Η πόλη μου: Τρεις εικόνες

1.    Μεγάλωσα σε μια γειτονιά με χωματόδρομους και πλινθόχτιστα σπίτια. Σπίτια από την εποχή της Τουρκοκρατίας, που η εξώπορτα άνοιγε σ’ έναν μακρύ διάδρομο, που οδηγούσε στην πίσω αυλή και οι πόρτες των άλλων δωματίων ήταν εκατέρωθεν. Πεζοδρόμια δεν υπήρχαν, αλλά τα σπίτια είχαν πεζούλια που κάθονταν οι γραίες να πλέκουν, να κουβεντιάζουν και να μας επιβλέπουν όταν παίζαμε. Τους μακρούς χειμώνες ζεσταινόμασταν με σόμπες και τ’ απογεύματα που η ατμόσφαιρα βάραινε από την υγρασία, ο δρόμος μύριζε ανάμεικτα καμένο πετρέλαιο και ξύλο με πυρωμένο ψωμί και τσιγαρισμένα κρεμμύδια.

Όταν έβρεχε οι πίσω αυλές πλημμύριζαν και οι χωματόδρομοι μετατρέπονταν σε ρυάκια, ποτάμια ή χείμαρρους. Μαζευόμασταν τότε κάτω από τα τσίγκινα υπόστεγα, διπλώναμε εφημερίδες και φτιάχναμε βαρκούλες που βυθίζονταν μετά από ταξίδι μερικών μέτρων. Αστραπές και βροντές, διακοπές ρεύματος, λεκάνες να μαζεύουν τα νερά που στάζανε απ’ τη σκεπή και ιστορίες να σπρώχνουνε τα βράδια.

.

2.    Στα γυμνασιακά μας χρόνια κέντρο της ζωής μας ήταν η Κιάφα. Ακόμα δεν είχε χτιστεί –υπήρχαν μόνο τα τέσσερα σχολεία– κι ο λόφος ήταν άδειος και γυμνός. Στα διαλείμματα, αν δεν έβρεχε, ανεβαίναμε εκεί και παίζαμε: Τρεχαλητά και άγρια κυνηγητά, παλέματα –παιχνίδια εφήβων– αλλά και συζητήσεις σοβαρότατες για τη ζωή, τον θάνατο, τον έρωτα και τα κορίτσια, τους εξωγήινους. Λίγο πιο κάτω, εκεί που σήμερα είναι το σούπερμάρκετ Παύλου, ήταν μια βιοτεχνία που έφτιαχνε πίτες για γύρο. Τα μεσημέρια μετά το σχολείο και εφόσον είχαμε λεφτά (δηλαδή λιγότερο από μια φορά στις τόσες), αγοράζαμε από μία και τις τρώγαμε άψητες και στεγνές.

Ερωτευόμασταν – ξεερωτευόμασταν, τα φτιάχναμε και τα χαλούσαμε, σε μια διαρκή κίνηση, με μεγάλη ένταση, ένα διαρκές, απίστευτο δράμα. Τώρα όλα φαίνονται αστεία και ίσως ασήμαντα, αλλά, θυμάμαι καλά, τότε δεν ήταν. Τότε όλα έμοιαζαν τεράστια, μας στερούσαν τον ύπνο, μονοπωλούσαν τα όνειρά μας.

Τα απογεύματα, αν δεν είχαμε αγγλικά, μόλις τελειώναμε τα διαβάσματα πηγαίναμε στην παιδική χαρά στα Λακκώματα. Τώρα ξέρω τι άθλια και επικίνδυνη ήταν, με τις ελεεινές κούνιες και την ετοιμόρροπη τσουλήθρα, αλλά τότε δεν ξέραμε να υπάρχουν και άλλες. Εξάλλου εμείς αφήναμε τις κούνιες και τις τσουλήθρες για τα μικρά κι αποτραβιόμασταν στα ενδότερα του αλσυλλίου και παίζαμε τον Ταρζάν: Κάποιος είχε κρεμάσει τριχιές στα κλαδιά των πεύκων κι εμείς τιναζόμασταν στο κενό βγάζοντας την χαρακτηριστική κραυγή.

Χωματόδρομοι δεν υπήρχαν πια –είχαν στρωθεί με τσιμέντο– αλλά  οι βροχές συνέχιζαν να πλημμυρίζουν τις αυλές και τους δρόμους. Όμως –τι παράξενο!– αυτά τα χρόνια τα θυμάμαι σαν μια διαρκή άνοιξη –ή φθινόπωρο. Τα καλοκαίρια και οι χειμώνες σαν να έχουν εκπέσει από τη μνήμη μου.

.

3.    Την νύχτα τη γνώρισα σαν φοιτητής. Μου άρεσε / μου αρέσει η νύχτα, το ξενύχτι, οι ατέρμονες οινοβαρείς συζητήσεις. Νύχτες ασπρόμαυρες και νύχτες πολύχρωμες σαν μεθυσμένο λούνα-παρκ:

Η μικρή γκαρσονιέρα επί της Φρόντζου με το στενό μπαλκόνι, τα πλαστικά σκαμπό, το ημίδιπλο κρεβάτι και την τεράστια αφίσα του Jim Morrison να καλύπτει τον ένα τοίχο· το διαμέρισμα της Μητροπόλεως με το φτηνό ποτό και τις ακριβές μουσικές και τον πολύ, υπερβολικά πολύ, καπνό. Και βέβαια ταβέρνες και καφετέριες, μπαράκια και κλαμπ, ένα δωμάτιο στη φοιτητική εστία κι ένα άλλο στα Λακκώματα, αλλά και ώρες στο Σπουδαστήριο, στο αμφιθέατρο, στα σκαλιά της Νομαρχίας· η αποτυχημένη μου απόπειρα να ασχοληθώ με τον συνδικαλισμό· τα πρωινά του Σαββάτου στη Δωδώνη.

Μια μικρή πόλη της περιφέρειας, αλλά οι δυνατότητες άπειρες. Τα πάθη άπειρα, αρκεί να μπορούσες να διακρίνεις κάτω από την ακύμαντη επιφάνεια. Αν βαριέσαι εκεί, βαριέσαι παντού / αν δεν μπορείς εκεί, δεν μπορείς παντού / αν δεν αντέχεις εκεί, δεν αντέχεις παντού –πίστεψέ με, άρχισα να το υποψιάζομαι σαν φοιτητής και το επαλήθευσα ξανά και ξανά αργότερα. Η αλλαγή παραστάσεων δεν βοηθά, αν κουβαλάς την πλήξη μέσα σου.

.

Η λίμνη, το νησί, το Κάστρο, το στενό επίπεδο στριμωγμένο ανάμεσα στα τόσα βουνά. Οι εναλλαγές των εποχών και των χρωμάτων. Οι εναλλαγές των ανθρώπων. Πηγαίνω όποτε μπορώ, αλλά στην πραγματικότητα ποτέ δεν βρίσκω εκείνο που αναζητάω –εκείνο που θυμάμαι, εκείνο που έχω στην καρδιά μου. Τα Γιάννενα για μένα έχουν γίνει ένα πνευματικό μέγεθος, ένας ου-τόπος που ποτέ δεν θα προσεγγίσω. Γαλήνια, ήμερα, ορεινά και άϋλα, κλειστά κι απρόσιτα, θα είναι πάντα εκεί να τα διασχίζω σε μια γρήγορη βόλτα. Και ίσως κάποτε, κάποτε…

Advertisements

Tagged: ,

11 thoughts on “Η πόλη μου: Τρεις εικόνες

  1. Alexandra Kaletsari 08/10/2012 στο 8:04 μμ Reply

    Καλησπέρα σας! 

    Δυστυχώς δεν μπορώ να διαβάσω αυτό που μου στείλατε. Βγαίνουν αυτά τα πολύ περίεργα γράμματα.  Μπορείτε να μου πείτε τι word έχετε ή τέλος πάντων υπό ποία μορφή κειμένου ήταν αυτό για να μπορέσω να το κάνω στον υπολογιστή μου ώστε να διαβαστεί;; 

    Ευχαριστώ. 

    • fvasileiou 11/10/2012 στο 11:59 πμ Reply

      Αλεξάνδρα, έχεις κάνει εγγραφη στο «Σημειωματάριο» σου έρχεται ενημέρωση για τις καινούργιες αναρτήσεις αυτόματα από την WordPress -εγώ δεν μπορώ να κάνω κάτι σε αυτό. Νομίζω πάντως ότι το κείμενο σου έρχεται με περίεργους χαρακτήρες εξαιτίας της κωδικοποίησης που έχεις επιλέξει.

  2. ΒΕΤΤΥ 08/10/2012 στο 9:44 μμ Reply

    Tι όμορφα που γράφεις και μεταφερεις τα συναισθήματά σου, ζηλεύω. Συναντιόμαστε εκεί που λές για την πλήξη μέσα μας κλπ. κλπ. Και εγώ λέω όταν είσαι καλά μέσα σου είσαι παντού καλά (σιγά τη σοφία!).

    • fvasileiou 09/10/2012 στο 10:44 πμ Reply

      Καλημέρα, Μπέττυ!
      Συμφωνούμε απολύτως!

  3. hfaistiwnas 09/10/2012 στο 7:00 πμ Reply

    Πως να βρεις εκίνο που αναζητάς.. όλα αλλάζουν και είναι λες και είσαι σε λάθος εποχή.. κάπως μου ρχεται και μένα όταν σκέφτομαι τα όσα έζησα… περίεργο είναι το πόσα θυμόμαστε..
    Καλημέρα!

    • fvasileiou 09/10/2012 στο 10:43 πμ Reply

      Κατά κάποιο τρόπο θυμόμαστε όσα είμαστε.
      Καλημέρα!

  4. Ευάγγελος 09/10/2012 στο 12:14 μμ Reply

    Εικόνες λίγο πολύ οικείες, που η χρονική απόσταση τις κάνει πιο γλυκιές κι η νοσταλγία σμιλεύει κι εξωραϊζει τις δυσκολίες και τα προβλήματα που υπήρχαν.
    Εικόνες που, για όσους τις είδαν και τις έζησαν, μπορούν να δώσουν νόημα και να προσφέρουν κίνητρο να αναζητήσουμε τη χαμένη μας εφηβική ψυχή.

    Μου αρέσουν τα Γιάννενα, όσες φορές τα επισκέφθηκα μου δημιούργησαν την αίσθηση μιας πόλης που δένει όμορφα το χτες με το σήμερα και διατηρεί πολλά από τα στοιχεία της Ιστορικής της συνέχειας.
    Να είσαι καλά.

    • fvasileiou 11/10/2012 στο 11:54 πμ Reply

      Νομίζω ότι το βασικό μας πρόβλημα είναι η αφομοίωση του παρόντος χρόνου και η ταύτιση του ασυνείδητου με το συνειδητό μας. Από τα χάσματα αυτά προκύπτουν τα προβλήματα που μας βαραίνουν τόσο στην ενήλικη ζωή μας.

  5. tremens 09/10/2012 στο 9:13 μμ Reply

    Αν και μεγαλωμένος στην Αθήνα, ξέρω από γειτονιές. Όμορφες εικόνες, σε άλλα μέρη ίσως για τον καθέξνα μας αλλά με έναν κοινό παρανομαστή. Τη γλύκα της ανάμνησης!

    • fvasileiou 11/10/2012 στο 11:53 πμ Reply

      Και όμως και στην Αθήνα, ακόμα και μέχρι τα μέσα των ’00s υπήρχαν γειτονιές -ας πούμε στο Παγκράτι ή την Καισαριανη που έμενα τότε…

  6. Alicia-Maria 15/02/2017 στο 3:03 πμ Reply

    Η τελευταία παράγραφος με πονά πάρα πολύ.
    Με τον δικό μου τρόπο, καταλαβαίνω.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: