Χθες βράδυ

Φόρεσα το παλτό πάνω από τις φόρμες, αθλητικά παπούτσια, πήρα το κλειδί. Ρώτησα: «Είσαι έτοιμη;» και ήσουν.

Άνοιξα την πόρτα και περίμενα να βγεις. Κλείδωσα.

Έκανε κρύο και ψιλόβρεχε. Σκέφτηκα ότι θα έπρεπε να είχα πάρει και το κασκόλ. Μου κλείναν τα μάτια από τη νύστα και παραπατούσα. Σκέφτηκα τι ωραία που θα ήταν αν μπορούσα να είχα γυρίσει απλώς πλευρό και να κοιμόμουν.

Με έπιασες αγκαζέ κι έγειρες το κεφάλι σου στον ώμο μου. Κάτι ψιθύρισες με φωνή κελαηδιστή, μα δεν το άκουσα. Γύρισα και σου χαμογέλασα –ένα χαμόγελο που πρέπει να ήταν ικανοποιητική απάντηση σε ότι κι αν έλεγες εκείνη την ώρα. Σταμάτησες, σταμάτησα, φιληθήκαμε πεταχτά. Κοιταχτήκαμε στα μάτια κι έγειρες προς το μέρος μου. Ξαναφιληθήκαμε για ώρα, βαθιά. Τα μαλλιά μας νότισαν στο ψιλόβροχο και το κρύο διαπέρασε τα παλτά μας. Άνοιξα τα μάτια και είδα το πρόσωπό σου. Λευκό, αρμονικό, γαλήνιο, κολλημένο πάνω στο δικό μου. Είχες τα μάτια κλειστά. Ξανάκλεισα τα δικά μου και σε έσφιξα πάνω μου. Σκέφτηκα: Κλείνουμε τα μάτια γιατί ξεκόβουμε από τον κόσμο για να παραδοθούμε στον Άλλο ή γιατί αφηνόμαστε στον εαυτό μας;

Σημασία δεν είχε η απάντηση. Σημασία είχε να ξεκολλήσουμε. Το κρύο μου έφερνε ρίγος.

Τελείωσα το φιλί και προχώρησα. Μου έπιασες το χέρι και με ακολούθησες.

Το σάλιο σου στα χείλια μου. Να το σκουπίσω ή θα το παρεξηγήσεις; Μ’ αυτό το κρύο μήπως σκιστούν τα σαλιωμένα χείλια μου;

Ακούω να μου λες ότι ήδη σου λείπω. Σκέφτομαι ότι κάτι θα πρέπει να πω, κάπως να αντιδράσω σ’ αυτό, αλλά οι στιγμές περνούν και η όποια αντίδραση δεν έχει πια νόημα. Εξάλλου φτάσαμε στα ταξί. Σου λέω: «Να μου στείλεις μήνυμα όταν φτάσεις.» Σκέφτομαι τι ωραία θα ήταν αν έπεφτε η μπαταρία του κινητού σου ή καλλίτερα αν το έχανες· αν με άφηνες να κοιμηθώ λίγες ώρες.

Μου λες: «Κι εσύ θα μου τηλεφωνήσεις αύριο πρωί-πρωί». Σκέφτομαι το πρωινό ξύπνημα, το φτηνό πρωινό εσπρέσο, το στρίμωγμα στο λεωφορείο, τους γυμνούς τοίχους του γραφείου, τις προτεραιότητες, τις υποχρεώσεις, τους προγραμματισμούς, τις ευθύνες. «Να μην σε πάρω τώρα;» λέω. Φιλιόμαστε ξανά και ο ξενυχτισμένος ταρίφας ξεφυσάει.

Μπαίνεις μέσα, κλείνω την πόρτα και προσποιούμαι ότι καταγράφω τον αριθμό του ταξί. Σε χαιρετάω με λυπημένη φάτσα πνίγοντας ένα χασμουρητό και με βιαστικά βήματα επιστρέφω στο σπίτι. Πλένω δόντια, πέφτω στο κρεβάτι. Τα μαξιλάρια μου έχουν ακόμα την μυρωδιά των μαλλιών σου. Τα σεντόνια μου τη ζέστα του κορμιού σου, τρίχες και σωματικά υγρά.

Θέλω να γυρίσω πλευρό και να κοιμηθώ. Το κεφάλι μου βουίζει, το κορμί μου, η ψυχή μου είναι άδεια, αλλά ξέρω ότι με περιμένει η τελική ανταλλαγή μηνυμάτων. Να, ήδη ήρθε το πρώτο:

«Έφθασες σπίτι;»

Tagged: ,

One thought on “Χθες βράδυ

  1. ♔DƦάɱα QuƎeи ♔ 21/02/2013 στο 7:37 μμ Reply

    Ίσως τα συναισθήματα που μου δημιουργούνται μέσα απ’ την ανάγνωση της ανάρτησης σου να είναι μπερδεμένα όπως και να ‘χει όμως νομίζω πως όλοι ταξιδέψαμε στην στιγμή που μας περιέγραψες και ίσως να μας έκανες να νιώσουμε πως την βλέπαμε κιόλας σαν εικόνα μπροστά μας!! Καλό απόγευμα🙂

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: