Monthly Archives: Μαρτίου 2013

Εθνικές εορτές

Θα κλείσουν αύριο οι κεντρικοί δρόμοι και κόσμος θα συγκεντρωθεί για να παρακολουθήσει την παρέλαση. Σχολεία, στρατός, επίσημοι, παιδάκια με σημαίες και γονείς με φωτογραφικές μηχανές, συγκινημένοι παππούδες και υπαίθριοι πωλητές ξηρών καρπών, γεμάτοι οι καφενέδες, δημοτικά τραγούδια στα ραδιόφωνα και διαφοροποιημένο το πρόγραμμα των τηλεοπτικών σταθμών.

Το ερώτημα είναι εύλογο. Προκλητικό, αλλά τίμιο και ουσιαστικό:

Τι θέση έχουν όλες αυτές οι γιορτές που απευθύνονται στο συλλογικό μας υποσυνείδητο, εθνικές ή και θρησκευτικές, στο σημερινό γενναίο κόσμο;

Είναι γιορτές που πηγάζουν από το παρελθόν, αναφέρονται σε γεγονότα οπωσδήποτε καθοριστικά και σημαντικά, που συνέβησαν πολλά-πολλά χρόνια πριν.

Κι εδώ θα μπορούσε να πει κανείς ότι βρίσκεται το πρώτο μειονέκτημά τους:

Σε ένα κόσμο που προσπαθεί να αδειάσει τον δημόσιο χώρο από τα πάντα για να μπορέσει το άτομο να νιώσει το δυνατόν πιο ελεύθερο, οι εορτασμοί που αναφέρονται και έρχονται από το παρελθόν δεν είναι παρά μια αλυσίδα που μας δένει πίσω. Η μνήμη, η κληρονομιά είναι οργανικά δεμένη με την παραδοσιακή κοινωνία, την κοινότητα· στη σημερινή κοινωνία των καλά «οργανωμένων διαχωρισμών» μάλλον προβλήματα δημιουργεί.

Κι όμως, η ανάγκη του ανθρώπου να θυμηθεί και να αντλήσει κάποιο νόημα από εκεί είναι τόσο ζωτική, ώστε και οι πλέον ισχυροί μηχανισμοί της παγκοσμιότητας προσπαθούν να την εκμεταλλευτούν. Θεσμοθετούνται και γίνεται προσπάθεια να καθιερωθούν νέες παγκόσμιες γιορτές, που στοχεύουν να καταργήσουν ή να υποκαταστήσουν τις παλαιές απελευθερώνοντας χρόνο και συναίσθημα για το άτομο. Είναι γιορτές, που δεν έχουν σχέση με το παρελθόν, αναφέρονται στο παρόν και αποσκοπούν στο μέλλον –η παγκόσμια ημέρα της ποιήσεως που γιορτάσαμε προχθές είναι μια τέτοια περίπτωση.

Μπορεί όμως ο άνθρωπος να υπάρξει δίχως μνήμη; Μπορεί η ταυτότητα του ανθρώπου να συγκροτείται μόνο από το παρόν, χωρίς να αντλεί από το παρελθόν; Κι αν αυτό είναι δυνατόν, τι σόι άνθρωπος θα είναι αυτός; Σίγουρα ένα νέο είδος ανθρώπου, που όμοιό του δεν γνώρισε ο κόσμος –ο Δυτικός Κόσμος τουλάχιστον.

.

Σε κάθε εθνική επέτειο ο δημόσιος διάλογος επιμένει σε δύο σημεία:

  • Την ανάμνηση του γεγονότος που εορτάζουμε
  • Το νόημα που έχει το γεγονός αυτό για εμάς σήμερα

Οι σχολικές εορτές, τα μηνύματα των ηγεσιών, τα ρεπορτάζ των τηλεοπτικών δελτίων ειδήσεων, ακόμα και οι μπλογκικές αναρτήσεις σε αυτούς τους δύο άξονες συγκροτούνται κατά κανόνα.

Αυτό δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι οι δικές μας ζωές στερούνται νοήματος, αλλά ότι η καθημερινή μας εμπειρία, ο καθημερινός αγώνας, φωτίζεται έστω και στιγμιαία, για ένα εικοσιτετράωρο, όταν συσχετίζεται με αυτές τις λαμπρές πράξεις του παρελθόντος. Οι πολιτισμοί άλλωστε, όπως μας δίδαξε και ο Μπρωντέλ, είναι αργόσυρτες διάρκειες, εμμονικές, δεν υπακούνε στα προστάγματα ούτε της επιστήμης, ούτε της τεχνολογίας, ούτε στις πολιτικές και οικονομικές επιδιώξεις.

Κατά συνέπεια αγκαλιάζουμε το όραμα, ποθούμε έναν κόσμο διαφορετικό, αλλά αναπαυόμαστε πραγματικά στις ιστορίες και τον μύθο των πατέρων μας. Ίσως γιατί, όπως είπε και ο ποιητής, «η μνήμη των προγόνων να είναι βαθύτερη παρηγοριά και πιο πολύτιμη συντροφιά από μια χούφτα ροδόσταμο».

Advertisements

Γιάννης Κότσιρας: Μουσικό Κουτί

Για να πω την αλήθεια, είμαι ανίκανος να γράψω κριτική. Η κριτική προϋποθέτει στοιχειώδη αντικειμενικότητα και απόσταση του κριτή από το κρινόμενο, αλλά πώς να είμαι αντικειμενικός ή να τηρήσω αποστάσεις από νεογέννητα τραγούδια που έχουν ήδη προλάβει να απαλύνουν την βιαιότητα του πρωινού ξυπνήματος, να διώξουν το στρες της δουλειάς, να συνοδέψουν κυριακάτικα μαγειρέματα ή να δώσουν στη νύχτα εκείνη τη φευγαλέα μαγεία που αναζητούμε.

Αυτό που μπορώ να κάνω με σχετική ακρίβεια είναι να περιγράφω αυτό που μου αρέσει και βρίσκω ενδιαφέρον. Και ο τελευταίος προσωπικός δίσκος του Γιάννη Κότσιρα και μου αρέσει και ενδιαφέρον τον βρίσκω.

Front500

Το Μουσικό Κουτί είναι ένας πολιτικός δίσκος. Δεν λείπουν τα ερωτικά, αλλά τα περισσότερα τραγούδια του αναφέρονται στο σήμερα, την Ελλάδα της Κρίσης, τις δυσκολίες και τα αδιέξοδα που όλοι αντιμετωπίζουμε στην καθημερινότητά μας. Από το πρώτο τραγούδι, το Ελεύθεροι Ηττημένοι και το Κάντε όλοι στην άκρη μέχρι τα Μπλουζ των Βαλκανίων και την τελευταία Μπαλάντα του γέρου ένα μελωδικό ψηφιδωτό της Ελλάδας του 2013 στήνεται μπροστά μας, το οποίο δεν είναι ούτε μελοδραματικό, ούτε κραυγαλέο, ούτε στείρα καταγγελτικό. Γιατί τα τραγούδια του Μουσικού Κουτιού μπορεί να είναι καθαρά πολιτικά στη σύλληψη, όπως για παράδειγμα εκείνα της δεκαετίας του ’70, αλλά στην πρόθεση διαφέρουν ουσιωδώς –δεν έχουν τίποτα από το ύφος των τραγουδιών που έχουμε συνηθίσει να λέμε πολιτικά· δεν είναι τραγούδια που θα παιχτούν στα μεγάφωνα κάποιας διαδήλωσης, αλλά που θα τα τραγουδήσει μια παρέα γύρω από ένα καραφάκι τσίπουρο· τραγούδια που θα τροφοδοτήσουν φιλικές συζητήσεις και κατ’ ιδίαν προβληματισμούς και δεν θα συνεγείρουν οπαδούς στις κερκίδες.

Αυτό έχει μια άμεση συνέπεια: Τα τραγούδια αυτά λειτουργούν σαν μια αγκαλιά που μας χωράνε μέσα τους όλους ή, τέλος πάνων, σχεδόν όλους. Δεν φανατίζουν, δεν διχάζουν, ενώνουν. Και για μένα αυτό είναι από τα βασικότερα ζητούμενα της εποχής.

Ο Γιάννης Κότσιρας έγραψε τις μουσικές όλων των τραγουδιών του CD. Ο ίδιος στο σύντομο σημείωμα που υπογράφει αποποιείται τον τίτλο του συνθέτη, αλλά το γεγονός παραμένει: Αποδεικνύει ότι δεν είναι ένας απλός ερμηνευτής, αλλά ότι πρόκειται για έναν εξαιρετικό μουσικό με συγκροτημένη άποψη και ικανότητα να γράψει καλά τραγούδια. Αυτό εξηγεί την αντοχή του στον χρόνο (δεν θα ισχυριστώ ότι μεγάλωσα ακούγοντας τα τραγούδια του, αλλά θυμάμαι τις συμφοιτήτριές μου να είναι ξετρελαμένες μαζί του, γεγονός που, όπως και να το κάνεις, δοκίμασε τη σχέση μας). Κυρίως όμως εξηγεί γιατί ο Κότσιρας, σε αντίθεση με άλλους τραγουδιστές της γενιάς του, διαθέτει συγκεκριμένη μουσική ταυτότητα.

Δεν είναι όμως μόνο οι μουσικές· οι στίχοι του Μουσικού Κουτιού ξεχωρίζουν. Ο Α. Δαβαράκης, ο Στ. Σταύρου, ο Ο. Ιωάννου και η Ο. Μοσχοχωρίτου του εμπιστεύτηκαν εξαιρετικά λόγια.

Παίζουν οι μουσικοί που αποτελούν την μπάντα του Κότσιρα (όσοι τους έχετε δει στο On the Road ξέρετε πόσο καλοί είναι) ενώ σε ορισμένα τραγούδια συμμετέχουν σπουδαίοι σολίστες όπως ο Π. Περυσινάκης.

Ο Γ. Κότσιρας τραγουδάει με την ζεστή, αντρική φωνή του, με τρυφερότητα και δύναμη –νομίζω ότι έχει μπει στην περίοδο της ωριμότητας.

Με δυο λόγια: Το Μουσικό Κουτί είναι ένας καλός δίσκος. Από εκείνους που τους βάζεις ξανά και ξανά στο CD player και τους ακούς κάθε φορά μέχρι τέλους.

Σαρακοστή

Ο παραδοσιακός άνθρωπος πριν τα σημαντικά γεγονότα της ζωής του διένυε μια περίοδο αυστηρής προετοιμασίας. Η συμμετοχή στη χαρά, την γιορτή, στην ομάδα ακόμα δεν θεωρούνταν αυτονόητο ανθρώπινο δικαίωμα. Συνεπώς έπρεπε να αποδείξει την αξία του, να προετοιμαστεί σχετικά, να υποστεί εσωτερική και εξωτερική κάθαρση.

Αν πίσω από αυτά διακρίνετε έναν ανομολόγητο φόβο για τη χαρά, την ευτυχία, την επιτυχία, δεν κάνετε λάθος. Είναι ο ίδιος πάνω-κάτω φόβος που προκαλεί το άγνωστο, το ασυνήθιστο, το ξένο. Η ζωή του παραδοσιακού ανθρώπου ήταν σκληρή –ο θάνατος και η αρρώστια καραδοκούσαν σε κάθε γωνιά του βίου του. Δεν υπήρχαν πολλά περιθώρια για ανεμελιά, χαρά, χαβαλέ. Περισσότερο: Δεν υπήρχε δικαίωμα στην ανεμελιά, δικαίωμα στη χαρά ή τον χαβαλέ. Υπήρχε η σκληρή ανάγκη – τα υπόλοιπα έπρεπε να τα κερδίσει κι έπρεπε να πληρώσει γι’ αυτά και μάλιστα προκαταβολικά.

Σε αυτό το πλαίσιο, η διαδικασία δεν είναι αυτοσκοπός, είναι το μέσον, ο οδικός χάρτης που οδηγεί τον παραδοσιακό άνθρωπο με ασφάλεια στον προορισμό του. Ακολουθώντας τις οδηγίες του μπορεί να ευτυχίσει, να γλεντήσει ή απλώς να υπάρξει χωρίς να προκαλέσει ή να υποπέσει στην ύβρι.

Από όλες τις διαδικασίες και τους κανόνες που είχαν θεσπίσει οι αρχαίοι, εκείνη που έφθασε αλώβητη ως τις μέρες μας είναι οι νηστείες της Εκκλησίας –και πάνω απ’ όλες η νηστεία της Σαρακοστής. Πενήντα μέρες αυστηρού περιορισμού της διατροφής διανθισμένου με πνευματικές ασκήσεις, για την συστολή του πνεύματος, που καταλήγουν στο μεγάλο άνοιγμα της Αναστάσεως. Μια παράξενη περίοδος, φορτισμένη με αρχέγονους και καταγωγικούς συμβολισμούς, εντελώς ξένη στη σύγχρονη εμπειρία μας.

Γιατί αν χάσαμε κάτι τα τελευταία 30 χρόνια είναι η εκτίμηση και η πίστη στην αξία της διαδικασίας. Πεπεισμένοι ότι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα –ή μάλλον τ’ ακυρώνει– διαστέλλαμε τους κανόνες, παρακάμπταμε τις διαδικασίες, μέχρι που τις ακυρώσαμε εντελώς. Ήμασταν –και ίσως παραμένουμε– πεπεισμένοι ότι όλοι αξίζουμε και δικαιούμαστε τα πάντα, τώρα και χωρίς περιορισμούς ή δεσμεύσεις.

Το πληρώνουμε.

Η πτώση μας ήταν και είναι οδυνηρή. Και τόσο ραγδαία, όσο αργή ήταν η άνοδός μας με αερόστατο τις φούσκες μας. Θα πρέπει όμως μέσα από τον πόνο και τη συμφορά να βρούμε την δύναμη να φτιάξουμε νέες  δομές και διαδικασίες και να μάθουμε να λειτουργούμε μέσα στο συγκεκριμένο πλαίσιο.

 

Πέρασαν τα Χριστούγεννα και η Πρωτοχρονιά, η 14η Φεβρουαρίου, πέρασαν και οι Απόκριες. Μπήκαμε στη Σαρακοστή, την περίοδο που ταιριάζει περισσότερο από κάθε άλλη με τις μέρες που ζούμε. Μέρες συστολής και αγώνα. Μόνο να μην ξεχνάμε: Το Πάσχα είναι μπροστά μας.

Τι θέλω κι επιμένω;

Ήταν σχεδόν πέντε το απόγευμα, όταν άνοιγα την εξώπορτα της πολυκατοικίας. Κουρασμένος, μπουχτισμένος, αλλά και με κείνη την υπόγεια ικανοποίηση που σου δίνει μια γεμάτη μέρα. Το μόνο που ήθελα ήταν να πετάξω από πάνω μου τα ρούχα της δουλειάς και να φτιάξω έναν καφέ κι αφού πιω τις πρώτες γουλιές και χαλαρώσω, να διαβάσω λίγη λογοτεχνία ή να κρατήσω μερικές σημειώσεις περί μνήμης, θέμα που με απασχολεί τελευταία.

Μπροστά μου, μπροστά στην πόρτα του ασανσέρ μια κυρία κάπως κοντή, κάπως λεπτή, γύρω στα πενηνταφεύγα –η κυρία που μένει στον τρίτο ή τον τέταρτο. Μαλλί βαμμένο καστανό, σκούρα πράσινη ζακέτα, σακούλες σούπερμάρκετ γύρω από τα πόδια της. Άκουσε την πόρτα να ανοίγει, κάποιον να μπαίνει, αλλά δεν γύρισε να κοιτάξει τι και ποιος.

– Καλησπέρα, είπα με φωνή δυνατή και καθαρή τόσο, που με εξέπληξα, γιατί συνήθως τα μασάω τα λόγια μου, όταν μιλάω σε ξένους.

Μου έριξε ένα βλέμμα όλο καχυποψία κι άρχισε να πιέζει νευρικά το κουμπί του ασανσέρ ξανά και ξανά, λες και θα το εξανάγκαζε να έρθει νωρίτερα, για να την σώσει –από τι; Άγνωστο.

Σκέφτηκα να σταθώ δίπλα της. Να της πω «ωραία ζέστη μας έβαλε στα ξαφνικά» ή «στον τρίτο μένετε ή τον τέταρτο; Είμαι ο γείτονας του πρώτου», αλλά το κατάπια. Φοβήθηκα μήπως της προξενήσω εγκεφαλικό ή κανα έμφραγμα, μήπως λιποθυμήσει από τον τρόμο της ή τρέξει γρήγορα επάνω  παρατώντας τις σακούλες με τα ψώνια και κλειδωθεί διά παντός στο σπίτι της.

Απλώς την προσπέρασα κι ανέβηκα τη σκάλα πιο βαρύς και πιο δύσθυμος.

Σάββατο

Το Σάββατο υπερέχει σαφώς της Κυριακής για τον απλούστατο λόγο ότι προηγείται η Παρασκευή κι ακολουθεί η Κυριακή, ενώ μετά την Κυριακή έρχεται η Δευτέρα.

Και είναι η κατεξοχήν μέρα της προσδοκίας. Όλη τη βδομάδα προγραμματίζω για το Σάββατο ό,τι δεν μπορώ να κάνω, χίλιες-δυο δουλειές και υποχρεώσεις μικρές και μεγάλες, ευχάριστες και δυσάρεστες ή το πιο δύσκολο απ’  όλα: Να μην κάνω τίποτα, να αράξω, να χαλαρώσω –όσο είναι αυτό δυνατό στις μέρες μας.

Και περνάει το πρωινό με χουζούρι, τα εβδομαδιαία ψώνια, μαγειρέματα και σιέστες κι έρχεται το απόγευμα με καφέδες και τηλέφωνα, λίγο διάβασμα ίσως, και ο ήλιος υποχωρεί, το φως αραιώνει και στους δρόμους εμφανίζονται οι πρώτοι έφηβοι που φοράνε τα καλά τους.

Γυρίζω σπίτι μετά τον καφέ και παίζω με το κομπολόι μου –έχω ένα κομπολόι με μεγάλες, βαριές χάντρες από κεχριμπάρι, που το παίρνω μαζί μου μόνο σε τέτοιες περιστάσεις. Μετράω τις χάντρες δυο-δυο ενώ περπατάω και ο ήχος τους επιβιώνει των θορύβων της πόλης και φτάνει στ’ αφτιά μου.

Καθαρός, μελωδικός ήχος.

Σκοτεινές βιτρίνες, τοίχοι καλυμμένοι με αφίσες και γκράφιτι, άδεια μπαλκόνια, άθλιες πλατείες, βανδαλισμένα αγάλματα, ακαθαρσίες σκύλων, αυτοκίνητα με τις μουσικές στο τέρμα και τα παράθυρα ανοιχτά, σπασμένα πεζοδρόμια, ο γερο-ζητιάνος με το βιολί, μυρωδιές ψημένου γύρου και καυσαερίων, ζευγάρια, μπακούρια, οικογένειες, ντόπιοι, ξένοι, περαστικοί, ένα κουβάρι όλοι μας δεμένο σφιχτά.

Όλα μοιάζουν μαγικά. Ασφυκτικά, αλλά μαγικά.

Τσικνοπέμπτη

Θυμάμαι κάτι παιδικές Τσικνοπέμπτες. Φορούσαμε τις στολές μας και με θείους, κουμπάρους, ξαδέρφια και γνωστούς πηγαίναμε στην Ντραμπάτοβα ή τις ψησταριές της Αμφιθέας. Εγώ ντυνόμουν ινδιάνος και ο ένας μου ο αδελφός ζορρό –ο τρίτος δεν θυμάμαι. Θυμάμαι όμως τον θείο μου με καουμπόικο καπέλο να πετάει σερπαντίνες που πέφτανε μέσα στις σαλάτες και τα ψητά. Τα λέγαμε με τον αδελφό μου τις προάλλες: Ωραία ήτανε.

Έπειτα ήρθαν οι φοιτητικές τσικνοπέμπτες. Πολυάνθρωπες παρέες σε ταβερνάκια ή μαγαζιά με ζωντανή μουσική, φωνές και χαβαλές, υπόγεια βλέμματα κι εύκολα συμπεράσματα κι έπειτα κλαμπ και πιο μετά περπάτημα μέχρι το σπίτι της με την ελπίδα ότι θα μου πει ν’ ανέβω.

Αργότερα οι παρέες γίνανε μικρότερες. Πέντε ή έξι άνθρωποι σε ένα δωμάτιο υποφωτισμένο, λουκάνικα στον φούρνο, χοιρινό στο τηγάνι, μοσχάρι με πιπέρια στην κατσαρόλα, τσίπουρο και βότκα, θανατερά ρεμπέτικα στο CD player, μεγάλες κουβέντες, βαριές συζητήσεις, συνωμοτικές ματιές και το χέρι της στο πόδι μου. Κι όλα να διαλύονται στο φως της Παρασκευής που διαπερνούσε τα στόρια…

Τσικνοπέμπτη στο στρατό. Ο αξιωματικός υπηρεσίας έφερε το μπουζουκάκι του (βιομηχανικής κατασκευής και τετράχορδο, αλλά εμένα μου φάνηκε σαν στραντιβάριους), δυο νταμιζάνες κρασί και μεζέδες –είχε αποφασίσει να περάσει καλά. Μαζεύτηκε μια μικρή παρέα από γραφείς, διαβιβαστές, μαγείρους, καμιά δεκαριά άτομα όλοι-όλοι, κι αρχίσαμε να τρώμε και να πίνουμε μιλώντας χωρίς να λέμε τίποτα. Ύστερα έπιασα το μπουζούκι. Έπαιξα μέχρι τις 4 –τότε ξεκινούσε η υπηρεσία μου.

Στα ενδιάμεσα και κάποιες μοναχικές Τσικνοπέμπτες. Με το κινητό τηλέφωνο δίπλα και κάποια οθόνη απέναντι. Ν’ ακούω τις χαρωπές φωνές από τον δρόμο και την μάζωξη των αποπάνω. Τσικνοπέμπτες ήρεμης μελαγχολίας, απ’ αυτές που σμιλεύουν ανεπαίσθητα κάποιες γωνίες του χαρακτήρα.

Τσικνοπέμπτη σήμερα. Θα βγούμε να φάμε ψητά κρέατα ακολουθώντας μια παράδοση, που δεν ξέρω καλά-καλά τι σημαίνει κι αν λέει κάτι σε μένα. Είμαι σφιχτά δεμένος σε μια πραγματικότητα και η τσίκνα δεν αρκεί για να με σηκώσει. Παρόλα αυτά θ’ ανοίξω το βήμα μου και θα ακολουθήσω την παρέα. Αν σε μένα η Τσικνοπέμπτη δεν σημαίνει τίποτα, αυτό δεν συνεπάγεται ότι δεν λέει και στους άλλους. Ή ότι έχω το δικαίωμα να καταστρέψω το όποιο νόημα βρίσκουν σε αυτή.

Αυτό μάλλον θα είναι η ωριμότητα…

Homeland

Μια ομάδα πεζοναυτών που εισβάλλει σε ένα καταφύγιο της Αλ Κάιντα στο Ιράκ, ανακαλύπτει τον Nicholas Brody, έναν συνάδελφό τους, ο οποίος είχε αιχμαλωτιστεί 8 χρόνια πριν και θεωρούνταν νεκρός. Ο Μπρόντι επιστρέφει στην πατρίδα του, όπου η στρατιωτική και η πολιτική ηγεσία τον υποδέχεται με τιμές ήρωα –γι’ αυτούς ο πεζοναύτης που επιβίωσε των βασανιστηρίων των Ταλιμπάν συμβολίζει τον αγώνα κατά της τρομοκρατίας. Όμως η πράκτορας της CIA Carrie Mathison, η οποία είχε λάβει την πληροφορία χρόνια πριν ότι κάποιος αμερικανός είχε προσηλυτιστεί από τους Ταλιμπάν, υποψιάζεται ότι η «ανακάλυψη» του Μπροντι έχει σκηνοθετηθεί από τον ηγέτη της Αλ Κάιντα, ο οποίος ετοιμάζει μια μεγάλη επίθεση στην καρδιά των ΗΠΑ.

HomelandTVSeries

Στη μετά-Μπους εποχή, του οικονομικού πολέμου, της θριαμβευτικής επανεκλογής του Ομπάμα στην Προεδρία, της εξόντωσης του Μπιν Λαντεν, ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας φαντάζει πολύ μακριά –περισσότερο μακριά απ’ όσο πραγματικά είναι, για να πούμε την αλήθεια.

Με δεδομένο μάλιστα ότι πίσω από το Homeland κρύβεται η δημιουργική ομάδα του «ψυχροπολεμικού» 24, ορισμένοι ίσως αναρωτηθούν γιατί να χάσουν τον χρόνο τους παρακολουθώντας μια σειρά με τόσο παρωχημένο (και ενοχλητικό) θέμα.

Η απάντηση είναι απλή:

Ακριβώς γιατί και το θέμα παραμένει δραματικά επίκαιρο, αλλά και γιατί ο χειρισμός του από τους δημιουργούς της σειράς είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον.

Αν στο 24 ο Jack Bauer κατατρόπωνε τους εχθρούς του έθνους σε ένα συναρπαστικό εικοσιτετράωρο, στο Homeland τα πράγματα είναι πιο σκοτεινά, πιο αμφίσημα και λιγότερο, δηλαδή καθόλου, ηρωικά. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε, ότι ένα από τα βασικά ερωτήματα που θέτει αυτό το σήριαλ ουδέποτε απασχόλησε το 24: Γιατί γινεται κάποιος τρομοκράτης; Γιατί επιλέγει κάποιος να καταστρέψει τον εαυτό του μόνο και μόνο για να εξοντώσει τον Άλλο;

Και η απάντηση που δίνει –γιατί δίνει απάντηση– είναι αναπάντεχη, τολμηρή και εξόχως αυτοκριτική: Γιατί εμείς δεν ήμασταν σωστοί· εμείς δεν τηρήσαμε τις αρχές μας και τους φέραμε σε αδιέξοδο –δεν λέω τίποτα παραπάνω για να μην προδώσω την υπόθεση.

Δεν σας κρύβω ότι παρατηρώντας την διαδρομή που έχουν διανύσει οι δημιουργοί του 24 στο Homeland και μαζί τους το κοινό και η ηγεσία των ΗΠΑ (ο Ομπάμα έχει δηλώσει πως είναι η αγαπημένη του σειρά), δεν μπορώ παρά να θαυμάσω αυτό τον λαό. Είναι ακριβώς αυτή η τάση τους να αναθεωρούν τους πάντες και τα πάντα, προπάντων τους εαυτούς τους, που διατηρεί τους Αμερικανούς νέους – και είναι η δική μας συντηρητική και εγκλωβισμένη σε κάθε λογής ταμπού λογική, που μας κρατάει καθηλωμένους και γηραιούς.

Το συναρπαστικό σενάριο υπηρετούν σπουδαίοι ηθοποιοί. Η Claire Daines, η Ιουλιέτα του Baz Luhrmann, στον ρόλο της πράκτορος Carrie, που πάσχει από διπολική διαταραχή, δίνει πραγματικό ρεσιτάλ –ευτυχώς που η τηλεόραση δημιουργεί τέτοιους γυναικείους ρόλους και επιτρέπει σε σπουδαίες ηθοποιούς να μας δείχνουν το ταλέντο τους. Ο Damian Lewis παίζει τον Μπρόντι με μυστήριο και αθωότητα, με την αμφισημία που επιβάλλει ο ρόλος. Αλλά και στους υπόλοιπους ρόλους βλέπουμε ηθοποιούς να λάμπουν, όπως ο M. Patinkin στο ρόλο του μέντορα της Κάρυ ή η πανέμορφη M. Baccarin, που παίζει την συζυγο του Μπρόντι.

Η παραγωγή είναι εξαιρετική – σκηνικά, κοστούμια κτλ όλα άψογα. Και η σκηνοθεσία αναδεικνύει τις ερμηνείες και επιβάλλει έναν ρυθμό που εγκλωβίζει τον θεατή στην ιστορία.

Το Homeland είναι ίσως το καλλίτερο δραματικό σήριαλ της χρονιάς και το συστήνω ανεπιφύλακτα.