Γιοβάν Τσαούς: Πέντε μάγκες στον Περαία

Τον τελευταίο καιρό μ’ αρέσει να γρατζουνάω στον τζουρά μου το Πέντε μάγκες στον Περαία.

Το σημειώνω ως παράξενο, όχι γιατί –Θεός φυλάξοι!– το είχα παραμελημένο, αλλά γιατί παίζω και ξαναπαίζω  ένα κομμάτι που γνωρίζω αιώνες με την εμμονική προσήλωση και το κέφι που δείχνω σε πράγματα και άσματα που μόλις ανακαλύπτω.

Ο Ιωάννης Εϊτζίρίδης, ο Γιοβάν Τσαούς, είναι από τους σημαντικότερους μουσικούς του ρεμπέτικου – πραγματικός μύθος, όχι μόνο για μας τους νεώτερους, αλλά και για τους αρχαίους, τους ανθρώπους του ισναφιού.

Εξαιρετικός οργανοπαίκτης, έπαιζε ένα ιδιόρρυθμο μη-συγκερασμένο μπουζούκι και σπουδαίος συνθέτης με πλούσιες –σπάταλες, θα πουν κάποιοι– μελωδίες, που δεν έπαιζε σε μαγαζιά, αλλά μόνο σε παρέες. Ευτυχώς ηχογράφησε 12 δικά του τραγούδια, όλα ένα προς ένα, όλα αριστουργήματα, κι έπαιξε ταμπούρι και σε δυο τραγούδια του Π. Τούντα, που κάποιοι πιθανολογούν ότι είναι επίσης δικά του.

Οι στίχοι του τραγουδιού είναι εξαιρετικοί – θυμίζουν μικρό διήγημα. Ή εκείνα τα σπουδαία αφηγηματικά τραγούδια που έγραφε ο Νίκος Γκάτσος, όπως Ο Γιάννης ο φονιάς. Μας μεταφέρουν τη συνομιλία μιας παρέας Πειραιωτών με τον τεκετζή, την απόρριψη της δημόσιας διασκέδασης (του τεκέ) και την απόσυρσή τους σε πιο ιδιωτικό χώρο (στο Κουνελάκη, που μου λένε ότι ήταν ένας λόφος στα πέριξ. Βέβαια, μπορεί ο Καλυβόπουλος να λέει βουναλάκι –οι μάγκες άλλωστε έπιαναν τα βουνά όταν ο γιαρές δεν αντέχονταν).

Αρκετά έχουν γραφτεί για το πώς παρουσιάζεται εδώ ο μάγκας, γενναιόδωρος, μερακλής, αφιλοχρήματος, ομαδικός, σε σχέση με τον μοναχικό, φτηνιάρη και παραδόπιστο τεκετζή. Ή τους χορτάκηδες (νομίζω ότι αυτό εννοούσε ο Τσαούσης. Το κορτάκηδες πρέπει να οφείλεται σε λάθος του Καλυβόπουλου ή ιδιόρρυθμη προφορά. Εκτός αν εννοούσε «κολπάκηδες», όπως προτείνει ένας άλλος φίλος κι έχουμε πάλι λάθος, κακή προφορά κτλ), τα πιτσιρίκια και τα πρεζάκια.

Δεν θέλω όμως να μείνω σ’ αυτά –τα έχουν γράψει και θα τα γράψουν καλλίτερα από μένα άλλοι (προτείνω το βιβλίο του φίλου Ν. Καλαποθάκου, Από το κομπολόι στο ρολόι. Μια εσωτερική ιστορία του ρεμπέτικου, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αρμός, όπου υπάρχει σχόλιο και γι’ αυτό το τραγούδι).

Θα ήθελα όμως να επισημάνω τον ιδιόρρυθμο νοσταλγικό τόνο του τραγουδιού. Ιδιόρρυθμο, γιατί δεν νοσταλγεί ακρογιαλιές δειλινά, που κάποτε ζήσαμε ή δεν τα αξιωθήκαμε ποτέ, όπως ο Τσιτσάνης. Ούτε κάποια παλιά κι εξιδανικευμένα χρόνια.

Ο αφηγητής στο τραγούδι αυτό του Γιοβάν Τσαούς νοσταλγεί το ίδιο το παρόν του, το οποίο είναι ήδη παρελθόν.

Εξηγούμαι:

Το τραγούδι ηχογραφήθηκε το 1935, μια περίοδο που η χρήση ινδικής κάνναβης διέπονταν από καθεστώς ημιπαρανομίας, όπως πολύ εύστοχα το χαρακτηρίζει ο Π. Κουνάδης. Τα ατέλειωτα κυνηγητά αργιλεδολατρών ρεμπετών από αργιλεδομάχους αστυνομικούς, αλλά και τα κοινά φουμαρίσματα, έχουν καταγραφεί σε πολλά τραγούδια της εποχής. Ήταν όμως φανερό σε όλους ότι η εποχή που το χασίς θα τίθονταν ολοκληρωτικά και αυστηρά εκτός νόμου, πλησίαζε επικίνδυνα.

Έτσι η πρόκριση της ιδιωτικότητας που αντικαθιστά την λαχτάρα για την κοινωνικότητα του τεκέ, όπως εκφράζεται στο πρώτο τετράστιχο, καταλήγει να είναι μια προετοιμασία για τις δύσκολες εποχές για την μαγκιά, που καταφθάνουν. Αν στο ρεμπέτικο κατά κανόνα τα πράγματα, οι άνθρωποι και οι σχέσεις έχουν δύο διαστάσεις, όπως στο θέατρο σκιών ή την αγιογραφία, όπως επισημαίνει ο Καλαποθάκος, στο συγκεκριμένο τραγούδι ο χρόνος, που είναι πάντα βέβαια παρόν, βιώνεται με πολλαπλό τρόπο: και ως παρόν και ως παρελθόν και ως μέλλον· ή: και ως παρουσία και ως απουσία. Η διάχυτη μελαγχολία του τραγουδιού οφείλεται κυρίως σε αυτή την δυσκολία ταύτισης με τον χρόνο και το παρόν.

Πέρα από τη νοσταλγία και την μελαγχολία, υπάρχει και η εμφαντική προσκόλληση στις αξίες, τις συνήθειες, και τους τρόπους ζωής της μαγκιάς. Το τραγούδι κλείνει με την υπόσχεση, ότι ακόμα κι αν κλείσουν όλοι οι τεκέδες από τα πέριξ, ο μάγκας θα άρει την κουρελού του –σύμβολο του συγκεκριμένου τρόπου ζωής, ό,τι είναι ο Σταυρός για τον Χριστιανό δηλαδή– και θα την μεταφέρει στη σπηλιά.

—-

Θανάσης Παπακωνσταντίνου, Πέντε μάγκες στον Περαία

7 thoughts on “Γιοβάν Τσαούς: Πέντε μάγκες στον Περαία

  1. Βίκυ Παπαπροδρόμου 26/04/2013 στο 5:53 μμ Reply

    Φώτη, ως Εϊτζιρίδη τον ξέρω.

    • fvasileiou 02/05/2013 στο 10:55 πμ Reply

      Κι έτσι είναι σωστό. Ευχαριστώ!

  2. vasilis 28/04/2013 στο 9:04 πμ Reply

    Ωραίο άρθρο Φώτη!

  3. Ελένη 29/04/2013 στο 2:49 μμ Reply

    Ο Νίκος Γκάτσος και ο Γιάννης ο φονιάς ήταν από τα πρώτα τραγούδια που μελέτησα και συνεχίζει να μου αρέσει, δεν είμαι όμως σίγουρα αντικειμενική γιατί ο Γκάτσος είναι ο αγαπημένος μου. Όλη εκείνη η εποχή μας δείχνει τον τρόπο που ζούσαν και την κοινωνία που αντιπροσώπευαν Μ αρέσει βέβαια και το πως αντιλαμβάνεσαι τη μουσική και τους στοίχους :))

  4. spatholouro 13/05/2013 στο 10:23 μμ Reply

    Όλα τα κείμενά σου ωραία, και αυτό ωραίο! Τυχαίνει να είναι και το τραγούδι πρώτο στο προσωπικό τοπ-τεν μου, και το κρούω και εγώ από αμνημονεύτων ετών χωρίς και να έχει ποτέ καταστεί εντός μου αναλώσιμο μουσικοποιητικώς…
    Τώρα για κείνο το «κορτάκηδες», θαρρώ καλά το λέει ο Καλυβόπουλος και ταιριάζει ως σκωπτική λέξη στο συγκείμενο. Ενώ το «χορτάκηδες» όχι, νομίζω, καθώς δεν θα ταίριαζε ο αφηγητής να μην αποδέχεται τον αυτοπροσδιορισμό της παρέας ως χασιστών (εάν «χόρτο» πάει να πει «χασίς», κατά το Λεξικό της Λαϊκής του Δαγκίτση, τουλάχιστον). Το «κολπάκηδες» ακόμα πιο μακράν το θεωρώ ως πιθανότητα, καθότι μου φαίνεται πεποιημένη η λέξη για να μπει στο στόμα της παρέας του τότε, αφενός, και δεν μου πολυκολλάει και νοηματικά,αφετέρου.
    Ας είναι. Σημασία έχει το μη αναλώσιμο

    • fvasileiou 15/05/2013 στο 6:56 μμ Reply

      Καταλαβαίνω τι λες, αλλά εμένα συνεχίζει να μου κάθεται καλλίτερα το «χορτάκηδες».🙂

  5. Θεόδωρος 04/12/2016 στο 10:52 μμ Reply

    Το τραγούδι αυτό με συγκινεί μου αρέσει και προσπαθώ να καταλάβω τι ειναι αυτό που με κάνει να το ακούω και πολλές φορές να ψυθιρίζω τα λόγια και να σιγοτραγουδω
    Σκέφτηκα λοιπόν και προσπάθησα να καταλάβω κάποιες λέξεις που δεν ακούγονται καθαρά
    Κατέληξα λοιπόν στο συμπέρασμα οτι ο σωστός τίτλος του τραγουδιού ειναι πέντε μάγκες του περαια γιατι πιστεύω οτι θέλουν μέσα απο τους στίχους του τραγουδιού να τονίσουνε ότι οι αυθεντικοί μάγκες ειναι οι Πειραιώτες που ζουν στον Πειραιά έχουν τον έλεγχο και γνωρίζουν την περιοχή
    Η αλλη αμφισβητούμενη λέξη ειμαι σίγουρος πως είναι χορτάκηδες γιατί διαχωρίζει τον άνθρωπο που επισκέπτεται τον τεκέ για να απολαύσει τον αργιλέ απο τα ζώα που τα χορτα ειναι η τροφή τους

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: