Γ. Σεφέρης: [Βράδυ 13ης Φεβρουαρίου 1940]

Ο Σεφέρης δεν ήταν ένας άνθρωπος που έγραφε απλώς ωραία ποιήματα. Ούτε και διεισδυτικός δοκιμιογράφος, άριστος χειριστής του λόγου ή διπλωμάτης που του έτυχε να ζήση από κοντά μερικές από τις πιο δύσκολες και περίπλοκες περιπέτειες της πρόσφατης εθνικής μας ιστορίας.

Το σημαντικότερο χαρακτηριστικό του, αυτό που μας κάνει να τον διαβάζουμε και σήμερα, είναι αυτό που ο Κωστής Παπαγιώργης αναφέρει ως «ισχυρό αίσθημα της πραγματικότητας» που ποτίζει τα γραπτά του –όλα τα γραπτά του. Τόσο ισχυρό, που καταλήγει να είναι μια υπερ-πραγματικότητα, κάτι σαν κανόνας που ορίζει και δυναστεύει και τις δικές μας ζωές σήμερα.

Πάρτε για παράδειγμα την ημερολογιακή καταγραφή της 14ης Φεβρουαρίου 1940, όπου περιγράφει πώς πέρασε το προηγούμενο βράδυ με φίλους στο σπίτι του, στην Κυδαθηναίων. Πέρα από την γοητευτική ατμόσφαιρα του προπολεμικού λογοτεχνικού σαλονιού που αναδύεται ή τις περιγραφές και τις κρίσεις του για πρόσωπα που είναι μύθοι για μας σήμερα, στις λίγες αράδες που ακολουθούν αποκαλύπτονται πάγια ελαττώματα και κακοδαιμονίες της φυλής. Ελαττώματα και κακοδαιμονίες που εν πολλοίς ευθύνονται και για την σημερινή Κρίση. Αντιγράφω από τις Μέρες Γ΄ (Ίκαρος, σελ. 168-69) μονοτονικά για πρακτικούς λόγους:

.

Σπίτι, χτες βράδυ, ο Ελύτης, ο Durrell και οι δυο μικροί, Βαλαωρίτης και Καμπάς. Ο Β. διαβάζει ποιήματά του. Έπειτα μιλούμε για τα Νέα Γράμματα που αυτές τις μέρες βγάζουν το τελευταίο τους τεύχος. O Durrell ρωτά γιατί δεν κάνουμε κάτι πιο εξωφρενικό, κάτι in a smooth Dada way. Ίσως να του έχει κάνει εντύπωση η παγερή σοβαρότητα των πρωτοπόρων νέων εδώ. Υποστηρίζει πως έτσι θα εξασφαλίζαμε πλατύτερο κοινό. «Το σπουδαίο είναι», παρατηρεί, «να κυκλοφορεί η ποίηση, το μέσο δεν έχει σημασία.» Δοκιμάζω να του εξηγήσω, χωρίς επιτυχία, πόσο λείπει το κέφι από τη λογοτεχνική ζωή μας· ένα κέφι, ας πούμε τα «Μονοκοτυλήδονα»· πόσο νιώθει κανείς τον εαυτό του μόνο στην άγονη τούτη ερημιά – είναι αναγκασμένος να διασκεδάζει μόνος.

Έπειτα βγήκα λίγο με τον Ελύτη και τον Γκάτσο· το περιοδικό δεν βγαίνει από το νου τους. Όμως το αποζητούν απροσδιόριστα, θολά· χωρίς να ξέρουν καλά-καλά τι μπορούν να του προσφέρουν και χωρίς να έχουνε πάρει την απόφαση να μοχθήσουν. Ο Ελύτης το θέλει «cahiers»· βρίσκεται ακόμη στο αριστοκρατικό στάδιο της τέχνης. Τους προτείνω δυο σχέδια, προσπαθώντας να τους κάνω να καταλάβουν πως τέτοια πράγματα πετυχαίνουν μόνο όταν βρεθούν άνθρωποι αποφασισμένοι να υπηρετήσουν. Ο πρώτος τρόπος, ο πιο νωχελής οι Ισημερίες: δυο φορές το χρόνο· ο καθένας μας θα δημοσίευε κομμάτια όχι αρκετά μεγάλα για να γίνουν βιβλίο. Ο άλλος τρόπος –θα ήθελα να μπορούσε να πραγματοποιηθεί κάποτε ένα τέτοιο περιοδικό– Το Ζώδιο: αυτό το βλέπω πολύ καθαρά· μια φορά το μήνα, με το ζώδιο του μηνός τυπωμένο στο ξώφυλλο· δυο μέρη· στο πρώτο η συνεργασία ενός μόνο συνεργάτη: μια σειρά ποιημάτων, μια μελέτη, μια καλή μετάφραση ή άλλη πρόζα (ένα τυπογραφικό τουλάχιστο)· στο δεύτερο, το περιοδικό, το παροδικό μέρος, μεγάλη ποικιλία: κριτικά σημειώματα, πολεμική, ξένη πνευματική κίνηση· σχόλια· ημερολόγιο του μηνός· θα ήθελα ζωντάνια, κέφι· ίσως η συνεργασία ανώνυμη. Αλλά πώς θα μπορούσε να φανεί σήμερα ένα τέτοιο τεύχος.

Tagged: , , , ,

One thought on “Γ. Σεφέρης: [Βράδυ 13ης Φεβρουαρίου 1940]

  1. serenata 09/02/2013 στο 6:04 μμ Reply

    Πολύ ενδιαφέρον Φώτη.
    Καλό Σαββατοκύριακο:)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: