεν χωράνε στα αστεράκια των κριτικών κινηματογράφου. Μπορεί να μετρηθεί η δεξιότητα στις κινήσεις της κάμερας, η φωτογραφία, η μουσική, η ηθοποιία κτλ. Ο Νονός –τα δύο πρώτα μέρη τουλάχιστον– δεν είναι αυτό· δεν είναι μια πολύ καλή ταινία ή, απλώς, ένα αριστούργημα. Είναι ένας αρχετυπικός μύθος με τον τρόπο ακριβώς των αρχαίων τραγωδιών. Μια σύγχρονη παραβολή για τους καιρούς, τους εαυτούς μας, τις ζωές μας. Από αυτή την άποψη, ο F. F. Copolla πραγματοποίησε κάτι μοναδικό στην 7η τέχνη.