Monthly Archives: Ιανουαρίου 2013

Σημειώσεις (26-30/01/2013)

Το σπίτι μου είναι σκοτεινό αλλά ήσυχο. Ακόμα και τα πιο ηλιόλουστα πρωινά ανάβω την λάμπα μου για να διαβάσω. Όταν ανοίγω το παράθυρο, μυρωδιές από μαγειρέματα ή απλωμένες μπουγάδες μπαίνουν στο υπνοδωμάτιο και τις νύχτες οι σωλήνες της ύδρευσης κάνουν όλο το κτήριο να τρίζει. Αλλά είναι ήσυχο. Μπορώ να αφοσιώνομαι στο διάβασμα και, κυρίως, μπορώ να κοιμάμαι χωρίς ωτασπίδες. Αυτό είναι το πιο σημαντικό για μένα αυτή την ώρα.

.

Συγχωρέστε με, αλλά πιστεύω πως τα πάντα έχουν όρια.

Πρώτα-πρώτα όρια, αρχή και τέλος από βιολογική άποψη, αλλά και πάνω – κάτω από ηθική, πνευματική κτλ, έχει η ανθρώπινη ζωή και μετά όλα τα υπόλοιπα: Η επιστήμη, η αλήθεια και τα ψέματα, οι αντοχές, η ένταση, η υποτονικότητα και βέβαια η τέχνη.

Ειδικά για την τελευταία, τα όρια δεν τίθενται από κάποια αφηρημένη αρχή εκτός κόσμου ή ανθρώπινης εμπειρίας, αλλά από δυο πολύ συγκεκριμένους παράγοντες: Τον δημιουργό και τα κοινά του –το κοινό που θέλει να επικοινωνήσει, εκείνο που θέλει να χαϊδέψει, το άλλου που θέλει να προκαλέσει κτλ.

Μια επίσης σημαντική παράμετρος, που παίζει ρόλο και στην τοποθέτηση των ορίων, είναι οι προθέσεις του καλλιτέχνη: Άλλο είναι το όριο για εκείνον που θέλει να παλέψει για τα δικαιώματα μιας μειονότητας κι άλλο για εκείνον που θέλει να κερδίσει χρήματα, εύνοια ή δημοτικότητα. Που σημαίνει ότι αλλιώς κρίνεται μια εκπομπή που έχει σαν στόχο την στηλίτευση της κοινωνικής υποκρισίας κι αλλιώς μια σαπουνόπερα που φτιάχνεται για φέρνει διαφημίσεις.

.

Γράφω, σβήνω, ξαναγράφω, διαγράφω, ματαξαναγράφω, σκίζω το χαρτί –φτου, κι απ’ την αρχή. Τα κείμενα για το Σημειωματάριο αίφνης παραγίνανε δύσκολα. Ψάχνω κάτι να πω, κάπως να το πω, που όλο μου διαφεύγει.

.

Αυτό το «τον εαυτό μου αντιπαθώ» είναι όντως μελό. Αλλά είναι και αλήθεια. Όχι καμιά γενική, κοινά αποδεκτή αλήθεια, από αυτές που είναι κατάλληλες για τις τηλεοράσεις και τους κάθε λογής σχολιογράφους, αλλά μια από τις μικρές, ταπεινές αλήθειες, που ισχύουν κατά μόνας και κατά περίπτωση. Η αλήθεια ενός δράματος αοράτου στο κοινό μάτι και γι’ αυτό ώρες-ώρες δυσανάλογα δυσβάστακτο. Η αλήθεια του ασχημόπαπου που ονειρεύεται να γίνει πάπια. Άλλη όμως είναι η μοίρα του….

.

Τι ποίηση κρύβεται σε μια κλωστίτσα σάλιο που γεφυρώνει τα κοιμισμένα χείλια με το μαξιλάρι!

Advertisements

Εξαιρέσεις;

Όχι, δεν υποστηρίζω τους απεργούς του Μετρό. Και δεν πιστεύω ότι ο αγώνας είναι δίκαιος –νομίζω μάλιστα ότι εδώ και μέρες έχει πάψει να είναι δικαιολογημένος.

Εξηγούμαι:

Μια από τις πρώτες, τις θεμελιώδεις κριτικές που κάναμε κι εγώ, αλλά και οι περισσότεροι από όσους επέκριναν την πρώτη Κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου, όταν επεχείρησε να εφαρμόσει το πρώτο Μνημόνιο, ήταν ακριβώς το γεγονός ότι υπήρχαν πολλές εξαιρέσεις. Το πρώτο πακέτο μέτρων του 2010, αλλά και τα άλλα που το ακολούθησαν, άφηνε αλώβητους τους μισθούς και τις συντάξεις πολλών ομάδων πολιτών και μάλιστα των πιο υψηλόμισθων, των πιο ευνοημένων από το μεταπολιτευτικό σύστημα. Έτσι, αντί να δώσει την αίσθηση του κοινού αγώνα, της θεμελίωσης, έστω και με θυσίες, ενός νέου, καλλίτερου μέλλοντος, εμπέδωσε στους απλούς πολίτες την αίσθηση της διάκρισης και της αδικίας.

Χρειάστηκαν να καταπέσουν δύο Πρωθυπουργοί και να γίνουν δύο εκλογικές αναμετρήσεις για να φτάσουμε στο αυτονόητο: Αυτή την δύσκολη στιγμή να μην γίνονται εξαιρέσεις. Έτσι είδαμε να γίνονται γενναίες περικοπές ακόμα και στις αποδοχές των δικαστικών ή των υπαλλήλων της Βουλής, ομάδες που μέχρι χθες βρίσκονταν στο απυρόβλητο. Ήρθε και η σειρά των εργαζομένων στα ΜΜΜ.

Σε προσωπικό επίπεδο συμπονώ καθέναν ξεχωριστά από τους εργαζόμενους στα Μέσα σταθερής τροχιάς που βλέπουν το εισόδημά τους να μειώνεται. Ξέρω τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν και θα αντιμετωπίσουν. Είναι όμως περικοπές που υπέστησαν πρώτοι-πρώτοι οι συνταξιούχοι γονείς μου, οι συγγενείς και οι φίλοι μου που είναι δάσκαλοι και καθηγητές στα σχολεία ή μέλη ΔΕΠ σε Πανεπιστήμια, αλλά κι εκείνοι που είναι ιδιωτικοί υπάλληλοι ή ελεύθεροι επαγγελματίες –για να μην αναφερθώ στους ανθρώπους μας που είναι άνεργοι.

Ακριβώς επειδή κατανοώ τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν και θα αντιμετωπίσουν εξαιτίας των περικοπών οι εργαζόμενοι στα ΜΜΜ, θεώρησα στην αρχή δικαιολογημένη την αντίδρασή τους: Εξέφραζαν την διαφωνία τους σε μια πολιτική που τους έπληττε άμεσα.

Αλλά από ένα σημείο και μετά το πράγμα ξέφυγε. Οι αποφάσεις της συνδικαλιστικής τους ηγεσίας δεν στόχευαν στην διαμαρτυρία, αλλά μετέτρεπαν εμάς, που η επαγγελματική, η κοινωνική και όποια άλλη ζωή μας εξαρτάται από τα ΜΜΜ, σε κλοτσοσκούφι, για να επιβάλουν τις απαιτήσεις τους. Ζημίωναν άμεσα όλους όσους είχαμε προπληρώσει τις μετακινήσεις του μήνα στηρίζοντας την εταιρία που εργάζονται και τους ίδιους. Ανέτρεψαν τον δικό μας σφιχτό προϋπολογισμό, καθώς μας ανάγκασαν να χρησιμοποιούμε ταξί για τις απαραίτητες μετακινήσεις μας. Και ζητώντας τι; Να εξαιρεθούν από αυτό που εμείς βιώνουμε!

Λυπάμαι, αλλά σαν πολίτης αυτό το αίτημα, τέτοιες απαιτήσεις δεν μπορώ να τις υποστηρίξω. Γιατί πολύ απλά δεν πιστεύω ότι οι εργαζόμενοι στο Μετρό είναι καλλίτεροι από τους γιατρούς, τους δασκάλους, τους δικαστικούς, τον κάθε λογής εργαζόμενο, υπάλληλο, συνταξιούχο, που δεν έχει εξαιρεθεί από τα μέτρα.

Στη σημερινή ειδικά περίσταση κάθε αίτημα για εξαίρεση συνιστά πρόκληση και, αν μου το επιτρέπετε, αναίδεια. Δεν μπορείς να βγάζεις την γλώσσα στους συμπολίτες σου, γιατί έτσι σε είχαν μάθει τα προηγούμενα χρόνια.

Aν υπάρχουν διαφορετικές απόψεις για το ποια στρατηγική έπρεπε να ακολουθηθεί και ποιοι θα ήταν οι βέλτιστοι χειρισμοί, αυτές όμως έχουν να κάνουν πιο πολύ με την επικοινωνιακή διαχείριση, παρά με την ουσία. Γιατί η ουσία, η κατάληξη αν θέλετε, δεν μπορεί παρά να είναι μία, ασχέτως χειρισμών: Η κατάσταση αυτή έπρεπε να λήξει το συντομότερο δυνατόν.

Χρώμα

Αν φωτογράφιζα την Αθήνα, θα χρησιμοποιούσα ασπρόμαυρο φιλμ. Όχι για να αποτυπώσω την μιζέρια και τις δυσκολίες της Κρίσης –δεν με ενδιαφέρει η καταγραφή της πραγματικότητας, το ρεπορτάζ– αλλά το αίσθημα. Αυτό που γεννιέται τέτοιες νύχτες με τα φωτεινά ξεσπάσματα μουσικών, δακρύων ή γέλιου, μοναξιάς, ερωτικών ψιθύρων και υπόγειων κραυγών. Ή τις μέρες του καλοκαιριού με την αφόρητη φωταψία να διαλύει εξίσου τα μεγάλα λόγια και τις μικρές πράξεις. Η αδυναμία μας να χωρέσουμε αυτό που πραγματικά λαχταράνε οι ψυχές μας στο δέον που λίγο-πολύ ακολουθούμε στην καθημερινότητά μας.

Άσπρο μαύρο για τις λεωφόρους, τα σοκάκια / την πλατεία Συντάγματος και τις συνοικίες / τα τουριστικά της Πλάκας και τα hipsterικά του Γκαζιού / τα πάρκα και τα δέντρα που ξεφυτρώνουν ανάμεσα στις πλάκες των πεζοδρομίων / τους αμίλητους νέους των καφέ που μονίμως κοιτάζουν τα κινητά τους / το κορίτσι στο γυμναστήριο που θέλω να μιλήσω, αλλά φοράει ακουστικά / τον πιτσιρικά που λέει «ευχαριστώ» αν πάρω το διαφημιστικό που μοιράζει / κτίρια, ανθρώπους, περιστέρια, αδέσποτα / λεωφορεία, αυτοκίνητα, μετρό / γεροντάκια στις ουρές των υπηρεσιών και μετανάστες στα φανάρια να ζητάν να σου καθαρίσουν το τζάμι με ένα λασπωμένο πανί / γκράφιτι και χαραγμένα παγκάκια / το βλέμμα που για μια στιγμή στάθηκε πάνω μου κι έπειτα τραβήχτηκε απότομα σαν από ντροπή…

Θα είχα όμως κι ένα χρωματιστό φιλμ μαζί μου. Γιατί υπάρχουν κάποια μέρη, μικρά μέρη, ελάχιστα, που καταφέρνουν να διαφέρουν. Κινούνται σε άλλο ρυθμό, ξεφεύγουν από τον ασφυκτικό και από μιαν άποψη βολικό μανιχαϊσμό του άσπρου και του μαύρου. Είναι από τα μέρη που προσπερνάμε χωρίς να προσέχουμε: Ένα συνοικιακό μαγειρείο κοντά στο σπίτι μας· το κρεοπωλείο απέναντι που τα πρωινά του Σαββάτου μετατρέπεται σε τόπο συνάντησης· το σπίτι μιας φίλης που είναι πάντα ανοιχτό και φιλόξενο· ένα μικρό δισκοπωλείο που ο ιδιοκτήτης του ξέρει από μουσική κι έχει πάντα κάτι να σου προτείνει· το συγκεκριμένο υποκατάστημα μεγάλης αλυσίδας γρήγορου φαγητού, που το προσωπικό με την συμπεριφορά του ξορκίζει κάθε αίσθηση προκάτ ή πλαστικού…

.

Καμιά φορά νομίζω ότι  η ομορφιά είναι κάτι τόσο απλό που περνάει δίπλα μας χωρίς να την αναγνωρίζουμε.

Καμιά φορά νομίζω ότι θέλει πολλή εξάσκηση και πολύ κόπο για να κατορθώσουμε να δούμε το προφανές ωραίο.

Πραγματικοί εαυτοί

Η άρνηση του Πλωτίνου να ποζάρει για να φιλοτεχνηθεί το πορτραίτο ή η προτομή του είναι γνωστή. Στις σχετικές πιέσεις των μαθητών του απαντούσε:

«Δεν φτάνει που η φύση μας τύλιξε με ένα είδωλο (δηλαδή το σώμα), έχετε την απαίτηση να κατασκευαστεί και είδωλο του ειδώλου και μάλιστα από πιο ανθεκτικό υλικό, ώστε να διατηρηθεί περισσότερο, λες και πρόκειται για κάτι το αξιοθέατο».

Πραγματικός εαυτός για τον φιλόσοφο ήταν το πνεύμα. Αυτό ήταν το αιώνιο, το ωραίο, το αληθινό και όλα τα υπόλοιπα μια περιττή, αηδιαστική σκευή, που μόνο ντροπή του προκαλούσε και από την οποία αδημονούσε να απαλλαγεί.

Ξέρω ότι σε πολλούς όλο αυτό σήμερα ακούγεται παράξενο, εξεζητημένο, ίσως και άρρωστο. Προσωπικά ομολογώ ότι η αποστροφή που ένιωθε ο Πλωτίνος για το σώμα του καθόλου δεν με συγκινεί. Σε αντίθεση με κείνον αισθάνομαι σχετικά άνετα μέσα στο δικό μου και υπάρχουν και πολλά κορμιά που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο (φευ! Κυρίως με τον άλλο), έχω λατρέψει.

Αυτό που κρατάω όμως είναι η δίψα του να βρει και να αποκαλύψει τον πραγματικό του εαυτό. Ακραία δίψα. Γιατί το ζήτημα του Πλωτίνου δεν ήταν να καταστρέψει απλώς τη σάρκα, αλλά να την συρρικνώσει όσο ήταν δυνατόν για να αποκαλυφθεί περισσότερο το πνεύμα, αυτό δηλαδή που πίστευε ότι ήταν ο πραγματικός του εαυτός.

Εμείς σήμερα τρέχουμε στα γυμναστήρια για να κτίσουμε κορμί, καταφεύγουμε σε ιατρικές ή παραϊατρικές μεθόδους για να διατηρήσουμε όσο γίνεται περισσότερο μια κατά το δυνατόν τέλεια κατάσταση του σώματός μας και βέβαια, σε αντίθεση με τον φιλόσοφο, φωτογραφιζόμαστε συνεχώς, επεξεργαζόμαστε τις φωτογραφίες και τις αναρτάμε στα μέσα διαδικτύωσης, μαζεύουμε λάικ.

Από την άλλη βέβαια, όσο και να αγαπάμε τα σώματά μας ή εκείνα των αγαπημένων μας, δεν τα ταυτίζουμε τον πραγματικό μας εαυτό. Ποιος αλήθεια δηλώνει ότι είναι μόνο το δέρμα και οι τρίχες του, οι μυώνες και τα ψωμάκια του, το αίμα, το σάλιο, το δάκρυ, οι κάθε λογής εκκρίσεις του; Νομίζω κανένας –τουλάχιστον δεν μπορώ να θυμηθώ κάποιον.

Ταυτόχρονα όμως και το πνεύμα έχει χάσει την αίγλη του. Μπορεί στις κουβέντες μας ή τα στάτους του Facebook να αναφερόμαστε με μεγαλύτερη εκτίμηση σε αυτό, αντιγράφοντας λόγια ποιητών και ευαίσθητων συγγραφέων, όμως όλα αυτά αντικατοπτρίζουν την προσκόλλησή μας σε ένα δέον, κατασκευάζουν μια εικόνα του εαυτού μας, και δεν αντιπροσωπεύουν την θέση που έχει το πνεύμα στη ζωή μας. Και δεν είναι μόνο τα παραδείγματα που ανέφερα πιο πάνω που μαρτυρούν για αυτό, αλλά κυρίως η μετατροπή του πνεύματος, της ψυχής, σε ασυνείδητο και υπερεγώ. Με τον τρόπο αυτό το πνεύμα όχι μόνο περιχωρήθηκε, αλλά έχασε την ακινησία και την αιωνιότητά του, έγινε φθαρτό και υλικό.

Ο σύγχρονος άνθρωπος ψάχνει τον πραγματικό του εαυτό στην αυθορμησία, τον στιγμιαίο συναισθηματισμό. Αυτό θαυμάζει, αυτό δοξάζει, αυτό κυνηγάει με πάθος.

Ο Πλωτίνος περιόριζε το σώμα και άφηνε το πνεύμα να πετάξει στα ύψη / ο Ντε Σαντ καταπίεζε το πνεύμα και καταβυθιζόταν στα τάρταρα της σάρκας / ο σύγχρονος άνθρωπος αντιμετωπίζει μάλλον φοβικά το μέγεθος του πνεύματος και του σώματος και επιλέγει το αέρινο ροζ του συναισθήματος.

 

Διαψεύσεις

Το πρώτο πράγμα που αντικρίζει ο έφηβος στον κόσμο είναι ότι ο πατέρας του δεν είναι ο παντοδύναμος που νόμιζε, η μητέρα του δεν είναι η αγία που φανταζόταν και οι δάσκαλοί του δεν είναι οι παντογνώστες που ανέμενε.

Η ενηλικίωση ξεκινάει με μια διάψευση που εξοργίζει, αποξενώνει και οδηγεί τον νέο να αναζητά συντρόφους και πρότυπα έξω από τον οικείο κύκλο. Ταυτοχρόνως, σε αυτή την ηλικία αισθανόμαστε για τους εαυτούς μας μια ακεραιότητα, μια παντοδυναμία και παντογνωσία, η οποία μπορεί να ταιριάξει μόνο με συνομηλίκους ή ανθρώπους που μας είναι απρόσιτοι και πολύ μακριά μας –ένας ροκ σταρ για παράδειγμα.

Μια δεύτερη διάψευση ολοκληρώνει την διαδικασία της ενηλικίωσης:

Κάποτε ανακαλύπτουμε πως και ο εαυτός μας δεν είναι αυτός που φανταζόμασταν. Δεν είμαστε ούτε τόσο έξυπνοι, ούτε τόσο καλοί, ούτε τόσο γαμάτοι. Και πάνω απ’ όλα, δεν θα κατορθώσουμε ποτέ να κάνουμε όλα όσα ονειρευόμασταν παιδιά: Ούτε τον Αμαζόνιο θα διασχίσουμε, ούτε μπροστά από χιλιάδες παραληρούντες φαν θα τραγουδήσουμε, και δεν  θα κατακτήσουμε την μεγάλη οθόνη. Ουτε καν εκείνο το μπαράκι / τσιπουράδικο, που μελετούσαμε με τους φίλους στα αιώνια φοιτητικά ξενύχτια δεν θα αξιωθούμε να ανοίξουμε.

Αν η πρώτη διάψευση, της εφηβείας, είναι η μοίρα όλων των ανθρώπων, η δεύτερη μπορεί να αποδειχτεί προνόμιο των ολίγων. Καταρχήν δεν υπάρχει βιολογικό ή χρονικό όριο για το πότε μπορεί να συμβεί. Άλλοι παίρνουν την κρυάδα στα είκοσι, άλλοι στα εικοσιπέντε, άλλοι στα τριάντα και ξέρω σαραντάρηδες και πενηντάρηδες που αισθάνονται –χειρότερα: συμπεριφέρονται– άτρωτοι σαν έφηβοι.

Κι έπειτα διαφέρει κι ο τρόπος: Άλλοι περνάνε την διάψευση της ενηλικίωσης στο χαλαρό, χωρίς καλά-καλά να καταλάβουν τι έγινε, προσαρμόζονται αμέσως στις νέες συνθήκες και βουτάνε με δύναμη και ορμή στην έξω ζωή. Κάποιοι άλλοι, λίγοι ελπίζω, ζορίζονται περισσότερο. Οι διαψεύσεις καθιστούν τον κόσμο μεγάλο και ξένο και χρειάζεται χρόνος για να μάθουν τα κατατόπια. Χρόνος και πιοτό, παρέες, γυναίκες ή μοναξιά και ησυχία.

… …        ……         ……         ……

Τα σκέφτομαι όλα αυτά σε δυο επίπεδα: Ένα προσωπικό και ένα συλλογικό.

Δεν μπορώ να σταματήσω να βλέπω την Κρίση που περνάμε σαν μια συλλογική διάψευση. Όσα πιστέψαμε, όσα επενδύσαμε τις τελευταίες δεκαετίες κατέρρευσαν γρήγορα και εύκολα σαν τραπουλόχαρτα. Αποδείχτηκαν πλάνες και παρανοήσεις, ψέματα.

Θέλω να πιστεύω ότι αυτή η διάψευση, όσο σκληρή κι αν είναι και σε ατομικό και σε οικογενειακό, αλλά και σε κοινωνικό, εθνικό επίπεδο, μας οδηγεί σε μια ουσιαστική ωριμότητα, από κείνες που μόνο με πόνο κατακτιέται.

Τα ίδια πάνω-κάτω και σε προσωπικό επίπεδο: Η κάθε διάψευση, η κάθε λάθος εκτίμηση του εαυτού μας ή του Άλλου, αποτελεί και μια δυνατότητα. Αν αποφύγουμε τις παγίδες που κρύβονται (και είναι πολλές: πώρωση, απώλεια της εμπιστοσύνης προς τους ανθρώπους, φιλοτομαρισμός…), μπορεί να μας φέρει πιο κοντά στην αλήθεια του εαυτού μας, δηλαδή στην αλήθεια του κόσμου. Ας μη μας τρομάζει η οδύνη των διαψεύσεων: Η αλήθεια μόνον έναντι θανάτου δίδεται, όπως είπε κι ο Ποιητής. Και οι διαψεύσεις μικροί θάνατοι είναι και οι θάνατοι είναι πάντα οδυνηροί. Αυτό είναι το αντίτιμο για να εκπληρώσουμε τον στόχο του βίου μας. Γιατί στην τελική, ποιος άλλος μπορεί να είναι ο απώτερος στόχος του βίου από το να γίνουμε μέτοχοι της αλήθειας;

Σεμινάριο: Βιογραφία και Αυτοβιογραφία στην Ύστερη Αρχαιότητα

Η ύστερη αρχαιότητα, η περίοδος που γενικά ορίζεται από την διάδοση του Χριστιανισμού έως την άνοδο του Ισλάμ, αν και σχετικά άγνωστη στην Ελλάδα, ασκεί ιδιαίτερη γοητεία στον σύγχρονο άνθρωπο. Εποχή κρίσης και μετάβασης, εποχή δυσφορίας και αγωνίας, παραδόσεων και νεωτερισμών, η ύστερη αρχαιότητα παρουσιάζει πολλές παραλληλίες με το σήμερα: Από την οικονομική Κρίση και την πολιτική αστάθεια, τις δραματικές αλλαγές στην κοινωνική διαστρωμάτωση, την εισβολή «βαρβάρων» στην Ευρώπη, την παραγωγή και εισαγωγή νέων αντιλήψεων, φιλοσοφιών, θρησκειών. Ουσιαστικά, κατά την ύστερη αρχαιότητα δεν τέθηκαν απλώς τα θεμέλια του μεσαιωνικού κόσμου, αλλά σε πολλά θέματα έπεσε ο σπόρος που απέδωσε καρπούς στη σύγχρονη εποχή.

Η λογοτεχνική παραγωγή της εποχής είναι εξίσου σημαντική. Τα κλασικά είδη (ιστοριογραφία, φιλοσοφία, ρητορική κτλ) συνεχίζονται να καλλιεργούνται, η ελληνορωμαϊκή παράδοση όμως μπολιάστηκε γόνιμα με ιδέες, τρόπους, μοτίβα, προβληματισμούς άλλων παραδόσεων (εβραϊκής, αιγυπτιακής κτλ). Έτσι, ενώ οι συγγραφείς φαίνεται να υπακούνε στους κλασικούς κανόνες, το περιεχόμενο των έργων τους όμως κάθε άλλο παρά κλασικό είναι. Με υπόγειο και υπαινικτικό, αλλά συχνά και με ευθύ τρόπο τίθενται συναρπαστικά ζητήματα που αφορούν πολιτικά, κοινωνικά και θρησκευτικά προβλήματα, αλλά και θέματα εκπαίδευσης, οικογενειακών δομών, συγκρότησης του φύλου και ταυτότητας του ατόμου.

Στο συγκεκριμένο σεμινάριο θα επικεντρώσουμε σε ένα κομμάτι της λογοτεχνικής παραγωγής της περιόδου, την βιογραφία και την αυτοβιογραφία, δηλαδή τα κατεξοχήν έργα που έχουν στο επίκεντρό τους τον άνθρωπο, τα έργα και τις ιδέες του, τους στόχους και τις αγωνίες του. Αφού δούμε την εξέλιξη της βιογραφίας και της αυτοβιογραφίας από τα κλασικά χρόνια ως την ύστερη αρχαιότητα, θα διαβάσουμε και θα σχολιάσουμε μερικά από τα σημαντικότερα έργα της περιόδου (τους Ιερούς λόγους του Αίλιου Αριστείδη, τον Βίο του Αντωνίου του Μεγάλου του Αθανασίου Αλεξανδρείας, τον Βίο της Μακρίνας του Γρηγορίου Νύσσης κτλ) με σκοπό να κατανοήσουμε την εποχή, τους συγγραφείς και τις στοχεύσεις τους, και, φυσικά, τους ήρωες.

.

Το Σεμινάριο «Βιογραφία και Αυτοβιογραφία στην Ύστερη Αρχαιότητα» θα γίνεται από την Τρίτη 15 Ιανουαρίου κάθε Τρίτη 16.00-17.00 στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών (Βασιλέως Κωνσταντίνου 48, Αθήνα).

Περί σημειωματαρίων και γραφής (μια συνέντευξη)

Πριν από μερικές εβδομάδες η κα Γιώτα Κωνσταντινίδου μου ζήτησε να μιλήσουμε για το blogging και την γραφή γενικότερα. Παραμονή Χριστουγέννων δημοσίευσε την συνέντευξη στο ιστολόγιό της, το namaste, απ’ όπου αναδημοσιεύω ένα μέρος της -ολόκληρη μπορείτε να την διαβάσετε εκεί.

 

Δημιουργήσατε ένα προσωπικό ιστολόγιο, ποια εσώτερη ανάγκη θέλατε να καλύψετε;

 

Το Σημειωματάριο αυτή τη στιγμή είναι ένας ιδιωτικός χώρος ανοιχτός και προσιτός σε όποιον ενδιαφέρεται. Έτσι κατέληξε, δεν ξεκίνησε έτσι. Τον Οκτώβριο του 2007, όταν ξεκίνησα, ήθελα απλώς να δοκιμάσω τις δυνάμεις μου σε αυτό το νέο –τότε– μέσο.

 

 

Σ’ ένα Σημειωματάριο τι επιθυμώ να καταγράφω; Σκέψεις; Σημαντικές αναφορές; Ανείπωτα λόγια;

 

Σε ένα σημειωματάριο μπορώ να καταγράψω ό,τι θέλω –αυτή είναι η ομορφιά του. Χωράει τα πάντα: Σημαντικά κι ασήμαντα, συγκεκριμένα κι αφηρημένα, προσωπικά και γενικά, υψηλά και χθαμαλά, πράγματα που μας ντροπιάζουν ή μας κάνουν να αισθανόμαστε περήφανοι. Και το πιο ωραίο ακόμα είναι ότι δεν μας κρίνει! Το σημειωματάριο είναι ένας απολύτως ασφαλής χώρος –κάτι σαν το πρόχειρο τετράδιο που είχαμε στο σχολείο και μπορούσαμε να κρατήσουμε σημειώσεις από το μάθημα, να πειραματιστούμε στην λύση μιας άσκησης πριν την καθαρογράψουμε στο βιβλίο, να ζωγραφίσουμε όταν βαριόμαστε, να γράψουμε τους στίχους των αγαπημένων μας τραγουδιών και βέβαια το όνομα του κοριτσιού που μας αρέσει –κανένας δεν τον κοιτούσε, παρά μόνο εμείς. Κάπως έτσι είναι και το διαδικτυακό μου Σημειωματάριο: Δεν παρουσιάζω κάτι τέλειο, αλλά κομμάτια κι αποσπάσματα, λίθους και πλίνθους σκέψεων, απόψεων, ιδεών. Το πρώτο μότο άλλωστε ήταν «Σκέψεις προς διαμόρφωση».

 

Μεταπτυχιακό, Διδακτορικό και συνεχίζετε. Η δια βίου μάθηση κάνει τη διαφορά ή η βιωματική εμπειρία;

 

Τα σπουδαιότερα πράγματα τα έχω μάθει συναναστρεφόμενος ανθρώπους. Πρώτα από το σπίτι μου, την οικογένειά μου και τον περίγυρό μας, την γειτονιά, κι έπειτα, καθώς μεγάλωνα, από τους φίλους και τους ανθρώπους που επέλεγα να μαθητεύσω δίπλα τους –είχα την τύχη να γνωρίσω και να συνομιλήσω με μερικούς πολύ σημαντικούς ανθρώπους, και διδάχτηκα από τα λόγια και το παράδειγμά τους. Το μεταπτυχιακό και το διδακτορικό είναι άλλο πράγμα, είναι η δουλειά μου. Και η δουλειά μου μού αρέσει πολύ.

 

 

Στο κείμενό σας ‘’Ο αρχαίος διχασμός’’, ο σύγχρονος άνθρωπος δε φαίνεται να προβληματίζεται από κάτι τέτοιο. Ωστόσο, το ανικανοποίητο, οι συνεχείς συγκρούσεις, δε μαρτυρούν ότι ταλαντεύεται από διχασμούς που καταλήγουν να αφορούν πνεύμα-ύλη, σώμα-ψυχή;

 

Ο άνθρωπος πάντα ταλαντευόταν και πάντα θα ταλαντεύεται, πάντα θα ταλαιπωρείται αν θέλετε, από αυτόν τον διχασμό. Όσες μέθοδοι υπέρβασης ή σύνθεσης του προταθούν από φιλοσοφικά συστήματα ή θρησκείες, την τελική απάντηση πρέπει να την δώσει ο καθένας μας μόνος του μετά από εσωτερική βάσανο. Έχετε δίκιο λοιπόν, και σήμερα μας παιδεύει αυτός ο διχασμός. Η διαφορά είναι, και εκεί εστιάζει το κείμενό μου, ότι ο μετανεωτερικός άνθρωπος, απαλλαγμένος από ευθύνες και ενοχές, δεν απαντά στο δίλημμα, αλλά το παρακάμπτει. Η όποια απάντηση προϋποθέτει εσωτερικό αγώνα και αγωνία – η παράκαμψη ανενοχικό και χωρίς όρια άτομο.

 

‘’Πέφτοντας’’. Είναι οι πτώσεις ευεργετικές για τη αποδόμηση του ‘’Εγώ’’ και για μια ουσιαστικότερη θέαση των πραγμάτων;

 

 

 

Το ζήτημα για μένα δεν είναι η αποδόμηση, αλλά η αναδόμηση –του Εγώ, του Εμείς, της κοινωνίας, του κράτους, των πάντων. Σε αυτό το πλαίσιο, οι πτώσεις μπορούν να είναι ευεργετικές, εφόσον διδασκόμαστε από αυτές: Αν τα συγκεκριμένα παπούτσια μου γλιστράνε στην βροχή και πέφτω, θα πρέπει να τα φοράω μόνο όταν το οδόστρωμα είναι στεγνό, ειδάλλως πάω γυρεύοντας.

 

Γράφουμε ως απόρροια των διαβασμάτων μας ή για να διαφοροποιηθούμε από αυτά;

 

Είτε γράφεις προσπαθώντας να μοιάσεις σε έναν συγγραφέα, είτε για να διαφοροποιηθείς, είσαι πάνω-κάτω στην ίδια φάση: Γράφεις σε σχέση με τα διαβάσματά σου. Αυτό δεν είναι κακό – όλοι οι συγγραφείς, όλοι οι άνθρωποι που καταπιάνονται με μια τέχνη, στα πρώτα τους βήματα εργάζονται σε σχέση με τα πρότυπά τους. Το στοίχημα όμως είναι η γραφή να σταματήσει να εξαρτάται με οποιονδήποτε τρόπο από τους άλλους, όσο σπουδαίοι ή αγαπημένοι κι αν μας είναι, και να μοιάζει του εαυτού μας. Δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση. Απαιτεί πολλή προσπάθεια, πολύ ταλέντο, πολύ κόπο και πολύ χρόνο. Ίσως το πετύχουμε κάποια στιγμή!