Μικρές Ιστορίες

Μια γυναίκα στο λεωφορείο. Θα ‘ναι γύρω στα 60, ίσως και λίγο μεγαλύτερη. Κάθεται με το κεφάλι  ακουμπισμένο –παρατημένο– στο τζάμι. Ανέκφραστη. Το αριστερό της χέρι σφίγγει ένα καφέ τσαντάκι που πάνω έχει την βρετανική σημαία. Κάθε που περνάμε από ένα εκκλησάκι, σταυροκοπιέται. Μου θυμίζει έναν νεαρό χρόνια πριν, ήμουν κι εγώ φοιτητής, που καθόταν στη διπλανή μου θέση στο αστικό και έκλαιγε σιωπηλά, με λυγμούς. Απλώς καθόμουν δίπλα του και απλώς έκλαιγε. Η τότε κοπέλα μου με ρώτησε αν έκανα κάτι / απόρησε που δεν έκανα κάτι.

**   **   **

Εννιάμιση το βράδυ στο Libre. Ένα κοριτσάκι με άσπρο φόρεμα και ξανθά μαλλιά τρέχει ανάμεσα στα τραπέζια. Δίπλα μας δυο γέροι πίνουν μπύρες. Ο ένας τους λέει, ρε μανία κάτι γυναίκες να μην χάνουν το σήριαλ, κι ο άλλος κουνάει το κεφάλι του. Απέναντι, στην μπάρα μια παρέα τριαντάρηδων μιλάει και γελάει δυνατά –θα μπορούσαν να λένε για το ματς της Κυριακής, για το ψάρεμα, γκόμενες, ή κάποια παλιά πλάκα που τους έμεινε αξέχαστη. Ένας από την παρέα σηκώνεται και τρέχει πίσω από το κοριτσάκι. Την φωνάζει, Έλενα, Έλενα. Εκείνη γυρίζει, τον κοιτάζει και τρέχει γελώντας γύρω από τα πόδια μας. Ο μπαμπάς της την ακολουθεί. Παίζουν κυνηγητό. Φωτεινή, πολύχρωμη στιγμή σε μια σκοτεινή πόλη. Το γέλιο του κοριτσιού, κρυστάλλινο, διαφανές, σκίζει σαν μαχαίρι το πέπλο της βουής.

«Η μόνη λύση είναι να καταστραφεί ολοσχερώς αυτή η πόλη», λέω στους φίλους μου.

**    **   **

Ένας άνδρας ημίγυμνος, καθισμένος σε μια κουνιστή καρέκλα ΙΚΕΑ μπροστά από μια ανοιχτεί μπαλκονόπορτα, κοιτάζει το πρώτο φως της αυγής. Γύρω του αποτσίγαρα, ρούχα, ποτήρια, μπουκάλια. / Μια γυναίκα ξαπλωμένη με θαλασσί σλιπάκι και το χέρι να αγγίζει το αριστερό της μαστό κοιτάζει το πρώτο φως της αυγής να γλιστράει μέσα από τις χαραμάδες του παντζουριού. Δίπλα της ένας άνδρας ανασαίνει αργά.

**   **   **

Ένα πρωινό στην Εφορεία.

Όλο το πρωινό στην Εφορεία.

Κάθομαι δίπλα σε έναν υδροψύκτη εκτός λειτουργίας / στέκομαι δίπλα στο γκισέ / περπατάω πάνω-κάτω στην αίθουσα, ανάμεσα στους άλλους αναμένοντες / τηλεφωνώ σε ξεχασμένους γνωστούς / στέλνω μηνύματα / προσπαθώ να συγκεντρωθώ για να τουιτάρω κάτι / βαριέμαι / αναρωτιέμαι πού θα πάει.

Συναντώ τον πατέρα μιας παλιάς μου συμμαθήτριας. Είναι παπάς με μακριά γκριζόλευκα γένια –κάποτε ήταν κατάμαυρα. Τα μάτια του είναι κουρασμένα – εγώ είμαι κουρασμένος. Μου λέει για την κόρη του, την παλιά μου συμμαθήτρια, που παντρεύτηκε και περιμένει παιδί.

Τα αίματα ανάβουν: Κάποιοι περιμένοντες ανταλλάζουν κουβέντες, απειλές.

Ένας σαραντάρης κρατώντας ένα μωρό στην αγκαλιά ρωτάει αν υπάρχουν ακόμα νούμερα· ένας πολύ χοντρός ηλικιωμένος, που στηρίζεται σε ένα μπαστούνι το ίδιο· το ίδιο μια σαραντάρα με μαλλί που ανεμίζει και τρελό βλέμμα.

Δυο λογιστές, ένας άντρας και μια γυναίκα, μου παίρνουν τη σειρά. Το κάνουν με τόσο επιδέξιο τρόπο, με τόση φυσικότητα και άνεση, που δεν διαμαρτύρομαι. Σχεδόν τους θαυμάζω.

Οι υπάλληλοι: Δύο, πνιγμένοι στη χαρτούρα, πίσω από πεπαλαιωμένες οθόνες ηλεκτρονικών υπολογιστών, δίπλα από τηλέφωνα με βρώμικα πλήκτρα, με σταγόνες ιδρώτα να φολιδώνουν τα μέτωπά τους. Μιλάνε δυνατά και απότομα –καμιά σχέση με τους Γάλλους Δημόσιους Υπαλλήλους. Με ξενίζει / τους παρατηρώ / καταλαβαίνω –δεν γίνεται διαφορετικά. Έρχεται η σειρά μου στο παραπέντε, κυριολεκτικά: Όσοι είναι μετά από μένα θα εξυπηρετηθούν αύριο. Δίνω τα χαρτιά μου στην υπάλληλο –μου θυμίζει έντονα την καθηγήτρια φυσικής που είχαμε στο Γυμνάσιο. Αστειεύεται. Δουλεύει ασταμάτητα από το πρωί, αλλά έχει κέφια και αστειεύεται –επειδή τελείωσε;

Advertisements

Tagged: ,

13 thoughts on “Μικρές Ιστορίες

  1. kitsosmitsos 03/10/2012 στο 12:51 μμ Reply

    Μικρές ιστορίες, πραγματικές. Αρκεί να τις αφουγκραστεί κανείς. Και συ το κάνεις καλά.

  2. Citr0nella 03/10/2012 στο 12:58 μμ Reply

    🙂
    Καλό Οκτώβριο!

  3. Ευάγγελος 03/10/2012 στο 1:59 μμ Reply

    Δεν θα σταυροκοπηθώ, αν και μετά την ολοσχερή καταστροφή αυτής της πόλης υπάρχουν ακόμα νούμερα…

    • fvasileiou 04/10/2012 στο 11:09 πμ Reply

      Δεν ξέρω τι εννοείς «νούμερα» κι ενστικτωδώς αισθάνομαι την ανάγκη να τα υπερασπιστώ.

      • Fri 04/10/2012 στο 11:23 πμ Reply

        Μάλλον για τα νούμερα της εφορίας γίνεται η κουβέντα, η γραφειοκρατία σάμπως θα καταστραφεί μετά την πόλη μου φαίνεται…

      • Ευάγγελος 05/10/2012 στο 3:08 μμ Reply

        Σε καταλαβαίνω!… Μπήκα πρόσφατα στη συντροφιά κι ίσως γι’ αυτό το χιούμορ μου να είναι ακόμα δυσδιάκριτο!
        Είναι λέξεις από τις ιστορίες σου, που καταλήγουν σ’ αυτό που κατάλαβε ο φίλος Fri, αμέσως από κάτω.
        Η γραφειοκρατία μοιάζει νάναι αθάνατη!

        Σε χαιρετώ εγκάρδια!

        • fvasileiou 09/10/2012 στο 10:45 πμ Reply

          …ή (όπως θα έλεγε η φίλη μου η Κατερίνα) φταίει που εγώ δεν έχω καθόλου χιούμορ!!!

          Καλημέρα!!!

  4. Fri 04/10/2012 στο 11:25 πμ Reply

    Αληθινές ιστορίες, εικόνες μια πραγματικότητας, της πραγματικότητας γύρω μας…
    Κι αν καταστραφεί ολοσχερώς αυτή η πόλη, σάμπως δε μπορούμε να δημιουργήσουμε μια χειρότερη; Τι θα μας εμποδίσει; Η παιδεία που δεν έχουμε;
    Καλημέρα 🙂

    • fvasileiou 09/10/2012 στο 10:47 πμ Reply

      Μερικές φορές βοηθάει να ξεκινάς απ’ την αρχή – βοηθάει να ξεπερνάς τον εαυτό σου.

      Καλημέρα!

  5. hfaistiwnas 04/10/2012 στο 8:58 μμ Reply

    Αυτές οι μικρές ιστορίες σου, μου αρέσουν πολύ!

  6. tremens 09/10/2012 στο 9:12 μμ Reply

    Εξαιρετικά καθημερινές και όμως, παραγνωρισμένες από μας… τις απέδωσες υπέροχα με μια μαγεία που τις στολίζει! Να σαι καλά!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: