Monthly Archives: Απριλίου 2013

Γιοβάν Τσαούς: Πέντε μάγκες στον Περαία

Τον τελευταίο καιρό μ’ αρέσει να γρατζουνάω στον τζουρά μου το Πέντε μάγκες στον Περαία.

Το σημειώνω ως παράξενο, όχι γιατί –Θεός φυλάξοι!– το είχα παραμελημένο, αλλά γιατί παίζω και ξαναπαίζω  ένα κομμάτι που γνωρίζω αιώνες με την εμμονική προσήλωση και το κέφι που δείχνω σε πράγματα και άσματα που μόλις ανακαλύπτω.

Ο Ιωάννης Εϊτζίρίδης, ο Γιοβάν Τσαούς, είναι από τους σημαντικότερους μουσικούς του ρεμπέτικου – πραγματικός μύθος, όχι μόνο για μας τους νεώτερους, αλλά και για τους αρχαίους, τους ανθρώπους του ισναφιού.

Εξαιρετικός οργανοπαίκτης, έπαιζε ένα ιδιόρρυθμο μη-συγκερασμένο μπουζούκι και σπουδαίος συνθέτης με πλούσιες –σπάταλες, θα πουν κάποιοι– μελωδίες, που δεν έπαιζε σε μαγαζιά, αλλά μόνο σε παρέες. Ευτυχώς ηχογράφησε 12 δικά του τραγούδια, όλα ένα προς ένα, όλα αριστουργήματα, κι έπαιξε ταμπούρι και σε δυο τραγούδια του Π. Τούντα, που κάποιοι πιθανολογούν ότι είναι επίσης δικά του.

Οι στίχοι του τραγουδιού είναι εξαιρετικοί – θυμίζουν μικρό διήγημα. Ή εκείνα τα σπουδαία αφηγηματικά τραγούδια που έγραφε ο Νίκος Γκάτσος, όπως Ο Γιάννης ο φονιάς. Μας μεταφέρουν τη συνομιλία μιας παρέας Πειραιωτών με τον τεκετζή, την απόρριψη της δημόσιας διασκέδασης (του τεκέ) και την απόσυρσή τους σε πιο ιδιωτικό χώρο (στο Κουνελάκη, που μου λένε ότι ήταν ένας λόφος στα πέριξ. Βέβαια, μπορεί ο Καλυβόπουλος να λέει βουναλάκι –οι μάγκες άλλωστε έπιαναν τα βουνά όταν ο γιαρές δεν αντέχονταν).

Αρκετά έχουν γραφτεί για το πώς παρουσιάζεται εδώ ο μάγκας, γενναιόδωρος, μερακλής, αφιλοχρήματος, ομαδικός, σε σχέση με τον μοναχικό, φτηνιάρη και παραδόπιστο τεκετζή. Ή τους χορτάκηδες (νομίζω ότι αυτό εννοούσε ο Τσαούσης. Το κορτάκηδες πρέπει να οφείλεται σε λάθος του Καλυβόπουλου ή ιδιόρρυθμη προφορά. Εκτός αν εννοούσε «κολπάκηδες», όπως προτείνει ένας άλλος φίλος κι έχουμε πάλι λάθος, κακή προφορά κτλ), τα πιτσιρίκια και τα πρεζάκια.

Δεν θέλω όμως να μείνω σ’ αυτά –τα έχουν γράψει και θα τα γράψουν καλλίτερα από μένα άλλοι (προτείνω το βιβλίο του φίλου Ν. Καλαποθάκου, Από το κομπολόι στο ρολόι. Μια εσωτερική ιστορία του ρεμπέτικου, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αρμός, όπου υπάρχει σχόλιο και γι’ αυτό το τραγούδι).

Θα ήθελα όμως να επισημάνω τον ιδιόρρυθμο νοσταλγικό τόνο του τραγουδιού. Ιδιόρρυθμο, γιατί δεν νοσταλγεί ακρογιαλιές δειλινά, που κάποτε ζήσαμε ή δεν τα αξιωθήκαμε ποτέ, όπως ο Τσιτσάνης. Ούτε κάποια παλιά κι εξιδανικευμένα χρόνια.

Ο αφηγητής στο τραγούδι αυτό του Γιοβάν Τσαούς νοσταλγεί το ίδιο το παρόν του, το οποίο είναι ήδη παρελθόν.

Εξηγούμαι:

Το τραγούδι ηχογραφήθηκε το 1935, μια περίοδο που η χρήση ινδικής κάνναβης διέπονταν από καθεστώς ημιπαρανομίας, όπως πολύ εύστοχα το χαρακτηρίζει ο Π. Κουνάδης. Τα ατέλειωτα κυνηγητά αργιλεδολατρών ρεμπετών από αργιλεδομάχους αστυνομικούς, αλλά και τα κοινά φουμαρίσματα, έχουν καταγραφεί σε πολλά τραγούδια της εποχής. Ήταν όμως φανερό σε όλους ότι η εποχή που το χασίς θα τίθονταν ολοκληρωτικά και αυστηρά εκτός νόμου, πλησίαζε επικίνδυνα.

Έτσι η πρόκριση της ιδιωτικότητας που αντικαθιστά την λαχτάρα για την κοινωνικότητα του τεκέ, όπως εκφράζεται στο πρώτο τετράστιχο, καταλήγει να είναι μια προετοιμασία για τις δύσκολες εποχές για την μαγκιά, που καταφθάνουν. Αν στο ρεμπέτικο κατά κανόνα τα πράγματα, οι άνθρωποι και οι σχέσεις έχουν δύο διαστάσεις, όπως στο θέατρο σκιών ή την αγιογραφία, όπως επισημαίνει ο Καλαποθάκος, στο συγκεκριμένο τραγούδι ο χρόνος, που είναι πάντα βέβαια παρόν, βιώνεται με πολλαπλό τρόπο: και ως παρόν και ως παρελθόν και ως μέλλον· ή: και ως παρουσία και ως απουσία. Η διάχυτη μελαγχολία του τραγουδιού οφείλεται κυρίως σε αυτή την δυσκολία ταύτισης με τον χρόνο και το παρόν.

Πέρα από τη νοσταλγία και την μελαγχολία, υπάρχει και η εμφαντική προσκόλληση στις αξίες, τις συνήθειες, και τους τρόπους ζωής της μαγκιάς. Το τραγούδι κλείνει με την υπόσχεση, ότι ακόμα κι αν κλείσουν όλοι οι τεκέδες από τα πέριξ, ο μάγκας θα άρει την κουρελού του –σύμβολο του συγκεκριμένου τρόπου ζωής, ό,τι είναι ο Σταυρός για τον Χριστιανό δηλαδή– και θα την μεταφέρει στη σπηλιά.

—-

Θανάσης Παπακωνσταντίνου, Πέντε μάγκες στον Περαία

Χρόνος και Ιστορία

Παρακολουθώ τη συζήτηση που έχει ξεκινήσει εδώ και δύο εβδομάδες για τον υποβιβασμό της ΑΕΚ με επαγγελματικό ενδιαφέρον, καθώς η ιστορία πρωταγωνιστεί. Είναι το βασικό επιχείρημα όσων έψαχναν (ακόμα ίσως να ψάχνουν) παραθυράκι για να χωθεί η ομάδα τους και να μην πέσει, στην ιστορία στηρίζονται οι ελπίδες να ξαναπρωταγωνιστήσει στα ποδοσφαιρικά πράγματα κι ακόμα είναι η αιτία για πολλά από τα δάκρυα που χύθηκαν.

Κερασάκι στην τούρτα αυτή αναμφισβήτητα ήταν οι φωτογραφίες της φλεγόμενης Σμύρνης που δημοσίευσε πρωτοσέλιδα οπαδική εφημερίδα –μπερδεύοντας, φαντάζομαι, την Σμύρνη με την Πόλη, γιατί δεν μπορώ να διανοηθώ ότι θα παραλλήλιζαν τον υποβιβασμό της αγαπημένης τους ομάδας με τη Μικρασιατική Καταστροφή.

Δεν θα μπω στη συζήτηση περί ΑΕΚ –ούτε ειδικός είμαι, ούτε με ενδιαφέρει ιδιαίτερα. Αυτό που με κεντρίζει είναι η αντίληψη περί ιστορίας και κατ’ επέκταση η αντίληψη περί χρόνου, που ξεδιπλώνεται μπροστά μας με αυτή την αφορμή. Κι ακριβώς επειδή η συζήτηση δεν αφορά άμεσα την Ιστορία, τα όσα λέγονται είναι πιο αποκαλυπτικά για την ιδέα που έχει ο μέσος συμπολίτης μας για το θέμα αυτό.

Όπως κι αν ορίσουμε την ιστορία, όποια χρησιμότητα ή επικαιρότητα κι αν της αποδώσουμε, ένα είναι βέβαιο: Είναι η επιστήμη που ασχολείται με το παρελθόν.

Η ιστορική ύλη (ας χρησιμοποιήσουμε αυτόν τον παλαιό όρο) ανήκει πάντα σε ένα τότε και ποτέ στο τώρα. Το παρόν είναι ο χρόνος όχι του ιστορικού γεγονότος, αλλά του ιστορικού επιστήμονα, ο οποίος το εξετάζει με τα εργαλεία, την οπτική, τις αγωνίες του καιρού του, και βέβαια του κάθε αναγνώστη.

Για να το πούμε και διαφορετικά: Άπαξ και κάτι περάσει στην ιστορία, παύει να υπάρχει στο σήμερα. Αν εξακολουθεί και ίπταται ανάμεσά μας είναι μόνο ως ανάμνηση, ιδέα/ιδεολογία/ιδεοληψία, παράδειγμα. Έχει δηλαδή ένα συμβολικό και συναισθηματικό, πολλές φορές και εσωτερικό, πάντως όχι αντικειμενικό βάρος.

Στις ντόπιες παραδοσιακές κοινωνίες το παρελθόν είχε εγκυρότητα ισότιμη με το παρόν. Οι αποφάσεις στις κοινότητες και τις φαμίλιες δεν λαμβάνονταν με κριτήριο τα κάθε φορά δεδομένα μόνο, αλλά και την αργόσυρτη συνέχειά μας –ως κοινότητα άλλωστε δεν λογίζονταν οι κάθε φορά παρόντες μόνο, αλλά όλοι, οι πρώην και οι μετά, οι πεθαμένοι, οι ζωντανοί και οι αγέννητοι. Το Σήμερον κρεμάται πί ξύλου που θα ακούσουμε σε λίγες μέρες από μια τέτοια κοινότητα προέκυψε και μια τέτοια κοινότητα περιγράφει.

Βέβαια, η αντίληψη που έχουν για το χρόνο οι σύγχρονες δυτικές κοινωνίες είναι εντελώς διαφορετική. Αν μη τι άλλο, τα πράγματα κινούνται πλέον με ταχύτητα αστραπής, κι αν δεν είμαστε σε διαρκή εγρήγορση, αδυνατούμε να τα αφομοιώσουμε. Στο πλαίσιο αυτό, ο καθένας μας αξίζει ό,τι κουβαλάει πάνω του εκείνη τη στιγμή. Πολλά λόγια δεν έχουν θέση, κουράζουν και μπερδεύουν.

.

Το παιχνίδι άλλαξε, ο κόσμος άλλαξε, ο χρόνος άλλαξε –δηλαδή αλλάζουν– αλλά εμείς κάπου μπερδευόμαστε. Συγχέουμε το συμβολικό και το εσωτερικό με το αντικειμενικά πραγματικό. Χρησιμοποιούμε την καρδιά εκεί που θέση έχει μόνο η λογική. Το αποτέλεσμα είναι να διεκδικούμε για την ιστορία (μας) ένα ρόλο που εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να παίξει –για να μείνω στο παράδειγμα της ΑΕΚ: Η συμμετοχή στη Super League κάθε ομάδας εξαρτάται από τις φετινές επιδόσεις της στα γήπεδα – φανταστείτε τι θα γινόταν, αν τα πρωταθλήματα κρινόταν με βάση την ιστορία κάθε συμμετέχοντα.

Μπορούμε να κάνουμε το άλμα; Μπορούμε να μπούμε στον παρόντα χρόνο χωρίς να χάσουμε την ψυχή μας; Αυτό είναι το στοίχημα…

Casual Friday

Αν κάτι έχει απωθήσει στο περιθώριο της εμπειρίας του ο σύγχρονος δυτικός άνθρωπος είναι οι τελετές μύησης και κάθαρσης. Στις παραδοσιακές κοινωνίες τα τελετουργικά αυτά είχαν μεγάλη σημασία: Δεν μπορούσες να ξεκινήσεις τίποτα, δεν μπορούσες να συμμετάσχεις σε οτιδήποτε, αν πρώτα δεν περνούσες την κατάλληλη περίοδο προετοιμασίας. Τελετές ενηλικίωσης, αρχής της επαγγελματικής δραστηριότητας, προετοιμασίας για τον γάμο, προπαρασκευής για την συμμετοχή σε εορτές και θρησκευτικά μυστήρια –στις μέρες μας επιβιώνουν ακόμα κάποιες τέτοιες διαδικασίες, όπως η περίοδος νηστείας πριν το Πάσχα.

Γενικά πάντως η νεωτερικότητα άνοιξε τις πύλες που ήταν κλειστές ή, τέλος πάντων, έμοιαζαν κλειδωμένες. Ο άνθρωπος απέκτησε αίφνης πρόσβαση παντού. Δεν χρειάζεται να αποδείξει τίποτα για να γευτεί τους καρπούς του οποιουδήποτε δέντρου. Η αντοχή της τσέπης είναι ο συνηθέστερος περιορισμός –τα ηθικά, πνευματικά, οντολογικά κωλύματα του παραδοσιακού ανθρώπου, ο σύγχρονος τα βιώνει ως οικονομικά.

Το παράδοξο βέβαια είναι ότι καθώς ξεπερνιούνται όλες αυτές οι τελετές και οι διαδικασίες, οι οποίες –ας μην το ξεχνάμε, ούτε να το υποτιμούμε– διαμορφώθηκαν στο πέρασμα μακρών αιώνων για να θεραπεύσουν αρχέγονα ένστικτα, δεν έχει ξεπεραστεί η ανάγκη να υπάρχει μια κάποια τελετή ή διαδικασία πριν τις σημαντικές στιγμές της ζωής μας.

Αν οι αρχαίες θρησκείες και τα μυστήριά τους φαντάζουν εκτός τόπου και χρόνου στο μεγάλο χωνευτήρι της Αμερικής, η ανάγκη να υπάρξει κάτι που θα δώσει νόημα στην επιλογή και την πράξη μας παραμένει: Για να παντρευτούν δεν θα πάνε στο ναό ν’ ακούσουν από κάποιον ξένο κύριο περίεργα ντυμένο κάποια πολύ παλιά, δυσνόητα κείμενα, αλλά θα διαβάσουν τους όρκους που μόνοι τους έγραψαν ενώπιον του φίλου τους που πήρε άδεια να τελεί γάμους μέσω διαδικτύου ειδικά για την περίσταση αυτή.

.

Παρασκευή σήμερα. Για τους Εβραίους η μέρα πριν την Ημέρα του Κυρίου· για τους Χριστιανούς η μέρα πριν την Ημέρα των Ψυχών –ημέρα προετοιμασίας για όλους. Μιας προετοιμασίας άρρητης και μυστικής, που απαιτεί κάθαρση και αποχή από τις πλούσιες τροφές, η οποία για λίγους από εμάς έχει νόημα πλέον.

Παρασκευή σήμερα, η μέρα πριν το Σαββατοκύριακο. Και πηγαίνουμε στη δουλειά μας πιο απλά, πιο καθημερινά ντυμένοι –casual Friday, το λέμε. Η ονομασία μαρτυρά και την καταγωγή της: Αυτή, η καινούργια Παρασκευή μας ήρθε από έξω, από τη Δύση και μας προετοιμάζει για το ξεφάντωμα του Σαββατόβραδου. Ξεφάντωμα, διασκέδαση, διασκόρπισμα, άδειασμα του φόρτου της εβδομάδας για να δημιουργηθεί χώρος για όσα θα μας φέρει η επόμενη. Η απαραίτητη εβδομαδιαία τελετουργία που μας βοηθάει να συνεχίζουμε…

5+1 Τηλεοπτικές σειρές 2012-13

Πέρσι τέτοια εποχή το 24 είχε τελειώσει και το Dexter και το Breaking Bad είχαν ανακοινώσει ότι ολοκληρώνονται, το Gossip Girl μας είχε κουράσει και, γενικά, υπήρχε μια μελαγχολία στην τηλεοπτική μας ζωή. Οι νέες ιδέες τελείωσαν; Ήμασταν καταδικασμένοι να βλέπουμε ανακυκλώσεις των σήριαλ που μας άρεσαν και το Game of Thrones; Ευτυχώς όχι. Τους τελευταίους μήνες, αν και οι ώρες που περνάω καταναλώνοντας τηλεοπτικές εικόνες έχουν μειωθεί δραστικά, πέφτω συνεχώς πάνω σε εξαιρετικά σήριαλ.

Έχουμε λοιπόν και λέμε:

.

The Newsroom

tv-the-newsroom01

Γρήγορο, έξυπνο, με στιβαρή ιδεολογική βάση και σαφή πολιτική στόχευρη, την ίδια στιγμή όμως άνισο και με χάρτινους χαρακτήρες είναι η τελευταία σειρά του Aaron Sorkin.

Το θέμα της απλό: Δείχνει πώς θα έπρεπε να είναι τα Δελτία Ειδήσεων: Μαχητικά, αποκαλυπτικά, ανεξάρτητα, ασυμβίβαστα, αλλά -και εδώ χωράει πολλή συζήτηση- ανακριτικά/εισαγγελικά.

Ο πρώτος κύκλος ήθελε σαφώς να ενισχύσει την προεκλογική καμπάνια του Προέδρου Ομπάμα. Έτσι κάθε επεισόδιο αποτελούσε και συστηματική αποδόμηση της κριτικής των αντιπάλων του. Ελπίζουμε ο δεύτερος να κρατάει περισσότερες αποστάσεις από την αμερικάνικη Κυβέρνηση.

Αναρωτιέται ίσως κανείς, γιατί να παρακολουθήσει ένα σήριαλ που ασχολείται τόσο εντατικά όχι απλώς με την αμερικάνικη πραγματικότητα -αυτή μας έχει καταστεί οικεία με τον ένα ή τον άλλο τρόπο-, αλλά με την αμερικάνικη επικαιρότητα. Η απάντηση είναι απλή: Αφενός μεν γιατί ό,τι συμβαίνει στην Αμερική επηρεάζει κι εμάς, αφετέρου γιατί τα όσα αφηγείται το The Newsroom είναι αποκαλυπτικά και κατατοπιστικά και για όσα συμβαίνουν και στην Ελλάδα.

.

Downton Abbey

DowntonAbbey1

Δεν είναι η πρώτη φορά που ως τηλεθεατές αγωνιούμε παρακολουθώντας τα βάσανα πλουσίων. Είναι όμως από τις ελάχιστες φορές που αυτά παρουσιάζονται με τόσο στιλ και με τρόπο που αφορά και τον απλό, τον μέσο άνθρωπο. Γιατί τα μέλη της οικογένειας Crawleyδεν είναι χάρτινα, όπως στις σαπουνόπερες που συνήθως καταπιάνονται με τέτοια θέματα, αλλά έχουν βάθος και συναίσθημα. Και καθώς ο τηλεθεατής τους βλέπει να ζουν και να επιβιώνουν της ταραγμένης εποχής τους, δεν μπορεί παρά να σκεφτεί τον ίδιο του τον εαυτό, που ζει σε ένα κόσμο που στενεύει συνεχώς.

Έχει, τέλος, σημασία να υπογραμμίσουμε ότι αυτό το εξαιρετικό σήριαλ το σύστησε στους περισσότερους από μας η ΕΡΤ. Αυτό σε μια εποχή που ενημερωνόμαστε με ταχύτητες φωτός από το διαδίκτυο για τα θεάματα που μας ενδιαφέρουν και στους άλλους τηλεοπτικούς σταθμούς κάνουν πάρτι οι εξ ανατολών γείτονές μας, δεν είναι άνευ σημασίας.

.

Homeland

Homeland-

To 24 τελείωσε, ζήτω το Homeland.

Από τους παραγωγούς των περιπετειών του θρυλικού, πλέον, Jack Bauer, μας έρχεται αυτό το σήριαλ που μοιάζει με τον ενήλικο, σκοτεινό αδελφό του 24 -αλλά αυτά τα έχουμε ξαναπεί.

.

Archer

tv-archer-wallpaper-

Δεν είναι ο James Bond, δεν είναι το εκνευριστικό υβρίδο που ακούει στο όνομα Chuck, είναι ο Sterling Malory Archer ή Duchess. Είναι πράκτορας, είναι μυστικός (αν και δεν έχει πρόβλημα να αποκαλύψει την ταυτότητά του προκειμένου να ρίξει καμιά γκόμενα), είναι ωραίος και περιζήτητος (αν και έχει πολλά και σοβαρά θέματα με τη μητέρα του), και είναι και τελείως ηλίθιος.

Ξεκαρδιστικό και, παρότι είναι κινούμενο σχέδιο, απολύτως ενήλικο.

.

Louie

louieslide

Τηλεοπτικές κωμωδίες υπάρχουν πολλές, οι πραγματικά αστείες όμως είναι λίγες και οι πρωτότυπες σπάνιες και δυσεύρετες.

Η πρωτοτυπία δεν έγκειται τόσο στην θεματική του Louie -οι σχέσεις ενός χωρισμένου σαραντάρη με τις δυο μικρές κόρες του, τις γυναίκες, την δουλειά του, την πόλη που ζει και λατρεύει (η Νέα Υόρκη, φυσικά).

Πρωτότυπη είναι η προσέγγιση: Αναμειγνύοντας το stand-up και το sitcom με αισθητική που παραπέμπει στον ανεξάρτητο κινηματογράφο και εξαιρετικό χιούμορ που μπορεί να συγκριθεί μόνο με του Woody Allen, ο Louie C. K. μας παραδίδει την καλλίτερη κωμική σειρά των τελευταίων ετών.

Την λατρεύω και περιμένω πώς και πώς τον καινούργιο κύκλο.

.

House of Cards

house-of-cards-poster

Το House of Cards δεν είναι απλώς ένα πολύ καλή τηλεόραση, φιλοδοξεί να αλλάξει την τηλεόραση. Με τον David Fincher στην καρέκλα του σκηνοθέτη και παραγωγού, τον Kevin Spacey να πρωταγωνιστεί και να είναι executive producer και με ένα team ηθοποιών, σκηνοθετών και παραγωγών που περιλαμβάνει ονόματα όπως Robin Write, Michael Kelly, Andrew Davies, James Foley, Joel Schumacher κτλ, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι κατά πάσα πιθανότητα θα το πετύχουν.

Τις επόμενες μέρες θα συζητήσουμε εκτενέστερα αυτή τη σειρά…

Το ξεχασμένο δίστιχο του Μάρκου

Το 1937 ο Μάρκος Βαμβακάρης ηχογράφησε ένα από τα πιο γνωστά κι αγαπημένα του τραγούδια, το Όλοι οι ρεμπέτες του ντουνιά. Ένα τραγούδι πολύ σημαντικό και από πλευράς μουσικής και ποιητικής, αλλά και από πλευράς ανθρωπολογίας του ρεμπέτικου. Γιατί στο τραγούδι αυτό ο Μάρκος όχι μόνο οριοθετεί τον κόσμο της μαγκιάς και του ρεμπέτικου (αυτό το έχει κάνει στο Καραντουζένι, το πρώτο τραγούδι που ηχογράφησε, αλλά και σε μερικά ακόμα), αλλά γιατί τοποθετεί το άτομο, το εγώ, μέσα σε αυτόν τον κόσμο με πολύ ευδιάκριτο τρόπο.

Το 1961, 24 χρόνια αργότερα, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης και ο Βασίλης Τσιτσάνης επανηχογράφησαν το τραγούδι αυτό σε μια συγκλονιστική εκτέλεση. Άλλαξαν όμως λίγο την ρυθμολογία του, το είπαν κάπως πιο αργά, και εξαιτίας των περιορισμών που έθεταν τα δισκάκια των 45΄ στροφών (έπρεπε όλα τα τραγούδια να ολοκληρώνονται σε 3 και κάτι λεπτά), ένα από τα τέσσερα δίστιχα του Μάρκου έμεινε εκτός και πέρασε σιγά-σιγά στη λήθη –τουλάχιστον για το ευρύτερο κοινό:

Όσοι δεν με γνωρίζουνε, τώρα θα με γνωρίσουν
εγώ κάνω την τσάρκα μου κι ας με καλαμπουρίσουν.

.

Το πρώτο δίστιχο του τραγουδιού (Όλοι οι ρεμπέτες του ντουνιά εμένα μ’ αγαπούνε / μόλις θα μ’ αντικρίσουνε θυσία θα γεννούνε) θέτει τον κοινωνικό ορίζοντα του ρεμπέτη και του αφηγητή: Είναι ο ντουνιάς, ο κόσμος της γειτονιάς, της αγοράς, του καφενείου, του τεκέ, της φυλακής. Εκεί που κινούνταν οι μάγκες και, βέβαια, ο αφηγητής, ο οποίος ήδη από την αρχή παρουσιάζει τον εαυτό του ως κάτι ξεχωριστό: Είναι εκείνος που συγκεντρώνει την αγάπη και τον θαυμασμό όλων.

Το τρίτο δίστιχο (Εγώ φτωχός γεννήθηκα στον κόσμο έχω γυρίσει / μέσα απ’ τα φύλλα της καρδιάς εγώ έχω μαρτυρήσει) βγάζει τον αφηγητή, και κατ’ επέκταση τον κάθε μάγκα, από τον ασφαλή χώρο του ντουνιά και τον φέρνει στον ευρύτερο κοινωνικό ορίζοντα, τον κόσμο. Ο κόσμος δεν είναι η ομάδα, δεν είναι η γειτονιά, κόσμος είναι όλοι, πλούσιοι και φτωχοί, άρρωστοι και υγιείς, ξένοι και δικοί, οι πάντες. Εδώ, μέσα στον κόσμο, ο αφηγητής νιώθει παραμελημένος. Αν στον ντουνιά οι φίλοι θυσιάζονταν για εκείνον, στον κόσμο είναι εκείνος που γίνεται μάρτυρας, που υποφέρει.

Το τέταρτο δίστιχο (Όλοι οι κουτσαβάκηδες που ζούνε στο κουρμπέτι / κι αυτοί μες στην καρδούλα τους έχουν μεγάλο ντέρτι) αναφέρεται σε ένα συγκεκριμένο υποσύνολο της μαγκιάς, τα κουτσαβάκια. Αυτοί, λόγω της ασέβειας, της προκλητικότητας και της επιθετικότητας που επιδείκνυαν, δεν έχαιραν ιδιαίτερης  εκτιμήσεως από τους άλλους μάγκες –ενδεικτικά είναι τα σχετικά τραγούδια που έχουν γραφτεί, ακόμα και από τον ίδιο τον Βαμβακάρη (πχ Ο Φιγουρατζής). Παρόλα αυτά ο Μάρκος βρίσκει στο τραγούδι αυτό δυο λόγια συμπόνιας ακόμα και γι’ αυτούς.

Στο δεύτερο δίστιχο ο αφηγητής διαχωρίζει τον εαυτό του από τον υπόλοιπο κοσμάκη, τα άλλα μέλη του ντουνιά. Ναι, είναι μέρος της ομάδας, αλλά διατηρεί την ιδιοπροσωπεία του. Και αυτή η ιδιοπροσωπεία που μπορεί να του εξασφάλισε την αγάπη κάποιων, είναι ανέκδοτο για ορισμένους σου σιναφιού. Έχει συνείδηση των κοροϊδευτικών σχολίων και του γέλιου εις βάρος του, αλλά δεν μεταβάλει καθόλου τη στάση του. Τον ενδιαφέρει να υπάρχει διατηρώντας όλη την αυθεντικότητα και την αλήθεια του, σαν ξεχωριστός άνθρωπος. Είναι αυτό το δίστιχο που βλέπουμε τον παραδοσιακό άνθρωπο να βγαίνει από την κοινότητα και να εισέρχεται με ό,τι διαθέτει στη σύγχρονη πόλη. Κι αυτό, βέβαια, που ο καθένας μας διαθέτει εν αφθονία είναι ο εαυτός του.

Μόνο που λίγοι τον παίρνουμε τόσο σοβαρά ώστε να τον προστατεύουμε και να τον διακηρύσσουμε όπως ο Μάρκος.

To σώμα προδίδει

Η Τετάρτη ήταν μια συνηθισμένη μέρα:

Δουλειά, φαγητό, αργός καφές στο στέκι της Υμηττού, βόλτα στα πέριξ, ψιλοκουβέντα, λίγο διάβασμα, λίγο γράψιμο…

Η νύχτα της Τετάρτης πάλι ήταν εντελώς ασυνήθιστη:

Ρίγος, πονοκέφαλος, πυρετός, εμετός…

Τι μου είχε συμβεί;

«Έχεις ίωση», μου είπε με σιγουριά η γηραιά φαρμακοποιός, που είναι απέναντι από το σπίτι μου και μου έδωσε αντιπυρετικά. «Κάνε υπομονή, φάε ελαφρά και πιες τσάι.»

«Καφέ; Να πιω καφέ;»

«Τσάι να πιεις.»

«Δεν μ’ αρέσει το τσάι. Καφέ θέλω.»

«Ε, πιες καφέ τότε…»

Μέσα σε λίγες ώρες όλα είχαν αλλάξει:

Το φαγητό από ανάγκη και ηδονή είχε μετατραπεί σε δυσβάστακτη υποχρέωση· το ξεφύλλισμα ακόμα και του τηλεοπτικού περιοδικού, μου προκαλούσε ημικρανίες· το τηλέφωνο χτυπούσε και δεν είχα το κουράγιο, ούτε να απαντήσω, ούτε καν να δω ποιος με έπαιρνε· η παραμικρή διαδρομή, ακόμα και ως την κουζίνα ή την τουαλέτα, έμοιαζε με ταξίδι κι απαιτούσε προσπάθεια και αποφασιστικότητα –ο πυρετός άγγιζε και ξεπέρναγε το 39.

Τα αντιπυρετικά έριχναν την θέρμη κι επανέφεραν τη ζωή στην παλιά της προοπτική, μόνο που εγώ δεν μπορούσα πλέον να ακολουθήσω:

Ένα ωραίο, ζουμερό μπιφτέκι το ζήλευα, αλλά δεν κατέβαινε με τίποτα· κοιτούσα ποιοι με είχαν καλέσει, αλλά δεν είχα καμιά όρεξη να τους τηλεφωνήσω για να μάθω τι ήθελαν· άνοιξα το βιβλίο που κείτεται στο κομοδίνο μου, αλλά τα μάτια μου χοροπηδούσαν στα μαύρα σημαδάκια χωρίς να βγάζουν νόημα.

Ο κόσμος όλος συνέχιζε να υπάρχει όπως και πριν, να κινείται στους ίδιους ρυθμούς, ερήμην μου, προσπερνώντας με, αφήνοντάς με πίσω. Όσο κι αν ήθελα, δεν μπορούσα να ακολουθήσω –αίφνης οι αποστάσεις είχαν μεγαλώσει τραγικά. Οι αντικειμενικές αποστάσεις εννοώ: Το απόγευμα χρειαζόμουν κάτι από το φαρμακείο, αλλά μου φάνηκε αδύνατο να ντυθώ, να βγω από το σπίτι, να διασχίσω τον δρόμο, να περάσω απέναντι, να το προμηθευτώ και να επιστρέψω. Τα 200 αυτά μέτρα ξαφνικά είχαν καταστεί πεδίο αχανές και προτίμησα να αγγαρεύσω για να μου τα φέρουν.

.

Το σώμα μάς προδίδει. Είτε έτσι, ξαφνικά και για λίγο, είτε σταδιακά για πολύ ή για μόνιμα. Το μυαλό, η ψυχή, μπορεί να συνεχίζουν να επιθυμούν και να ονειρεύονται όπως παλιά, το σώμα όμως στέκεται ανάμεσα σε αυτά και την υλοποίηση. Είναι το αιώνιο ανυπέρβλητο εμπόδιο. Η σκληρή πραγματικότητα που μας γειώνει.

Ίσως γι’ αυτό κι ενώ το σώμα μας είναι εμείς –το σώμα μου είναι εγώ– δυσκολευόμαστε να ταυτιστούμε μαζί του. Το θεωρούμε κάτι ξένο, παρείσακτο, επείσακτο. Με την πρώτη το αποκηρύσσουμε και διαχωρίζουμε τον εαυτό μας από αυτό (που είναι ο εαυτός μας). Μιλάμε για το σώμα μας σε γ’ πρόσωπο, σαν να είναι κάτι εκτός και ξένο.

Ιστολόγιο Ημερολόγιο

Ξεφυλλίζοντας το Σημειωματάριο θυμήθηκα ότι πέρσι τέτοιον καιρό ζούσα στο Παρίσι. Σκληρή δουλειά, ατέλειωτες ώρες διαβάσματος στις βιβλιοθήκες, ολονυχτίες αγωνιώδους συγγραφής, αλλά και η όμορφη καθημερινότητα μιας πόλης που κάνει κάθε στιγμή της ζωής σου, όσο επαναλαμβανόμενη κι αν είναι, να μετράει.

Πρόπερσι ήμουν στην Κύπρο. Η Λευκωσία είναι κατάφυτη με λεμονιές, που ανθίζουν και αρωματίζουν την πόλη. Βόλτες τα ζεστά μεσημέρια στα σοκάκια της παλιάς πόλης, δίπλα στην πράσινη γραμμή και τα βράδια, μετά την δουλειά, γύρω από το σπίτι για χαλάρωμα. Επικές συζητήσεις στου Παναγιώτη μέχρι το ξημέρωμα συνοδεία κρασιού ή κονιάκ και λαθραίες συγκομιδές λεμονιών στο δρόμο του γυρισμού.

Κι όλα αυτά τα ανακαλώ όχι απαραίτητα από αναρτήσεις που μιλάνε γι’ αυτά τα πράγματα. Μια γνώμη για όσα ζούμε, μια σκέψη για ένα τραγούδι, δυο λόγια για μια ταινία, ένα βιβλίο, κάποιο CD που τότε ανακάλυψα, και όλο το σκηνικό, τα μικρά και τα μεγάλα, τα απωθημένα και τα πάντα παρόντα, επανέρχονται και καταλαμβάνουν θέση μπροστά μου.

Η αυτοβιογραφία λειτουργεί με απρόσμενους τρόπους.

Κι έχει απρόβλεπτα αποτελέσματα.

Τέτοιες προσωπικές αναρτήσεις, οι δικές μου, οι δικές σας, των άλλων, τεμαχίζουν το διαδίκτυο, όπου χρόνος και χώρος είναι εντελώς χύμα, του δίνουν σχήμα και ρυθμό. Κι έτσι το εντελώς απρόσωπο αποκτά προσωπικότητα, το αχανές γεωγραφείται κι ο χρόνος αποκτά μια επικαιρική λειτουργία που δεν είναι δυνατή στην αντικειμενική ζωή.