Monthly Archives: Νοεμβρίου 2012

«Ο κόσμος ξημερώνει»

Το Πρωινό του Διονύση Σαββόπουλου περιγράφει πώς ένα παντρεμένο ζευγάρι με παιδιά εισέρχεται μετά από μια νύχτα έρωτα σιγά-σιγά στον χρόνο της καθημερινότητας.

Πώς ο ρυθμός του πάθους αντικαθίσταται από εκείνον της ρουτίνας.

Πώς η αγάπη από συμπαγές βίωμα απομένει κομμάτια κι αποσπάσματα.

Πώς στο ερωτικό απόλυτο της ύπαρξης τους ζευγαριού εισέρχεται ο τρίτος –γέννημα, εισβολέας, δέκτης και πομπός αγάπης, το παιδί.

Πώς η ερωτική έκσταση ξεχειλίζει από την κλίνη και χύνεται στην πόλη· πώς φτιάχνει ουράνια τόξα μέσα στον θόρυβο και την σκόνη της κυκλοφοριακής αιχμής.

Μου αρέσει αυτό το τραγούδι!

 

Στο Ξημερώνει των Μίκη Θεοδωράκη και Κώστα Τριπολίτη το σκηνικό είναι διαφορετικό.

Εκεί δεν υπάρχει κοινότητα ζευγαριού, αλλά δυο άνθρωποι πέρασαν μαζί τη νύχτα κάνοντας σεξ. Δυο μόνοι άνθρωποι. Αγάπη δεν υφίσταται – ακόμα και η απολυτη πράξη αγάπης, τρυφερότητας και αφοσίωσης, το φιλί, καρφωμένο βαθιά μέσα στον άλλο, συνειρμούς πάλης και βιαιότητας προκαλεί. Έτσι, φεύγοντας απ’ το κοινό κρεβάτι οι δυο εραστές το μόνο που κουβαλάν μαζί τους είναι σκοτάδι –η ηδονή έχει ήδη εξατμιστεί, καμιά αναφορά δεν γίνεται σ’ αυτήν. Η όλη εικόνα καταλήγει να θυμίζει πεδίο μάχης, από το οποίο οι αντίπαλοι αποχωρούν κουβαλώντας τα λάφυρα που κέρδισαν.

«Ο κόσμος ξημερώνει», ψιθυρίζουν στο ρεφρέν. Ένα ξημέρωμα που συμβαίνει μόνο έξω, στην πόλη, στον κόσμο, στους άλλους, όχι στους ίδιους, όχι μέσα τους. Μετά την κοινή λαγνουργία, φαντάζουν ανίκανοι να συμμετάσχουν σε οτιδήποτε· να νιώσουν οτιδήποτε. Απομένουν ξένοι ο ένας ο από τον άλλον, ο καθένας από τους υπόλοιπους, πιθανόν κι από τους εαυτούς τους…

 

Χωρίς θέμα

Περνά ο Νοέμβρης με λιακάδες και ξαστεριές. Τι τα θες όμως; Όσο και να δίνει ο ήλιος, ο τζίτζικας δεν ξεμυτίζει κι εμείς τυλιγόμαστε όσο περνάνε οι μέρες όλο και πιο σφιχτά στα παλτά μας. Μ’ αρέσει όμως αυτό το φως: Εύθραυστο, απαλό, διάφανο, κάπως πορτοκαλί, ακουμπάει πάνω μας κυριολεκτικά σαν χάδι – ενώ εκείνο το καλοκαιρινό, του Ιουλίου ή του Αυγούστου πιο πολύ με σφαλιάρα μοιάζει.

.

Περνά ο Νοέμβρης με λιακάδες και τα πρωινά της Κυριακής βγαίνουμε για καφέ στις πλατείες. Γυαλιά ηλίου και θερμάστρες. Γέροι με εφημερίδες και αγουροξυπνημένοι πιτσιρικάδες που κοιτάζουν γύρω τους τα πάντα σαν με έκπληξη. Τα τσιγάρα δίνουν και παίρνουν και ο μη-καπνιστής γύρισα σπίτι βρωμώντας σαν σταχτοδοχείο –ας είναι.

Έμαθα και τα νέα του Θανάση (το κωλόπαιδο δεν με έχει πάρει τηλέφωνο) και καταστρώσαμε διάφορες νικηφόρες στρατηγικές. Γενικά από σχέδια επί χάρτου όλη η ομήγυρης μια χαρά τα πάει – στην πράξη χωλαίνουμε. Σκέφτομαι καμιά φορά ότι αυτή η απόσταση ανάμεσα στη θεωρία και την πράξη δεν μπορεί να είναι μόνο κακή αίσθηση του timing, υποτίμηση των αντικειμενικών δυσκολιών και τα ρέστα. Πρέπει να εκφράζει κάτι βαθύτερο, πιο αρχέγονο και καταγωγικό. Κάτι που μας συνέβαλε να βρεθούμε εδώ που είμαστε σήμερα: Μια απόσταση ανάμεσα στο σώμα και την ψυχή.  Με τον εαυτό μας δεν είμαστε και μάλλον ποτέ δεν υπάρξαμε ένα, γι’ αυτό και βολοδέρνουμε.

.

Ο Νοέμβρης περνά μες τις γλυκές νότες του Τσιτσάνη. Από τότε που ακούω λαϊκά και ρεμπέτικα (δηλαδή σχεδόν από πάντα) έχω  διέλθει διάφορες φάσεις (Τσαουσάκη, Μπιθικώτση, Δελιά, Γενίτσαρη, Μάρκου κάθε τόσο, ακόμα και Καζαντζίδη δηλαδή), αλλά είναι η πρώτη φορά που έχω κολλήσει τόσο άσχημα με τον Βλάχο. Όχι ότι δεν άκουγα τα τραγούδια του, δεν αγόραζα δίσκους του, δεν τα παίζαμε και δεν τα τραγουδούσαμε στις παρέες και τα γλέντια. Απλώς τα ακούγαμε, τα λέγαμε, φεύγανε. Φταίει και εκείνος λίγο γι’ αυτό: Η ατσαλάκωτη εικόνα (ας το πούμε έτσι) που πρόβαλε ο ίδιος ή οι φίλοι του, τόσο αναντίστοιχη με το έργο του τελικά, με απωθούσε. Προσθέστε και την παραδοσιακή ελληνική καχυποψία απέναντι σε καθετί πραγματικά σπουδαίο, της οποίας δεν είμαι άμοιρος, και το γλυκό, το πικρό δηλαδή, έδεσε. Και τώρα, αυτή την εποχή, ακούω και ξανακούω τα ίδια, χιλιοπαιγμένα και αγαπημένα τραγούδια, με τον θαυμασμό και το δέος του νεοφώτιστου.

 

Δευτέρα πρωί, πολύ πρωί στη στάση. Τσάντα περασμένη στον αριστερό ώμο, στο δεξί το κινητό σερφάρω στα ενημερωτικά site. Κλεφτές ματιές στους συμπολίτες που περιμένουν μαζί μου. Ντόπιοι ή μετανάστες, οι περισσότεροι είναι γνωστές φάτσες –μαζί περιμένουμε κάθε μέρα το λεωφορείο. Δεν μιλάμε –είναι ανήκουστο, σχεδόν ανάρμοστο να καλημερίσεις έτσι, στα καλά καθούμενα, τον συνάνθρωπό σου στην Ελλάδα σήμερα. Κάνει ψύχρα και σφίγγω το σακάκι στο σώμα μου. Παρατάω το κινητό στην τσέπη μου – οι ειδήσεις είναι πάνω-κάτω ίδιες με τις χθεσινές που ήταν πάνω-κάτω ίδιες με τις προχθεσινές κοκ. Κοιτάζω μια τον ουρανό, μια τις πολυκατοικίες, μια τ’ αυτοκίνητα, μια την άσφαλτο και τα παπούτσια μου. Έχω ένα βιβλίο μαζί μου για τέτοιες ώρες, κάθε μέρα το κουβαλάω, αλλά ποτέ δεν το βγάζω από την τσάντα. Τι να πω; – απλώς δεν φχαριστιέμαι το διάβασμα έτσι. Θέλω την ησυχία μου και μια στοιχειώδη άνεση. Το λεωφορείο έρχεται και συγκεντρωνόμαστε μπροστά από τις πόρτες του. Με μικρά βήματα ανεβαίνω και στριμώχνομαι στην γαλαρία. Κρατιέμαι από τους κρίκους. Ταλαντεύομαι.

Περνά ο Νοέμβρης…

Πόσο άδεια, πόσο θλιμμένη ξημερώνει η Κυριακή…

Πολύχρωμες αστραπές και φάσματα.

Έσφιξε πιο δυνατά το μαξιλάρι στο πρόσωπό της και οι λάμψεις κάτω από τα βλέφαρα άρχισαν να σκοτεινιάζουν. Τελικά δεν κατάφερε να κρατήσει τα δάκρυά της. Άρχισαν να κυλάνε απλά και φυσικά, όπως το νερό όταν ανοίγουμε τη βρύση. Τόσο απλά και φυσικά που για μια στιγμή νόμισε ότι δεν έκλαιγε, ότι χάλασαν οι δακρυγόνοι αδένες της. Για μια στιγμή μονάχα. Μετά ήρθαν οι λυγμοί, οι σπασμοί που συντάρασσαν το κορμί της και μαζί το κρεβάτι.

Φοβήθηκε ότι θα τον ξυπνήσει.

Δεν ήθελε να τον ξυπνήσει.

Αυτή ήταν η δική της στιγμή, δεν ήθελε να ξέρει.

Ένιωθε ότι τώρα ήταν απόλυτα: Με τα δάκρυα να τρέχουν από τα μάτια της, το μουσκεμένο μαξιλάρι να κολλάει πάνω της και να της προκαλεί ασφυξία, το σπέρμα του να στάζει από μέσα της στο σεντόνι. Και ό,τι ένιωθε της έφερνε περισσότερα δάκρυα. Και τα δάκρυα την ανακούφιζαν. Τα δάκρυα επιβεβαίωναν ότι ακόμα παρέμενε ξένη από αυτή την πραγματικότητα, ακόμα εκπλήσσονταν, ακόμα δεν ταυτιζόταν. Ακόμα κι αν η πραγματικότητα ήταν ολοδική της.

Ο Βαγγέλης δίπλα της γύρισε ανάσκελα κι άρχισε να ροχαλίζει. Με το στόμα μισάνοιχτο, να ζέχνει αλκοόλ, τσιγάρο, το σάλιο της, τον ιδρώτα και τα άλλα σωματικά της υγρά. Ροχάλιζε –έχω ήσυχη την συνείδησή μου περηφανευόταν. Μα εκείνη είχε ένοχη. Ήταν ένοχη. Και τόση αθωότητα, να κείτεται έτσι, εκεί, δίπλα της, δεν την άντεχε.

Σηκώθηκε αργά, άνοιξε απαλά την πόρτα και την έκλεισε αργά πίσω της. Κλειδώθηκε στην τουαλέτα, αλλά το ροχαλητό του ακουγόταν ακόμα. Τα δάκρυα είχαν ξεραθεί στα μάγουλά της και είχαν σχηματίσει μια λεπτή κρούστα, που θρυμματιζόταν σε κάθε εισπνοή και εκπνοή, στην παραμικρή κίνηση των μυών του προσώπου της. Κάθισε στην λεκάνη και κοίταξε τον νιπτήρα. Τις οδοντόβουρτσες, τις πετσέτες, σαπούνια, ξυραφάκια, κοκαλάκια, σαμπουάν. Όλα γύρω τριγύρω κι απαραίτητα.

Σκέφτηκε πως μόνο αν βουλώσει τα αφτιά της και αρχίσει να ουρλιάζει με όση δύναμη είχε, θα σταματούσε ν’ ακούει αυτή τη ροχάλα. Μόνο έτσι θ’ απαλλαγεί επιτέλους. Θα γλιτώσει.

Έφραξε με τα δάχτυλά της τα αφτιά.

Πήρε βαθιά ανάσα.

Παρατήρησε πως το σκοτάδι είχε σπάσει.

Χάραζε.

Καμιά φορά

Καμιά φορά δεν μπορώ να ξεχωρίσω ανάμεσα στις ανάγκες και τις επιθυμίες μου.

Ποιος μπορεί να κρίνει τι χρειάζομαι περισσότερο την κάθε δεδομένη στιγμή; Ποιος ξέρει ποια βακτηρία θα ξεκουράσει την ψυχή μου; Ποιος μπορεί να επιλέξει καλλίτερα τον άρτο που θα στηρίξει το σώμα μου;

Αυτό που σε κάποιον τρίτο φαντάζει περιττό κι αχρείαστο, μπορεί να είναι ζωτικής σημασίας για μένα. Να είναι το τελευταίο σχοινί που με κρατάει σώο πάνω από την άβυσσο. Το έσχατο καταφύγιό μου.

.

Καμιά φορά δεν μπορώ να ξεχωρίσω ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα.

Αν το πρώτο φτιάχνεται με υλικά του δευτέρου, γιατί με την σειρά του και το δεύτερο να μην είναι κομμάτι του ονείρου;

Κομμάτια σωμάτων και πραγμάτων, αναμνήσεων, εμπειριών και προβλέψεων, αλληλοσυμπλέκονται και συγκροτούν ονειροπραγματικότητες εφιαλτικές ή γλυκές σαν ονειρώξεις, που μέσα τους περιπλανιέμαι παραπατώντας σαν μεθυσμένος χορευτής ψηλαφώντας πρόσωπα και πράγματα που μου μοιάζουν σε ομορφιά ή αποκρουστικότητα.

.

Καμιά φορά δεν μπορώ να ξεχωρίσω ανάμεσα στο μέσα και το έξω.

Είναι τις νύχτες, που το εσώτερο σκότος ενώνεται με το εξώτερο, μέσα σε αναθυμιάσεις αλκοόλ και τσιγάρων με ήχους που μπορεί να είναι η φωνή σου, αλλά συνήθως δεν είναι. Φρικώδη γέλια και άναρχα επιχειρήματα. Αμβλυμμένες συνειδήσεις. Τίποτα.

Είναι τα μεσημέρια του καλοκαιριού, που όσο φως υπάρχει μέσα μου ενώνεται με το έξω και συντρίβομαι ανάμεσά τους. Διαλύομαι, διαφανίζομαι, εξαϋλώνομαι. Περιέχομαι και περιέχω τα πάντα.

,

Καμιά φορά δεν μπορώ να ξεχωρίσω ανάμεσα σε σένα και σε μένα.

Σε κρίνω με τα κριτήριά μου και σε αδικώ – με βλέπω με τα μάτια σου και με υποεκτιμώ. Δεν μας δίνω χώρο να υπάρξουμε, να ωριμάσουμε, να ανθίσουμε. Αέρα να ανασάνουμε. Πεδίο να αγναντέψουμε πέρα από τα σώματά μας.

Όσο κι αν συμπλεκόμαστε, όσο κι αν ενωνόμαστε, όσο κι αν ερωτευόμαστε παραμένουμε δυο διαφορετικοί, ξεχωριστοί, ανόμοιοι άνθρωποι –καμιά φορά αντίθετοι. Εραστές εχθροί άγνωστοι γνωστοί. Βάρος και ξεκούραση ο ένας για τον άλλο.

.

Συχνά θέλω τα πράγματα να ήταν πιο απλά.

Η αφιέρωση

Τελικά, τα βιβλία της βιβλιοθήκης μου που στιγματίστηκαν από μιαν αφιέρωση είναι μετρημένα στα δάχτυλα. Και δεν είναι πλέον μια ευκαταφρόνητη βιβλιοθήκη, ούτε χτίστηκε μόνο με δικές μου αγορές. Φίλοι, φίλες, συγγενείς, συνεργάτες, γνωρίζοντας την αγάπη μου για τα βιβλία (η οποία φθάνει στα όρια του φετιχισμού, το παραδέχομαι), με κείνη ή την άλλη αφορμή μου χάριζαν ένα. Αλλά οι ευχές, τα συγχαρητήρια, τα καλά λόγια και οι συμβολισμοί ήταν προφορικά. Αφιερώσεις δεν αναγράφουνε.

Τα σκέφτομαι αυτά απ΄ τη μέρα που ο Βιβλιοθηκάριος μου ζήτησε να συμμετάσχω στο διϊστολογικό αφιέρωμα στις αφιερώσεις προσπαθώντας να βγάλω ένα συμπέρασμα:

Φταιέι ο δικός μου κύκλος άραγε; Σε άλλα μέρη της Ελλάδας, άλλοι άνθρωποι γράφουν αφιερώσεις στα βιβλία που χαρίζουν;

Φταίει η γενιά μου, που προτιμά να γράφει ό,τι έχει να πει όχι στην αρχή ενός βιβλίου, αλλά σε sms και e-mail;

Φταίει το πρακτικό πνεύμα των καιρών μας, που αποτρέπει την αναγραφή αφιέρωσης, ώστε να μπορεί να αλλαχθεί;

Φταίει η ευμάρεια των προηγούμενων χρόνων, που κατέστησε ακόμα και τα βιβλία αναλώσιμα; Για τους παλαιότερους το βιβλίο ήταν ένα αντικείμενο που έμενε, επιβίωνε για γενιές και γενιές. Συνεπώς, το όποιο γραπτό μήνυμα πάνω του απαθανατίζονταν μαζί του. Ευχή ή κατάρα, διαπίστωση ή ονειροπόλημα, χαραγμένο πάνω στη σάρκα του βιβλίου υπερέβαινε τη στιγμή, ξεπερνούσε την αφορμή και παγιωνόταν από μόνο του ως γεγονός.

Όπως και να ‘χει όμως, όντα λίγα, τα βιβλία με αφιερώσεις έχουν μια επιπλέον αξία για μένα. Από το τελευταίο, το Companion, που μου χάρισε ο Στέφανος στην κουζίνα του σπιτιού του στη Λευκωσία τον Ιούνιο χρησιμοποιώντας ένα μπικ που μισοέγραφε, μισοδενέγραφε, μέχρι το πρώτο, νομίζω μια Καινή Διαθήκη που μου χάρισαν πολύ, πολύ, πολύ παλιά οι γονείς μου. Και βέβαια η επανέκδοση της Αμοργού, φρέσκια από το τυπογραφείο, που φιλοξενεί ένα μολυβένιο «με αγάπη» της Α. Δημητρούκα, καθώς δεν ήθελε να γράψει πάνω της με στυλό. Τα θερμά λόγια του κυρ Χρήστου Γιανναρά στις Προτάσεις, εκείνες τις ηρωικές μέρες του ’90. Τα τριγωνικά γράμματα του φίλου και συνομιλητή Ζ. Αηναλή στα Αποσπάσματά του. Και βέβαια οι αφιερώσεις του Μ.Χατζιδάκι στα βιβλία του –όλες αυτές είναι ιστορίες που ίσως να τις αφηγηθούμε με κάποιαν άλλη αφορμή. Γιατί σήμερα, που τα κρύα άρχισαν να σφίγγουν και ο ήλιος μας δείχνει τα δόντια του, λέω να σας πω για το βιβλίο που μου αφιέρωσε ένα καλοκαιρινό κορίτσι δέκα χρόνια πριν.

Έμενα στην Αθήνα τότε –σπούδαζα, δούλευα, χαζολογούσα– αλλά εκείνο το καλοκαίρι ανέβηκα στην Ξάνθη για να δουλέψω σε μια κατασκήνωση – εκείνη ήταν Ξανθιώτισσα, αλλά σπούδαζε στη Σαλονίκη. Γνωριστήκαμε μέσω του αδελφού της, με τον οποίο δουλεύαμε μαζί.

Αν υπάρχει έρωτας με την πρώτη ματιά, εγώ τον έζησα με τη Μυρτώ. Την στιγμή που την είδα –ένα καυτό αυγουστιάτικο μεσημέρι που ήρθε να δει τον αδελφό της φορώντας ένα κατάλευκο φόρεμα– αφηνίασα –δεν μπορώ να σας το πω πιο εύσχημα. Μην φανταστείτε ότι ήταν καμιά καλλονή, είχε όμως κάτι που μιλούσε κατευθείαν στο σώμα και την καρδιά μου. Το ωραίο ήταν που κι εκείνη ένιωσε παρόμοια και ανταποκρίθηκε άμεσα και τις λίγες μέρες που έμεινα στα μέρη της, τις περάσαμε, όσο γινόταν, μαζί. Βρισκόμασταν τα απογεύματα ή τα βράδια και τηλεφωνιόμασταν συνεχώς –κινητά τότε δεν είχαμε κι εγώ έβαζα μια συνάδελφο να την ζητάει, γιατί η μάνα της το είχε ψυλλιαστεί και δεν ενέκρινε.

Υπήρχε βέβαια η μελαγχολία ότι όλο αυτό θα τελείωνε σε λίγες μέρες. Εγώ θα επέστρεφα στην Αθήνα κι εκείνη στη Θεσσαλονίκη. Λέγαμε βέβαια καθισμένοι στα παγκάκια και αγκαλιασμένοι σφιχτά ότι θα βρισκόμασταν κτλ, αλλά και οι δυο ξέραμε πολύ καλά ότι τα λεφτά για πολλά πάνω-κάτω δεν είχαμε συν την δικιά μου δυσκολία στα πολλά ταξίδια συν την ασυνείδητη εχθρότητά μου απέναντι σε οτιδήποτε σοβαρό.

Την μέρα πριν φύγω από την Ξάνθη –Σάββατο ήταν– μου χάρισε αυτό το βιβλίο. Ήταν τετράγωνο, με χοντρό εξώφυλλο, τυλιγμένο σε χαρτί με θαλασσιές και λευκές ρίγες. Ήταν το Εκείνη κι εκείνος του Jimmy Liao, που μιλάει για ένα κορίτσι κι ένα αγόρι που ζούνε παράλληλες ζωές. Όταν τελικά οι δρόμοι τους διασταυρώνονται, ερωτεύονται με την πρώτη ματιά και μετά από μια σύντομη περιπέτεια, καταφέρνουν να ζήσουν μαζί. Ένα εικονογραφημένο διήγημα, ποιητικό, μελαγχολικό και αισιόδοξο, γραμμένο για νέους που πιο πολύ είναι ερωτευμένοι με τον έρωτα, παρά με κάποιο άλλο πρόσωπο.

«Μου αρέσει πολύ αυτό το βιβλίο και με κάνει να σε σκέφτομαι», μου έγραψε στη δεύτερη σελίδα με στρογγυλά, πειθαρχημένα γράμματα.

Το διάβασα την επομένη, στο τραίνο προς Αθήνα και μου άρεσε κι εμένα πολύ. Μου άρεσε που είχαμε το ίδιο γούστο, αλλά μου δημιουργήθηκε κι ένα άγχος για το τι θα της χάριζα την επόμενη φορά που θα την έβλεπα –το δικό της δώρο ήταν τόσο τέλειο.

Συναντηθήκαμε, νομίζω, άλλες δυο φορές – δυο Σαββατοκύριακα που ανέβηκα εγώ στη Σαλονίκη. Κι έπειτα χαθήκαμε.

Η δική μας ιστορία είχε διαφορετικό φινάλε.

—————————

Με το κείμενο αυτό, το Σημειωματάριο συμμετέχει στο Αφιέρωμα στις Αφιερώσεις του μπλογκ Αφιερώσεις Συγγραφέων. Συμμετέχουν επίσης:

– «Αφιερώσεις»  από την «Αναγεννημένη»
– «Το σπίτι με τις ροδιές» από τα «Χαμένα Επεισόδια»
– «Χειρόγραφες αφιερώσεις στα βιβλία της συλλογής μου: για τις αφιερώσεις του Βιβλιοθηκάριου αφιερωμένο εξαιρετικά!» από το «Καγκουρώ»
– «Αφιερώσεις σε βιβλία» από το «Φαούδι»
– «In memoriam… και μια αφιέρωση σε ένα μελλοντικό βιβλίο» από τις «Rubies and Clouds»
– «Αφιερωμένο στις «Αφιερώσεις» » από το «For Infromation scientists… and others»
– «Προσκλητήριο ενθυμήσεων και σιωπητήριο λόγου» από τους «Κυνοκέφαλους»
– «Βιβλικό τάμα» από το «Εξεγερμένο το 2009»
– «Αφιερώσεις» από το «Ερυθρό Καγκουρώ»
– «Υστερόγραφο σε εκατό αντίτυπα» από τον «Τσαλαπετεινό»
– «Αφιερώνοντας στην… fun-μίλια» από την «Greek libraries in a new world»
– «Αφιερωμένο εξαιρετικά» από το «The three wishes’s weblog»
– «Αφιέρωση σε βιβλίο» από τη «Roadartist… in athens!
– «Περί μορίων και πόρων» από το «Η Ωραία Σέλιτσα»
– «Επιστρέφοντας σε αυτά που δεν αφήσαμε πίσω» από τον «Βιβλιοθηκάριο»
– «Χαϊκού αφιερώσεις» από τον SilentCrossing
– «Με αγάπη, με εκτίμηση, με τιμή, με συμπάθεια, με φιλία με αφοσίωση με ευλάβια… στον… στην… στους...» από την «Anna-Silia»
– «Μια αφιέρωση που δεν έγινε ποτέ…» από το «Polyanna’s days»

Το άγγιγμα

Λέγεται καμιά φορά ότι πατρίδα μας είναι τα παιδικά μας χρόνια. Κι έχει ένα δίκιο αυτή η λογική, καθώς όλα εκείνα στα οποία ζυμωθήκαμε σαν παιδιά, η λογική, το ήθος, ο τόπος, οι άνθρωποι, είναι στοιχεία που μας συντροφεύουν μια ζωή. Με βάση αυτές τις εμπειρίες οργανώνουμε συνειδητά ή ασυνείδητα τον ενήλικο βίο μας. Τα σχέδια, οι φιλοδοξίες, τα όνειρά μας αναφέρονται άμεσα ή έμμεσα σε κείνη την περίοδο και στις δύσκολες στιγμές εκεί αναζητούμε παρηγοριά. Όσο και να μεγαλώνουμε, όσο και να ωριμάζουμε, όσο και να παίρνουμε απόσταση ή να επικρίνουμε τον τρόπο που μεγαλώσαμε, ζούμε με/μες τα παιδικά μας χρόνια. Είναι η πατρίδα που αδιάλειπτα νοσταλγούμε, ο προορισμός που κυνηγάμε και ποτέ δεν θα προσεγγίσουμε, ο φαντασιακός τόπος που ταιριάζουμε και μας ταιριάζει άψογα, σαν το στρώμα που έχει πάρει το σχήμα του κορμιού μας και όταν βυθιζόμαστε μέσα του νιώθουμε ξεκούραστοι, ζεστοί και γαλήνιοι, τότε ναι, πατρίδα μας είναι και τα παιδικά μας χρόνια.

.

Σκέφτομαι ότι κάτι τέτοιο μπορεί να συμβαίνει και με το άγγιγμα.

Το χάδι ενός ανθρώπου μπορεί να καταστεί ο Τόπος, στον οποίο αισθανόμαστε απόλυτα ασφαλείς και γαλήνιοι, ο Τόπος που μας ξεκουράζει, ο Τόπος που μας ταιριάζει τέλεια. Ο τόπος που νοσταλγούμε, όταν βρισκόμαστε μακριά του ή όταν –αλίμονο!– τον χάνουμε.

Η στιγμή που εκείνη η συγκεκριμένη παλάμη με αγγίζει στο μάγουλο, το στήθος, τους γοφούς, που εκείνα τα συγκεκριμένα δάχτυλα κρατάνε το χέρι μου ή μπλέκονται στα μαλλιά μου, ξεκόβεται από τον χρόνο, τον χώρο, το τώρα μας και μετεωρίζεται πάνω και πέρα από κάθε περιορισμό δημιουργώντας μια ελάχιστη νησίδα παρηγοριάς μέσα στη λύπη, υγείας μέσα στην αρρώστια, ειρήνης μέσα στον πόλεμο, ζωής μέσα στον θάνατο –ό,τι τέλος πάντων χαρακτηρίζει (ή είναι) την καθημερινότητά μας σήμερα.

Και νομίζω ότι αυτό το άγγιγμα μπορεί να αντικαταστήσει τα παιδικά μας χρόνια ή μάλλον να τα χωρέσει μέσα του και να καταστεί η πατρίδα που πάντα νοσταλγούσαμε, που πάντα επιθυμούσαμε, που πάντα αναζητούσαμε. Να συμπυκνώσει ό,τι υπήρξαμε και ό,τι θα γίνουμε, όλα τα πριν και τα μετά, το άπειρο σε μια στιγμή· το αιέν σ’ αυτό εδώ το νυν.

Να γίνει η μικρή προσωπική μας ευτυχία που θα μας γεμίζει.

Γράψιμο

Ο άνθρωπος εφηύρε την γραφή γιατί τον ενδιέφερε να αποτυπώσει, να απαθανατίσει κάτι –μια ιδέα, μια πίστη, τον ίδιο του τον εαυτό. Αυτός ο φόβος απέναντι στον θάνατο, το οριστικό τέλος, η ανάγκη να τον υπερβεί, ο πόθος της αιωνιότητας είναι που έσπρωξαν εκείνον τον πρόγονό μας να συνταιριάξει γραμμές και ημικύκλια, να τους δώσει νόημα και ήχο, να τα κάνει γράμματα.

Πίσω από την γραφή, αυτό που σήμερα μας φαίνεται αυτονόητο και δεδομένο, κρύβεται μια μεγάλη αγωνία –υπαρξιακή αγωνία– και μαζί μια μεγάλη ελπίδα. Ένας μεγάλος καημός, που θα λέγανε και οι παλαιότεροι.

.

Πέντε σχεδόν χρόνια πέρασε στο σιβηρικό κάτεργο ο Φιόντορ Ντοστογιέφσκι, σε συνθήκες που σήμερα παραπέμπουν περισσότερο σε στάβλο ή σε κοτέτσι, παρά σε κοινόβιο ανθρώπων. Απολύθηκε από κει χωρίς πολιτικά ή άλλα δικαιώματα, αναγκασμένος να υπηρετήσει στον τσαρικό στρατό ως απλός στρατιώτης. Επιληπτικός, ασθενικός, άφραγκος, αρρωστημένα ερωτευμένος (όπως ο ίδιος το ομολογεί) με μια παντρεμένη φθισικιά, έστελνε επιστολές εδώ κι εκεί, παρακαλούσε φίλους κι εχθρούς, φιλούσε κυριολεκτικά κατουρημένες ποδιές για να του δοθεί η άδεια να δημοσιεύει, έστω ανώνυμα· να του δοθεί δηλαδή η άδεια να γράφει. Άνθρωπος με μεγάλα πάθη (οι σχέσεις του με το αλκοόλ, την χαρτοπαιξία και τις γυναίκες είναι γνωστές), με ακόμα μεγαλύτερη διάνοια και με μια ανάγκη τόσο μεγάλη, που τα σκέπαζε όλα αυτά: Το γράψιμο.

.

Ο Ντοστογιέφσκι δεν είναι μοναδικός. Κάθε άνθρωπος που πιάνει το στυλό ή το μολύβι, που χαϊδεύει τα πλήκτρα του υπολογιστή ή της γραφομηχανής για να αποτυπώσει μια σκέψη, ένα γεγονός, μια επιθυμία, οτιδήποτε, νιώθει μέσα του αυτή την ανάγκη, αυτή την δύναμη, που αν δεν βρει διέξοδο στο χαρτί, αισθάνεται χαμένος, τρελός, νεκρός. (Εξαιρούνται μάλλον όσοι συγγραφείς μας συνωστίζονται στα τηλεοπτικά παραθύρια ή όσοι θέλουν να συνωστιστούν εκεί, αλλά ετούτοι αποτελούν άλλην ιστορία).

Στην τελική, δεν έχει καμιά σημασία αν είναι αναγνωρισμένος ή ευπώλητος συγγραφέας, ερωτευμένος έφηβος ή μπλόγκερ. Η δύναμη που κινεί όλους όσους γράφουν είναι πάνω-κάτω η ίδια· η ανάγκη είναι πάνω-κάτω η ίδια· ο καημός είναι πάνω κάτω ο ίδιος. Διαφέρει μόνο το αποτέλεσμα, δηλαδή η αξία του κειμένου, δηλαδή η καθολικότητά του.

.

Αφού έτσι είναι το γράψιμο, πώς είναι δυνατόν στην καθ’ ημάς καθομιλουμένη να σημαίνει το εντελώς αντίθετο;

«Κάτι τέτοια πρέπει να τα γράφεις», με συμβούλευε τις προάλλες φίλος μου και δεν εννοούσε ότι πρέπει να ανεβάσω κάποιο σχετικό κείμενο στο Σημειωματάριο, αλλά να αδιαφορήσω πλήρως.

Αναρωτιέμαι:

Επικράτησε αυτή η σημασία εξαιτίας της γραφειοκρατίας; Εξαιτίας γενεών και γενεών χαρτογιακάδων, που σημείωναν τα αιτήματα και τις ανάγκες του λαού μόνο και μόνο για να  τα παραπέμψουν στις καλένδες; Αυτά τα ανεξάντλητα σημειώματα, οι εκθέσεις, τα υπομνήματα, που πήγαιναν κι έρχονταν χωρίς να φέρνουν αποτέλεσμα, κατέστησαν το γράψιμο συνώνυμο της απραξίας, της υποτίμησης και της αδιαφορίας.

.

Μου αρέσει να γράφω στο μπλογκ.

Το Σημειωματάριο εισήλθε αισίως στον 6ο χρόνο του κι έχει γίνει πλέον δευτέρα φύσις μου. Περπατάω στον δρόμο και μου έρχονται ιδέες για κείμενα· μόλις βρω μισή ώρα ηρεμίας, πιάνω το μολύβι και το χαρτί και γράφω την επόμενη ανάρτηση –έτσι απλά, χωρίς πολλά-πολλά. Με τεράστια όμως προσωπική επένδυση κι εμπλοκή.

Μου λένε καμιά φορά ότι γράφω «καλά» ή «ωραία»· ότι πρέπει να σταματήσω να σπαταλιέμαι στα ιστολόγια και να εκδώσω τα κείμενά μου σε βιβλίο. Να γίνω ένας κανονικός, σεβαστός συγγραφέας. Τους ακούω, άλλοτε με μεγαλύτερη, άλλοτε με μικρότερη προσοχή.

Χωρίς να υποτιμώ ή να αποκλείω, αν θέλετε, την κανονική έκδοση, πρέπει να σας ομολογήσω ότι μου αρέσει το ιστολογείν. Η αμεσότητα του γράφω>δημοσιεύω>διαβάζομαι>πετιέμαι στην χωματερή του διαδικτύου.

Έχει κάτι από την ποιητικότητα του ρομαντικού ήρωα: Αν ο συγγραφέας με κάθε του βιβλίο καταφέρνει κι ένα γερό χτύπημα στον χρόνο και τον θάνατο, ο μπλόγκερ είναι αναγκασμένος να πολεμάει καθημερινά το θηρίο, ελπίζοντας μόνο στην παράταση.

Δείχνει και μια ταπεινότητα: Εκείνος που γράφει και να δημοσιεύει στο διαδίκτυο, που όλα κινούνται με αστραπιαίους ρυθμούς και όλα καθίστανται «παλιά» μέσα σε λίγα λεπτά, μοιάζει με τους γλύπτες που σμιλεύουν τα έργα τους στον πάγο ή τα χτίζουν στην λάσπη: Τεράστια, πανέμορφα γλυπτά, καταδικασμένα να μην υπάρχουν αύριο. Αποδέχεσαι το πεπερασμένο και το φθαρτό της φύσης και των υλικών της τέχνης σου και προσπαθείς να προσδώσεις ένα στιγμιαίο, έστω, νόημα.