Monthly Archives: Οκτώβριος 2012

Νυχτερινό

Τα βράδια, όταν το διαλύουμε, και με ρωτάνε πώς θα πάω στο σπίτι, αν θέλω να με πετάξουν με το αυτοκίνητό τους, λέω ότι θα πάω λίγο παρακάτω και θα πάρω ταξί. Λέω ψέματα. Δεν θα πάρω ταξί – σπάνια παίρνω ταξί. Μου αρέσει να περπατάω, βαρύς απ’ το κρασί, αλαφρύς από την κουβέντα, με το κινητό στην τσέπη και το κομπολόι μπλεγμένο στα δάχτυλα. Το πουκάμισο ένα κουμπί πιο ανοιχτό απ’ ό,τι συνηθίζεται και το βλέμμα προς την Μεγάλη Μαύρη Τρύπα. Με κάθε βήμα μπαίνω πιο βαθιά σ’ αυτό το πηχτό, σκοτεινό και κολλώδες, που πάλλεται στους ρυθμούς μιας αέναης βοής. Με κάθε βήμα κατεβαίνω πιο βαθιά στα σπλάχνα της πόλης.

.

Εδώ μέσα δεν μπορείς να νιώσεις ελεύθερος. Κάθε ψήγμα ελευθερίας σου δίνεται μέσω μιας οδυνηρής και εφήμερης απόδρασης –μπορεί να είναι το κρεβάτι της, μπορεί να είναι και οτιδήποτε άλλο. Πολλά άλλα. Για να είμαι ειλικρινής όμως, μόνο το κρεβάτι της επιθυμώ τώρα.

.

Το φως που ρίχνουν οι κολώνες είναι πορτοκαλί, τα φανάρια κόκκινο και πράσινο, οι προβολείς των αυτοκινήτων λευκοί. Τα κτήρια φωτίζονται αντίστροφα, από κάτω προς τα πάνω, και μοιάζουν να απογειώνονται και να μετεωρίζονται. Ή να πέφτουν πάνω μας. Να μας πλακώνουν. Θα ήθελα όλα αυτά να συνθέτουν ένα πολύχρωμο λουναπάρκ, ένα φαντασμαγορικό χριστουγεννιάτικο δέντρο, αλλά καταλήγουν όλα σε κάτι ασπρόμαυρο και δυσοίωνο. Σαν να περιπλανιέμαι στο σκηνικό του Metropolis ή του Blade Runner. Σαν να είμαι εγκλωβισμένος στους αεραγωγούς του Nostromo.

.

Νύχτα και τα πεζοδρόμια είναι κατειλημμένα από νεκρά περίπτερα, κουτσουρεμένα δέντρα, άστεγους, γόπες, κάδους σκουπιδιών· οχυρωμένα από τείχη αυτοκινήτων. Οι πλάκες σπασμένες και βρώμικες, μυρίζουν αμμωνία και περιττώματα σκύλου.

.

Περπατάω γρήγορα. Διασταυρώνομαι με κάθε λογής ανθρώπους και τους προσπερνάω χωρίς πολλά-πολλά. Δεν κοιτιόμαστε, δεν λέμε τίποτα. Δεν έχουμε κάτι να πούμε. Είναι οι εποχές που ο καθένας μας περνάει τις δυσκολίες του, ακόμα και τις κοινές δυσκολίες, μόνος του –δεν μοιραζόμαστε τίποτα. Και όμως, ξέρω ότι θα τα καταφέρουμε καλλίτερα, αν μιλήσουμε με ανοιχτές καρδιές. Αλλά αυτό προϋποθέτει να αγαπήσουμε τους εαυτούς μας, ώστε να μπορέσουμε να συγχωρέσουμε τους άλλους και να μας συγχωρέσουν. Μόνο τότε θα μπορέσουμε να τους αγαπήσουμε κι αυτούς, όλους, ακόμα και αυτήν την πόλη. Τότε θα κάνουμε το άλμα.

.

Το περίπτερο της γωνίας είναι ανοιχτό. Υπερφωτισμένο με νέον, σαν διαστημόπλοιο σε b-movie του ’50. Θέλω να αγοράσω κάτι, αλλά δεν ξέρω τι –δεν μου χρειάζεται τίποτα. Περνάω αργά από δίπλα του, κοιτώντας την πραμάτεια, αλλά τίποτα δεν με συγκινεί.

Συνεχίζω. Ένα τετράγωνο ακόμα. Μια πνοή ζεστού υγρού αέρα.

Βάζω το κλειδί στην πόρτα.

Μια μοτοσικλέτα με προσπερνάει βραχνιασμένη.

Advertisements

Β. Τσιτσάνης: Δηλητήριο στη φλέβα

Ένα από τα ωραιότερα –προσωπικά το θεωρώ ως το καλλίτερο– τραγούδια που έγραψε ο Τσιτσάνης κατά την ύστερη φάση της καριέρας του (και της ζωής του, γιατί στους λαϊκούς δημιουργούς η καριέρα συμβαδίζει, ταυτίζεται με τη ζωή) είναι αυτό το καμηλιέρικο ζεϊμπέκικο που αναφέρεται στην χρήση ηρωίνης.

Το ρεμπέτικο δεν δίσταζε, ούτε ντρεπόταν να μιλήσει για την κατανάλωση ουσιών. Το αντίθετο μάλιστα: Η χρήση τους ουκ ολίγες φορές εκλαμβάνεται ως απόδειξη λεβεντιάς, μαγκιάς και ασικλικιού. Αλλά ο ρεμπέτης –και κατ’ επέκτασιν το τραγούδι του– κατέφευγε σε ουσίες που τον ενέτασσαν και τον διατηρούσαν μέσα στη συγκεκριμένη κλειστή κοινότητα –δηλαδή το αλκοόλ, το χασίς, την νικοτίνη. Οι ρεμπέτες ήταν εχθρικοί απέναντι στην ηρωίνη, που δεν χαυνώνει απλώς, αλλά απομονώνει το άτομο από την κοινότητα και το καθιστά ευάλωτο στον έξω κόσμο. Ο πρεζάκιας αντιμετωπίζονταν με περιφρόνηση κι εξορίζονταν από την κοινότητα της μαγκιάς. Τα ελάχιστα τραγούδια που μας σώζονται για το θέμα (ο περίφημος Πόνος του πρεζάκια του Ανέστου Δελιά, που συζητήσαμε σε παλιότερη ανάρτηση, ο Πρεζάκιας του Γιοβάν Τσαούς, ο Νικοκλάκιας του Ευάγγελου Παπάζογλου και ο Κοχλαράκιας) αναφέρονται ακριβώς σε αυτή την περιφρόνηση και την εξορία, την ξεφτίλα, που βίωνε ο πρεζάκιας. [Για το θέμα δείτε το εξαιρετικό βιβλίο του φίλου Ν. Καλαποθάκου].

Ο Τσιτσάνης έχει γράψει ως γνωστόν μερικά από τα ωραιότερα χασικλίδικα, αν και ο ίδιος ουδέποτε παραδέχτηκε ότι υπήρξε χρήστης. Είχε όμως και την φιλοδοξία να γράψει ένα τραγούδι για την ηρωίνη –είναι αυτού του είδους οι φιλοδοξίες που διαφοροποιούσαν τον Τσιτσάνη από τον Μάρκο. Το είχε αποπειραθεί και άλλοτε, αλλά χωρίς επιτυχία. Το Κλάψε μανούλα μου γλυκιά, που αφηγείται την ιστορία ενός χρήστη ηρωίνης, δεν είναι κακό τραγούδι, αλλά οπωσδήποτε δεν είναι και σπουδαίο. Μελοδραματικό και διδακτικό υπέρ του δέοντος μαρτυρά το άγχος του λαϊκού δημιουργού να ανταποκριθεί στην πολλαπλή πίεση που του ασκούσαν οι «έντεχνοι», οι λαϊκοί των τουρκογύφτικων, η λογοκρισία, ο μικροαστικός ηθικισμός που γιγαντωνόταν και κατάπινε σιγά-σιγά τολαϊκό ήθος. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν που το συγκεκριμένο τραγούδι απόμεινε στο συρτάρι του και ανασύρθηκε μετά τον θάνατό του.

Όπως πολλά αριστουργήματα του ρεμπέτικου και του λαϊκού, το Δηλητήριο στη φλέβα μοιάζει με απλό τραγουδάκι: Ακολουθεί παραδοσιακούς δρόμους και αρχαίους ρυθμούς, έχει λίγες νότες και απλά λόγια.

Η απλότητά του όμως δεν αναιρεί το βάθος –το αντιθετο μάλλον.

Γιατί ο Τσιτσάνης μέσα σε 3 λεπτά κατορθώνει να είναι ταυτόχρονα κρυπτικός και αποκαλυπτικός, άμεσος και υπαινικτικός, ρεαλιστής και ποιητικός.

Η εικόνα του πρώτου δίστιχου (Δηλητήριο στη φλέβα / είναι το δικό μου αίμα) είναι μια από τις πλέον δραστικές του λαϊκού τραγουδιού –δεν σε εγκαταλείπει, σε κυνηγάει. Το δεύτερο δίστιχο επιτείνει την δραματικότητά του και ταυτόχρονα την υπονομεύει με το μακάβριο χιούμορ του (Και οχιά να με τσιμπήσει / κι αυτή, καλέ μου, θα ψοφήσει).

Στο δεύτερο κουμπλέ ο Τσιτσάνης μας παρουσιάζει όλα τα στοιχεία της πρεζάκικης ζωής: Το βελόνι, την παράγκα, τον σεβντά που παρά την χρήση δεν λέει να καταλαγιάσει. Όλη αυτή η δυστυχία δινεται με λιτό και ουδέτερο τρόπο, που δεν έχει καμιά σχέση με τον συναισθηματισμό του Κλάψε με.

Στο τρίτο και τελευταίο κουμπλέ μας ο Τσιτσάνης μας προτείνει την δική του εναλλακτική: Ουζάκια στο ταβερνάκι της γειτονιάς. Μόνο η γλυκιά λευκότητά του, μέσα στην συμποτική κοινότητα της ταβέρνας, μπορεί να καταπραΰνει τον σεβντά και όχι η μόνωση της άθλιας παράγκας.

Αυτή η τελευταία στροφή βέβαια δείχνει ίσως ότι ο Τσιτσάνης δυσκολευόταν πλέον να παρακολουθήσει την τροπή που έπαιρναν τα πράγματα. Οι μαχαλάδες –απομεινάρια των παλαιών κοινοτήτων – συντρίβονταν μέσα στην δίνης μιας εκ των ενόντων αστικοποίησης. Δεν υπήρχαν πλέον κοινότητες και ο απόβλητος, αλλά κατά κάποιο τρόπο όλοι μονωνόμασταν, απομακρυνόμασταν από την ασφάλεια και την τάξη που παρείχε ο Παλαιός Κόσμος. Με άλλα λόγια, οι τελευταίοι στίχοι δείχνουν ότι ο Τσιτσάνης, όταν έγραφε το τραγούδι του, είχε πιο πολύ στο νου του τον πρεζάκια του ‘30 και όχι εκείνον των τελών του ’70 (το τραγούδι κυκλοφόρησε το 1978).

Κι έπειτα, οι σύγχρονοι ταβερνιάρηδες δεν πρόκειται να γεμίσουν τα ποτήρια των μπατήριδων. Θα διαμαρτυρηθεί η υπόλοιπη πελατεία ούτως ή άλλως…

Συζητώντας

Συζητώντας

Όταν ήμουν λίγο μικρότερος, ανάμεσα από τα 20 ως τα 30 πάνω-κάτω, για μένα η συζήτηση ήταν πολεμική διαδικασία. Σύχναζα σε κάτι ημιυπόγεια τσιπουράδικα ή σε σαλόνια, ή σε φοιτητικά δωμάτια –γενικά σε μέρη που μπορούσαμε να τα γεμίζουμε με καπνό και κάθε είδους αναθυμιάσεις και, βεβαίως, με τις φωνές μας– και συζητούσαμε με τις ώρες, με τις μέρες, με τους μήνες. Θέματά μας τα μεγάλα ζητήματα της ζωής και της εποχής μας: Τον έρωτα και την πίστη, τον θάνατο και την επιβίωση, την τέχνη, το αιώνιο ζήτημα της παράδοσης, τον νεωτερικότητα και την μετανεωτερικότητα.

Στόχος μας να εξοντώσει ο ένας τον άλλο. Δεν μας ενδιέφερε να ξεμπλέξουμε το κουβάρι ή να καταλήξουμε σε κάποιο συμπέρασμα –στο βαθμό που γινόταν κάτι τέτοιο, όταν γινόταν, που δεν θυμάμαι να έχει συμβεί ποτέ, ήταν φυσικά καλοδεχούμενο. Στόχος μας ήταν η συζήτηση καθεαυτή. Να πούμε την γνώμη μας. Να προβάλουμε τα επιχειρήματά μας. Ουσιαστικά, σαν νέοι που ήμασταν, θέλαμε να ακουστεί η φωνή μας.

Οφείλω να ομολογήσω ότι ήμουν ιδιαίτερα επιθετικός. Ότι η επιχειρηματολογία μου δεν γνώριζε φιλία ή διακριτικότητα. Δεν διέθετα κανενός είδους ιπποτισμό ή μεγαλοψυχία. Αν τη δεδομένη στιγμή ο κάλος σου θα με βοηθούσε να νικήσω, θα σου τον πατούσα, δεν πα νά ‘σουν φίλος στενός ή αδελφός.

Και οι άλλοι βέβαια λίγο-πολύ στην ίδια φάση βρίσκονταν. Εκείνα τα χρόνια πετάξαμε ο ένας στον άλλον πολλές σφαίρες, μπόμπες και χειροβομβίδες· ακόμα και λάσπη· ακόμα και σε χρήση πυρηνικών προχωρήσαμε…

Αλλά, ας το πούμε κι αυτό, σοβαρές παρεξηγήσεις δεν είχαμε. Λόγια ήταν και πετούσαν κι έφευγαν. Με κείνα τα παιδιά που σκοτωνόμασταν στα λόγια είτε παραμένουμε στενοί φίλοι είτε διατηρούμε ακόμα μια ζεστή σχέση. Τα επιχειρήματα καθώς εκσφενδονίζονταν εκατέρωθεν καθάριζαν και γονιμοποιούσαν τη σκέψη και το αλκοόλ ξέπλενε τις καρδιές. Πληρώναμε, ανηφορίζαμε μαζί ως την διασταύρωση και με ένα «άντε ρε, τα λέμε» δίναμε ραντεβού για την επομένη.

.

Έτσι ήταν τότε.

Γιατί τώρα παρατηρώ ότι έχω αλλάξει. Οι πολεμικές συζητήσεις δεν μου λένε πλέον τίποτα –μάλλον με κουράζουνε. Από μόνη της την ανταλλαγή επιχειρημάτων την βρίσκω άσκοπη κι ανέξοδη. Δεν έχω καμιά διάθεση να επικρατήσω του νοητού αντιπάλου.

Το κυριότερο ίσως:

Δεν με ενδιαφέρει τόσο να ακουστεί η φωνή μου – θέλω να ακούσω τον άλλον. Με ενδιαφέρει να κατανοήσω τι λέει και τι εννοεί.

Με ενδιαφέρει να καταλήξουμε σε δύο ή τρία συμπεράσματα.

Κι επιτέλους να σταματήσουμε να αντιμετωπίζουμε εκείνον που έχει διαφορετική άποψη υποχρεωτικά σαν αντίπαλο· και τον αντίπαλο να μην θεωρούμε απαραίτητο να τον εξοντώσουμε, ωσάν να ήταν εχθρός.

Οι περισσότεροι φίλοι βρίσκονται στην ίδια φάση: Βάλαμε τα σπαθιά στα θηκάρια και συμφωνώντας ή διαφωνώντας προσπαθούμε να καταλάβουμε πού βρισκομαστε και πού πηγαίνουμε –κυρίως: Προς τα πού πρέπει να πάμε.

Εντάξει, υπάρχουν και οι άλλοι που θεωρούν ότι έβαλα νερό στο κρασί μου ή ότι ξεπουλήθηκα και τα παρόμοια.

Όμως, όχι. Διατηρώ στο ακέραιο τις απόψεις μου. Έχω ακόμα τις ίδιες ελπίδες, τα ίδια οράματα, τις ίδιες επιθυμίες και ενστικτώδεις αντιδράσεις. Αναζητώ όμως έναν τρόπο κι έναν τόπο, έναν Λόγο, που θα μου επιτρέψει να συν-υπάρξω και με τον Άλλον. Το έχω ανάγκη αυτό, ειδικά στην σημερινή συγκυρία. Και αυτή είναι η προτεραιότητά μου.

Bob Dylan, Scarlet Town

Υπάρχει μια πόλη στη Μακρινή Δύση που η Συντέλεια πλησιάζει. Οι αξίες έχουν καταρρεύσει και οι πολίτες της σέρνονται στους δρόμους. Βοήθεια δεν υπάρχει – δεν υπάρχει κάτι, από κάπου να πιαστούν και τους αρχαίους τους δαίμονες τους πολεμάνε με ουίσκι, μορφίνη και τζιν. Ο παγωμένος αέρας σφυρίζει στους γυμνούς λόφους κι ο θάνατος έχει δηλητηριάσει τα πάντα…

50 χρόνια μετά την κυκλοφορία του πρώτου του δίσκου, ο Bob Dylan στα 71 του κυκλοφόρησε τον 35ο δίσκο του, το Tempest. Όσο εντυπωσιακή κι αν ακούγεται η πληροφορία αυτή, ο δίσκος καθεαυτός, τα καινούργια τραγούδια του, είναι ακόμα πιο εντυπωσιακά. Γιατί ο  Dylan δεν αρκείται στο να αναπαράγει την ποιητική του (κάποιοι θα την έλεγαν και μανιέρα), όπως έκανε στον δικό του τελευταίο δίσκο ο έτερος αγαπημένος παππούς L. Cohen,  αλλά την εξελίσσει. Αυτό είναι το πραγματικό επίτευγμα! Από την ουτοπία του Duquesne Whistle στην δυστοπία του Scarlet Town και από τον θάνατο και την καταστροφή που περιγράφει στο Tin Angel και το επικό ομώνυμο τραγούδι στον θρήνο για τον John Lennon, τα καινούργια τραγούδια του Ντύλαν διαθέτουν έναν σκοτεινό ρεαλισμό και μια ωμότητα που δεν είχαμε ξανακούσει από τα χείλη του.

Τα 5 στα 5 αστεράκια με τα οποία βαθμολόγησε το Rolling Stone το Tempest δεν προέρχονται από σεβασμό σε ένα πραγματικό ζωντανό θρύλο (πόσοι τέτοιοι απομένουν άραγε;), αλλά από αναγνώριση της σημασίας των συγκεκριμένων τραγουδιών.

Η πόλη μου: Τρεις εικόνες

1.    Μεγάλωσα σε μια γειτονιά με χωματόδρομους και πλινθόχτιστα σπίτια. Σπίτια από την εποχή της Τουρκοκρατίας, που η εξώπορτα άνοιγε σ’ έναν μακρύ διάδρομο, που οδηγούσε στην πίσω αυλή και οι πόρτες των άλλων δωματίων ήταν εκατέρωθεν. Πεζοδρόμια δεν υπήρχαν, αλλά τα σπίτια είχαν πεζούλια που κάθονταν οι γραίες να πλέκουν, να κουβεντιάζουν και να μας επιβλέπουν όταν παίζαμε. Τους μακρούς χειμώνες ζεσταινόμασταν με σόμπες και τ’ απογεύματα που η ατμόσφαιρα βάραινε από την υγρασία, ο δρόμος μύριζε ανάμεικτα καμένο πετρέλαιο και ξύλο με πυρωμένο ψωμί και τσιγαρισμένα κρεμμύδια.

Όταν έβρεχε οι πίσω αυλές πλημμύριζαν και οι χωματόδρομοι μετατρέπονταν σε ρυάκια, ποτάμια ή χείμαρρους. Μαζευόμασταν τότε κάτω από τα τσίγκινα υπόστεγα, διπλώναμε εφημερίδες και φτιάχναμε βαρκούλες που βυθίζονταν μετά από ταξίδι μερικών μέτρων. Αστραπές και βροντές, διακοπές ρεύματος, λεκάνες να μαζεύουν τα νερά που στάζανε απ’ τη σκεπή και ιστορίες να σπρώχνουνε τα βράδια.

.

2.    Στα γυμνασιακά μας χρόνια κέντρο της ζωής μας ήταν η Κιάφα. Ακόμα δεν είχε χτιστεί –υπήρχαν μόνο τα τέσσερα σχολεία– κι ο λόφος ήταν άδειος και γυμνός. Στα διαλείμματα, αν δεν έβρεχε, ανεβαίναμε εκεί και παίζαμε: Τρεχαλητά και άγρια κυνηγητά, παλέματα –παιχνίδια εφήβων– αλλά και συζητήσεις σοβαρότατες για τη ζωή, τον θάνατο, τον έρωτα και τα κορίτσια, τους εξωγήινους. Λίγο πιο κάτω, εκεί που σήμερα είναι το σούπερμάρκετ Παύλου, ήταν μια βιοτεχνία που έφτιαχνε πίτες για γύρο. Τα μεσημέρια μετά το σχολείο και εφόσον είχαμε λεφτά (δηλαδή λιγότερο από μια φορά στις τόσες), αγοράζαμε από μία και τις τρώγαμε άψητες και στεγνές.

Ερωτευόμασταν – ξεερωτευόμασταν, τα φτιάχναμε και τα χαλούσαμε, σε μια διαρκή κίνηση, με μεγάλη ένταση, ένα διαρκές, απίστευτο δράμα. Τώρα όλα φαίνονται αστεία και ίσως ασήμαντα, αλλά, θυμάμαι καλά, τότε δεν ήταν. Τότε όλα έμοιαζαν τεράστια, μας στερούσαν τον ύπνο, μονοπωλούσαν τα όνειρά μας.

Τα απογεύματα, αν δεν είχαμε αγγλικά, μόλις τελειώναμε τα διαβάσματα πηγαίναμε στην παιδική χαρά στα Λακκώματα. Τώρα ξέρω τι άθλια και επικίνδυνη ήταν, με τις ελεεινές κούνιες και την ετοιμόρροπη τσουλήθρα, αλλά τότε δεν ξέραμε να υπάρχουν και άλλες. Εξάλλου εμείς αφήναμε τις κούνιες και τις τσουλήθρες για τα μικρά κι αποτραβιόμασταν στα ενδότερα του αλσυλλίου και παίζαμε τον Ταρζάν: Κάποιος είχε κρεμάσει τριχιές στα κλαδιά των πεύκων κι εμείς τιναζόμασταν στο κενό βγάζοντας την χαρακτηριστική κραυγή.

Χωματόδρομοι δεν υπήρχαν πια –είχαν στρωθεί με τσιμέντο– αλλά  οι βροχές συνέχιζαν να πλημμυρίζουν τις αυλές και τους δρόμους. Όμως –τι παράξενο!– αυτά τα χρόνια τα θυμάμαι σαν μια διαρκή άνοιξη –ή φθινόπωρο. Τα καλοκαίρια και οι χειμώνες σαν να έχουν εκπέσει από τη μνήμη μου.

.

3.    Την νύχτα τη γνώρισα σαν φοιτητής. Μου άρεσε / μου αρέσει η νύχτα, το ξενύχτι, οι ατέρμονες οινοβαρείς συζητήσεις. Νύχτες ασπρόμαυρες και νύχτες πολύχρωμες σαν μεθυσμένο λούνα-παρκ:

Η μικρή γκαρσονιέρα επί της Φρόντζου με το στενό μπαλκόνι, τα πλαστικά σκαμπό, το ημίδιπλο κρεβάτι και την τεράστια αφίσα του Jim Morrison να καλύπτει τον ένα τοίχο· το διαμέρισμα της Μητροπόλεως με το φτηνό ποτό και τις ακριβές μουσικές και τον πολύ, υπερβολικά πολύ, καπνό. Και βέβαια ταβέρνες και καφετέριες, μπαράκια και κλαμπ, ένα δωμάτιο στη φοιτητική εστία κι ένα άλλο στα Λακκώματα, αλλά και ώρες στο Σπουδαστήριο, στο αμφιθέατρο, στα σκαλιά της Νομαρχίας· η αποτυχημένη μου απόπειρα να ασχοληθώ με τον συνδικαλισμό· τα πρωινά του Σαββάτου στη Δωδώνη.

Μια μικρή πόλη της περιφέρειας, αλλά οι δυνατότητες άπειρες. Τα πάθη άπειρα, αρκεί να μπορούσες να διακρίνεις κάτω από την ακύμαντη επιφάνεια. Αν βαριέσαι εκεί, βαριέσαι παντού / αν δεν μπορείς εκεί, δεν μπορείς παντού / αν δεν αντέχεις εκεί, δεν αντέχεις παντού –πίστεψέ με, άρχισα να το υποψιάζομαι σαν φοιτητής και το επαλήθευσα ξανά και ξανά αργότερα. Η αλλαγή παραστάσεων δεν βοηθά, αν κουβαλάς την πλήξη μέσα σου.

.

Η λίμνη, το νησί, το Κάστρο, το στενό επίπεδο στριμωγμένο ανάμεσα στα τόσα βουνά. Οι εναλλαγές των εποχών και των χρωμάτων. Οι εναλλαγές των ανθρώπων. Πηγαίνω όποτε μπορώ, αλλά στην πραγματικότητα ποτέ δεν βρίσκω εκείνο που αναζητάω –εκείνο που θυμάμαι, εκείνο που έχω στην καρδιά μου. Τα Γιάννενα για μένα έχουν γίνει ένα πνευματικό μέγεθος, ένας ου-τόπος που ποτέ δεν θα προσεγγίσω. Γαλήνια, ήμερα, ορεινά και άϋλα, κλειστά κι απρόσιτα, θα είναι πάντα εκεί να τα διασχίζω σε μια γρήγορη βόλτα. Και ίσως κάποτε, κάποτε…

Μικρές Ιστορίες

Μια γυναίκα στο λεωφορείο. Θα ‘ναι γύρω στα 60, ίσως και λίγο μεγαλύτερη. Κάθεται με το κεφάλι  ακουμπισμένο –παρατημένο– στο τζάμι. Ανέκφραστη. Το αριστερό της χέρι σφίγγει ένα καφέ τσαντάκι που πάνω έχει την βρετανική σημαία. Κάθε που περνάμε από ένα εκκλησάκι, σταυροκοπιέται. Μου θυμίζει έναν νεαρό χρόνια πριν, ήμουν κι εγώ φοιτητής, που καθόταν στη διπλανή μου θέση στο αστικό και έκλαιγε σιωπηλά, με λυγμούς. Απλώς καθόμουν δίπλα του και απλώς έκλαιγε. Η τότε κοπέλα μου με ρώτησε αν έκανα κάτι / απόρησε που δεν έκανα κάτι.

**   **   **

Εννιάμιση το βράδυ στο Libre. Ένα κοριτσάκι με άσπρο φόρεμα και ξανθά μαλλιά τρέχει ανάμεσα στα τραπέζια. Δίπλα μας δυο γέροι πίνουν μπύρες. Ο ένας τους λέει, ρε μανία κάτι γυναίκες να μην χάνουν το σήριαλ, κι ο άλλος κουνάει το κεφάλι του. Απέναντι, στην μπάρα μια παρέα τριαντάρηδων μιλάει και γελάει δυνατά –θα μπορούσαν να λένε για το ματς της Κυριακής, για το ψάρεμα, γκόμενες, ή κάποια παλιά πλάκα που τους έμεινε αξέχαστη. Ένας από την παρέα σηκώνεται και τρέχει πίσω από το κοριτσάκι. Την φωνάζει, Έλενα, Έλενα. Εκείνη γυρίζει, τον κοιτάζει και τρέχει γελώντας γύρω από τα πόδια μας. Ο μπαμπάς της την ακολουθεί. Παίζουν κυνηγητό. Φωτεινή, πολύχρωμη στιγμή σε μια σκοτεινή πόλη. Το γέλιο του κοριτσιού, κρυστάλλινο, διαφανές, σκίζει σαν μαχαίρι το πέπλο της βουής.

«Η μόνη λύση είναι να καταστραφεί ολοσχερώς αυτή η πόλη», λέω στους φίλους μου.

**    **   **

Ένας άνδρας ημίγυμνος, καθισμένος σε μια κουνιστή καρέκλα ΙΚΕΑ μπροστά από μια ανοιχτεί μπαλκονόπορτα, κοιτάζει το πρώτο φως της αυγής. Γύρω του αποτσίγαρα, ρούχα, ποτήρια, μπουκάλια. / Μια γυναίκα ξαπλωμένη με θαλασσί σλιπάκι και το χέρι να αγγίζει το αριστερό της μαστό κοιτάζει το πρώτο φως της αυγής να γλιστράει μέσα από τις χαραμάδες του παντζουριού. Δίπλα της ένας άνδρας ανασαίνει αργά.

**   **   **

Ένα πρωινό στην Εφορεία.

Όλο το πρωινό στην Εφορεία.

Κάθομαι δίπλα σε έναν υδροψύκτη εκτός λειτουργίας / στέκομαι δίπλα στο γκισέ / περπατάω πάνω-κάτω στην αίθουσα, ανάμεσα στους άλλους αναμένοντες / τηλεφωνώ σε ξεχασμένους γνωστούς / στέλνω μηνύματα / προσπαθώ να συγκεντρωθώ για να τουιτάρω κάτι / βαριέμαι / αναρωτιέμαι πού θα πάει.

Συναντώ τον πατέρα μιας παλιάς μου συμμαθήτριας. Είναι παπάς με μακριά γκριζόλευκα γένια –κάποτε ήταν κατάμαυρα. Τα μάτια του είναι κουρασμένα – εγώ είμαι κουρασμένος. Μου λέει για την κόρη του, την παλιά μου συμμαθήτρια, που παντρεύτηκε και περιμένει παιδί.

Τα αίματα ανάβουν: Κάποιοι περιμένοντες ανταλλάζουν κουβέντες, απειλές.

Ένας σαραντάρης κρατώντας ένα μωρό στην αγκαλιά ρωτάει αν υπάρχουν ακόμα νούμερα· ένας πολύ χοντρός ηλικιωμένος, που στηρίζεται σε ένα μπαστούνι το ίδιο· το ίδιο μια σαραντάρα με μαλλί που ανεμίζει και τρελό βλέμμα.

Δυο λογιστές, ένας άντρας και μια γυναίκα, μου παίρνουν τη σειρά. Το κάνουν με τόσο επιδέξιο τρόπο, με τόση φυσικότητα και άνεση, που δεν διαμαρτύρομαι. Σχεδόν τους θαυμάζω.

Οι υπάλληλοι: Δύο, πνιγμένοι στη χαρτούρα, πίσω από πεπαλαιωμένες οθόνες ηλεκτρονικών υπολογιστών, δίπλα από τηλέφωνα με βρώμικα πλήκτρα, με σταγόνες ιδρώτα να φολιδώνουν τα μέτωπά τους. Μιλάνε δυνατά και απότομα –καμιά σχέση με τους Γάλλους Δημόσιους Υπαλλήλους. Με ξενίζει / τους παρατηρώ / καταλαβαίνω –δεν γίνεται διαφορετικά. Έρχεται η σειρά μου στο παραπέντε, κυριολεκτικά: Όσοι είναι μετά από μένα θα εξυπηρετηθούν αύριο. Δίνω τα χαρτιά μου στην υπάλληλο –μου θυμίζει έντονα την καθηγήτρια φυσικής που είχαμε στο Γυμνάσιο. Αστειεύεται. Δουλεύει ασταμάτητα από το πρωί, αλλά έχει κέφια και αστειεύεται –επειδή τελείωσε;