Monthly Archives: Δεκεμβρίου 2012

Θα τα καταφέρουμε!

Αν η ζωή σου δεν έχει νόημα, αλλά υπάρχει αφθονία υλικών, η κατανάλωση μπορεί να σε κάνει να ξεχάσεις το κενό ή και να σου δώσει την ψευδαίσθηση ότι το καλύπτει. Αν η αφθονία αυτή χαθεί, αν έρθουν αίφνης εποχές αγωνίας και στέρησης, το κενό που δημιουργεί η απουσία νοήματος, θα φανερωθεί να χάσκει μπροστά μας. Δεν μπορούμε πλέον να κρυβόμαστε πίσω από γουίκέντ στο εξωτερικό ή την Αράχωβα, ούτε από το καινούργιο γκάτζετ της απλ· είτε θα βρούμε τρόπο να καλύψουμε το χάσμα για να προχωρήσουμε, είτε θα πέσουμε μέσα του και θα εξαφανιστούμε.

Τα γράφω όλα αυτά γιατί για μένα το πιο φοβιστικό δεν είναι η οικονομική κρίση. Ναι, οι ζωές μας ήρθαν τα πάνω κάτω μέσα σε δυο χρόνια. Και, ναι, ο δρόμος φαντάζει ακόμα μακρύς και κακοτράχαλος. Αλλά τα πράγματα μπορούν να διορθωθούν. Το νερό μπαίνει στ’ αυλάκι κι απομένει να φανούμε πιο σοφοί ετούτη τη φορά και να το διοχετεύσουμε εκεί που πρέπει, να μην το αφήσουμε να σκορπίζεται εδώ κι εκε.

Το πιο φοβιστικό για μένα λοιπόν είναι η πνευματική κρίση. Κι όταν λέω πνευματική κρίση δεν αναφέρομαι στα Πανεπιστήμια ή τα σχολειά, τα πολιτιστικά ιδρύματα και τους συλλόγους, την ιντελιγκέντσια και τους καλλιτέχνες –όλοι αυτοί επιμέρους συνισταμένες είναι. Εννοώ αυτό που παράγουμε όλοι, σαν κοινωνία και πρώτα-πρώτα με την καθημερινή μας συμπεριφορά, τις προτεραιότητες και τις αξίες μας. Το ότι δεν χαιρετάμε τον γείτονά μας, το ότι έχουμε το ζωνάρι μας λυμένο για καυγά όταν περπατάμε στον δρόμο, το πνευματικό μας έλλειμμα φανερώνει. Ένα πνευματικό έλλειμμα που διαβρώνει κάθε θεσμό και κάθε πλευρά του κοινωνικού και προσωπικού μας βίου.

Το μεγάλο στοίχημα νομίζω ότι είναι από αντιμαχόμενες ομάδες, συντεχνίες και φατρίες να ξαναγίνουμε πάλι κοινωνία, δηλαδή σώμα αποτελούμενο από διαφορετικά, ολοκληρωμένα άτομα, τα οποία επενδύουν σε έναν ελάχιστο κοινό στόχο και τον υπηρετούν ο καθένας από την πλευρά του και με τις ιδέες του. Και βέβαια να ξαναβρούμε την ομορφιά στις ζωές μας, την χαρά και την ισορροπία· να ξαναθυμηθούμε την τέχνη του να κάνουμε την λύπη μας χαρά.

Δεν είναι εύκολο, αλλά είναι απλό. Δύσκολο, αλλά απλό –σε αυτό το επίπεδο, οι περιπλοκές μόνο τους πολιτικάντηδες και τους επαγγελματίες της επικοινωνίας εξυπηρετούν. Χρειάζεται μόνο καθαρή θέληση να συνεχίσουμε να υπάρχουμε, να μην κρυβόμαστε δηλαδή πίσω από την δίκαιη οργή ή τις παράλογες προφητείες περί συντελείας, και να θέσουμε τον στόχο που θα μας συνεγείρει όλους –οι παππούδες μας, για παράδειγμα, ονειρεύονταν τα παιδιά τους να ζήσουν καλλίτερα από τους ίδιους και το πέτυχαν.

 

Τώρα, στην αυγή του νέου έτους, οι εντάσεις στην επιφάνεια της επικαιρότητας παραμένουν, αλλά αισθάνομαι ότι στις καρδιές των ανθρώπων έχουν αρχίσει να καταλαγιάζουν. Αυτό δεν πρέπει να το ερμηνεύουμε ως δείγμα αρρωστημένης παραίτησης και μοιρολατρίας, αλλά υγιούς συστολής απέναντι στο καινούργιο και σκεπτικισμού απέναντι στο μίσος και την οργή. Γιατί το μέσα έρεβος αν το απελευθερώσουμε και του παραδοθούμε χωρίς όρια, θα μας καταστρέψει ολοκληρωτικά και ανεπανόρθωτα –το έχουμε δει και ξαναδεί να επαληθεύεται σε κοινωνίες, αλλά και πρόσωπα. Έχουμε αρχίσει πιστεύω να αποδεχόμαστε την νέα πραγματικότητα, την σκληρή πραγματικότητα που διαμορφώθηκε κι αυτό είναι το πρώτο βήμα για να την υπερβούμε. Πιστεύω, είμαι βέβαιος δηλαδή, ότι σιγά-σιγά θα κάνουμε και το επόμενο.

Πιστεύω, είμαι βέβαιος δηλαδή, ότι του χρόνου τέτοιον καιρό θα έχουμε εσωτερικεύσει την παρούσα κατάσταση, τον παρόντα χρόνο και θα είμαστε έτοιμοι να προχωρήσουμε προς το μέλλον δημιουργικοί και παραγωγικοί.

Πιστεύω, είμαι σίγουρος δηλαδή, ότι θα τα καταφέρουμε.

 

Σημειωματάριο

Το Μη πετάξεις τίποτα διακρινόταν από μια επιτηδευμένη αισιοδοξία που συχνά καταντούσε αφελής στα λόγια, τις ιδέες, τις μουσικές. Ο Σαββόπουλος με τον Χρονοποιό επεχείρησε να διορθώσει αυτή την αφέλεια, να την ανατρέψει, να την μπολιάσει με σκεπτικισμό και σκοτάδι. Σε πολιτικό επίπεδο, για παράδειγμα, τις Ακτίνες του Βορρά, που διαδηλώνουν τον παιδικό του εθνικισμό, τον πιο παγκόσμιο, αντικαθιστά Το Τσακάλι, όπου ένας κουμπωμένος Σαββόπουλος διαπιστώνει:

Κι ας καλύψαμε δρόμο

Είμαστε έξω απ’ το χρόνο

Θέλει ακόμα κουπί.

Με αυτό το σκοτάδι ποτίστηκαν και τα τραγούδια που αναφέρονται σε πιο προσωπικά βιώματα του δημιουργού:

Στο Ταγκό Βουβό είχε επιχειρήσει να βυθομετρήσει την άγρια ομορφιά του έρωτα, κάτι που το πετυχαίνει στο Αηδόνι στην κερασιά.

Και η καθημερινότητα του ζευγαριού, όπως αποτυπωνόταν στο Ρεφραίν, σ’αγαπώ ήταν γλυκερή και μάλλον χαζοχαρούμενη, αλλά εδώ, στο Χριστούγεννα πάντα τσακωνόμαστε, ρεαλιστική, πειστική και, όπως ένας γάμος που κρατάει σχεδόν 4…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 218 επιπλέον λέξεις

Ο αρχαίος διχασμός

«Ο άνθρωπος είναι πνεύμα», αποφαίνεται ως γνήσιος προτεστάντης στην πρώτη κιόλας αράδα του έργου του περί απελπισίας ο Σ. Κίρκεγκωρ. Και συνεχίζει:

«Αλλά τι είναι πνεύμα; Είναι το Εγώ».

Η απορία που δημιουργείται (ειδικά στην καθ’ ημάς ορθόδοξη παράδοση) είναι εύλογη: Και το σώμα; Το σώμα δεν είναι, δεν συγκροτεί το Εγώ;

Λίγες αράδες πιο κάτω ο μεγάλος Δανός αποφαίνεται ότι:

«Ο άνθρωπος είναι μια σύνθεση απείρου και περατού, χρονικού και αχρόνου, ελευθερίας και αναγκαιότητας, εν ολίγοις μια σύνθεση»

και μέσα σε αυτό το περατό, το χρονικό, την αναγκαιότητα, μπορεί ο καθένας μας να αναγνωρίσει (και) το σώμα του.

Ο Κίρκεγκωρ υποστηρίζει πως η απελπισία οφείλεται σε αυτόν τον αρχαίο διχασμό, την αδυναμία του ανθρώπου να πετύχει ακριβώς αυτή την σύνθεση. Ή, για να το πούμε και θετικά: Αν ο άνθρωπος καταφέρει να συνθέσει τα αντικρουόμενα στοιχεία της φύσης του, αν το εγώ του γίνει ένα αρμονικό (κατά το δυνατόν, βεβαίως) σύμπλεγμα άπειρου και περατού, χρονικού και αχρόνου, ελευθερίας και αναγκαιότητας, σωματικότητας και πνευματικότητας εντέλει, τότε θα νιώσει ευτυχισμένος. Οτιδήποτε άλλο τον κάνει να νιώθει λιγότερο, περισσότερο, συνειδητά ή ανεπίγνωστα μισός, λειψός ανάπηρος.

Όλα αυτά ακούγονται ωραία. Και θα μπορούσαν ίσως να επιστρατευτούν στιχάκια μελαγχολικών τραγουδοποιών ή τσιτάτα ευπώλητων συγγραφέων για να τα στηρίξουν. Στην πραγματικότητα όμως δεν είναι καθόλου ωραία. Στην πραγματικότητα αυτός ο διχασμός, η ανάγκη για σύνθεση, υπονοούν το μεγάλο έλλειμμα που υπάρχει στον μέσα άνθρωπο· τον μεγάλο πόλεμο που διεξάγεται ανάμεσα σε αυτά ακριβώς τα στοιχεία: το άπειρο και το περατό, το χρονικό και το άχρονο κτλ.

Και είναι μάχη άδηλη, πλην οδυνηρή –θύματά της, καταθλιπτικοί, ανικανοποίητοι, δυστυχισμένοι κτλ, κυκλοφορούν γύρω μας. Μια μάχη επική, η επικότερη όλων, καθώς δεν τραγουδήθηκε απλώς από καλλιτέχνες και ποιητές, αλλά της αφιερώθηκαν ολόκληρα φιλοσοφικά συστήματα και, βεβαίως, οι θρησκείες.

Είναι όμως και μια μάχη παλιομοδίτικη.
Γιατί τι σχέση έχει ο άνθρωπος που τρωγόταν με τα σπλάχνα του με τον μετανεωτερικό coolάνθρωπο, που μόνο στόχο έχει να «περνάει καλά» και να «τά ‘χει καλά με τον εαυτό του»;

Παραδομένος σε μια ανενοχική, αυθόρμητη απόλαυση, μακριά από τις ευθύνες και τις υποχρεώσεις που απαιτούσαν οι παραδοσιακές κοινότητες, ο σημερινός άνθρωπος λίγη ή καθόλου σχέση έχει με εκείνον που αναφέρεται και περιγράφει ο Κίρκεγκωρ και οι σύγχρονοί του ή παλαιότεροι διανοητές.

Και βέβαια, αυτό δεν είναι κακό ή επιλήψιμο –ποιος δεν θέλει να περνάει καλά; Και οπωσδήποτε δεν δικαιούται κανένας να εγκαλεί τον οποιονδήποτε για τον τρόπο ζωής που επιλέγει. Περισσότερο: Κανένας μας δεν δικαιούται να αναγάγει σε γενικές παθογένειες τις (και) προσωπικές του επιλογές και έπειτα να καθιστά εαυτόν τιμητή.

Όμως όσο περνάν τα χρόνια κι αποκτώ μεγαλύτερη πείρα του εαυτού μου και του κόσμου και καθώς η απόσταση της καθημερινότητας που ζω από τα διαβάσματα και –ας το προσθέσω– του μέσα μου εαυτού μεγαλώνει, αμφιβάλλω όλο και περισσότερο, αν η παράδοση στην επιταγή «να περνάμε καλά» ή η άνευ όρων αποδοχή του εαυτού μας δίνει νόημα. Και δεν εννοώ αν νοηματοδοτεί ολόκληρη την ζωή μας, αλλά αν έστω φωτίζει την κάθε μικρή στιγμή, το κάθε μικρό παρόν. Φοβάμαι ότι ο αρχαίος διχασμός του ανθρώπου δεν έχει δώσει την θέση του σε μια νέα σύνθεση, αλλά ότι σκεπάστηκε όπως-όπως με την εκτόξευση των ρυθμών της ζωής και το καταναλωτικό πάρε-δώσε.

Αναρωτιέμαι με άλλα λόγια αν πράγματι περνάμε καλά ή αν μηχανικά υπακούμε σε ένα πρότυπο συμπεριφοράς, που διαμορφώθηκε / επιβλήθηκε / ίπταται –δεν με ενδιαφέρει τώρα. Αν δηλαδή βγήκαμε όλοι στην ρούγα φορώντας την καινούργια μας φορεσιά και παρελαύνουμε μηχανικά, κατατονικά, περιμένοντας το παιδάκι που θα φωνάξει:

«Μα είστε όλοι σας γυμνοί».

Το χαμένο νόημα

Ας το παραδεχτούμε:

Το να μπουκάρει ένας νεαρός σε ένα σχολείο και να αρχίσει να πυροβολεί αδιακρίτως τους μαθητές είναι ένα εντελώς καινούργιο φαινόμενο. Καινούργιο σαν τα διαστημικά ταξίδια, την διαδικτυακή πλοήγηση ή την κλωνοποίηση -σε προηγούμενες ιστορικές περιόδους, σε παλιότερα πολιτισμικά παραδείγματα, δεν συναντάμε κάτι ανάλογο. τότε οι μαζικοί θάνατοι οφείλονταν σε μαζικές ασθένειες ή φυσικές καταστροφές. Τώρα, που ο άνθρωπος με την επιστήμη κατάφερε να περιορίσει τις απώλειες από τους λοιμούς και τους καταποντισμούς, καλύπτει ο ίδιος το «κενό» που δημιουργήθηκε. Έτσι εφευρέθηκαν τα όπλα μαζικής καταστροφής και οι μαζικοί δολοφόνοι.

Οι ειδικοί που καταπιάνοναι με την μελέτη αναλόγων περιπτώσεων με αυτή του Connecticut βρίσκουν πολύ πιο βαθύτερα και πολύ πιο πολύπλοκα και καταγωγικά αίτια από εκείνα που φανταζόμαστε ή που προβάλουν τα Μέσα και οι πολιτικοί. Σίγουρα, η ανεξέλεγκτη οπλοκατοχή και οπλοχρησία που υπάρχει στις ΗΠΑ, δημιουργεί ένα πλαίσιο ασυδοσίας και διευκολύνει τους πιθανούς δράστες, αλλά δεν φταίει μόνο αυτό. Άλλωστε πολύ πρόσφατα και η Νορβηγία έζησε μια ανάλογη συμφορά, χώρα πολύ διαφορετική από την Αμερική. Η Νορβηγία, που ως σκανδιναβική χώρα αποτελεί λίγο-πολύ υπόδειγμα οργάνωσης του βίου για όλες τις μετανεωτερικές κοινωνίες -και για την δική μας.

.

Τα σκέφτομαι όλα αυτά περπατώντας παραμονές Χριστουγέννων στην Αθήνα του 2012.

Τα σπίτια, τα καταστήματα, οι δρόμοι και οι πλατείες έχουν πλέον στολιστεί, αλλά τίποτα το εορταστικό δεν υπάρχει στην ατμόσφαιρα. Οι φετεινές γιορτές μοιάζουν σαν ένα καταναγκασμό, που αναβάλαμε όσο ήταν δυνατόν, και τελικά τον εκπληρώσαμε για το χατήρι των παιδιών ή την ρουτίνα των ημερών. Τίποτα δεν θυμίζει την περασμένη εποχή της ψευδοαφθονίας, που αναζητούσαμε αφορμές για να ξεσαλώσουμε.

Όμως άλλο γιορτή και άλλο ξεσάλωμα – όπως άλλο one night stand και άλλο έρωτας.

Η γιορτή σου υπενθυμίζει ποιος είσαι, πού εισαι, με ποιούς είσαι και πού πάτε. Στο ξεσάλωμα χάνεσαι από τον εαυτό σου και τους άλλους, ξεχνάς και αποφεύγεις αυτό που είσαι, το εκεί που είσαι, εκείνους που είστε μαζί.

Νομίζω λοιπόν ότι δεν φταίει μόνο η Κρίση που δεν γιορτάζουμε. Η συγκυρία μπορεί να είναι δύσκολη, η κατάσταση μπορεί να είναι θλιβερή, αλλά αυτά δεν έχουν να κάνουν με την ουσία του εορτασμού, ο οποίος αποτελεί πραγματική ανθρώπινη ανάγκη.

Νομίζω ότι ο βίος μας είχε καταστεί ανεόρταστος, μίζερος και σιωπηλός εδώ και χρόνια.

.

Από την Αναγέννηση και δώθε ο κόσμος σταδιακά αποϊεροποιείται, τα πράγματα γύρω μας απομαγεύονται. Η ιδέα ήταν απλή: Αφαιρώντας την μεταφυσική προοπτική του κόσμου, αυτός θα γίνει πιο ανθρώπινος, αλλά κάτι τέτοιο δεν συνέβη. Ο Θεός μπορεί να εξορίστηκε και να καταργήθηκε και οι άνθρωποι να ανεβήκαμε στον θρόνο Του, αλλά αυτό δεν κατέστησε πιο ακριβή την ύπαρξή μας. Το αντίθετο μάλιστα: Μας έχει γίνει πιο εύκολο να αλληλοεξοντωνόμαστε εν ονόματι όλων των υπέροχων ανθρωπιστικών ιδεωδών.

Γι’ αυτό και αναρωτιέμαι μήπως τελικά ο Θεός δεν ήταν ένας τύραννος ή μόνο ένας τύραννος, αλλά και μια δυνατότητα του ανθρώπου, ένας στόχος και μαζί το όριο, που όποιος το άγγιζε, διέπραττε ύβρι. Και μήπως η ιερότητα δεν υπήρχε απλώς για να καθιστά ταμπού πράγματα και πράξεις, αλλά και για να νοηματοδοτεί.

Η παρουσία του Θεού καθιστά αυτομάτως αυτονόητο τον εορτασμό και στις πιο σκληρές συνθήκες κι από την άλλη αδιανόητη την μαζική δολοφονία. Αντιθέτως, η απουσία του θέτει αμέσως το απλό πλην ζόρικο ερώτημα:

Γιατί;

Γιατί υπάρχω;

Γιατί να μην υπάρχω;

Γιατί να προσπαθώ;

Γιατί να μην προσπαθώ;

Γιατί να υπάρχεις;

Γιατί να είμαι καλός;

.

«Χωρίς Θεό όλα επιτρέπονται», έγραψε ο Ντοστογιέφσκι και μεις σήμερα ζούμε την σκοτεινή του προφητεία.

Atomic Alert*

Στο Ίδρυμα Μ. Κακογιάννης, που πήγαμε να δούμε το Atomic Alert σε σκηνοθεσία Λ. Γιοβανίδη, μας περίμενε μια έκπληξη: Η σκηνή έχει καταληφθεί από μια κινηματογραφική οθόνη και οι ηθοποιοί στέκονταν δεξιά κι αριστερά της σκηνής διακριτικά φωτισμένοι. Στην οθόνη προβάλλονται αποσπάσματα από b-movies και κινηματογραφικά σήριαλ της δεκαετίας του ’50, τα οποία οι ηθοποιοί ντουμπλάρουν ζωντανά δημιουργώντας έτσι μια συνεκτική αφήγηση. Με άλλα λόγια, στο Atomic Alert οι ηθοποιοί δεν συμμετέχουν στα δρώμενα, παρά μόνο με την φωνή τους, και είναι και οι ίδιοι ένα είδος θεατών. Στην παράσταση αυτή αναμειγνύονται δημιουργικά και απολαυστικά τα πιο διαφορετικά –ετερόκλιτα ίσως – υλικά: Σινεμά, θέατρο, μεταγλώττιση, θεατρικό αναλόγιο και ραδιοφωνικό θέατρο.

Atomic Alert

Η υπόθεση του έργου θυμίζει b-movies: Σε μια ήσυχη επαρχιακή πόλη στο πουθενά της αμερικανικής περιφέρειας εκρήγνυται μια ατομική βόμβα από λάθος ή και εσκεμμένα –δεν διευκρινίζεται από το έργο –  κι εμείς παρακολουθούμε τις αρχές, τοπικές και κεντρικές, να προσπαθούν να διαχειριστούν την κατάσταση, τον τρόπο που ο Τύπος διαχειρίζεται την είδηση και βέβαια τις συνέπειες στη ζωή των κατοίκων.

Ακούγεται βαρύ και καταθλιπτικό, αλλά δεν είναι. Το έργο είναι μια πανέξυπνη μαύρη κωμωδία, παρωδία των b-movies μιας χρυσής εποχής και ταυτόχρονα σάτιρα όλων των φόβων, των ελπίδων και των αμυνών μας. Γιατί, όπως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις, η ιστορία, η παρωδία, το χιούμορ και το γέλιο, δεν αφορά τα περασμένα που εξιδανικεύτηκαν, αλλά το σήμερα κι εμάς. Έτσι, όσο περνούσε η ώρα, οι ομοιότητες με της πραγματικότητας του έργου με εκείνη που ζούμε εμείς σήμερα γινόταν πιο έντονες κι υπογραμμιζόταν από τις διαβρωτικές ατάκες. Γελάσαμε πολύ, αυθόρμητα και από καρδιάς κατά την διάρκεια της παράστασης. Και φύγαμε πιο ανάλαφροι, αφού καταφέραμε να δούμε την φωτεινή πλευρά μιας αδυσώπητης πραγματικότητας –άλλωστε η παράσταση τελειώνει υπό τους ήχους του Always Look on the Bright Side of Life.

Πληροφορίες για τα πού και τα πότε, στην σελίδα του Ιδρύματος Μ. Κακογιάννη.

—————————

*Το κείμενο γράφτηκε σε συνεργασία με την φίλη Κατερίνα Χάλκου.

Πέφτοντας

Το Σάββατο γλίστρησα κι έπεσα.

Με βρήκε η μπόρα χωρίς ομπρέλα κι έτρεχα στην Υμηττού να φτάσω μια ώρα αρχύτερα στο σπίτι. Σε μια προσποίηση που έκανα για να προσπεράσω μια ευτραφή κυρία που βάδιζε ανέμελα με την ομπρέλα της, σαβουριάστηκα κανονικά. Είχε σκοτεινιάσει και τα βρεμένα τσιμέντα γύρω μου αντανακλούσαν το φως από τους προβολείς των αυτοκινήτων και τα φανάρια. Θόρυβοι από μηχανές που μαρσάρουν, οι μουσικές του Caprice και το ξεχαρβαλωμένο βιολί του γερο-ζητιάνου, που επέμενα να το γρατζουνάει καθισμένος στο πεζουλάκι του Γερμανού λίγο πιο πάνω.

Σηκώθηκα και κοίταξα τα χέρια μου. Το πεζοδρόμιο είναι φυσικά πλακόστρωτο, αλλά οι παλάμες μου είχαν γεμίσει λάσπες –τουλάχιστον ελπίζω να ήταν λάσπη. Τα σκούπιζα όπως-όπως με ένα χαρτομάντιλο, όταν άκουσα την ερώτηση:

«Είσαι καλά;»

Ρωτούσε η ευτραφής κυρία με την ομπρέλα, που με κοίταζε με τα μάτια ορθάνοιχτα σαν να είχε βιώσει μόλις μια μεταφυσική εμπειρία.

«Νομίζω», της απάντησα ανόρεχτα, γιατί ένιωθα το αριστερό μου χέρι να με πονάει πολύ στον καρπό και τον αγκώνα. Ήταν το χέρι που δέχτηκε το βάρος του κορμιού μου.

«Πονάει το χέρι σας;»

Η ερώτηση ήρθε από δίπλα. Δυο κορίτσια, που συνομιλούσαν προφυλαγμένες κάτω από το μπαλκόνι της πολυκατοικίας με κοιτούσαν με βλέμμα παρόμοιο με της κυρίας.

«Αρκετά», απάντησα μισοκλείνοντας τα μάτια.

Η κυρία με την ομπρέλα συνέχισε τον δρόμο της κι εγώ στριμώχτηκα κάτω από το μπαλκόνι τρίβοντας το πονεμένο χέρι μου.

«Προσπαθήστε να το σφίξετε. Αν δεν μπορείτε, καλλίτερα να πάτε σε γιατρό», μου είπε πάλι το ένα κορίτσι.

Το επιχείρησα.

«Μπορώ να το σφίξω», ανακοίνωσα, «αλλά πονάω πολύ στον αγκώνα και ανησυχώ γιατί τον είχα σπάσει πριν από 2 χρόνια…»

«Τότε είναι ίσως καλλίτερα να πάτε σε γιατρό ούτως ή άλλως», με συμβούλεψαν.

Έμεινα μια ή δυο στιγμές ακόμα όρθιος εκεί, δίπλα τους, κάτω από το μπαλκόνι, νιώθοντας πιτσιλιές από τη βροχή στην άκρη της μύτης μου και τρίβοντας τον πονεμένο μου αγκώνα. Δεν ήμουν σίγουρος για το τι έπρεπε να τους πω ή να κάνω – δεν ξέρω αν υπάρχει κάποιο άτυπο πρωτόκολλο για τέτοιες περιστάσεις. Το ενδιαφέρον που έδειχναν αυτές οι άγνωστες για την υγεία μου ήταν και παράδοξο και απροσδόκητο. Έμεινα μια ή δυο στιγμές αναποφάσιστος, δίγνωμος, πονεμένος κι έφυγα λέγοντας ευχαριστώ μέσα από την καρδιά μου.

     ***       ***      ***

Δεν ξέρω αν φταίει το βρεμένο οδόστρωμα ή τα παπούτσια μου. Το βέβαιο πάντως είναι ότι δεν υπήρχε καθόλου τριβή. Ένιωθα την γη να τσουλάει κάτω από τα πόδια μου καθώς τρεχοβολούσα, αλλά αυτό επ’ ουδενί δεν με πτόησε. Συνέχισα να τρέχω και να ελίσσομαι μεταξύ περαστικών, περιπτέρων, παρκαρισμένων μοτοσικλετών και δέντρων μέχρι την μοιραία ευτραφή κυρία και την ομπρέλα της. Επιχείρησα να την προσπεράσω από δεξιά, αλλά το αριστερό μου πόδι με πρόδωσε. Έχασα την ισορροπία μου –στην αρχή δεν πίστεψα ότι πράγματι θα σωριαστώ κάτω. Προσπάθησα αναδιατάσσοντας το κέντρο βάρος του σώματός μου να την γλιτώσω. Μετά, όταν συνειδητοποίησα ότι η πτώση ήταν αναπόφευκτη, προσπάθησα να περιορίσω τις συνέπειες όσο ήταν δυνατό: Προέταξα τα δυο μου χέρια, αλλά ο κλήρος, το κέντρο βάρος, έλαχε στο αριστερό. Όλα αυτά σε χιλιοστά –εκατομμυριοστά ίσως– του δευτερολέπτου –από την στιγμή που το αριστερό μου πόδι έχασε την ισορροπία του ως τη στιγμή που οριζοντιώθηκα.

Αναρωτιέμαι αν το σώμα μου αιωρήθηκε, για μια στιγμούλα έστω, πριν πέσω, όπως στα καρτούν.

Αναρωτιέμαι ποιος ήταν ο ήχος που ακούστηκε –ένα ξερό γκντουπ, που μπολιασμένο με την γλίτσα της βροχής ήταν περισσότερο σπλγκτουπ, ένα πιο υπόκωφο παφ ή σπλπαφ ίσως– και σε ποια ένταση.

     ***       ***      ***

Αν δεν υπήρχε βαρύτητα, το μαγνητικό πεδίο της γης, ένα γλίστρημα θα ήταν αιτία απογείωσης κι όχι πτώσης. Φαντάζομαι θα ήταν από τις πιο διασκεδαστικές εμπειρίες στη ζωή, αν και θα παρέμενε επικίνδυνη: Εξ αιτίας του ολισθηρού εδάφους θα μπορούσε στο χαλαρό να βρεθεί κανείς σε τροχιά. Για να την απολαύσουμε, θα είχαν δημιουργηθεί ειδικά διαμορφωμένοι χώροι, όπου θα μπορούσε να γλιστρήσει κανείς με άνεση και προπάντων με ασφάλεια –κάτι σαν bungee jumping από την ανάποδη.

Η βαρύτητα όμως τα αλλάζει όλα. Το γλίστρημα στον κόσμο μας συνεπάγεται όχι με απογείωση, αλλά με πτώση. Πτώση οδυνηρή από κάθε άποψη. Γιατί δεν είναι ότι πέφτεις, εσύ, το σώμα σου, σαν παραγινωμένο σύκο, είναι ότι πέφτει όλος ο κόσμος. Βάζεις το πόδι σου μπροστά, για να στηριχτείς πάνω του και να προχωρήσεις –επιχειρείς, με άλλα λόγια, να εκτελέσεις μια μηχανική, αυτονόητη και πανεύκολη πράξη, και αποτυγχάνεις. Πέφτεις. Και στην κατρακύλα του σώματός σου σε ακολουθά η αντίληψη που έχεις για τον εαυτό σου και για τα πράγματα. Καταρρέεις μαζί με ολόκληρο τον κόσμο γύρω σου και μέσα σου.

Και είναι αστείο. Δεν είναι καθόλου καθωσπρέπει να γελάμε όταν βλέπουμε κάποιον να σωριάζεται μπροστά μας, αλλά η πτώση, μαζί με μια τούρτα στη μούρη, παραμένει ένα από τα πλέον διαχρονικά εγγυημένα αστεία. Δεν είναι παράδοξο. Όσο τραγική κι αν είναι η πτώση ενός ανθρώπου, άλλο τόσο γελοία μπορεί να φανεί –η τραγωδία ήταν εξαρχής η τροφοδότης την κωμωδία. Ακόμα και κάτω από στον Σταυρό, ελάχιστοι θρηνούσαν, οι περισσότεροι είχαν μαζευτεί για χαβαλέ και πλακίτσα.

Πέφτεις κάτω και το εγώ σου μηδενίζεται. Καταντάς αξιοθρήνητος περίγελως – στην καλλίτερη περίπτωση προκαλείς συμπόνια και λύπηση.

Πέφτεις κάτω και οι βεβαιότητές σου θρυμματίζονται –ακόμα και τα αυτονόητα, το περπάτημα, η όρθια στάση, γίνονται αίφνης ζητούμενα.

Πέφτεις κάτω και το ερώτημα, η αγωνία είναι αν θα μπορέσεις να ξανασηκωθείς. Να ξανασταθείς. Όπως-όπως…

Ιθάκη

Δέκα χρόνια θαλασσοδερνόταν ο πολυμήχανος παλεύοντας να φτάσει στο νησί του και γνώρισε ανθρώπους, τόπους και θεούς. Αν μάλιστα αναλογιστεί κανείς ότι στις περιπλανήσεις του βρήκε μέρη (δηλαδή γυναίκες, γιατί στην Οδύσσεια κάθε τόπος που μπορεί να ζήσει κανείς είναι ταυτισμένος με μια γυναίκα, την Κίρκη, την Καλυψώ ή την Πηνελόπη) μέρη που τον καλοδέχτηκαν, πλούτη, τιμές και χαρές, η νοσταλγία του Οδυσσέα είναι αίνιγμα για τον σύγχρονο Δυτικό άνθρωπο.

Αυτό όμως που βρίσκω πιο ενδιαφέρον είναι ότι η άφιξη στην Ιθάκη δεν ήταν αρκετή. Το όνειρό του δεν εκπληρώθηκε την ευλογημένη στιγμή που πάτησε τον πόδα του στο αγαπημστεκένο χώμα, ούτε όταν είδε το σπίτι, τον πατέρα, την γυναίκα του. Όχι, η Οδύσσεια του ήρωα συνεχίστηκε για αρκετές ραψωδίες ακόμα. Μεταμορφωμένος σε ζητιάνο πέρασε πολλές πίκρες και ταπεινώσεις βλέποντας τους μνηστήρες να διασπαθίζουν τα πλούτη του και να προσβάλουν την γυναίκα του και τους αγαπημένους του. Απαιτήθηκε κι άλλη υπομονή, κι άλλο κουράγιο, κι άλλα πολύτροπα σχέδια, και, φυσικά, ακόμα ένας πόλεμος.

Γιατί δεν αρκεί κανείς να φτάσει στην Ιθάκη, πρέπει και να την φτιάξει. Να την κατασκευάσει εξαρχής με ιδρώτα και αίμα για να μοιάσει στα όνειρά του, να ικανοποιήσει τις προσδοκίες του, να δώσει αξία στα βάσανα και το θαλασσοδάρσιμο. Τίποτα δεν σου χαρίζεται και τίποτα δεν είναι έτσι όπως το περιμένεις, όπως το ελπίζεις και το ονειρεύεσαι, είναι σαν να μας λέει ο τυφλός ραψωδός. Για όλα πρέπει να μοχθούμε, όσο αυτονόητα κι αν τα νομίζουμε -όσο αυτονόητα κι αν κάποτε ήταν.

Στο τέλος του έπους ο Οδυσσέας είναι γέρος και κουρασμένος. Είκοσι χρόνια έζησε σε μάχες και στις θάλασσες – δεν είναι πια το παλλικαρούδι που αναχώρησε για την Τροία. Ο γιος του έγινε ολόκληρος άνδρας, που αγωνιζόταν να αναγνωριστεί η αξία του, το πρόσωπο της γυναίκας του γέμισε ρυτίδες και το πιστό του σκυλί πέθανε. Όμως εκεί, στο παραμύθι, υπήρχε η σπλαχνική θεά Αθηνά, που ξανάδωσε στους ήρωες τα νιάτα και την παλιά τους ρώμη και ομορφιά, για να χαρούνε την Ιθάκη που κατασκευάσανε.

Τι κι αν δεν υπήρχε θεά Αθηνά; Τι κι αν ο Οδυσσέας καθόταν βαρύς στον θρόνο με τα χέρια του ματωμένα ακόμα από την μνηστηροφονία ανάμεσα σε πτώματα και οιμωγές; Δίπλα του θα ήταν η Πηνελόπη, ο Τηλέμαχος θα καθόταν στα πόδια τους και πίσω από μια μισόκλειστη πόρτα η καλή Ευρύκλεια θα χαμογελούσε κουρασμένα. Θέλω να πω, και πάλι το τέλος ευτυχισμένο θα ήταν, τέτοιο που ταιριάζει στα παραμύθια, τέτοιο που γαληνεύει τις καρδιές των ακροατών και δίνει ελπίδα στους βασανισμένους. Δεν θα μας έμενε καμιά πίκρα, πάλι θα μακαρίζαμε τον πολυμήχανο βασιλιά.

Μόνο που λίγο αργότερα, όταν η ιστορία θα κατακάθιζε μέσα μας, ίσως να αναρωτιόμασταν, αν άξιζε να ζήσει 20 χρόνια, μια ζωή ολόκληρη δηλαδή, σε παρένθεση, ονειρευόμενος και αναζητώντας την Ιθάκη. Αν θα ήταν καλλίτερα να μείνει με την Κίρκη, να απολαμβάνει όλα όσα του πρόσφερε και ν’ αφήσει τα παράτολμα ταξίδια και το όνειρο της Ιθάκης. Να βολευτεί, αντί να παλεύει κόντρα στην οργή του Ποσειδώνα.  Το θαύμα της Αθηνάς αυτή την βλάσφημη ερώτηση προλαβαίνει. Ο Οδυσσέας κερδίζει τα νιάτα του κι εμείς δεν αναρωτιόμαστε αν άξιζε όλο αυτό –  αν αξίζει να μοχθούμε, να θυσιαζόμαστε, για ένα ιδανικό, για μια ουτοπία στη ζωή. Μήπως είναι προτιμότερο να βολευόμαστε και να απολαμβάνουμε ότι μας δίνεται. Είναι σαν να μας λέει ο ποιητής: «Φτάσε εσύ στον προορισμό σου και μη σε νοιάζει τίποτα. Ό,τι και να θυσιάσεις στο δρόμο, θα σου δωθεί πάλι πολλαπλασιασμένο. Ό,τι και να χάσεις, θα το ξανακερδίσεις.»

.

Ο αρχαίος ποιητής ύμνησε τον Οδυσσέα που κατάφερε όχι μόνο να φτάσει, αλλά και να φτιάξει την Ιθάκη του. Ο σύγχρονος μακάρισε εκείνον που ξεκίνησε το ταξίδι κι ας μην το έφτασε. Εμείς, οι περισσότεροί μας, δεν έχουμε καν μπαρκάρει ακόμα…