Monthly Archives: Σεπτεμβρίου 2012

Λάθη

Όταν ρωτούσαν τον Μάνο Χατζιδάκι, αν θα ήθελε να ξαναγίνει νέος, απαντούσε: «Γιατί; Για να ξανακάνω τα ίδια λάθη;»

Νομίζω ότι με την απάντηση αυτή ο Χατζιδάκις δεν συνέδεε κατ’ ανάγκη την νεότητα με τα λάθη και –κατά μοιραία συνέπεια– την ωριμότητα (θα ήθελα να γράψω «ενηλικιώτητα», αλλά αφενός μεν δεν υφίσταται ο όρος, αφετέρου είναι αδόκιμος, καθώς ηχεί επικίνδυνα όμοια με την ηλιθιότητα) με το αλάθητο και τη σοφία.

Με την απόφανσή του πιο πολύ μας λέει ότι τα προφανή προτερήματα της νιότης πάνε μαζί με εξίσου προφανή μειονεκτήματα, τα οποία συνηθίζουμε να ξεχνάμε.

Βέβαια φαινεται να πίστευε ότι οι άνθρωποι κάνουμε τα λάθη και κάνουμε και τα σωστά μας.

Όμως, όσο το σκέφτομαι, τόσο αναρωτιέμαι: Υπάρχουν λάθη στη ζωή;

Κι όσο αναρωτιέμαι τόσο αμφιβάλλω.

Στη ζωή, αν υπάρχουν λάθη, αυτά δεν ορίζονται με αντικειμενικούς όρους, όπως οι ανορθογραφίες ή οι λαθεμένοι υπολογισμοί των μαθητών, αλλά από προσωπικούς και συλλογικούς ηθικούς κώδικες. Για παράδειγμα, στο σχολείο οποιαδήποτε απάντηση πέραν του 2 στο 1+1 είναι λάθος. Στη ζωή όμως, όπως έλεγε και ο Ρασούλης, συχνά το 1+1 ισούται με 1 ή και με 3 ή με κάτι ακόμα πιο σύνθετο.

Είναι σωστό; Είναι λάθος;

Ειλικρινά δεν ξέρω. Κατά περίπτωση μπορεί να νιώθουμε το 1+1=1 στενάχωρο / δυσλειτουργικό / ευχάριστο / απελευθερωτικό κτλ, αλλά το ίδιο μπορεί να αισθανόμαστε και για το «φυσιολογικό» 1+1=2.

Στην πραγματικότητα στη ζωή όλες αυτές οι εξισώσεις απλώς είναι, υπάρχουν, και το πώς τις νιώθουμε ή πώς τις κρίνουμε αποτελεί εντελώς διαφορετικό ζήτημα. Γιατί το να είναι κάτι αντικειμενικά λάθος, προϋποθέτει την ύπαρξη κάποιου αντικειμενικά σωστού, το οποίο λογικά δεν μπορεί να είναι μόνο μέσα, αλλά και πάνω και πέρα από τον κόσμο. Που σημαίνει ότι για να υπάρχει κάτι αντικειμενικά λάθος, θα πρέπει να υπάρχει και Θεός…

————————

Ξαναγυρίζω στην απόφανση του Χατζιδάκι και, μέρα που είναι, κοιτάζω προς τα πίσω.

Κοιτάζω τα λάθη μου:

Δεν έχει άδικο. Σαν νέος έκαναν πολλά λάθη. Ή, για να μιλήσω με μεγαλύτερη ακρίβεια: Νεώτερος έκανα πιο συχνά λάθη απ’ ό,τι κάνω σήμερα.

Τα λέω «λάθη» για να συνεννοούμαστε, χωρίς να πιστεύω ότι είναι πραγματικά λάθη. Πρόκειται για σκέψεις, αποφάσεις και πράξεις, που ελήφθησαν είτε σφοδρής, σφοδρότατης επιθυμίας, τόσης που με έκανε να αδιαφορώ για τις συνέπειες (γιατί στις συνέπειες μετράμε το λάθος…), είτε γιατί λόγω έλλειψης εμπειρίας και κακής κρίσης δεν κατάφερα να προσμετρήσω επ’ ακριβώς τις συνέπειες. Και βέβαια έκανα και κάποια πράγματα γιατί δεν ήξερα τον εαυτό μου, τα κάθε λογής όριά μου.

Όμως όλα αυτά είναι μάλλον φυσιολογικά και αναμενόμενα παραπατήματα στη διάρκεια μιας πορείας, η οποία άλλοτε φαίνεται ατελείωτη κι άλλοτε στιγμιαία.

Μπορεί να μας ενοχλούν, να μην ταιριάζουν στην αυτοεικόνα μας ή με αυτό που θα θέλαμε να είμαστε και προσπαθούμε να γίνουμε, αλλά γιατί να τα πούμε λάθη;

Είναι απλώς ζωή.

Ευτυχία

Πέστε το προφητικό, σημαδιακό, οτιδήποτε, αλλά στα 27 μου ήμουν τρελά ερωτευμένος με μια Ευτυχία, η οποία ούτε να με κλάσει. Της έκανα δώρα, της έγραψα γράμματα και ποιήματα, έβαλα κοινούς μας φίλους να της πουν δυο λόγια για μένα, έκανα πράγματα τρελά και εξευτελιστικά –τίποτα. Η Ευτυχία, που την φωνάζαμε Έφη, γιατί το «Ευτυχία» της ακουγόταν σαν όνομα γριάς, αδιαφορούσε πλήρως για την ύπαρξή μου κι από ένα και σημείο και μετά άρχισε και να ενοχλείται.

Τουλάχιστον εκείνη ήταν μια συγκεκριμένη Ευτυχία, πρόσωπο με σάρκα και οστά, κάποια που ποθούσες να την αγκαλιάσεις και να βυθίσεις το πρόσωπό σου ανάμεσα στα στήθια της, να νιώσεις την ανάσα της στο αφτί σου, να πιεις τον πρώτο καφέ της μέρας χαϊδεύοντας τα μάτια της. Δεν ήταν κάτι πέρα από την καθημερινότητα, έξω από την ανθρώπινη εμπειρία, άπιαστο και ακαθόριστο, θολό και θελκτικό, σαν την ευτυχία που προβάλλουν τα ιλουστρασιόν περιοδικά και κυνηγάμε αενάως.

Και τι είναι ευτυχία;

Πώς είναι δυνατόν να υπάρχουν άνθρωποι που διαθέτουν υγεία, νιάτα, ομορφιά, οικονομική επιφάνεια, αναγνώριση –όλα όσα ο απλός πολίτης νομίζει ότι του λείπουν– και να νιώθει δυστυχισμένος, να σαλπάρει σε τεχνητούς παραδείσους, να είναι καταθλιπτικός και να ζει με ψυχοφάρμακα;

Τι είναι αυτό που κυνηγάμε τελικά;

Το συζητούσαμε τις προάλλες με φίλους και συμπέρασμα δεν βγάλαμε. Γιατί αυτό που εννοείται ως ευτυχία σήμερα είναι τόσο αφηρημένο, που καθίσταται αόρατο –θα έλεγα ανύπαρκτο, αν δεν ήταν τόσο έντονη η ανάγκη μας να την κατανοήσουμε.

Σκέφτομαι τώρα την συζήτηση αυτή και αναρωτιέμαι μήπως τελικά οι σύγχρονοι άνθρωποι αντιλαμβανόμαστε την ευτυχία με όρους κατανάλωσης. Αυτό που έχουμε δεν μας αρκεί, θέλουμε να αποκτάμε το κάθε φορά καινούργιο, το οποίο αυτόματα καθίσταται παλιό και πρέπει να αντικατασταθεί από κάτι πιο καινούργιο. Τι σημασία έχει αν το καινούργιο  έχει τόσο μικρές διαφορές από το μη-καινούργιο, που στην πραγματικότητα δεν του αξίζει ο τίτλος του καινούργιου; Εμείς το θέλουμε. Χωρίς αυτό δυσθυμούμε, με αυτό νιώθουμε ευφορία –ναι, αγγίζουμε την ευτυχία.

Έχουμε παγιδευτεί σε αυτό το γρανάζι, το οποίο παραδόξως σε καιρούς άκρατου ατομικισμού είναι ένα γρανάζι συλλογικό. Και το περίεργο (από μια άποψη καθόλου περίεργο, απολύτως λογικό κι αναμενόμενο) είναι ότι δεν θέλουμε να απεμπλακούμε απ’ αυτό, αλλά να βυθιστούμε ακόμα περισσότερο. Να χαθούμε εκεί μέσα. Πολλές φορές νομίζω ότι ως απόλυτη ευτυχία θεωρούμε την απόλυτη απώλεια του εαυτού μας –τόσο δύσκολο μας είναι να τον χειριστούμε.

Αυτή η αντίληψη για την ευτυχία έχει εισχωρήσει τόσο βαθιά στην κουλτούρα μας, το κοινωνικό μας DNA, το υπερεγώ, που δεν έχει αφήσει κανένα τομέα ανέγγιχτο. Ο φόβος, για παράδειγμα, να μην ρουτινιάσει η σχέση, δηλαδή να μην γίνει μια καθημερινότητα αναγνωρίσιμη και δεδομένη, κάτι που εν τέλει παρέχει ηρεμία και γαλήνη, αλλά να παραμείνει απρόβλεπτη και συναρπαστική, δηλαδή ένα διαρκές ζητούμενο, δεν είναι μια άλλη έκφανση αυτής της αντίληψης;

Δεν φταίνε βέβαια για όλα αυτά οι πολυεθνικές και οι χολιγουντιανές ταινίες. Πίσω από την ανάγκη να κυνηγάμε διαρκώς την αφηρημένη / απροσδιόριστη / δυσπερίγραπτη / ανύπαρκτη(;) ευτυχία κρύβεται στην τελική ο Φόβος του Θανάτου. Μπορεί να πατήσαμε στη Σελήνη, να αποκωδικοποιούμε τον γενετικό κώδικα ή να ανακαλύψαμε το «σωματίδιο του θεού», αλλά τον αρχέγονο φόβο για το Τέλος της Ζωής (που μπορεί να είναι και μια Αρχή, αλλά μπορεί να είναι και Τέλος), δεν μπορέσαμε να τον υπερβούμε στο ελάχιστο. Από αυτή την άποψη, ελάχιστα διαφέρουμε από τον Άνθρωπο των Σπηλαίων: Εκείνος γαντζωνόταν από το τοτέμ για να ξορκίσει τον θάνατο, εμείς από τις καινούργιες μας μπότες –από την άλλη βέβαια, εξαιτίας ακριβώς αυτού του φόβου δεν ζούμε σε σπήλαια, αλλά στα διαμερίσματά μας και δεν λατρεύουμε την φωτιά, αλλά μετράμε αντίστροφα για την κυκλοφορία του επόμενου καινούργιου γκάτζετ.

.

Τα παραπάνω δεν οδηγούν σε κάποιο λογικό συμπέρασμα –προσωπικά σε ελάχιστα συμπεράσματα έχω κατορθώσει να καταλήξω. Αλλά υπάρχει ένα εμπειρικό:

Νομίζω ότι είναι μάταιο να τρέχει κανείς πίσω από την ευτυχία. Νομίζω ότι είναι πιο σοφό να επιδιώκουμε την ισορροπία. Στο κάτω-κάτω της γραφής, όπως τραγούδησε και ο Σαββόπουλος:

Η ευτυχία, τζιέρι μου, είναι τη για τα ζώα

Για τα social media…

Ξεκίνησα να ιστολογώ τον Οκτώβριο του 2007 με μάλλον ταπεινούς στόχους: Το στοίχημα ήταν να διατηρήσω το μπλογκ μέχρι τα Χριστούγεννα, δυόμιση μήνες, κάτι που τότε μου φαινόταν βουνό. Το Σημειωματάριο κλείνει φέτος τα πέντε χρόνια του.

Έφτιαξα την σελίδα στο Facebook με την βοήθεια του αδελφού μου ένα καλοκαιρινό μεσημέρι για να ξεφύγουμε από την ιδρωμένη πλήξη. Και παιδεύτηκα αρκετά για να κατανοήσω τον ρόλο του και να μπορέσω να το χρησιμοποιήσω.

Δεν θυμάμαι πώς και πότε άνοιξα τον λογαριασμό στο twitter – νομιζω ότι τον έφτιαξα, τον παράτησα, τον ξανάπιασα και τον ξαναπαράτησα και πέρασαν μήνες μέχρι να ασχοληθώ σοβαρά μαζί του. Μου άρεσε η αμεσότητα και η γρηγοράδα του. Με εντυπωσίασε η «δημοκρατικότητά» του και του παραδόθηκα άνευ όρων. Τους τελευταίους αρκετούς μήνες σχολίαζα την κοινωνική και πολιτική επικαιρότητα τιτιβίζοντας, χωρίς να προβληματιστώ σοβαρά γα τον μονοδιάστατο χαρακτήρα του -σε 140 χαρακτήρες, πόσες σκέψεις, πόσες πλευρές μπορούν να χωρέσουν; Μία αν είσαι τυχερός, όμως η ζωή και η πραγματικότητα έχουν πάντα περισσότερες από μία πλευρές.

 

Το φετεινό καλοκαίρι υπήρξε για μένα μεταιχμιακό. Τον Ιούνιο ολοκληρώθηκε αισίως μια ολόκληρη επιστημονική, επαγγελματικη και περίοδος της ζωής μου και κατά τον Ιούλιο και τον Αύγουστο μπήκα σε μια διαδικασία αναστοχασμού και επαναπροσδιορισμού και των επιστημονικής και της επαγγελματικής και της προσωπικής μου ζωής. Ένιωσα, νιώθω έτοιμος για καινούργια πράγματα, για νέες αρχές, για διαφορετικές προσπάθειες. Μέσα σε αυτή την λογική ήταν λογικό κι αναμενόμενο, αλλά και επιβεβλημένο να σκεφτώ και να θέλω να επαναπροσδιορίσω την σχέση μου στα social media.

Ένα είναι το ερώτημα που με παιδεύει ειδικά σε αυτή την συγκυρία:

Ποιος είναι ο ρόλος που παίζουμε, εμείς οι χρήστες, και ποιος εκείνος που μπορούμε να παίξουμε.

Νομίζω ότι πλέον έχει αποδειχτεί πέραν πάσης αμφιβολίας ότι τα social media μπορούν να ασκήσουν επιτυχημένη πολιτική παρέμβαση μεν, πολύ συγκεκριμένη και ίσως περιορισμένη δε. Τα blog και το twitter αποδομούν εύκολα και αποτελεσματικά πολιτικούς και πολιτικές, αλλά δεν φαίνονται ικανά να μπορούν να δομήσουν, να συγκροτήσουν, να αναδείξουν ανθρώπους, ιδέες, προτάσεις θετικές και με προοπτικές.

Τα παραδείγματα είναι πολλά -και από την χώρα μας πλέον (πχ η αποδόμηση του πρώην Πρωθυπουργού κ. Γ. Α. Παπανδρέου συντελέστηκε κυρίως μέσω των social media)-, αλλά επιτρέψτε μου να χρησιμοποιήσω εκείνο της Αιγύπτου, γιατί εικονίζει με μεγαλύτερη σαφήνεια τον προβληματισμό μου:

Ήταν εύκολο για τους χρήστες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης της Αιγύπτου να οργανωθούν και να γκρεμίσουν τον Μουμπάρακ και το καθεστώς του. Τι όμως είχαν να προτείνουν; Γενικές ιδέες και αρχές, με τις οποίες κέρδισαν την υποστήριξη όλου του Δυτικού κόσμου, αλλά τίποτα πρακτικό. Το κενό εξουσίας που δημιουργήθηκε το εκμεταλλεύτηκαν τα πλέον συντηρητικά κομμάτια της αιγυπτιακής κοινωνίας και ανέβηκαν στην εξουσία.

Δεν ισχυρίζομαι βέβαια πως η Ελλάδα κινδυνεύει να μετατραπεί σε φονταμελιστικό κράτος εξαιτίας των μπλόγκερ, ούτε φυσικά ότι η κριτική που ασκούμε μέσω του twitter σε κάθε λογής εξουσία και στα κακώς κείμενα είναι επικίνδυνη και οδηγεί στην καταστροφή -κάθε άλλο.

Αναρωτιέμαι όμως αν εμείς, οι χρήστες αυτών των Μέσων, αν μπορούμε να επεκταθούμε και σε άλλα χωράφια εν πολλοίες ανεξερεύνητα:

Την προώθηση και την δημιουργία θετικών προτάσεων, θετικών στόχων, ενός οράματος για την κοινωνία και τους πολίτες.

Νομίζω ότι τούτη την ώρα, που με τόση οδύνη τελειώνει ένα οικοδόμημα, στο οποίο ούτως ή άλλως λίγα υγιή στοιχεία ενυπήρχαν, θα είναι κρίμα αν εμείς, που νοιαζόμαστε και για την χώρα και για τους πολίτες, που αγωνιούμε για την λειτουργία των θεσμών και την ποιότητα της Δημοκρατίας, αν απέχουμε και δεν συμβάλουμε θετικά σε αυτό που έχει ήδη ξεκινήσει να χτίζεται.

Δεν ξέρω για σας, αλλά προσωπικά το τελευταίο διάστημα νιώθω έντονη την ανάγκη όχι τόσο για αισιόδοξες ειδήσεις ή για ένα πιο θετικό κλίμα, αλλά για θετικές δράσεις.

Χατζιδάκις

Τελικά δεν είναι μόνο ο Σαββόπουλος που του «λείπει φριχτά» και τραγουδάει τα τραγούδια του. Όλοι μας (ή οι περισσότεροι από μας, τέλος πάντων) τον σκεφτόμαστε και τον νοσταλγούμε στους καιρούς που ζούμε.

Πιάνω τον εαυτό μου να τον θυμάται καθημερινά πηγαίνοντας στη δουλειά το πρωί ή επιστρέφοντας βαρύς το απόγευμα· ψιθυρίζω κάποιο τραγούδι του στο δρόμο για το σούπερμάρκετ ή τον φούρνο και τα βράδια πίνοντας το τελευταίο ποτό, μνημονεύω κάποια ιστορία ή έναν αφορισμό του.

Μάνος Χατζιδάκις: Μια απουσία διαρκώς παρούσα.

Προσπερνώ την παρόρμηση να σας αραδιάσω τα σχετικά της γνωριμίας μας και μπαίνω στην ουσία:

Τι είναι αυτό που νοσταλγούμε; Τι είναι αυτό που αποζητούμε όταν τον θυμόμαστε ή τον επικαλούμαστε; Τι είναι τελικά για μας σήμερα ο Χατζιδάκις;

Ο Σαββόπουλος το γράφει πολύ ωραία στο δελτίο τύπου που διένειμε με αφορμή τις συναυλίες του:

Ξεπλένει από μέσα μας κάθε ευτέλεια, ανελευθερία και λαϊκισμό, δικό μας ή των άλλων, αδιάφορο. Υπάρχει κάτι σαν κορυφαία πράξη αντίστασής μέσα σ’ αυτά
τ’ αγαπημένα κομμάτια. Σαν γλυκό φως στο σκοτάδι, που μας κάνει πιο ταπεινούς, δηλαδή πιο ικανούς για την αμοιβαία, επιτέλους, συγχώρεση. Έζησε και εργάστηκε σκληρά, με συνείδηση καταγωγής, ελεύθερο φρόνιμα, γενναιοδωρία και αυστηρότητα αληθινού μάγκα κι ανατολίτη. Έτσι και μόνον έτσι κατέκτησε κάποτε την οικουμένη και εξασφάλισε τη θέση του στην Ευρώπη, με χαρακτηριστική άνεση, σαν παιδί. Σαν Έλληνας.

.

Ο Χατζιδάκις ήταν μουσικός, ο Χατζιδάκις ήταν διανοούμενος, μα πάνω απ’ όλα ο Χατζιδάκις υπήρξε βαθύτατα λαϊκός άνθρωπος. Το απίστευτο ταλέντο του, η διεισδυτική σκέψη του, η αναλυτική του ικανότητα, το ακριβό του γούστο, οι αριστοκρατικοί τρόποι του, η παγκοσμιότητά του δεν ήρθαν ποτέ σε αντιπαράθεση με την λαϊκότητα της καταγωγής και του ήθους του. Το αντίθετο. Ό,τι συγκροτεί τον άνθρωπο, αλλά και το φαινόμενο που ονομάζουμε «Χατζιδάκις», πηγάζει και αναφέρεται ακριβώς σ’ αυτή την λαϊκότητα. Το ίδιο του το έργο παραμένει ερμητικό κι εν πολλοίς ακατανόητο σε όσους στερούνται λαϊκού ήθους (θυμάστε πώς χαρακτηρίζει τον Μεγάλο Ερωτικό; Κύκλο λαϊκών τραγουδιών). Και είναι αυτό, το λαϊκό ήθος, που γεφυρώνει τις αντιφάσεις και τα χάσματα του έργου, του χαρακτήρα και της προσωπικής του διαδρομής.

Από την άποψη αυτή, ο Χατζιδάκις ενσάρκωσε μια δυνατότητα που έχει στο μέτρο των δυνατοτήτων του βέβαια ο καθένας από εμάς. Αυτό το παιδί μιας μάλλον μικροαστικής οικογένειας, που γεννήθηκε στην Ξάνθη και μεγάλωσε στο Παγκράτι του Μεσοπολέμου, της Κατοχής και του Εμφυλίου, χωρίς λαμπρά διπλώματα και σπουδές στο εξωτερικό, με ευαισθησία που την απέκτησε στις γειτονιές της Αθήνας και με τεράστιο προσωπικό μόχθο, κατάφερε όσα κατάφερε.

Αν η Κρίση μας έφερε σαν κοινωνία, αλλά και σαν άτομα, στον πάτο ή πολύ κοντά σ’ αυτόν, ο Χατζιδάκις συμβολίζει και είναι μια κορυφή στην οποία σαν κοινωνία, αλλά και σαν άτομα, πρέπει να στοχεύσουμε.

Τραπεζάκια μέσα

Καμιά φορά νομίζω ότι η ζωή μου είναι αυτό που περιγράφει ο Σαββόπουλος στα Τραπεζάκια:

Λένε πως άμα προσπαθήσεις
θά ‘ρθει ο καιρός που θ’ ανοιχτείς
και θα πλουτίσεις
σε μένα δεν συνέβη αυτό
και στο μηδέν ξαναγυρνώ.

Σημείωση: Το «ξαναγυρνώ», ρήμα ενεργητικής φωνής, σημαίνει ότι μόνος μου ξαναγυρνώ, δεν με πετάει εκεί κανείς και τίποτα το εξωτερικό. Κι αυτό γιατί το αποτέλεσμα της προσπάθειας δεν ήταν εκείνο στο οποίο εξαρχής στόχευα. Κι είμαι αρκετά ρομαντικός -ή αφελής-, ώστε να παρατήσω όλα όσα απόκτησα και να ξεκινήσω από την αρχή, από το μηδέν με την ελπίδα ότι αυτή τη φορά θα τα καταφέρω.

*

Ένα από τα βασικά μου προβλήματα ήταν ότι ένιωθα ως  περιορισμό εκείνο που οι άλλοι θεωρούσαν ασφάλεια ή προστασία. Δεν με ενδιέφερε να τρυπώσω κάπου και να βολευτώ. Δεν ήθελα να εξασφαλιστώ. Και δεν ντρεπόμουν την αποτυχία, ούτε φοβόμουνα να σπάσω τα μούτρα μου -ο πόνος άλλωστε, σωματικός, ψυχικός ή συναισθηματικός, μας φέρνει πιο κοντά στη βαθύτερη αλήθεια του εαυτού μας, μας βοηθάει να ξεχωρήσουμε το σημαντικό από το δευτερεύον και να επαναπροσδιορίσουμε τις προτεραιότητές μας.

Γι’ αυτό αν η ζωή είναι πέλαγος, θέλω να βουτήξω μέσα της και να βραχω, κι αν είναι να πνιγώ, ας πνιγώ -στο κάτω-κάτω της γραφής, όπως λέει και το Ευαγγέλιο, θα κερδίσει την ζωή του εκείνος που θα την χάσει. Άλλωστε τι νόημα έχει να περάσει κανείς όλο του τον βίο στεγνός και ασφαλής κλειδωμένος σ’ ένα παράπηγμα δίπλα στη θάλασσα χωρίς παράθυρα;

ν

Μπορεί να μιλάμε για πέλαγα και ορίζοντες, αλλά το σημείο εκκίνησης κάθε νέας προσπάθειας, το μηδέν που λέει ο Σαββόπουλος, είναι πάντα ο εαυτός μας.  Αυτό είναι το τερέν που διεξάγονται οι πιο αποφασιστικές μάχες, εκεί κρίνεται αν θα προχωρήσουμε να κάνουμε το πρώτο βήμα, που είναι πάντα και το πιο δύσκολο.

Υπάρχει όμως μια δυσκολία: Επειδή η ζωή δεν είναι βιντεοπαιχνίδι, δεν επιστρέφεις αυτόματα στην αφετηρία, αλλά πρέπει να το προσπαθήσεις, να το διεκδικήσεις, να το παλαίψεις. Και ο νόστος του εαυτού μπορεί να αποδειχτεί σωστή Οδύσσεια. Όχι ότι πολυέχει σημασία -όλοι φαντάζομαι θα συμφωνήσουμε ότι το ταξίδι μετράει…

.

Τελευταία σκέφτομαι να προσπαθήσω για μια ακόμα φορά.

Δεν σας κρύβω ότι η ηλικία και η εμπειρία βαραίνει πάνω μου με τρόπο διαφορετικό απ’ ότι παλιότερα. Αλλά όσο βάζω τα πράγματα κάτω, όσο μετράω τις δυσκολίες και τους κινδύνους, τόσο μεγαλώνει η όρεξή μου.

Απαραίτητη προϋπόθεση βέβαια είναι να γυρίσω πίσω, να πιάσω την άκρη του νήματος, να ξαναφτάσω στο μηδέν, κι αυτό είναι μια ιστορία από μόνο του.

Και είναι κάτι που δεν μπορεί να γίνει με τον τρόπο που περιγράφει ο Σαββόπουλος: Τότε ήταν ΄83 και άνοιξη, φυσούσε άλλος άνεμος – τώρα είναι ’12 και φθινόπωρο κι ο αέρας είναι διαφορετικός. Γι’ αυτό νομίζω ότι σιγά-σιγά πρέπει να αρχίσω να βάζω τα τραπεζάκια μου μέσα.