Monthly Archives: Αυγούστου 2012

Για το The Dark Knight Rises ξανά*

Η τρίτη νυχτεριδοταινία του Nolan ήταν μια από τις πλέον αναμενόμενες ταινίες της χρονιάς. Και όχι μόνο από τους συνήθεις υπόπτους, τους πιτσιρικάδες που γεμίζουν τις multiplex αίθουσες όταν παίζουν ταινίες με υπερήρωες, αλλά και από θεατές που αρέσκονται σε πιο «ενήλικες» ταινίες, οι οποίες αφηγούνται περίπλοκες ιστορίες με πολυδιάστατους χαρακτήρες και πιο δύσκολα θέματα. Ο Christopher Nolan τόσο με το Inception, όσο και με τον προηγούμενο Batman του, έχει αποδείξει ότι μπορεί να ενώνει και να ενθουσιάζει τα πιο διαφορετικά κοινά.

Πήγα στο σινεμά, όπως συνήθως πηγαίνω να δω τέτοιου είδους ταινίες: Μη περιμένοντας τίποτα.

Η εμπειρία έχει αποδείξει ότι οι υψηλές προσδοκίες πάντα διαψεύδονται. Τίποτα δεν μπορεί να είναι τόσο τέλειο και συναρπαστικό, όσο εκείνο που κατασκευάσαμε εμείς οι ίδιοι με το μυαλό μας.

Βγήκα από την αίθουσα πιστεύοντας αυτό που περιέγραψε στο σχόλιό του ο φίλος Bauer24: Το TDKR είναι καλλίτερο από το Begins και χειρότερο από το TDK.

Τα σεναριακά κενά ήταν πολλά και οι λύσεις που δόθηκαν σε διάφορα ζητήματα δεν ήταν πειστικές (πχ κατανοώ την αναγκαιότητα να απομακρυνθεί ο Alfred και να απομείνει μονώτατος ο Bruce Wayne, αλλά ο τρόπος με τον οποίο έγινε απλώς δεν έπειθε.)

Οι σκηνές δράσης ήταν μεγαλειώδεις κι εντυπωσιακές, κάποιες φορές όμως γίνονταν κουραστικές –ειδικά οι σώμα με σώμα μονομαχίες Batman και Bane, οι οποίες μου φάνηκαν εντελώς ξεπερασμένες.

Μετά το πρώτο μισάωρο η ταινία έκανε κοιλιά, έχασε τον βηματισμό της, για να τον ξαναβρεί στο τελευταίο μέρος.

Όλα αυτά είναι λίγο πολύ αντικειμενικές αδυναμίες, οι οποίες προκύπτουν από την επιθυμία του Nolan, αλλά και των θεατών, το «επικό τέλος της τριλογίας» να είναι πιο μεγάλο, πιο θορυβώδες και πιο δυνατό από το β΄.

Νομίζω πάντως ότι το στίγμα της ταινίας δεν καθορίζεται από αυτά τα στοιχεία. Ή, για να το πω διαφορετικά, νομίζω ότι αυτά δεν δικαιολογούν την διάχυτη απογοήτευση που πολλές φορές φθάνει στα όρια της απόρριψης από ορισμένους fan. Για τον απλούστατο λόγο ότι παρά αυτές τις αδυναμίες του, το TDKR είναι μια πολύ καλή ταινία.

Δεν θέλω να σταθώ στις επιμέρους προφανείς αρετές, τόσο σε τεχνικό όσο και σε δημιουργικό επίπεδο. Θα ήθελα να θίξω δύο ζητήματα που προκύπτουν από την ιστορία της ταινίας, το ήθος των ηρώων που παρουσιάζει, καθώς αυτό είναι κατά την γνώμη μου το πιο δυνατό της χαρτί. Γιατί ενώ οι άλλες ταινίες με υπερήρωες ανακυκλώνουν τα ίδια μοτίβα, ο Σκοτεινός Ιππότης του Νόλαν αγγίζει με θάρρος μεγάλα και δύσκολα θέματα.

1. Η Πολιτική της Νυχτερίδας. Καιρό είχαμε να δούμε ένα blockbuster με τόσο σαφή πολιτική τοποθέτηση. Συνήθως οι χαρτογιακάδες των στούντιο επιλέγουν να προβάλουν θολές ή ενδιάμεσες θέσεις μην τυχόν και δυσαρεστήσουν κάποια ομάδα και χάσουν κάποιο εισιτηριάκι.

Αν στην προηγούμενη ταινία ο Batman υπερασπίζεται την λογική του κόσμου απέναντι στην παράνοια του χάους που επιχειρεί να επιβάλει ο Joker, τώρα είναι ο πρόμαχος της δημιουργίας έναντι της καταστροφής που φέρνει ο Bane. Η καταστροφική δύναμη του κακού, ασχέτως με τα απώτερα κίνητρα, βρίσκει πάτημα σε ένα πολύ πραγματικό (και πολύ δικό μας) πρόβλημα: Την Κρίση.

Ο Bane, που μιλάει ακατάπαυστα, όπως ο V του Alan Moore, και ο τόνος του θυμίζει ιεροκήρυκα, μετατρέπει την αγανάκτηση των πολιτών σε οργή και μίσος εναντίον των πλουσίων και των αρχών του Gotham κι εν τέλει όλων όσων διαφωνούν μαζί του. Εγκαθιστά ένα καθεστώς τρόμου, που παραπέμπει στην περίοδο της τρομοκρατίας της Γαλλικής Επανάστασης, το οποίο ως μόνο του στόχο έχει την εκδίκηση και την καταστροφή.

Η απάντηση δηλαδή του Nolan (ο οποίος εκτός της σκηνοθεσίας, υπογράφει και το σενάριο μαζί με τον αδελφό του) στην Κρίση που βιώνουν οι πολίτες των ΗΠΑ, της Ελλάδας, αλλά και ολόκληρου του κόσμου, είναι σαφής:

Η λύση δεν είναι η τυφλή καταστροφή, γιατί έτσι δεν τιμωρούνται μόνον οι ένοχοι, δίκαιοι ή άδικοι, αλλά όλοι οι πολίτες. Άλλωστε είναι πολύ αμφίβολο αν όντως υπάρχουν αθώοι στη Gotham· υπάρχουν μόνο όσοι αναλαμβάνουν ή όχι τις ευθύνες τους. Ως λύση εν τέλει προβάλλει η δημιουργία –και αυτή ακριβώς υπερασπίζεται ο Σκοτεινός Ιππότης, ο οποίος επανεφευρίσκει τον εαυτό και την περσόνα του, περνώντας ακριβώς την ίδια δοκιμασία που πέρασε και ο Bane.

Εδώ έγκειται και η τραγωδία του θεατή (γιατί αυτή είναι η ιδιορρυθμία ταινιών όπως το The Dark Knight Returns, τραγωδία ζουν όχι μόνο οι ήρωες, αλλά και οι θεατές), καθώς βλέπουν την διάψευση των δικών τους ιδεών στο αδιέξοδο που οδηγεί η βία και η καταστροφή.

Ο θεατής στο πανί εκπροσωπείται από την Catwoman, η οποία βρίσκεται στο ενδιάμεσο χώρο ανάμεσα στον Batman και τον Bane και καλείται συνεχώς να επιλέγει μεταξύ μηδενισμού και δημιουργίας. Στην αρχή γοητεύεται από το κήρυγμα του Bane. Στο τέλος όμως ξεπερνάει τον εαυτό της επιλέγοντας να μην εγκαταλείψει τον Batman και βέβαια την Gotham. Αυτός είναι ο κόσμος της.

2. Η Μεταφυσική του Batman. Η χρησιμοποίηση βιβλικών συμβόλων, ιστοριών, παραβολών από τους δημιουργούς των υπερηρώων είναι παλιά υπόθεση. Ο Superman, για να αναφέρω ένα πασίγνωστο παράδειγμα, έρχεται στον κόσμο μας ως άλλος Μωυσής. Όλοι οι υπερήρωες αναλαμβάνουν ως έργο τους την σωτηρία του κόσμου κι έτσι καθίστανται ένα είδος μεσσία.

Ο Nolan χρησιμοποιεί αυτό το μοτίβο στην ταινία του. Το θέμα του άλλωστε ενδείκνυται: Ο Batman δεν είναι μεταλλαγμένος, ούτε εξωγήινος· δεν έχει μεταφυσικές δυνάμεις, ούτε κάποιο ανεξήγητο χάρισμα. Είναι ένας άνθρωπος όπως εγώ κι εσύ που καθοδηγείται από τις εμμονές και τις ενοχές του. Όντας ο πιο ανθρώπινος υπερήρωας είναι και ο πιο τραγικός και μαζί ο πιο κατάλληλος για να ζήσει το πάθος και την ανάσταση.

Έτσι στην ταινία ο Bruce Wayne εγκαταλείπεται από τους φίλους του, καταδικάζεται από μια άδικη δίκη, δεν πεθαίνει αλλά θάβεται, και με την δύναμη που αντλεί από μέσα του βγαίνει στο φως, ανασταίνεται και νικάει το κακό και τους εχθρούς του.

Ο Batman έχει το ίδιο ερώτημα με τον θεατή:

Γιατί να πρέπει να σωθεί αυτός ειδικά ο κόσμος;

Είναι ο Πειρασμός του Κατακλυσμού, και ο Batman απαντά με τρόπο πολύ παρόμοιο με εκείνον του Θεού, καθώς βγάζει από το ερώτημα το πρέπει και προκρίνει το υπάρχειν. Έχοντας οικειωθεί το μηδέν στο πηγάδι, αφήνει τον πέρα από την γέφυρα Παλαιό Κόσμο του διαχωρισμού καλού-κακού να πνιγεί στις αντιφάσεις του πυροβολώντας τον Robin και τα ορφανά.

Στο τέλος πιάνουμε τον εαυτό μας να παθιάζεται για μια ακόμα φορά με την ίδια αρχαία ιστορία. Όσο κι αν αλλάζουν οι καιροί, όσο κι αν προοδεύει η επιστήμη και ο πολιτισμός, οι βαθιές, καταγωγικές μας ανάγκες παραμένουν ίδιες κι απαράλλαχτες.

Πολλά μπορούμε να πούμε γι’ αυτό βέβαια. Σκέφτομαι πρόχειρα: Αν τις αποδεχόμασταν και τις αγκαλιάζαμε, ίσως να ήμασταν λίγο πιο ευτυχισμένοι.

———

*To κείμενο γράφτηκε με τον φίλο Ν. Καλαποθάκο.

The Dark Knight Rises

Η ταινία αρχίζει με μια πολύ εντυπωσιακή σκηνή:

Κατά την διάρκεια μιας αεροπειρατείας, ο Bane απαγάγει έναν πυρηνικό επιστήμονα, ο οποίος βρισκόταν υπό την προστασία της CIA. Μετά ο φακός του Nolan εστιάζει σε πιο γνώριμες γωνιές: Στην έπαυλη του Bruce Wayne, όπου γίνεται ένα φιλανθρωπικό γκαλά στη μνήμη του Harvey Dent, ο οποίος θεωρείται νεκρός. Έχουν περάσει 8 χρόνια από τα γεγονότα που περιέγραφε η προηγούμενη ταινία και πολλά έχουν αλλάξει στη Gotham. Ο Batman έχει φορτωθεί την ευθύνη για τον υποτιθέμενο θάνατο του ηρωικού εισαγγελέα κι έχει αποσυρθεί ατιμασμένος και δυσφημισμένος από την δράση· ο Bruce Wayne έχει κλειδωθεί σε μια πτέρυγα της έπαυλής του και δεν κάνει πλέον δημόσιες εμφανίσεις· η εγκληματικότητα έχει παταχθεί και ο επιθεωρητής Gordon ετοιμάζεται να συνταξιοδοτηθεί. Η εμφάνιση όμως του Bane θα αλλάξει τα δεδομένα και θα αναγκάσει τον Wayne να ξεσκονίσει την παλιά του πανοπλία.

Η τρίτη νυχτεριδοταινία του Christopher Nolan είναι απόλαυση για τον ενήλικο θεατή. Σε αντίθεση με τις άλλες ταινίες για υπερήρωες, οι οποίες χωρίς εξαίρεση θυμίζουν cartoon με ανθρώπους, όπου η αφελής δράση εναλλάσσεται με αφελέστερα διλήμματα διανθισμένα με φτηνά ψηφιακά εφέ, οι ταινίες του Batman παρουσιάζουν ήρωες με σάρκα και οστά και δεν διστάζουν να μιλήσουν για τα μεγάλα θέματα του καιρού μας.

Βέβαια, η νέα ταινία του Batman δεν είναι τόσο καλή όσο η προηγούμενη. Κάπου κάνει κοιλιά, κάπου τα επιμέρους στοιχεία της υπόθεσης δεν δένουν τόσο καλά μεταξύ τους και μετεωρίζονται, κάπου οι μονομαχίες Batman-Bane κουράζουν –παραμένει όμως ένα πολύ καλό, ένα εξαιρετικό blockbuster, που (επιτέλους!) δεν απευθύνεται αποκλειστικά σε εφήβους.

Το The Dark Knight Rises είναι η πιο Millerική ταινία του Nolan. Αν το Batman Begins στηρίχτηκε στο Year One του Frank Miller, το Rises φαίνεται να αντλεί από τα The Dark Knight Returns και The Dark Knight Strikes Back.

Ο Bruce Wayne παρουσιάζεται στην αρχή της ταινίας κουρασμένος, αποτραβηγμένος, ψυχικά και σωματικά σακατεμένος, ακριβώς όπως και στο The Dark Knight Returns και χρειάζεται να βουτήξει προς τα μέσα, να σκάψει βαθιά στον εαυτό του, για να βρει την πηγή απ’ όπου θα αντλήσει την δύναμη για να επιστρέψει σαν Νυχτερίδα –το πηγάδι, στο οποίο τον πετάει ο Nolan για να σκαρφαλώσει αποτελεί εύγλωττη οπτικοποίηση αυτής ακριβώς της διαδικασίας.

Και οι ομοιότητες δεν σταματούν εδώ – σημειώνω πρόχειρα: Ο Batman στην αρχή και του βιβλίου και της ταινίας θεωρείται από τα επίσημα όργανα της πολιτείας κακοποιός και απειλή· o Wayne φοράει την μάσκα της Νυχτερίδας, αλλά δεν έχει καμιά ιδιαίτερη πρεμούρα να διατηρήσει την μυστικότητα της ταυτότητάς του –το αντίθετο: την ανακαλύπτουν τόσοι πολλοί, που απορεί κανείς στο τέλος πώς διαφεύγει του Gordon· ο Nolan δανείζεται την σχέση που δημιούργησε ο Miller ανάμεσα στην δική μας πραγματικότητα, και σε εκείνη του Gotham City· στο Strikes Back ο Σκοτεινός Ιππότης δημιουργεί και ηγείται ενός μικρού στρατού που πολεμάει τους κακούς –όπως και στην ταινία. Και οι ομοιότητες συνεχίζονται.

Αν ο Batman βγαίνει από τις σελίδες του Frank Miller, ο κακός της ταινίας φαίνεται να βγαίνει από τις σελίδες ενός άλλου θρυλικού Graphic Novel, του V For Vendetta των Alan Moore και  David Lloyd. Στόχος του μασκοφόρου τρομοκράτη V είναι να γκρεμίσει το φασιστικό καθεστώς μιας μελλοντικής, Αγγλίας και να εγκαθιδρύσει ένα αναρχικό πολίτευμα.

O Nolan δεν μας μεταφέρει στο μέλλον, αλλά στο σκληρό παρόν. Η Gotham, όπως οι ΗΠΑ, η Ελλάδα και ο κόσμος ολόκληρος, υποφέρει από την Κρίση. Ενώ οι πλούσιοι γίνονται πλουσιότεροι παίζοντας τα συνήθη παιχνίδια εξουσίας τους, οι φτωχοί αφανίζονται και οι μεσαία τάξη εξαθλιώνεται και είναι οργισμένη. Στην ατμόσφαιρα πλανάται όχι μόνο το αίτημα για αλλαγή, αλλά η απειλή της εξέγερσης. Το κήρυγμα λοιπόν του Bane για βίαιη ανατροπή, εκδίκηση των πλουσίων και αναρχία βρίσκει ευήκοα ώτα – και απλοί πολίτες σπεύδουν να τον βοηθήσουν. Αλλά ενώ το βιβλίο του Moore εστιάζει κυρίως στους λόγους που οδήγησαν τον ήρωά του να ασπαστεί τον αναρχισμό και παρουσιάζει μια εξιδανικευμένη εκδοχή της εξέγερσης, ο Nolan προτιμά να αντλήσει από την ιστορική εμπειρία –τα δικαστήρια που στήνει το καθεστώς του Bane για τους πλούσιους και τους αντιφρονούντες θυμίζουν έντονα τα αντίστοιχα της περιόδου της Τρομοκρατίας της Γαλλικής Επανάστασης. Το αδιέξοδο που δημιουργεί ο Bane είναι τέτοιο, ώστε η Catwoman, η οποία αρχικά ήταν οπαδός των ανατρεπτικών ιδεών, στο τέλος ενώνει τις δυνάμεις της με εκείνες του Batman για να νικηθεί ο Bane.

Με το TDKR ολοκληρώνεται η τριλογία του Nolan για τον Batman – άλλωστε διαφημίστηκε ευρέως ως «το επικό τέλος της τριλογίας». Δεν χρειάζεται να είναι κανείς μάγος για να προβλέψει ότι νυχτεριδοταινίες θα συνεχίσουν να γυρίζονται, το ζήτημα είναι προς ποια κατεύθυνση. Η εμπειρία  έχει δείξει ότι όσο πιο σκοτεινή και ενήλικη είναι η ματιά στον Batman, τόσο μεγαλύτερη επιτυχία έχει – οι ταινίες του Schumacher είναι οι ιλουστρασιόν αποτυχίες (αποτυχίες από κάθε άποψη) του franchise.

Οι παραγωγοί έχουν δυο δρόμους μπροστά τους: Είτε θα ξεκινήσουν την ιστορία από την αρχή, όπως έγινε φέτος με τον Spiderman, είτε θα συνεχίσουν από εκεί –ή περίπου εκεί– που τελειώνει το TDKR.

Η καθεμιά από τις επιλογές έχει τις δυσκολίες της:

Αν επιλέξουν το reboot θα πρέπει να ξαναφτιάξουν τον ήρωα από την αρχή –κάτι που δεν είναι ούτε εύκολο, ούτε αυτονόητο και πάντως είναι βαρετό κι αχρείαστο για μια μερίδα των θεατών. Αν το συνεχίσουν, κάτι που φαίνεται πιο πιθανό, έχουν κάποιες ευκολίες, καθώς ο Nolan άφησε αρκετά αναπάντητα ερωτήματα (πχ τι απέγινε ο Joker και ο Dent;), αλλά και πολλά ζόρια. Κυριότερο, κατά την γνώμη μου, είναι πως στο τέλος της ταινίας ο Batman δεν είναι πλέον μόνος, έχει σχέση με την Selina και ο Blake (ο μελλοντικός Robin) ανακάλυψε το Σπήλαιο της Νυχτερίδας…

Επιστρέφοντας στην πραγματικότητα

Το τελευταίο δεκαήμερο είχα την πολυτέλεια να μην ενημερώνομαι για την επικαιρότητα. Δεν διάβαζα εφημερίδες ή ενημερωτικούς ιστότοπους, δεν έβλεπα δελτία ειδήσεων –ακόμα και το twitter άφησα για να μην μένουν χαραμάδες απ’ όπου θα διεισδύει στον μικρόκοσμό μου η καθημερινότητα μέσω των τιτιβισμάτων.

Όχι, δεν πήγα διακοπές σε κάποιο ερημονήσι.

Ήμουν εδώ, στο γραφείο μου, τριγυρισμένος από τα βιβλία μου, μπροστά στον υπολογιστή και με το κινητό από δίπλα. Συνέχιζα να διεκπεραιώνω τις πιο επείγουσες εργασίες και να μεταθέτω για αργότερα ό,τι μπορούσε να μετατεθεί. Σπαταλούσα τον χρόνο μου σερφάροντας μακριά από την Ελλαδική ειδησεογραφία.

Ήταν μια συνειδητή επιλογή, μια βαθιά εσωτερική ανάγκη, να κλειστώ στον εορτάζοντα και εορταστικό μικρόκοσμό μας, αφήνοντας έξω την βία και το πένθος του κόσμου μας. Μην βιαστείτε να συμπεράνετε ότι προτίμησα/ένιωσα την ανάγκη να ασχοληθώ για 10 μέρες με τον εαυτούλη μου, ξεχνώντας τους συνανθρώπους μου. Δεν είναι καθόλου αυτή η περίπτωση· αν κάτι μου έχει λείψει αυτό το καλοκαίρι, κάτι που το περίμενα και το προετοίμαζα και το είχα βαθιά ανάγκη, είναι αυτή ακριβώς η ενασχόληση με τον «εαυτούλη» μου, κάτι που δεν το κατάφερα.

Νομίζω ότι πιο πολύ ήταν η ανάγκη να δημιουργήσω / να ζήσω μια διέξοδο –πλασματική, έστω. Μέσα στην απελπισία που δημιουργεί η ατελείωτη νύχτα που βιώνουμε 3 χρόνια τώρα, ακόμα και μια τεχνητή σπίθα είναι καλοδεχούμενη – σ’ αυτή τη φάση βρέθηκα.

Αλλά σήμερα η γιορτή μας τελείωσε κι αργά-αργά, ανόρεχτα και διστακτικά επιστρέφω στην πραγματικότητα: Έστειλα δύο σημαντικά μέιλ που χρόνιζαν και στη συνέχεια επισκέφθηκα τα 2-3 βασικά site από τα οποία ενημερώνομαι. Τίποτα δεν φαίνεται να έχει αλλάξει: Πάλι πρώτο θέμα η αποφασιστικότητα Σαμαρά να περάσει τα νέα νέα μέτρα· από κάτω η εμμονή δανειστών κι εταίρων να τηρηθούν οι συμφωνίες, παρότι η πραγματικότητα δεν έχει καμία σχέση με τις προβλέψεις πάνω στις οποίες βασίστηκαν· πυρκαγιές και ληστείες και δολοφονίες που αποδεικνύουν ότι το Κράτος δεν ανταποκρίνεται σε καμία από τις υποχρεώσεις του, ότι δεν προστατεύει ούτε τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα των πολιτών, ότι οι φόροι και τα χαράτσια που επιβάλλει και εισπράττει δεν έχουν καμιά ανταποδοτικότητα…

Δέκα μέρες απουσίας και τίποτα δεν έχει αλλάξει. Τίποτα δεν έχει διαφοροποιηθεί.

Αναζητείται σχέδιο για την Μεγάλη Απόδραση.

Σπιτάκια

Πήγα στο Νηπιαγωγείο χωρίς να ξέρω να ζωγραφίζω σπιτάκια. Μπορούσα να φτιάξω σύννεφα, δέντρα, βουνά και ήλιους, βαρκούλες και αυτοκίνητα, ακόμα και ανθρωπάκια, σκύλους και γατιά, πουλάκια που κελαηδούσαν ανάμεσα στα λουλούδια και τρομακτικούς κροκόδειλους, αλλά τα σπιτάκια με ξεπερνούσαν. Δεν είχα διανοηθεί ποτέ να σχεδιάσω ένα.

Την πρώτη μέρα του Νηπιαγωγείου η Κυρία μας είπε να ανοίξουμε το τετράδιο της ιχνογραφίας μας και να ζωγραφίσουμε ένα σπιτάκι. Οι συμμαθητές μου άδραξαν τις ξυλομπογιές τους και βάλθηκαν να σκιτσάρουν και να χρωματίζουν. Έπιασα κι εγώ τις δικές μου και κοίταξα το λευκό χαρτί.

Πώς φτιάχνουμε ένα σπιτάκι άραγε;

Δεν είχα ιδέα. Δεν είχα ποτέ διανοηθεί να ζωγραφίσω ένα σπιτάκι. Κι ο μπαμπάς, η μαμά, ο παππούς και η γιαγιά μου είχαν επιδείξει ασυγχώρητη αμέλεια στο θέμα και ποτέ δεν μου έδειξαν πώς γίνεται.

Μη ξέροντας τι να κάνω, άρχισα να κοιτάζω το σπιτάκι που ορθωνόταν στο τετράδιο του Κωστάκη, δίπλα μου. Επρόκειτο χωρίς αμφιβολία για εξαιρετική κατασκευή: Τέσσερις σχεδόν ίσιες μαύρες γραμμές όριζαν τους τοίχους, τα κεραμίδια ήταν κατακόκκινα κι είχε και δύο παράθυρα και μια μισάνοιχτη πόρτα.

Ο Κωστάκης με κοίταξε.

«Γιατί δεν φτιάχνεις το σπιτάκι σου;»

«Δεν ξέρω να φτιάχνω σπιτάκια.»

«Κυρία, Κυρία», ο Κωστάκης πετάχτηκε από το θρανίο μας, «αυτός δεν ξέρει να φτιάχνει σπιτάκια!»

Η Κυρία ήταν πολύ απασχολημένη με τα νύχια της, παρόλα αυτά με κοίταξε απορημένη. Όλη η τάξη με κοίταζε απορημένη.

«Δεν ξέρεις να φτιάχνεις σπιτάκια;» με ρώτησε.

«Όχι.»

Δεν είπε τίποτα. Επέστρεψε στα νύχια της σιωπηλή και οι συμμαθητές μου επέστρεψαν στα σπιτάκια τους – φαντάζομαι θα είχα γίνει κατακόκκινος απ’ την ντροπή μου.

Το μεσημέρι γύρισα στο σπίτι αποφασισμένος να κάνω κάτι για το θέμα. Δεν είπα τίποτα ούτε στη μαμά, ούτε στον μπαμπά, ούτε στον παππού, ούτε καν στη γιαγιά, αλλά πήρα το τετράδιο και τις ξυλομπογιές μου και κάθισα να το σκεφτώ. Έπρεπε να φτιάξω ένα τετράγωνο μ’ ένα τρίγωνο από πάνω του, αλλά το γαμημένο με παίδεψε πολύ. Το σχεδίαζα και το ξανασχεδίαζα και όλο λάθος μου έβγαινε. Τελικά κατάφερα να φτιάξω ένα σπιτάκι με τα χρωματιστά ξυλάκια και να το αντιγράψω στο χαρτί. Το κοίταξα: Δεν ήταν σπουδαίο, αλλά ήταν μια καλή αρχή. Έφτιαξα και δεύτερο και τρίτο και τέταρτο, πειραματίστηκα με την θέση των παραθύρων, το χρώμα της πόρτας, τα κεραμίδια, την καμινάδα. Όταν τελικά έμεινα ικανοποιημένος από το αποτέλεσμα, ζωγράφισα με προσοχή ένα σπιτάκι στο τετράδιο της ιχνογραφίας του Νηπιαγωγείου και το έκλεισα. Μπορούσα επιτέλους να δω τα παιδικά ή να βγω έξω στη γειτονιά να παίξω με τ’ αδέρφια και τα ξαδέρφια μου –ό,τι τέλος πάντων έκανα εκείνα τα απογεύματα.

Την άλλη μέρα πήρα το τετράδιο της ιχνογραφίας με το υπέροχο σπιτάκι που είχα ζωγραφίσει και πλησίασα δειλά την έδρα της Κυρίας, η οποία ήταν και πάλι απορροφημένη με τα νύχια της.

«Κυρία», ψιθύρισα κάπως βραχνά, «έμαθα να φτιάχνω σπιτάκια» και άφησα το τετράδιο πάνω στην έδρα της.

«Μμμμ» είπε χωρίς να κοιτάξει ούτε εμένα, ούτε το σπιτάκι μου.

Η εποχή των Άκρων

Νοσταλγώ την εποχή που ο Αύγουστος ήταν η μαύρη τρύπα της ειδησεογραφίας, την οποία οι δαιμόνιοι διευθυντές ειδήσεων προσπαθούσαν να καλύψουν με εμπεριστατωμένα ρεπορτάζ για τις νέες τάσεις στους κουραδοκόφτες και το πρώτο μπάνιο του Κων. Μητσοτάκη.

Τα τελευταία 3 καλοκαίρια μας (από την εποχή της «Κυβέρνησης της Πάρου» του κυρίου ΓΑΠ, αν τη θυμάστε) σκοτεινιάζουν επικίνδυνα από την ερεβώδη και απέλπιδα ειδησεογραφία. Μέτρα για μέτρα κι άλλα μέτρα, για να παραφράσουμε τον ποιητή, τα οποία με μαθηματική ακρίβεια μας οδηγούν σε νέα μέτρα λίγο πριν την κάθε επόμενη δόση. Το μάθαμε το παιχνιδάκι πια – τίποτα δεν μας εκπλήσσει.

Βέβαια, τα πράγματα έχουν πλέον ξεφύγει. Μετά από 4 χρόνια ύφεσης και 3 χρόνια σκληρής Μνημονιακής πολιτικής, τα αποθέματα (οικονομικά, υπομονής, ελπίδας –κάθε είδους) του λαού και της κοινωνίας έχουν εξαντληθεί. Η Μεσαία Τάξη, η οποία δημιουργήθηκε από το τέλος του Εμφυλίου και μετά, κατέρρευσε. Ό,τι είχε απομείνει από αυτή, τα συντρίμμια της συσπειρώθηκαν μια τελευταία φορά στις εκλογές του Ιουνίου κι έδωσαν την νίκη στον Αντώνη Σαμαρά βοηθώντας έτσι τον σχηματισμό μιας Κυβέρνησης του ευρέως Κέντρου (Κεντροδεξιάς και Κεντροαριστεράς) ελπίζοντας ουσιαστικά σε ένα θαύμα. Αλλά τα θαύματα, όπως και το ταλέντο ή οι ιδέες, η έμπνευση και το θάρρος, στην Ελλαδική πολιτική σκηνή μας τελείωσαν προ πολλού. Το μόνο που μας έμεινε είναι η κλιμακούμενη φρίκη μιας εφιαλτικής πραγματικότητας.

Και δυστυχώς, όταν πλέον μιλάμε για φρίκη και εφιάλτη της πραγματικότητας ακριβολογούμε. Τα μέτρα που αφήνει να διαρρεύσουν το Οικονομικό Επιτελείο της Κυβέρνησης το πιστοποιούν. Δεν είναι τόσο οι 50.000 έφεδροι Δημόσιοι Υπάλληλοι, που θα προστεθούν στο 23,1% των ανέργων και την ανεπίσημη πραγματικότητα εκείνων που εργάζονται χωρίς να πληρώνονται. Είναι μέτρα όπως η σχεδιαζόμενη μείωση των συντάξεων κάτω των 1.000€ ή οι περαιτέρω περικοπές του Κοινωνικού Κράτους και η επιβολή πλαφόν στη νοσοκομειακή και υγειονομική περίθαλψη, τα οποία ουσιαστικά ανασυστήνουν ένα νέο Καιάδα.

Η Κυβέρνηση ασκεί μια εξτρεμιστική πολιτική εναντίον της κοινωνίας με μόνη της έγνοια και πρώτη της προτεραιότητα τα «νούμερα». Μια πολιτική η οποία θα εξοντώσει ολοσχερώς την Μεσαία Τάξη της χώρας –δηλαδή ακριβώς εκείνα τα στρώματα του πληθυσμού που με την ψήφο τους επιτρέπουν σήμερα στην ΝΔ_, το Πασόκ και την Δημάρ να μας κυβερνούν.

Όμως, όπως έχει αποδείξει η ιστορία αλλά και η καθημερινή εμπειρία, όταν καταστρέφεται ο κοινωνικός ιστός της χώρας, καταστρέφεται και το πολιτικό σύστημα· όταν καταρρέει το κοινωνικό κέντρο, καταρρέει και το πολιτικό –οι τελευταίες εκλογές επιβεβαίωσαν περίτρανα αυτόν τον κανόνα.

Συνεπώς, δεν χρειάζεται να διαθέτει κανείς προορατικό χάρισμα για να προβλέψει ότι η οικονομική πολιτική του κ. Σαμαρά και του κ. Στουρνάρα θα οδηγήσουν στην πλήρη διάλυση των κομμάτων που στηρίζουν την σημερινή Κυβέρνηση και σε περαιτέρω συρρίκνωση της επιρροής του πολιτικού χώρου τον οποίο αυτά εκφράζουν. Με άλλα λόγια, τα νέα μέτρα που ετοιμάζεται να ψηφίσει και να εφαρμόσει η Συγκυβέρνηση είναι βέβαιο ότι θα ενισχύσουν τα άκρα του κομματικού και πολιτικού συστήματος, ενώ δεν θα βοηθήσουν στο ελάχιστο στη σωτηρία της χώρας, η οποία θα συνεχίσει να επαφίεται στις διαθέσεις και τα μικροκομματικά παιχνίδια των Βόρειων εταίρων μας.

Και τα άκρα δεν συζητούν, δεν συνεννοούνται.

Τα άκρα δεν κατευνάζονται, ούτε απορροφούνται.

Τα άκρα πολεμούν.

Ο Γνόφος του Αυγούστου

Χαζεύω τις εικόνες του Google για τον Αύγουστο:

Θάλασσες και νησιά, σέξι κωλαράκια, φεγγάρια, ηλιοβασιλέματα, μια Βρεφοκρατούσα…

Είναι ο μήνας των διακοπών, της πανσελήνου, ο μήνας της ραστώνης και του καρπουζιού, της ξυπολυσιάς και των τσιμπημάτων από τα κουνούπια.

Παγωτό, υποβρύχιο βανίλια, μπύρες και ούζα παρὰ θῖν’ ἁλὸς, επιστροφή στα χωριά, πανηγύρια και αντάμωμα με ξεχασμένα ξαδέρφια, ένα αστυνομικό μυθιστόρημα στριμωγμένο στη βαλίτσα, αξυρισιές, πλατιά χαμόγελα στις φωτογραφίες, ιδρωμένες μασχάλες, ημίγυμνα κορίτσια να γυαλίζουν αντηλιακό, μπόμπιρες που σκάβουνε την άμμο, γνωριμίες και ανταλλαγές τηλεφώνων πάνω στο κύμα.

Αύγουστος ο Τουριστικός.

Αύγουστος ο Ιλουστρασιόν.

Αύγουστος της Ελαφρότητας και της Αφέλειας.

Πολύχρωμος και πλήρης φωτός.

Υπερπλήρης φωτός.

.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η μεταφυσική σε αυτόν τον τόπο ανέκαθεν ήταν η ψηλάφηση του Φωτός. Το μέτρημα του ύψους του –ή του βάθος του, αν προτιμάτε– αποτελούσε έργο των Ποιητών, των Φιλοσόφων, των Θεολόγων, των πιο λαμπρών και τολμηρών πνευμάτων. Φως στον Όμηρο είναι η ζωή και στην Καινή Διαθήκη ο ίδιος ο Θεός –για να αναφέρω πρόχειρα δυο κορυφαία παραδείγματα.

Επικρατεί στις μέρες μας η ψευδαίσθηση ότι το Φως, η μεταφυσική του Φωτός, είναι κάτι γλυκανάλατο κι ανώδυνο. Γραφικό, δηλαδή ξεπερασμένο από τις εξελίξεις σαν τα ασβεστωμένα πεζούλια –δεν υπάρχει χώρος ούτε γι’ αυτά, ούτε και για το Φως στις σύγχρονες μεγαλουπόλεις μας. Μας γοητεύουν τα σκοτεινά τοπία, μας έλκουν τα ερεβώδη πλάτη που προτείνονται σαν καταγωγικός μύθος του σημερινού Δυτικού πολιτισμού.

Δεν είναι κακό βέβαια να εξερευνήσουμε αυτόν τον δρόμο –ποιος ξέρει άραγε πού θα μας βγάλει. Αλλά δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι το Φως κάθε άλλο παρά εύκολο και αβασάνιστο είναι. Το Απόλυτο Φως δεν τυφλώνει απλώς τα μάτια, όπως το Απόλυτο Σκότος, αλλά τα πονάει. Μέσα στο Απόλυτο Σκοτάδι μπορείς να κουλουριαστείς σε μια γωνιά και να ξεχάσεις, ακόμα και τον ίδιο σου τον εαυτό – μέσα στο Απόλυτο Φως νιώθεις κάθε χιλιοστό του κορμιού και της συνείδησής σου, κάθε χιλιοστό του σάρκινου και του πνευματικού εαυτού σου να ουρλιάζει και να απαιτεί τα δικαιώματά του. Το Φως, παρά τα φαινόμενα και την επικρατούσα αντίληψη, κρύβει, μπορεί να κρύβει πολύ μεγαλύτερη οδύνη και πάθος.

.

Εξίσου αντεστραμμένη με την αντίληψή μας για το Φως είναι και εκείνη για τον Αύγουστο.

Τον Ιανουάριο ή τον Μάρτιο, όταν ξεκινάμε να σκεφτόμαστε και να προγραμματίζουμε τις διακοπές μας, τον φανταζόμαστε σαν ένα είδος διαλλείματος από τις υποχρεώσεις μας, μια ανάπαυλα από την διαρκή ροή του χρόνου. Λέμε: Θα πάμε μια βδομάδα, δέκα μέρες διακοπές να ξεκουραστούμε, να πάρουμε δυνάμεις.

Και όμως, ο Αύγουστος είναι πιο πολύ ένα Τέλος παρά ένα Διάλλειμα.

Ο ορισμός της 1ης Ιανουαρίου ως Πρωτοχρονιάς είναι παραπλανητικός. Αλήθεια, τι τελειώνει τον Δεκέμβριο και τι ξεκινάει τον Γενάρη; Τίποτα. Είμαστε στη μέση της χρονιάς, στη μέση κάθε προσπάθειας, και παλεύουμε να φτάσουμε στο τέλος, το Καλοκαίρι. Ο Σεπτέμβρης είναι ο μήνας της αφετηρίας, τότε ξεκινάνε τα πάντα: Ανοίγουν τα σχολεία και τα πανεπιστήμια, ξεκινάει η νέα Κοινοβουλευτική περίοδος, οι τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές σεζόν, οι εμπορικοί και επιχειρηματικοί σχεδιασμοί.

Κι ο Αύγουστος είναι το Τέλος, όχι μια Ανάπαυλα.

Ένα τέλος που πιστοποιείται σε κάθε εφήμερη σχέση, σε κάθε ξαναμμένο αγκάλιασμα της παραλίας –γιατί τίποτα δεν θρέφει περισσότερο την Επιθυμία από τον ίδιο τον Θάνατο. Κι έπειτα είναι κι εκείνες οι σχέσεις, ερωτικές ή φιλικές, που διαλύονται από την κάψα του καλοκαιριού, στην αλμύρα της θάλασσας.

.

Ξερά, πεθαμένα χόρτα, ετοιμοθάνατα δέντρα, υγρασία, ζέστη και φωταψία, ακινησία, πέτρες, άσφαλτος που καίει μέσα στη νύχτα, και μαζί η ανάγκη, ατομική ή ομαδική, για διασκέδαση, για διαφυγή από κάθε πραγματικότητα, τον ίδιο μας τον εαυτό: Αυτές οι μέρες είναι, νομίζω, ότι πιο κοντινό υπάρχει στους αποκαλυπτικούς καιρούς…

Happy Endings

Η σειρά έχει μια από τις πλέον εντυπωσιακές εναρκτήριες σκηνές:

Σε μια κατάμεστη εκκλησία και ενώ ο ιερέας ρωτάει τη νύφη αν θέλει να παντρευτεί, εισβάλλει ένας τύπος με ρόλερ, της εξομολογείται τον έρωτά του και φεύγουν μαζί. Η κοπέλα, η Alex, εξαφανίζεται ενώ ο παρολίγον σύζυγός της, ο Dave, κλείνεται στο σπίτι του με κατάθλιψη. Οι φίλοι τους είναι διχασμένοι και ψάχνουν έναν τρόπο να αντιμετωπίσουν την κατάσταση, χωρίς να διαλύσουν την παρέα. Ο πρώτος κύκλος περιστρέφεται γύρω από αυτό το γεγονός. Ο δεύτερος όμως προσπερνά όπως και οι ήρωες το παρελθόν, και η σειρά απογειώνεται.

Η βασικότερη ένσταση που ακούγεται για τη σειρά είναι ότι Friendίζει έντονα. Πράγματι, σε ένα πρώτο επίπεδο οι παραγωγοί φαίνεται να αντιγράφουν απλώς το concept του υπερεπιτυχημένου προκατόχου τους: Περιγράφει μια παρέα νεαρών ενηλίκων, τις σχέσεις μεταξύ τους και με τον έξω κόσμο. Ακόμα και οι χαρακτήρες παραπέμπουν στους αγαπημένους χαρακτήρες στα Φιλαράκια: Παρότι ο ένας ήρωας είναι gay και ο άλλος μαύρος, σε μια εμφανή προσπάθεια να καταστεί πιο πολιτικά ορθό, η Alex είναι η Rachel στο πιο… ξανθό της, ενώ η αδελφή της, η Jane, είναι ανταγωνιστική και οργανωτική σαν την Monica κοκ.

Να σας πω την αλήθεια, αυτό δεν με ενοχλεί –στο κάτω-κάτω της γραφής, πόσες πραγματικά πρωτότυπες ιδέες υπάρχουν; Έπειτα το Friends αποτέλεσε μια κορυφογραμμή για το σύγχρονο sitcom, και την τηλεόραση εν γένει, η οποία είναι φυσικό να γεννάει πολλούς μιμητές και διαδόχους, άξιους ή ανάξιους.

Κοιτώντας πίσω, η μεγάλη επιτυχία του Friends ήταν που έφερε στο προσκήνιο για πρώτη ίσως φορά μια κοινωνική και δημογραφική ομάδα που εμφανίστηκε με δυναμισμό την δεκαετία του ’90: Νεαροί εργένηδες, που ανήκουν στη μεσαία τάξη και οι οποίοι παλινδρομούν μεταξύ μιας εφηβείας, που δεν μπορούν να προσπεράσουν, και μιας ενήλικης ζωής, τις ευθύνες και τις ανάγκες της οποίας δεν μπορούν να ενστερνιστούν ολοκληρωτικά. Τα Φιλαράκια, αλλά και οι διάδοχοί τους (TheBigBangTheory, Community, HowIMetYourMother –αν κι αυτό δεν μας αρέσει πλέον κλπ), ουσιαστικά χαρτογραφούν με εύθυμο και ανάλαφρο τρόπο τη νέα οικογένεια, που δημιουργείται στις μεγαλουπόλεις της Αμερικής (και όχι μόνο), η οποία δεν στηρίζεται πλέον σε ακατάλυτους δεσμούς αίματος, αλλά στην επιλογή.

Την παράδοση αυτή συνεχίζει με επιτυχία το Happy Endings.

Είναι αλήθεια ότι στα πρώτα επεισόδια του πρώτου κύκλου η σειρά ψάχνει να βρει βηματισμό. Η αρχική σεκάνς, το πλαίσιο στο οποίο καλούνται να λειτουργήσουν οι χαρακτήρες, είναι μεν εντυπωσιακό και αρχικά καθηλώνει τον θεατή, αλλά ταυτόχρονα είναι και περιοριστικό. Οι χαρακτήρες και οι ηθοποιοί αναγκάζονται να ισορροπήσουν ανάμεσα στην κωμωδία και το δράμα, που είναι και δύσκολο και περιοριστικό και ασφυκτικό για το τηλεοπτικό εικοσάλεπτο. Όταν όμως η σειρά βρίσκει τους ρυθμούς της, απογειώνεται και παίρνει μαζί της τον θεατή, τον καθιστά κι αυτόν μέρος της παρέας.

Από το εξαιρετικό καστ, ξεχωρίζει η Casey Wilson στο ρόλο της Penny, της τριαντάρας που ψάχνει τον μεγάλο έρωτα, και ο Adam Pally, ο οποίος παίζει τον Μαξ, τον gay της παρέας, ο οποίος δεν έχει κανένα από τα στερεότυπα των γκέι, αλλά όλα των straight!

Στα συν της σειράς η φωτογραφία, που παρουσιάζει χώρους μισοσκότεινους και με φωτοσκιάσεις και όχι στο σύνηθες ιλουστρασιόν των sitcom, καθώς και τα πολλά εξωτερικά πλάνα.