Monthly Archives: Φεβρουαρίου 2013

Μια παλιά φωτογραφία

Τραβηγμένη το μακρινό καλοκαίρι του 1979, όπως δηλώνει η σημείωση στο πίσω μέρος της, η φωτογραφία αυτή χωράει σχεδόν ολόκληρο τον τοτινό κόσμο μου

_καλοκαίρι '79

Οι πλίνθινοι τοίχοι του σπιτιού μας. Η ωραία ξύλινη πόρτα βαμμένη με γκρι λαδομπογιά. Το χωμένο παράθυρο. Η χαμηλή σκεπή. Ο χωματόδρομος –αν και στο κέντρο της πόλης, ο δρόμος μας δεν είχε ούτε τσιμέντο, ούτε πλάκες, ούτε άσφαλτο, αλλά σκέτο χώμα, όπως και οι περισσότεροι δρόμοι στις γειτονιές· το τσιμέντο καθυστέρησε 5-6 χρόνια ακόμη. Κι αν λογαριάσετε πίσω από την κάμερα τον μπαμπά και τη μαμά, τον παππού και τη γιαγιά, τις ξαδέλφες μου ίσως ή κάποια άλλα από τα παιδιά της γειτονιάς, έχετε μια ολόκληρη παιδική ηλικία.

Ένας κόσμος που δεν υπάρχει πια.

Ο οποίος δεν δηλώνεται μόνο από τους πλίνθους ή το χώμα, που ελπίζω να εξαφανίστηκαν ανεπιστρεπτί, αλλά κυρίως από το πεζούλι που μας βλέπετε να καθόμαστε.

Γιατί εκείνος ο κόσμος το μεσημεράκι, το απόγευμα ή το σούρουπο, και καμιά φορά το βραδάκι, αναλόγως την εποχή δηλαδή, καθόταν μπροστά στις πόρτες του και συνομιλούσε με τους γείτονές του. Τώρα που το σκέφτομαι, όχι οι γονείς μας, αλλά εμείς τα παιδιά και τα γερόντια. Μόλις ετοιμαζόταν το φαγητό και τελείωναν οι δουλειές και τα διαβάσματα κι εφόσον ο καιρός το επέτρεπε, σαν να έδινε κάποιος το σύνθημα, ξεμυτίζαμε από τα σπίτια μας και φτιάχναμε πηγαδάκια. Τα δυο πεζούλια που ήταν μπροστά στην είσοδο του σπιτιού μας και που χρονολογούνταν από την εποχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, υπηρετούσαν κυρίως αυτή την κοινωνικότητα.

Και βέβαια ήταν ένας κόσμος μετρήσιμος και μετρημένος, ελεγχόμενος. Ένας κόσμος γεμάτος μάτια και αυτιά. Υπήρχε παντού γύρω μας, παντού μέσα μας. Δεν ήταν ο αχανής ο σημερινός, ο κόσμος της ιδιωτικότητας, ο κόσμος που μας φωνάζει ότι είμαστε μια μικρή ασήμαντη ψηφίδα του και μπορεί να κάνει και χωρίς εμάς. Ξαπλωμένος στο κρεβάτι μου, θυμάμαι, άκουγα βήματα στον δρόμο και ήξερα ακριβώς ποιος ήταν –πώς θα αισθανόμουν σε ένα τέτοιο κόσμο σήμερα, που θέλω να κλείνομαι και να φεύγω, να είμαι άγνωστος, ξένος κι ανώνυμος;

Το κείμενο αυτό γράφτηκε για το διϊστολογικό αφιέρωμα στις παλιές, παιδικές φωτογραφίες μας και συμμετέχουν:

Βιβλιοθηκάριος: Οι φωτογραφίες είναι καθρέπτες

Κυνοκέφαλοι: Τα καλοκαίρια ακόμα κόβονται στα τρία
Τσαλαπετεινός: Μοναχοπούλι
Αναγεννημένη: Μια παιδική φωτογραφία

Καγκουρώ: Παιδικές φωτογραφίες και σκόρπιες μνήμες

Advertisements

Χθες βράδυ

Φόρεσα το παλτό πάνω από τις φόρμες, αθλητικά παπούτσια, πήρα το κλειδί. Ρώτησα: «Είσαι έτοιμη;» και ήσουν.

Άνοιξα την πόρτα και περίμενα να βγεις. Κλείδωσα.

Έκανε κρύο και ψιλόβρεχε. Σκέφτηκα ότι θα έπρεπε να είχα πάρει και το κασκόλ. Μου κλείναν τα μάτια από τη νύστα και παραπατούσα. Σκέφτηκα τι ωραία που θα ήταν αν μπορούσα να είχα γυρίσει απλώς πλευρό και να κοιμόμουν.

Με έπιασες αγκαζέ κι έγειρες το κεφάλι σου στον ώμο μου. Κάτι ψιθύρισες με φωνή κελαηδιστή, μα δεν το άκουσα. Γύρισα και σου χαμογέλασα –ένα χαμόγελο που πρέπει να ήταν ικανοποιητική απάντηση σε ότι κι αν έλεγες εκείνη την ώρα. Σταμάτησες, σταμάτησα, φιληθήκαμε πεταχτά. Κοιταχτήκαμε στα μάτια κι έγειρες προς το μέρος μου. Ξαναφιληθήκαμε για ώρα, βαθιά. Τα μαλλιά μας νότισαν στο ψιλόβροχο και το κρύο διαπέρασε τα παλτά μας. Άνοιξα τα μάτια και είδα το πρόσωπό σου. Λευκό, αρμονικό, γαλήνιο, κολλημένο πάνω στο δικό μου. Είχες τα μάτια κλειστά. Ξανάκλεισα τα δικά μου και σε έσφιξα πάνω μου. Σκέφτηκα: Κλείνουμε τα μάτια γιατί ξεκόβουμε από τον κόσμο για να παραδοθούμε στον Άλλο ή γιατί αφηνόμαστε στον εαυτό μας;

Σημασία δεν είχε η απάντηση. Σημασία είχε να ξεκολλήσουμε. Το κρύο μου έφερνε ρίγος.

Τελείωσα το φιλί και προχώρησα. Μου έπιασες το χέρι και με ακολούθησες.

Το σάλιο σου στα χείλια μου. Να το σκουπίσω ή θα το παρεξηγήσεις; Μ’ αυτό το κρύο μήπως σκιστούν τα σαλιωμένα χείλια μου;

Ακούω να μου λες ότι ήδη σου λείπω. Σκέφτομαι ότι κάτι θα πρέπει να πω, κάπως να αντιδράσω σ’ αυτό, αλλά οι στιγμές περνούν και η όποια αντίδραση δεν έχει πια νόημα. Εξάλλου φτάσαμε στα ταξί. Σου λέω: «Να μου στείλεις μήνυμα όταν φτάσεις.» Σκέφτομαι τι ωραία θα ήταν αν έπεφτε η μπαταρία του κινητού σου ή καλλίτερα αν το έχανες· αν με άφηνες να κοιμηθώ λίγες ώρες.

Μου λες: «Κι εσύ θα μου τηλεφωνήσεις αύριο πρωί-πρωί». Σκέφτομαι το πρωινό ξύπνημα, το φτηνό πρωινό εσπρέσο, το στρίμωγμα στο λεωφορείο, τους γυμνούς τοίχους του γραφείου, τις προτεραιότητες, τις υποχρεώσεις, τους προγραμματισμούς, τις ευθύνες. «Να μην σε πάρω τώρα;» λέω. Φιλιόμαστε ξανά και ο ξενυχτισμένος ταρίφας ξεφυσάει.

Μπαίνεις μέσα, κλείνω την πόρτα και προσποιούμαι ότι καταγράφω τον αριθμό του ταξί. Σε χαιρετάω με λυπημένη φάτσα πνίγοντας ένα χασμουρητό και με βιαστικά βήματα επιστρέφω στο σπίτι. Πλένω δόντια, πέφτω στο κρεβάτι. Τα μαξιλάρια μου έχουν ακόμα την μυρωδιά των μαλλιών σου. Τα σεντόνια μου τη ζέστα του κορμιού σου, τρίχες και σωματικά υγρά.

Θέλω να γυρίσω πλευρό και να κοιμηθώ. Το κεφάλι μου βουίζει, το κορμί μου, η ψυχή μου είναι άδεια, αλλά ξέρω ότι με περιμένει η τελική ανταλλαγή μηνυμάτων. Να, ήδη ήρθε το πρώτο:

«Έφθασες σπίτι;»

Νόρμαν Μέιλερ, Το κάστρο στο δάσος

Ο κύκνος, το πιο όμορφο ίσως πουλί της πλάσης, δεν κελαηδάει παρά μόνο μια φορά: Όταν αισθάνεται τον θάνατο να έρχεται. Τότε ανοίγει το στόμα του και ψέλνει έναν γλυκύτατο άσμα, το πρώτο και τελευταίο της ζωής του.

Θα μπορούσε να είχε δημιουργηθεί για τον Norman Mailer αυτός ο μύθος, αν βέβαια ο κύκνος κελαηδούσε συχνότερα. Γιατί Το Κάστρο στο Δάσος, το τελευταίο μυθιστόρημα που έγραψε ο συγγραφέας και το οποίο κυκλοφόρησε λίγους μήνες μετά τον θάνατό του, είναι χωρίς αμφιβολία ένα αριστούργημα.

Θέμα του ετούτου του ογκώδους έργου (η ελληνική έκδοση ξεπερνά τις 500 σελίδες) είναι τα παιδικά και τα πρώτα εφηβικά χρόνια του Αδόλφου Χίτλερ. Ο Μέιλερ υιοθετεί τις φήμες ότι ο Χίτλερ ήταν γέννημα αιμομικτικής ένωσης (ο πατέρας του, ο Αλόις, ήταν και πατέρας της μητέρας του, της Κάρλας) και βάζει την αφήγηση στο στόμα του δαίμονα, ο οποίος συντρόφευε τον Αδόλφο εκείνα τα πρώτα χρόνια της ζωής του, του Ντίτερ.

Η αιμομιξία δεν είναι απλώς ένα συγγραφικό εύρημα, που εντείνει την δραματικότητα της αθεμιτουργίας. Η αιμομιξία όπως παρατηρεί ο Lee Siegel, βρίσκεται απέναντι σε όσα ο Μέιλερ πίστευε και υπερασπιζόταν: Την αδυναμία να βγεις από το εγώ σου, να ξεπεράσεις την γενιά και την καταγωγή σου, να μπορέσεις να αγαπήσεις πραγματικά. Και βέβαια βρίσκεται στη ρίζα της ιδεολογήματος περί καθαρής φυλής.

Με τον τρόπο αυτό, ο συγγραφέας μας δείχνει και την βασική του θέση. Το Κακό που προσωποποίησε ο Χίτλερ είναι τόσο Απόλυτο, τόσο Πέρα Από Την Λογική, ώστε καμιά ψυχολογική, ανθρωπολογική ή κοινωνικοπολιτική θεωρία δεν μπορεί να εξηγήσει ικανοποιητικά. Το Κακό που προσωποποίησε ο Χίτλερ είναι τέτοιο που μόνο με τον ίδιο τον Σατανά (Μαέστρος ονομάζεται στο μυθιστόρημα) μπορεί να συγκριθεί. Γι’ αυτό και ιδανικός αφηγητής των πρώτων και κρίσιμων ετών, κατά τα οποία ο Αδόλφος έγινε Χίτλερ, είναι ο ίδιος ο διάβολος.

Το συγγραφικό αυτό εύρημα αναγκάζει ή μάλλον επιτρέπει στον Μέιλερ να εκθέσει την θέση, την δύναμη και τις ιδιότητες του δαίμονα Ντίτερ, του Μαέστρου, αλλά και του Θεού, ένα ολόκληρο μεταφυσικό σύστημα δηλαδή. Οι σελίδες αυτές διασπούν την αφήγηση και, παρά το ενδιαφέρον τους, καταλήγουν να είναι το πιο κουραστικό κομμάτι.

Παρόλα αυτά, συνολικά κοιτώντας το, το μυθιστόρημα του Μέιλερ είναι συναρπαστικό. Το κακό, όπως είπαμε και πιο πάνω, υπάρχει μέσα στον Αδόλφο από την σύλληψή του ακόμα, παρόλα αυτά ο ίδιος και η οικογένειά του παρουσιάζονται σαν απλοί άνθρωποι. Οι τρόποι και η συμπεριφορά τους δεν είναι εκλεπτυσμένοι, οι ωμότητες διαδέχονται τις ανθρώπινες δυσκολίες και συμφορές και ο συγγραφέας τα αφηγείται όλα αυτά με κατανόηση, αλλά και συμπόνια.

Βαλεντίνικα

Κάθε χρόνο τέτοια μέρα δυο κατηγορίες συμπολιτών μας εκφράζουν την έντονη δυσφορία τους.

Πρώτα-πρώτα οι Χριστιανοί.

Μερικοί απ’ αυτούς κάνουν σαν να τους πήραν την μπουκιά μέσα από το στόμα: Τι δουλειά έχει στα μέρη μας αυτός ο ξενόφερτος άγιος; Και είναι όντως άγιος ή ένα εμπορικό κατασκεύασμα σαν τον Σάντα; Και εν πάσι περιπτώσει ποιο το νόημα αυτής της γιορτής; Μερικοί μάλιστα μπαίνουν στην διαδικασία να αντιπροτείνουν «δικούς μας» αγίους, εφάμιλλους των ευρωπαϊκών, για να εορτάζει ελληνοπρεπώς η νεολαία μας τους έρωτές της.

Έχουν άδικο. Η μνήμη του αγ. Βαλεντίνου τιμάται και από την Ορθόδοξη Εκκλησία, αφού είναι μάρτυρας του 3ου αιώνα, προ του Σχίσματος δηλαδή. Η γιορτή των ερωτευμένων έχει βέβαια τις ρίζες της στις αυλές των φεουδαρχών και τις μπαλάντες των τροβαδούρων του Μεσαίωνα, θέριεψε όμως μετά τον θάνατο του Ροδόλφου Βαλεντίνου, του πρώτου κινηματογραφικού sex symbol  -με άλλα λόγια δεν έχει όντως σχέση με την παράδοση. Όπως δεν έχει σχέση με την παράδοση και ο αγ. Υάκινθος ως άγιος των ερωτευμένων ή όποιος άλλος φιλοδοξεί να πάρει τη θέση του Βαλεντίνου στα καθ’ ημάς. Κι αυτό γιατί οι ζωές μας δεν έχουν σχέση με τη ζωή του παραδοσιακού ανθρώπου.

Γκρινιάζουν επίσης κι όσοι ενοχλούνται από τον χαρακτήρα της γιορτής.

Κάθε χρόνο τα ίδια επιχειρήματα εναντίον του καταναλωτισμού και της εμπορευματικοποίησης του έρωτα. Οι πιο μερακλήδες μάλιστα απαιτούν οι ερωτευμένοι να γιορτάζουν κάθε μέρα και όχι μόνο μια τον χρόνο.

Όμως αφού ο πολιτισμός μας είναι καταναλωτικός, οι ζωές μας είναι καταναλωτικές, πώς μπορεί ο έρωτάς μας να μην είναι κι αυτός καταναλωτικός; Ακόμα κι αν δεν υποκύψουμε στα λούτρινα, τα λουλούδια και τα (υπέροχα) σοκολατάκια, ο καταναλωτισμός είναι εδώ, γύρω μας, μέσα μας, παντού. Η επισήμανση και -χειρότερα- η καταγγελία της εμπορευματικοποίησης του έρωτα (ή της αγιότητας, αν θέλετε) δεν φέρνει κανένα αποτέλεσμα. Γιατί κι αυτή είναι αποτέλεσμα ενός νοήματος. Για να πάψει να υπάρχει ή, έστω, για να πιάσει τόπο η καταγγελία της, πρέπει να έχεις να αντιπροτείνεις ένα άλλο νόημα -εννοώ νόημα που μπορεί να πιάσει τόπο σήμερα όχι που υπήρξε κάποτε (ή νομίζεται ότι κάποτε υπήρξε…)

.

Συμπέρασμα δεν έχω.

Προσωπικά, αν με ρωτάτε, η 14η Φεβρουαρίου για μένα είναι μια ακόμα άβολη ημέρα, μαζί με τα γενέθλιά μου, την ονομαστική μου εορτή, τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά, τις Απόκριες, την Μεγαλοβδομάδα και το Πάσχα, την 28η Οκτωβρίου, την 25η Μαρτίου, και την Παγκόσμια Ημέρα Σκέψης. Την ζω όσο πιο κανονικά μπορώ και προχωράω στην επόμενη θεωρώντας πως η μάχη, αν διεξάγεται, θα κριθεί αλλού.

H μαθητεία και η μύηση

Ο Πλάτων ήταν μαθητής του Σωκράτη, όπως είναι γνωστό. Γνωστή είναι επίσης και η σωκρατική μέθοδος διδασκαλίας, η μαιευτική. Η αλήθεια (γιατί η αλήθεια ήταν το ζητούμενο της διδασκαλίας και όχι η συσσώρευση πληροφοριών) υπάρχει μέσα στον καθένα μας σε εμβρυακή κατάσταση και αρκεί ένας ικανός μαιευτήρας να την φέρει στο φως.

Οι πληροφορίες που έχουμε για την διδακτική και τις ιδέες του Σωκράτη είναι όλες από δεύτερο χέρι, γιατί ο ίδιος δεν έγραψε τίποτα. Δεν υπάρχει όμως αμφιβολία ότι το κορυφαίο επίτευγμα του δάσκαλου Σωκράτη είναι το πλατωνικό έργο. Με το οποίο συμβαίνει το εξής (μάλλον) παράδοξο: Ο Σωκράτης δίδαξε τον Πλάτωνα, αλλά και ο Πλάτωνας διαμόρφωσε τον Σωκράτη. Όντας ο κεντρικός χαρακτήρας των περισσότερων Διαλόγων, ο Σωκράτης εξελίσσεται από έργο σε έργο παράλληλα με την πλατωνική σκέψη. Έτσι ο ηθικός φιλόσοφος της Απολογίας γίνεται στη συνέχεια μεταφυσικός, παιδαγωγός, γλωσσολόγος κοκ.

Αν μη τι άλλο, ο Σωκράτης με την διδασκαλία του δεν παρήγαγε κάποιον που δουλικά αναμασούσε τα τσιτάτα του, αλλά έναν φιλόσοφο που η σκέψη και η προβληματική του εξελίχθηκαν – εξέλιξη που είχε άμεσο αντίκτυπο και στον ίδιο το Σωκράτη ή, τέλος πάντων, στην  εικόνα του.

Τελικά αυτός πρέπει να είναι και ο στόχος κάθε καλού δασκάλου: Να διδάσκει στον μαθητή του όσα ξέρει και, όταν έρθει η ώρα, να τον αφήνει ελεύθερο να προχωρήσει.

Ο καλός δάσκαλος ξέρει τα όριά του. Ξέρει που τελειώνει η γνώση και η εμπειρία του, οι δυνατότητές του και, βεβαίως, ξέρει πού αρχίζει ο μαθητής του. Και όταν αρχίσει ο μαθητής, ο καλός δάσκαλος θα κάνει πίσω· θα πιει το κώνειο χωρίς πικρίες, θρήνους και δισταγμούς. Γιατί το δασκαλίκι είναι κατεξοχήν θυσιαστική ιδιότητα –πρέπει να βάλεις το εγώ σου σε δεύτερη μοίρα, δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι στο πλατωνικό έργο η μαιευτική θα δώσει την θέση της στον έρωτα, δηλαδή την σχέση, δηλαδή την κλήση, την ένωση και την θυσία.

Η μύηση βρίσκεται στον αντίποδα.

Το ζητούμενο εκεί δεν είναι να παραχθεί ο ελεύθερος άνθρωπος που θα ξεπεράσει τον διδάσκαλο, αλλά μια φωτοτυπική αναπαραγωγή του προηγούμενου. Στην μύηση δεν υπάρχει αλήθεια για να γεννηθεί, ούτε ερωτική κλήση, αλλά δοκιμασίες, τις οποίες ο μυούμενος οφείλει να υποστεί για να καταστεί άξιος της φατρίας.

Έτσι, αν ο δάσκαλος έχει συνείδηση των ορίων του, ο μυητής είναι το άνευ ορίων άτομο, που επιδιώκει να επεκτείνει την ύπαρξή του εις το διηνεκές μέσω των μυούμενων.

Κι αν ο δάσκαλος βλέπει και αναγνωρίζει τον μαθητή ως ξεχωριστό άνθρωπο και προσπαθεί να καλλιεργήσει τα ιδιαίτερα ταλέντα και τις δεξιότητές του, ο μυητής επιδιώκει να νεκρώσει κάθε διακριτικό που διαθέτει ο μυούμενος, ώστε να τον καταστήσει όσο πιο όμοιο είναι δυνατό.

Απέναντι στην θυσία του δασκάλου στέκεται ο άκρατος εγωισμός του μυητή…

Γ. Σεφέρης: [Βράδυ 13ης Φεβρουαρίου 1940]

Ο Σεφέρης δεν ήταν ένας άνθρωπος που έγραφε απλώς ωραία ποιήματα. Ούτε και διεισδυτικός δοκιμιογράφος, άριστος χειριστής του λόγου ή διπλωμάτης που του έτυχε να ζήση από κοντά μερικές από τις πιο δύσκολες και περίπλοκες περιπέτειες της πρόσφατης εθνικής μας ιστορίας.

Το σημαντικότερο χαρακτηριστικό του, αυτό που μας κάνει να τον διαβάζουμε και σήμερα, είναι αυτό που ο Κωστής Παπαγιώργης αναφέρει ως «ισχυρό αίσθημα της πραγματικότητας» που ποτίζει τα γραπτά του –όλα τα γραπτά του. Τόσο ισχυρό, που καταλήγει να είναι μια υπερ-πραγματικότητα, κάτι σαν κανόνας που ορίζει και δυναστεύει και τις δικές μας ζωές σήμερα.

Πάρτε για παράδειγμα την ημερολογιακή καταγραφή της 14ης Φεβρουαρίου 1940, όπου περιγράφει πώς πέρασε το προηγούμενο βράδυ με φίλους στο σπίτι του, στην Κυδαθηναίων. Πέρα από την γοητευτική ατμόσφαιρα του προπολεμικού λογοτεχνικού σαλονιού που αναδύεται ή τις περιγραφές και τις κρίσεις του για πρόσωπα που είναι μύθοι για μας σήμερα, στις λίγες αράδες που ακολουθούν αποκαλύπτονται πάγια ελαττώματα και κακοδαιμονίες της φυλής. Ελαττώματα και κακοδαιμονίες που εν πολλοίς ευθύνονται και για την σημερινή Κρίση. Αντιγράφω από τις Μέρες Γ΄ (Ίκαρος, σελ. 168-69) μονοτονικά για πρακτικούς λόγους:

.

Σπίτι, χτες βράδυ, ο Ελύτης, ο Durrell και οι δυο μικροί, Βαλαωρίτης και Καμπάς. Ο Β. διαβάζει ποιήματά του. Έπειτα μιλούμε για τα Νέα Γράμματα που αυτές τις μέρες βγάζουν το τελευταίο τους τεύχος. O Durrell ρωτά γιατί δεν κάνουμε κάτι πιο εξωφρενικό, κάτι in a smooth Dada way. Ίσως να του έχει κάνει εντύπωση η παγερή σοβαρότητα των πρωτοπόρων νέων εδώ. Υποστηρίζει πως έτσι θα εξασφαλίζαμε πλατύτερο κοινό. «Το σπουδαίο είναι», παρατηρεί, «να κυκλοφορεί η ποίηση, το μέσο δεν έχει σημασία.» Δοκιμάζω να του εξηγήσω, χωρίς επιτυχία, πόσο λείπει το κέφι από τη λογοτεχνική ζωή μας· ένα κέφι, ας πούμε τα «Μονοκοτυλήδονα»· πόσο νιώθει κανείς τον εαυτό του μόνο στην άγονη τούτη ερημιά – είναι αναγκασμένος να διασκεδάζει μόνος.

Έπειτα βγήκα λίγο με τον Ελύτη και τον Γκάτσο· το περιοδικό δεν βγαίνει από το νου τους. Όμως το αποζητούν απροσδιόριστα, θολά· χωρίς να ξέρουν καλά-καλά τι μπορούν να του προσφέρουν και χωρίς να έχουνε πάρει την απόφαση να μοχθήσουν. Ο Ελύτης το θέλει «cahiers»· βρίσκεται ακόμη στο αριστοκρατικό στάδιο της τέχνης. Τους προτείνω δυο σχέδια, προσπαθώντας να τους κάνω να καταλάβουν πως τέτοια πράγματα πετυχαίνουν μόνο όταν βρεθούν άνθρωποι αποφασισμένοι να υπηρετήσουν. Ο πρώτος τρόπος, ο πιο νωχελής οι Ισημερίες: δυο φορές το χρόνο· ο καθένας μας θα δημοσίευε κομμάτια όχι αρκετά μεγάλα για να γίνουν βιβλίο. Ο άλλος τρόπος –θα ήθελα να μπορούσε να πραγματοποιηθεί κάποτε ένα τέτοιο περιοδικό– Το Ζώδιο: αυτό το βλέπω πολύ καθαρά· μια φορά το μήνα, με το ζώδιο του μηνός τυπωμένο στο ξώφυλλο· δυο μέρη· στο πρώτο η συνεργασία ενός μόνο συνεργάτη: μια σειρά ποιημάτων, μια μελέτη, μια καλή μετάφραση ή άλλη πρόζα (ένα τυπογραφικό τουλάχιστο)· στο δεύτερο, το περιοδικό, το παροδικό μέρος, μεγάλη ποικιλία: κριτικά σημειώματα, πολεμική, ξένη πνευματική κίνηση· σχόλια· ημερολόγιο του μηνός· θα ήθελα ζωντάνια, κέφι· ίσως η συνεργασία ανώνυμη. Αλλά πώς θα μπορούσε να φανεί σήμερα ένα τέτοιο τεύχος.

«Τι θα κάνω στη ζωή μου»

Ήταν μια στιγμή συνειδητοποίησης του εαυτού του, αυτό που οι παλιοί θα ονόμαζαν «επιστροφή στον εαυτό».

Συνήθως σκεφτόμαστε, αποφασίζουμε, διστάζουμε, μιλάμε, δρούμε χωρίς να έχουμε αντίληψη του ποιοι πραγματικά είμαστε, τι πραγματικά είμαστε, ποια η πραγματική θέση μας στον κόσμο. Σκεφτόμαστε, αποφασίζουμε, διστάζουμε, μιλάμε, δρούμε σαν να είμαστε το κέντρο του κόσμου –έστω: το κέντρο του κόσμου μας – κι όχι μόνο μια μικρή-μικρούτσικη ψηφίδα του, που ό,τι και να κάνει, ό,τι και να αποφασίσει, δεν μπορεί να αναταράξει το παχύ υγρό που τον περιτριγυρίζει.

Αλλά εκείνη τη στιγμή που ξεστόμισε την φράση «Τι θα κάνω στη ζωή μου» αντιλήφθηκε απολύτως ποιος / πού / πώς ήταν.

Όχι απόλυτα, βέβαια, και όχι βαθιά.

Η απόλυτη, η βαθιά συνειδητοποίηση είναι οδυνηρή κι μπορεί να έχει αποτελέσματα στο άτομο που ούτε το ασυνείδητό του δεν μπορεί να προβλέψει και να ελέγξει, γι’ αυτό και όλοι έχουμε αναπτύξει ισχυρότατους μηχανισμούς πρόληψης. Ήταν μια ρηχή, επιδερμική συνειδητοποίηση, αρκετή όμως για να προκαλέσει έναν σεισμό που θα επανατοποθετούσε τις τευτονικές πλάκες εντός του.

.

Ήμασταν σε ένα καφέ στο Κέντρο. Η συζήτηση μας είχε πάρει αργά. Είχα χάσει το γυμναστήριο και σκεφτόμουν να προτείνω να περπατήσουμε κανα μεσάωρο και μετά να καταλήξουμε σε κάποια ταβέρνα –η κουβέντα ούτως ή άλλως τσούλαγε ευχάριστα.

Και τι λέγαμε; Τα γνωστά: Τι κάνουμε, τι θέλαμε να κάνουμε, γιατί δεν κάνουμε όσα θέλαμε αναμεμειγμένα με κρίσεις για βιβλία και σινεμά, την πολιτική και οικονομική κατάσταση, νέα για φίλους και γνωστούς.

Και τότε σήκωσε τα χέρια πίσω από τους ώμους, τεντώθηκε και πρόφερε τις γνωστές έξι λέξεις:

«Τι θα κάνω στη ζωή μου»

Αν σταματούσε εκεί, όλα θα ήταν απλά και συνηθισμένα. Αλλά αίφνης, σαν να πνίγηκε, τινάχτηκε από την καρέκλα του κοιτάζοντας προς το μέρος μου και με βλέμμα φρίκης ψέλλισε:

«Μιλάω για το τι θα κάνω στη ζωή μου, σαν η ζωή να είναι κάτι το μελλοντικό· σαν να μη την ζω ήδη· σαν να μην έχω ήδη καταναλώσει την μισή και παραπάνω».

Έσκυψε το κεφάλι πάνω από την άδεια κούπα του καφέ. Πέρασαν έτσι ένα ή δύο λεπτά, που τα κάλυψα μιλώντας για κάτι – λόγια που δεν διέφεραν πολύ σε νόημα και ουσία από τον θόρυβο των εξατμίσεων που έφταναν στ’ αυτιά μας.

Έπειτα σήκωσε το κεφάλι, χλωμός, με ιδρώτα να γυαλίζει στους κροτάφους και μάτια κόκκινα, σαν να είχε μόλις κερδίσει μια σώμα με σώμα μονομαχία έως θανάτου

«Πάμε;»

«Πάμε» απάντησα

Κι άρχισα να σκέφτομαι πώς θα πέρναγα το βράδυ.