Monthly Archives: Μαΐου 2013

Τέλος Μαΐου

Τελειώνει ο Μάιος ανάλαφρος και ανθοσκεπής, όπως τον μάθαμε στα παιδικά βιβλία.

Σαν ρετρό τραγουδάκι.

Σαν κλισέ, που δεν πιστεύεις, αλλά κάθε φορά σου τυχαίνει και σε εκπλήσσει ευχάριστα.

Μου άφησε όμως μια λαχτάρα ο φετινός Μάιος: Να σπαταλήσω ανέμελος μια μέρα -έστω λίγες ώρες.

Όταν λέω ανέμελος, εννοώ να μην χάνομαι στις υποχρεώσεις και τις ευθύνες. Να παραδοθώ στην παρόρμηση της στιγμής, χωρίς να νοιαστώ να πολεμήσω – χωρίς να με νοιάζει που θα χάσω την μάχη. Να έχω την (όσο περνάν τα χρόνια όλο και πιο παράλογη) βεβαιότητα πως ό,τι και να γίνει, στο τέλος καλά θα μου πάνε τα πράγματα.

Ζητάω πολλά – το ξέρω. Η ανεμελιά είναι για τους εφήβους και τους πολύ νέους -πιθανόν και για κάποιους ποιητές. Για όλους τους υπολοίπους οι χαρές -όλες οι χαρές, ακόμα και η άνοιξη- κρύβουν πίσω τους κι ένα πένθος -ακριβώς όπως το γιασεμί στο χατζιδακικό

τραγούδι

Advertisements

Μικρό παρόν

Η εμπειρική διάκριση του χρόνου σε παρελθόν, παρόν και μέλλον αφήνει στον πυθμένα της συνείδησης το παρόν, το τώρα, περισσότερο σαν ένα χάσμα ανάμεσα στο πριν και το μετά, παρά σαν μια γέφυρα.

Στιγμιαίο, απειροελάχιστα μικρό και θνησιγενές, το παρόν δεν έχει τίποτα από το βάθος του παρελθόντος, το οποίο έχει εξαγνιστεί από τη μνήμη, ούτε από την απεραντοσύνη του μέλλοντος, που φωτίζεται από την ελπίδα και την επιθυμία. Σκονισμένο, ιδρωμένο, μίζερο, κατώτερο των προσδοκιών, υποκείμενο στην ανάγκη και τον συμβιβασμό, το παρόν πιο πολύ απογοητεύει, παρά ενθουσιάζει.

Ειδικά στον σύγχρονο δυτικό άνθρωπο, το παρόν μόνο ως ανάμνηση, δηλαδή ως παρελθόν, δικαιώνεται: Οι προετοιμασίες των γάμων, για παράδειγμα, αποσκοπούν περισσότερο στη δημιουργία όμορφων αναμνήσεων, παρά ενός πανηγυρικού παρόντος. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η δημιουργία μηχανισμών που «μικραίνουν» ακόμα περισσότερο το παρόν, ενώ παράλληλα αναδεικνύουν ένα αγλαϊσμένο παρελθόν και υψώνουν το τοτέμ κάποιου ελπιδοφόρου μέλλοντος, είναι απολύτως λογική.

Κι όμως, το παρόν προσφέρει ένα σωρό ευκαιρίες, αφορμές κι αιτίες για να χαρούμε και να βιώσουμε ψυχική και σωματική ανάταση. Δεν χρειάζεται να περιμένουμε το (όποιο) μέλλον, ούτε να ξεψυχήσει το παρόν για να το αγαπήσουμε.

Τώρα, τη στιγμή που γράφω αυτές τις γραμμές, δυο έφηβοι κρατιούνται από το χέρι και δοκιμάζουν το πρώτο τους φιλί. Ένας εικοσάχρονος παθιασμένος με το γράψιμο ψάχνει έναν διαφορετικό, δικό του τρόπο για να πει «μου ράγισες την καρδιά». Μια ερευνήτρια πιέζει τα μάτια της πάνω στο μικροσκόπιο, παλεύοντας να βρει νόημα στα φωτεινά στίγματα που προβάλλονται. Ένα νήπιο χρησιμοποιεί την τουαλέτα για πρώτη φορά. Μια δύσκολη εγχείριση μόλις τελείωσε επιτυχώς και κάποιος αποθεραπευμένος παίρνει εξιτήριο μετά από μακρά νοσηλεία. Δυο άγνωστοι πιάνουν κουβέντα στο λεωφορείο δι’ ασήμαντον αφορμή και ο νούς τους τρέχει γρήγορα όχι σε παράλληλα, αλλά στα ίδια σύμπαντα. Απέναντί μου δυο κορίτσια τρώνε δροσερά βερίκοκα γελώντας κι ένα ηλικιωμένο ζευγάρι περπατάει αγκαζέ στο Ζάππειο ρεμβάζοντας τα άνθη και τις μυρωδιές…

Λίγο, βαρύ και καταθλιπτικό –κι όμως, το μικρό παρόν, η κάθε στιγμή που αναπνέουμε, έχει κάτι για να χαρούμε, κάτι που αξίζει να το νιώσουμε και να το ζήσουμε.

Μπορούμε;

Μαντζάτο

Μαντζάτο ήταν το καθιστικό. Όχι το σαλόνι, το επίσημο δωμάτιο, ούτε η κουζίνα, χώρος χρηστικός και εν μέρει άβατος, ως άτυπος γυναικωνίτης. Το μαντζάτο ήταν το δωμάτιο που τα απογεύματα και τα βράδια μαζευόταν η οικογένεια, τα παιδιά διάβαζαν τα μαθήματά τους ή έπαιζαν, οι μεγάλοι συζητούσαν, έκαναν τις δουλειές τους ή δέχονταν τους φίλους τους και το ραδιόφωνο με ένα σομόν σεμεδάκι πάνω του, έπαιζε εκπομπές από τα βραχέα.

Ήταν ένα δωμάτιο ζεστό, το κέντρο του σπιτιού, η εστία.

.

Μαντζάτο ήταν ένα μπαρ στα Γιάννενα, που δημιούργησε μια άλλη σχέση με τους θαμώνες του. Πρώτα-πρώτα γιατί εκεί δεν αισθανόσουν πελάτης – δεν πηγαίναμε να πιούμε τον καφέ ή το ποτό μας. Πηγαίναμε να περάσουμε την ώρα μας με το ίδιο ακριβώς αίσθημα που βγαίναμε μικρότεροι στις αλάνες και τα πάρκα ή στην πίσω αυλή του γείτονά μας. Κι από ένα σημείο και μετά πηγαίναμε γιατί αυτό δήλωνε κάτι για την κουλτούρα και τα όνειρά μας.

Σήμαινε κάτι το Μαντζάτο.

Σήμανε την μετάβαση από τις μεγάλες συλλογικότητες του ’70 στις μικρές ομάδες του σήμερα –ακριβώς αυτό το μεσοδιάστημα στο χρόνο και το αίσθημα κάλυψε. Καθώς οι πλατείες άδειαζαν από τα πλήθη, καθώς οι μεγάλες ιδεολογίες και οι αυτοκρατορίες κατέρρεαν, το νόημα αναζητήθηκε σε πιο μικρές συνάξεις κι εκφράστηκε ως μια νοσταλγία της παλαιάς, κλειστής κοινότητας. Μια τέτοια κοινότητα νοσταλγίας υπήρξε και το Μαντζάτο ως τις 22 Μαΐου 1999 που κατεδαφίστηκε.

.

Νόημα δεν ξέρω αν βρέθηκε –νομίζω πως όχι δηλαδή.

Από την άλλη, σε όλους εμάς που ερωτευτήκαμε, μεθύσαμε, τραγουδήσαμε, παίξαμε και ρεμβάσαμε μέσα του έχουν μείνει μερικές ζεστές αναμνήσεις.

Και βέβαια το τραγούδι των Πυξ Λαξ –ζωντανή καρτ-ποστάλ μιας εποχής

Άρνηση

Τελειώσαμε την ανάγνωση της Άρνησης του Σεφέρη και ο κ. Κωστάκης μας είπε να το δούμε για λίγο ήσυχα. Εκείνος, κατά πως το συνήθιζε, άρχισε να ξεφυλλίζει την ατζέντα του σοβαρός-σοβαρός –αναρωτιέμαι αν όντως σε κάτι τέτοιες ώρες απορροφούνταν τόσο πολύ με τον προγραμματισμό της ημέρας του ή αν απλώς προσποιούνταν προσπαθώντας να ροκανίσει μια αμήχανη στιγμή.

Περάσανε λίγα λεπτά σκυμμένοι στα βιβλία διαβάζοντας διαγώνια το ποίημα, ρίχνοντας πλάγιες ματιές στους συμμαθητές μας ή πλάγιες κουβέντες ή, ενίοτε, πλάγιες γροθιές, κι όταν οι ψίθυροι άρχισαν να γίνονται βοή, ο κ. Κωστάκης μας ρώτησε τι κατά τη γνώμη μας έλεγε.

Ήταν Μάιος και ήμασταν Γ΄ Γυμνάσιου, ξαναμμένοι και μελαγχολικοί, ρομαντικοί και ωμοί, αντιμέτωποι για πρώτη φορά με όλες τις φριχτές αλήθειες του κόσμου, κρατώντας ή δημιουργώντας το έσχατο ψέμα, την αυτοεικόνα μας –όπως όλοι οι έφηβοι. Και μια και ήταν ένα ποίημα του Σεφέρη, ο οποίος πήρε το Νόμπελ, το οποίο μελοποιήθηκε από τον Θεοδωράκη, ο οποίος είναι πολύ σπουδαίος, κι όλο και κάτι είχαμε ακούσει από εδώ κι από εκεί για αυτούς τους δυο πολύ μεγάλους και για το συγκεκριμένο πολύ σημαντικό ποίημα, αρχίσαμε να σολάρουμε.

Αν θυμάμαι καλά, το σύνθημα το έδωσε η Ουρανία, η οποία ποτέ δεν παραδέχτηκα πόσο πολύ μου άρεσε: Σήκωσε το κατάλευκο χέρι της και είπε κάτι για την ζωή που είναι ένα ταξίδι. Κι άλλα χέρια υψώθηκαν ανυπόμονα. Ο ένας είδε στο ποίημα την αλλοτρίωση (ήταν πολύ της μόδας τότε στα σχολεία –ακόμα ίσως είναι), ο άλλος τον καταναλωτισμό, ο τρίτος για τα αδιέξοδα του σύγχρονου ανθρώπου και κάποιος πέταξε κάτι για την επανάσταση.

Ο κ. Κωστάκης είχε σηκωθεί από την έδρα του και σαν διευθυντής ορχήστρας έδινε τον λόγο με νοήματα, κι όταν οι μεγάλες ιδέες μας τελείωσαν και οι αναγνώσεις μας κατέληξαν σε διαφωνίες («τι λες, ρε βλάκα;», «θα τα πούμε μετά εμείς οι δυο»), αφού έβγαλε το μακρόσυρτο σσσσσσσσσστ!, που ήταν σήμα κατατεθέν του, με ύφος όλο συγκατάβαση μας είπε:

«Τα πράγματα, παιδιά, είναι απλά. Μια παρέα αποφάσισε να πάει μια εκδρομή. Μπήκαν στο αυτοκίνητο, πήγαν σε μια ωραία παραλία κι εκεί άρχισαν τα παιχνίδια, βόλεϊ, ρακέτες, τρεχαλητά. Πέρασε έτσι καμιά ωρίτσα και δίψασαν –τότε συνειδητοποίησαν ότι δεν είχαν πάρει νερό μαζί τους. Η παραλία έρημη, δεν υπήρχε ούτε μπιτς μπαρ, ούτε περίπτερο απ’ όπου θα μπορούσαν να πάρουν ένα αναψυκτικό. Ψάχνουν από εδώ, ψάχνουν από κει και βρίσκουν μια βρύση. Κάνουν να πιουν, αλλά το νερό δεν πίνονταν –γενικά στις παραλίες το νερό δεν είναι καλό, γι’ αυτό να παίρνετε από το σπίτι σας…»

Έτσι συνέχισε μέχρι που χτύπησε το κουδούνι. Η αντίθεση ανάμεσα στις υψιπετείς αναλύσεις μας και την ταπεινή δική του ήταν τόσο έντονη, που η αίθουσα αντηχούσε με πνιχτά γελάκια –ακόμα χαμογελάω όταν τα θυμάμαι.

.

Σήμερα αναγνωρίζω ότι εκείνη την ημέρα ο κ. Κωστάκης, ανεπίγνωστα ίσως, μας έδωσε ένα σπουδαίο μάθημα.

Στη ζωή όλα σχεδόν είναι θέμα οπτικής γωνίας: Οι απόψεις που θα διαμορφώσουμε ή θα υιοθετήσουμε, οι θέσεις που θα διατυπώσουμε, οι αποφάσεις που θα λάβουμε. Και ειδικά σε έναν πολιτισμό της εικόνας, όπως είναι εν πολλοίς ο δικός μας, ο τρόπος που βλέπουμε τα πράγματα είναι καθοριστικός για πολλά.

Για αυτό είναι πολύ σημαντικό να βλέπουμε αυτό που πραγματικά έχουμε απέναντί μας κι όχι εκείνο που νομίζουμε ότι είναι. Φαίνεται εύκολο, αλλά καθόλου δεν είναι. Απαιτεί καθαρό βλέμμα και καθαρό νου. Πάρτε για παράδειγμα εμάς, 15-20 έφηβους που μόλις μας δόθηκε η ευκαιρία, παπαγαλίσαμε βαρύγδουπες λέξεις, προσπαθώντας να φανούμε σπουδαίοι και καίριοι, χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη μας τι είπε ο ποιητής. Μάλιστα, όταν ο Κωστάκης μας το υπενθύμισε, η ποιητική εικόνα μας φάνηκε φτωχή μπροστά στο μεγαλείο των αναλύσεών μας, αστεία.

Έπειτα, μια θεωρία, μια ανάλυση είναι αξιόπιστη και σταθερή μόνο αν στηρίζεται σε σωστή εκτίμηση των υπαρκτών δεδομένων. Πρώτα πρέπει να βλέπουμε καθαρά αυτό που έχουμε μπροστά μας κι έπειτα δι’ αυτού να αρθούμε σε υψηλότερες, λεπτότερες θεωρήσεις. Η αδυναμία να δούμε το προφανές, το αντι-κείμενο, που σχεδόν πάντα δεν είναι παρά άρνηση να αποδεχτούμε την πραγματικότητα, μας οδηγεί σε αυθαιρεσίες και στρεβλώσεις.

.

Χτύπησε κουδούνι και βγήκαμε έξω.

Ο λόφος της Κιάφας δεν είχε ακόμα οικοδομηθεί κι όταν σήμαινε διάλλειμα γέμιζε πιτσιρικαρία από τα παρακείμενα σχολεία. Τρέχαμε, σπρωχνόμασταν, φωνάζαμε ή καθόμασταν πάνω στο χορτάρι και μιλούσαμε με εκείνη την παιδιάστική σοβαρότητα.

Ήμασταν 15 χρονών.

Ήμασταν σίγουροι πως όταν θα βάζαμε την δική μας άνω τελεία στη ζωή, η επόμενη λέξη μας δεν θα ήταν «λάθος».

Μοναξιά

Δεν μου αρέσουν τα κλαμπ, γιατί αισθάνομαι μόνος.

Μπορώ να κάθομαι με τους φίλους μου ώρες στην καρέκλα της καφετέριας χωρίς να ανταλλάξουμε λέξη ή βλέμμα, πίνοντας αργά τον καφέ και χαζεύοντας το κενό και δεν θα νιώσω μοναξιά· μπορώ να μείνω κλεισμένος στο σπίτι μου χωρίς να δω άνθρωπο, χωρίς να τηλεφωνήσω σε ψυχή και να αισθάνομαι ότι είμαι μέσα σ’ όλον τον κόσμο κι ότι όλος ο κόσμος είναι μέσα σε μένα. Αλλά να είμαι σε ένα κλαμπ, ανάμεσα σε γνωστούς, δίπλα στη γυναίκα που θέλω απεγνωσμένα να εντυπωσιάσω και να παγώνω από την ερημιά.

.

Θυμάμαι τον Τσαρούχη σε μια συνέντευξή του να λέει πως τον μεγάλωσαν να πιστεύει ότι η μοναξιά είναι κακό πράγμα· σαν παιδί ντρεπόταν όταν ήταν μόνος και προσπαθούσε να το κρύψει. Χρειάστηκε χρόνος και προσπάθεια, αγώνας πολύς, για να ξεπεράσει αυτό το αίσθημα και να μπορεί να ομολογεί στον εαυτό του και τους άλλους ότι μόνος αισθάνεται άνετα, περνάει καλά, δεν έχει ανάγκη την παρουσία άλλων ανθρώπων.

Θυμάμαι την παρατήρηση του Philip Rousseau στην σπουδαία βιογραφία του Βασιλείου Καισαρείας που συνέγραψε: Ο Βασίλειος, λέει, επειδή ήταν βαθιά μοναχικός άνθρωπος, από τους λίγους φίλους που απέκτησε κατά την διάρκεια της ζωής του, είχε τρομερές απαιτήσεις. Και θεωρούσε ότι τον πρόδιδαν, κάθε φορά που κάποιος από αυτούς δεν ανταποκρινόταν στις απαιτήσεις ή τα στάνταρ του.

.

Στις 8 Οκτωβρίου 1913 ο Ludwig Wittgenstein εγκατέλειψε το Κέμπριτζ και αποσύρθηκε στη βόρεια Νορβηγία, σε ένα απομακρυσμένο σπίτι δίπλα στο φιορδ Sogne. Ο Bertrand Russell, ο τότε δάσκαλός του, θεωρούσε την απόφασή του να απομονωθεί τουχάλιστον παραλογισμό:

«Του είπα ότι θα είναι σκοτεινά και απάντησε ότι αντιπαθεί το φως της μέρας. Του είπα ότι η ζωή θα είναι μοναχική και απάντησε ότι εκπορνεύει το μυαλό του μιλώντας με έξυπνους ανθρώπους. Του είπα πως ήταν τρελός και είπε ο Θεός να τον φυλάει από τη σωφροσύνη. (Ο Θεός σίγουρα θα το κάνει)», έγραφε σε κάποιον φίλο του.

Ουσιαστικά ο Ράσελ, άνθρωπος άλλης γενιάς κι άλλης νοοτροπίας, δεν μπορούσε να καταλάβει τον Βιτγκενστάιν. Όπως επισημαίνει ο Ray Monk, αυτό που ενδιέφερε τον Wit ήταν όχι τόσο να ξεκόψει από τους ανθρώπους –έστω και σπάνια, συναντούσε κάποιους ανθρώπους, απλούς χωρικούς της περιοχής–, αλλά να απομακρυνθεί από την κοινωνία, να απελευθερωθεί από τις προσδοκίες και τις υποχρεώσεις που επιβάλλει ο αστικός τρόπος ζωής.

Εκεί, μακριά από τον σύγχρονο πολιτισμό, ο Wittgenstein έζησε δύο χρόνια κι έγραψε τον Tractatus.

.

Την αίσθηση ότι η κοινωνία περιορίζει το άτομο και δεν του επιτρέπει να ζήσει τη ζωή που επιθυμεί, την συναντάμε σε όλους τους μεγάλους ασκητές της Ύστερης Αρχαιότητας, από τον Αντώνιο και μετά.

Ανοικονόμητοι άνθρωποι. Από το να συμβιβαστούν με τον περίγυρό τους, να νερώσουν το κρασί τους, να κάνουν κάποιες υποχωρήσεις, να υποχρεώσουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να τους αποδεχτούν, προτίμησαν να κυνηγήσουν το απόλυτο, έστω κι αν αυτό σήμαινε ότι θα έπρεπε να ζουν μόνοι, απομονωμένοι και αποξενωμένοι, σε συνθήκες απόλυτης στέρησης και εξαθλίωσης.

Αν για τον Αριστοτέλη εκείνος που επιλέγει να ζει μόνος είναι ή ζώο ή θεός, στην Ύστερη Αρχαιότητα εκείνος που επέλεγε την μοναξιά ήθελε απλώς να πολεμήσει τους δαίμονες και τα πάθη του –τον εαυτό του, θα μπορούσαμε να πούμε. Και ήταν μια μάχη που προκαλούσε όχι τον αποτροπιασμό, αλλά τον σεβασμό της κοινωνίας –ή τουλάχιστον μιας σεβαστής μερίδας της. Ο χριστιανικός μοναχισμός από την άποψη αυτή επέφερε ένα ισχυρό πλήγμα στις αρχαίες πατριαρχικές αντιλήψεις και η Ύστερη Αρχαιότητα είναι και σε αυτό το θέμα η εποχή-μαμή του σύγχρονου κόσμου.

Ταξίδι

Κατά την επίσκεψή του στην Ελλάδα το 1939 ο Henry Miller χρησιμοποίησε βαπόρια, αεροπλάνο, τραίνα, αυτοκίνητα, αλλά και τα πόδια του. Ειδικά όταν επισκεπτόταν φημισμένους αρχαιολογικούς χώρους, όπως το θέατρο της Επιδαύρου ή η Κνωσός, που ήταν αποκλεισμένοι από τα συγκοινωνιακά δίκτυα της εποχής, έπρεπε να βαδίσει αρκετά χιλιόμετρα.

Από αυτή την άποψη, ο τρόπος που προσέγγιζε τα θαυμαστά σπαράγματα του παρελθόντος δεν διέφερε πολύ από εκείνον του μεσαιωνικού πραγματευτή ή του αρχαϊκού οδοιπόρου. Ίδρωσε περπατώντας κάτω από τον ίδιο ήλιο, διασχίζοντας το ίδιο σκηνικό και ξαπόστασε καθήμενος στον ίδιο βράχο. Πάνω από όλα, το αρχαίο θέατρο, η πόλη του φανερώθηκαν με τον ίδιο αργό τρόπο που φανερώνονταν και στους αρχαίους ταξιδευτές.

Από τον χρόνο της Νέας Υόρκης, στο χρόνο του Παρισιού και μετά στον χρόνο της προπολεμικής Ελλάδας, που δεν είχε καλομπεί στον σύγχρονο κόσμο, το ταξίδι του Μίλερ μοιάζει μυθικό / είναι ένα ταξίδι που εμείς δεν θα μπορέσουμε ποτέ να κάνουμε.

Η εμπειρία του ταξιδιού έχει πλέον αλλάξει ριζικά –αυτό που εννοούμε σήμερα με τη λέξη «ταξίδι», δεν υπήρχε δυο γενιές πριν, κι αυτό που εννοούσαν οι παλαιοί, δεν υπάρχει σήμερα.

Χάρη στη σύγχρονη τεχνολογία οι αποστάσεις έχουν μηδενιστεί. Σε λίγες ώρες βρισκόμαστε ασφαλείς στην άλλη άκρη του κόσμου. Πριν τα σύγχρονα μέσα μεταφοράς ακόμα και διαδρομές ασήμαντες για μας σήμερα, πχ Γιάννενα-Ηγουμενίτσα, ήταν μικρές οδύσσειες, εμπειρίες που μπορούσαν να αλλάξουν τον άνθρωπο. Ο παλαιός ταξιδιώτης σε κάθε βήμα του έβλεπε το τοπίο να αλλάζει, τις λαλιές να ξενίζουν, τις συνήθειες να διαφοροποιούνται. Και διέθετε και τον χρόνο να επεξεργαστεί όλες αυτές τις αλλαγές και να τις αφομοιώσει.

Όταν έφθανε στον προορισμό του είχε να αντιμετωπίσει έναν άλλο, κυριολεκτικά ξένο κόσμο –για σκεφθείτε τους Έλληνες του 18ου ή του 19ου αιώνα, που έφυγαν για το εξωτερικό, τον Κοραή, για παράδειγμα, που πήγε από την Σμύρνη στο Παρίσι. Είχε να αντιμετωπίσει ένα εντελώς ξένο περιβάλλον. Τα πάντα ήταν διαφορετικά, από την αρχιτεκτονική, μέχρι τις γεύσεις. Δεν υπήρχαν γνώριμες και καθησυχαστικές γωνιές για ν’ ακουμπήσει. Έπρεπε να πιει το ποτήρι, πικρό ή γλυκό, μέχρι τέλους. Σήμερα η κουλτούρα της παγκοσμιότητας έχει αμβλύνει τις διαφορές –παντού φοράνε τα ίδια ρούχα, τρώμε τα ίδια φαγητά, διασκεδάζουμε με τα ίδια τραγούδια, τις ίδιες ταινίες, τα ίδια βιβλία, έχουμε κοινούς προβληματισμούς ή παράλληλες απόψεις. Οι όποιες διαφορές γίνονται ολοένα και πιο επιφανειακές, εξωτερικές και συντηρούνται επιμελώς από την βιομηχανία του τουρισμού, ώστε να αποτελούν μέρος της εμπειρίας του επισκέπτη.

Και βέβαια έχουν αλλάξει και οι λόγοι για τους οποίους ταξιδεύουμε. Τριήμερο στη Βιέννη ή Σαββατοκύριακο στη Βαρκελώνη ήταν και αδύνατο και αδιανόητο για τους παλαιούς. Τα ταξίδια θέλανε και τον χρόνο τους, που δεν ήταν λίγα εικοσιτετράωρα, και τον τρόπο τους. Ο ταξιδευτής του τριημέρου έχει την ευκαιρία να θαυμάσει διά ζώσης κάποια σημαντικά έργα τέχνης ή μερικά μνημεία, αλλά δεν μπορεί να τα εντάξει στο βίωμά του. Η σχέση του με τα πράγματα και τον τόπο παραμένουν επιφανειακά, περιορίζονται στις φωτογραφίες που θα ανεβάσει στο facebook. Τέτοια ταξίδια δεν ανατρέπουν βεβαιότητες, δεν διευρύνουν ορίζοντες, δεν μπολιάζουν τις ψυχές. Ίσως μάλιστα και να ενισχύουν προκαταλήψεις φόβους και βεβαιότητες.

Ό,τι ονομάζει σήμερα ο δυτικός άνθρωπος «ταξίδι», δεν έχει καμιά σχέση με την συναρπαστική εμπειρία που ονόμαζαν ως τέτοια οι λίγο πιο παλαιοί. Αυτό είναι κάτι που το χάσαμε. Αν μας έχει διασωθεί κάποιο Ταξίδι, αυτό είναι το εσωτερικό, είτε έχει να κάνει με την ψυχή, είτε έχει να κάνει με τις σχέσεις μας.

Για τον Νίκο Γκάλη

Ένα ολόκληρο γήπεδο χειροκροτούσε φωνάζοντας ρυθμικά το όνομά του κι ένας ολόκληρος λαός δάκρυζε μαζί του, όταν η φανέλα του υψώθηκε στη Σάλα που πλέον φέρει το όνομά του. Κι αν η ομόψυχη αναγνώριση στον τόπο μας είναι τόσο σπάνια όσο είναι συχνός ο εξοστρακισμός των αξίων, η καθολική και ενθουσιώδης τιμή σε έναν άνθρωπο που διακρίθηκε μόνο μέσα από τη δουλειά του, που δεν διεκδίκησε κανέναν άλλο ρόλο πέραν αυτής και που επί δύο δεκαετίες δεν απασχόλησε την επικαιρότητα θετικά ή αρνητικά απέχοντας διακριτικά από οτιδήποτε κοσμικό, ίσως να μην έχει προηγούμενο.

galis-23_7_2011

Είμαι κι εγώ ένα από τα πιτσιρίκια της δεκαετίας του ’80 που τα όνειρά του τροφοδοτήθηκαν από τα απίστευτα άλματά του. Είμαι κι εγώ ένας από εκείνους που υποστήριζαν τον Άρη όσο καιρό φορούσε εκείνος την κιτρινόμαυρη φανέλα και μετά (μην το πείτε παραόξω, σας παρακαλώ) ασπάστηκαν για πάρτι του τον Παναθηναϊκό.

Κι επειδή ανάλογο παράδειγμα δεν γνωρίσαμε στη Μ.Γκ. εποχή ούτε στον αθλητισμό, ούτε και σε κάποιον άλλον τομέα, αναρωτιόμουν πώς θα μπορούσα να εξηγήσω στον σημερινό φοιτητή, που εκείνη την εποχή δεν ήταν ούτε έμβρυο, τι σήμαινε για μας ο Γκάλης. Τι σήμαινε, εννοώ, πέρα από το θεαματικό παιχνίδι και την διάκριση του ’87, πέρα από τα μετρήσιμα αποτελέσματα, στο βάθος του ασυνειδήτου μας. Κι επειδή θέλω να συμμετέχει και το Σημειωματάριο σε αυτήν την γιορτή, σκέφτηκα να γράψω, όσο πιο σύντομα και με όση μεγαλύτερη σαφήνεια μπορώ, αυτό ακριβώς. Έχουμε λοιπόν και λέμε:

  • Το ακούμε συχνά ότι ο Γκάλης έφερε τον επαγγελματισμό στο μπάσκετ και τον αθλητισμό. Αλήθεια είναι, αλλά ο Γκάλης έκανε κάτι ακόμα σημαντικότερο: Κόμισε μια άλλη σχέση με την εργασία, μια διαφορετική εργασιακή ηθική. Θυμάμαι ακόμα τις ιστορίες που κυκλοφορούσαν από στόμα σε στόμα (δεν υπήρχαν social media και διαδίκτυο τότε) για το πώς κυκλοφορούσε στο σπίτι του φορώντας ειδικά βάρη στα πόδια του, για να βελτιώσει ακόμα περισσότερο το άλμα του. Αυτό το πάθος για την εργασία, η ολοκληρωτική αφιέρωση, το εμμονικό δόσιμο στην τελειότητα ήταν κάτι άγνωστο ή τέλος πάντων εντελώς σπάνιο για την Ελλάδα εκείνης της εποχής. Η εργασιακή ηθική του Γκάλη ήταν σε πλήρη δυσαρμονία με το γενικότερο κλίμα και εκείνης της εποχής και της μεταγενέστερης. Και τελικά η έλλειψή της είναι που μας έχει κοστίσει περισσότερο κι αυτή αναζητούμε και προσπαθούμε να ανακτήσουμε σήμερα.
  • Ο Γκάλης άνοιξε τους ορίζοντές μας. Ο άθλος του ΄87 ήταν ιδιαίτερα σημαντικός γιατί μας έκανε να μετρήσουμε διαφορετικά και τους εαυτούς μας, αλλά και τον υπόλοιπο κόσμο. Μας έδειξε ένα άλλο τερέν, έξω, που θα μπορούσαμε να αγωνιστούμε και να διακριθούμε, αντί να καθόμαστε μέσα και να αλληλοεξοντωνόμαστε. Για να το σχηματοποιήσουμε: Αν ο Καραμανλής το 1980 έβαλε την Ελλάδα στην Ευρώπη, ο Γκάλης το 1987 έβαλε την Ευρώπη στην Ελλάδα –κάτι εξίσου σημαντικό.
  • Το μπάσκετ είναι ομαδικό άθλημα / ο Γκάλης διακρίθηκε ως εξέχων μέλος μιας σπουδαίας ομάδας –αυτό ήταν πρωτόγνωρο για την Ελλάδα και τους Έλληνες. Μέχρι τότε είχαμε μόνο μονάδες που διέπρεπαν στο διεθνές στερέωμα, ο Μητρόπουλος, ο Παπανικολάου, η Κάλλας. Ποτέ δεν είχε διακριθεί ένα ελληνικό σύνολο, ίσως γιατί μας είναι δύσκολο να λειτουργήσουμε ως σύνολο – τα εγώ μας παραείναι μεγάλα για κάτι τέτοιο. Όμως δόθηκε ένα σήμα, δόθηκε μια κατεύθυνση, ένα παράδειγμα που πάντα θα φωτίζει.
  • Το ανέφερα και πιο πάνω: Ο Γκάλης δεν διεκδίκησε να γίνει τίποτα παραπάνω από εκείνο που ήταν, ένας σπουδαίος μπασκετμπολίστας. Δεν προσποιήθηκε τον διανοούμενο, τον καλλιτέχνη, τον παράγοντα. Αν ο επαγγελματισμός και η ομαδικότητα είναι σπάνια στον τόπο μας, το να περιορίζεται κάποιος διακεκριμένος σε κείνο που πραγματικά είναι καλός ίσως να μην έχει ούτε προηγούμενο, ούτε επόμενο. Κι όμως μια τέτοια αυτογνωσία μας είναι απαραίτητη.

Κλείνοντας ενώνω κι εγώ το δικό μου χειροκρότημα με κείνο των άλλων θαυμαστών του και την φωνή μου στο

ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΛΗΣ ΟΕ ΟΕ ΟΕ!!!