Monthly Archives: Ιουνίου 2013

Γ. Γκλαβίνας, Οι Μουσουλμανικοί πληθυσμοί στην Ελλάδα 1912-1923 – Από την ενσωμάτωση στην ανταλλαγή

Γράφει ο Ν. Καλαποθάκος

Η ιστορία, όταν δεν κλείνεται σε έτοιμα ερμηνευτικά σχήματα, έχει την δύναμη να μας φέρνει σε αντοψία με το πραγματικό, αυτό το τόσο ενοχλητικό για την ελληνική κοινωνία. Αντί του πραγματικού προτιμούμε το διπλό του, που εξυφαίνεται από το αίσθημα, του οποίου την στερεοτυπία, την μερικότητα, το ακράδαντον και την παντοδυναμία εγγυώνται άλλοτε η ιδεολογία και άλλοτε οι έτοιμες αλήθειες, που τόσο η μια όσο και οι άλλες κλείνουν τον δρόμο για το απ’ έξω κοίταγμα του εαυτού.

Το πρόσφατο βιβλίο του Γιάννη Γκλαβίνα έχει την ψύχραιμη εκείνη ματιά, που δίνει η απόσταση, για μια εξαιρετικά κρίσιμη –δεκαετία από τις πολλές– για την Ελλάδα. Κρατώντας ένα νήμα που διατρέχει ολόκληρο το κείμενο, δεν παραθέτει απλώς γεγονότα και συμβάντα –εξαιρετικά πλούσια, διαφωτιστικά και πολλά–, αλλά τα συνθέτει με τέτοιο τρόπο, ώστε από την μια να παρουσιάζεται έκτυπος ένας κόσμος σπαρταριστός στην ζωντάνια του και από την άλλη να αναδεικνύονται οι αντιφάσεις μιας πολιτικής, αυτής του Βενιζέλου, που ακριβώς επειδή διέπετο από μιαν ορισμένου τύπου εθνική ιδέα, μεγαλεπήβολη και υψηλή, αλλά παρωχημένη, η κατάρρευσή της σήμανε και τεράστια καταστροφή.

Χιλιάδες σελίδες έχουν γραφεί για την περίοδο που αρχίζει από τους Βαλκανικούς Πολέμους (1912) και τελειώνει στην μικρασιατική καταστροφή (1922), στην οποία πρωταγωνιστεί ο Βενιζέλος, εστιάζοντας κυρίως στην εξωτερική του πολιτική, στον εσωτερικό διχασμό, στην άνοδο και την πτώση της Μεγάλης Ιδέας ή στην ύπαρξη ή μη αστικής τάξεως στην Ελλάδα. Ο Γκλαβίνας, όμως, γράφει μια ιστορία από το περιθώριο, το υπόγειο και για τα υπόγειά μας που ουδείς θέλει να γνωρίζει, και μάλιστα από μια μεριά που δεν θα περίμενε κανείς: αυτήν του μουσουλμάνου πρώην αφέντη και νυν πρόσφυγα, επαναπατρισθέντος, επαναδιωχθέντος και βαρυνομένου με όλα τα προβλήματα του νεήλυδος στην νέα μητέρα(;) πατρίδα(;), την Τουρκία.

Όταν, μετά το 1918, η πραγματοποίηση της Μεγάλης Ιδέας φαινόταν κοντινή, τα πράγματα στην διεθνή σκηνή είχαν αλλάξει: το δίκαιο του νικητή ετίθετο υπό αίρεση και περιορισμό˙ η πλάστιγγα έγερνε προς το μέρος του θύματος, του αδυνάμου, στην στέγη του οποίου όλοι έσπευδαν να καταφύγουν. Πρώτος που κατενόησε, στα Βαλκάνια τουλάχιστον, την εμβέλεια και την σημασία της μετακινήσεως αυτής ήταν ο Βενιζέλος. Διαφημίζοντας την «παροιμιώδη ευγένεια και την ανεκτικότητα του ελληνικού στρατού και της ελληνικής Πολιτείας», σε αντιδιαστολή με την «ωμότητα» των άλλων, επί παραδείγματι των Βουλγάρων, αυτοανεδείκνυε τον εαυτό του και το ελληνικό κράτος σε μοναδικό εγγυητή της ζωής, της τιμής και της περιουσίας των κατοικούντων στην Ήπειρο, την Μακεδονία και την Θράκη μουσουλμάνων. Εντάσσοντας, όμως, την αρχή αυτή στον εθνικό σκοπό της Μεγάλης Ιδέας, την κατέστησε απλό πολιτικό μέσο προς επίτευξιν ενός σκοπού που δεν συνήδε με το μέσον. Η κοινωνία δεν ακολούθησε –ακόμη και μουσουλμανικά κτήρια εθεωρούντο μισητό παρελθόν˙ από την μια θύμιζαν την σκλαβιά και από την άλλη ήταν εμπόδιο στο κτίσιμο του νέου προσώπου της χώρας, του εκσυγχρονισμένου και ευρωπαϊκού. Το παρελθόν (ο ανατολισμός του μουσουλμάνου, τα δεινά της οθωμανικής σκλαβιάς, αλλά και η παραδοσιακή ελληνική νοοτροπία) έπρεπε να συγχωρηθεί και να υπερβαθεί, αλλά αυτό έχρηζε αφ’ ενός ενός μεγαλυτέρου χρονικού περιθωρίου και αφ’ ετέρου ενός ανθρώπου άλλου τύπου συνειδήσεως. «Ο Κρητικός επιστάτης και ο Μωραΐτης μπράβος» απεδείχθησαν οι πλέον ακατάλληλοι να υπηρετήσουν αυτήν την παράδοξη, γι’ αυτούς, αρχή-μέσον˙ από κοντά και οι ντόπιοι ελληνικοί χριστιανικοί πληθυσμοί: σε ατομικό-προσωπικό επίπεδο οι ντόπιοι μουσουλμάνοι ήταν ανεκτοί και δεκτοί, συλλογικώς, όμως, όχι.

Ο Γκλαβίνας, με μια εξαιρετική κίνηση, απλώνει μπροστά μας όλο το πολυκερματισμένο, αλλά και πολυδύναμο και πολυδιάστατο πεδίο της ιστορίας, από την διεθνή διπλωματία της εποχής και την επίσημη εθνική πολιτική μέχρι την υπόγεια καθημερινότητα που ορίζεται από τις βαθιές νοοτροπίες˙ όταν η αυτοκριτική συνδεθεί με την ευρυχωρία της συνειδήσεως, αποδεικνύεται σε δύναμη ισχυροτέρας εντάσεως από αυτήν που ενέχει η αυτάρκεια του ναρκισσιστικού ειδώλου˙ ο χρόνος, της πρώτης περιπτώσεως, υπερτερεί του χώρου της δευτέρας.

Advertisements

Χαλασμένοι κόσμοι

Σηκώθηκε από το παγκάκι και πήγε παράμερα. Σκυφτό κεφάλι, βαρύ βήμα, χέρια στο πρόσωπο. Καθώς έψαξε την τσάντα της για χαρτομάντιλα, στράφηκε για λίγο προς το μέρος μου και την είδα: Τα μάτια της κόκκινα βουρκωμένα. Πριν σηκωθεί είχε φωνάξει στο τηλέφωνο:

«Φυσικά και χάλασε ο κόσμος! Φυσικά και χάλασε!»

Ένα κορίτσι είκοσι, εικοσιένα χρονών δεν μπορεί να κρατήσει τα δάκρυά του στη Συγγρού, γιατί είδε τον κόσμο να χαλάει μέσα κι έξω της από ένα τηλεφώνημα.

Έτσι είναι:

Αρκεί μια συνδιάλεξη, ένας άνθρωπος για να χαλάσει οριστικά τον κόσμο για μας / να μας κάνει να βλέπουμε τον κόσμο χαλασμένο πλέον. Και είναι μια ενέργεια που δεν μπορεί να αναιρεθεί – ποτέ δεν θα ξαναδούμε τα πράγματα και τους ανθρώπους με τον παλιό μας βλέμμα. Η αναπαρθένευση, όσο ζητούμενη κι αν είναι, άλλο τόσο ανέφικτη φαντάζει.

 

Ένας ηλικιωμένος κάθισε στη θέση που άφησε η κοπέλα· αυτοκίνητα, λεωφορεία, μοτοσικλέτες, τρόλεϊ ανεβοκατέβαιναν χωρίς ένα κόμπιασμα τη Συγγρού· σκόνες στροβιλίζονταν στον αέρα, καυσαέρια χρωμάτιζαν την ατμόσφαιρα· ο ήλιος κατέβηκε ένα κλικ, ο ορίζοντας κοκκίνισε περισσότερο. Όλοι συνεχίσαμε τις τροχιές μας όπως πάντα, κανείς δεν στάθηκε στιγμή.

Δεν υπήρχε λόγος.

Ο χαλασμένος κόσμος του κοριτσιού προστέθηκε στους δικούς μας.

Ωραίο πράγμα ο έρωτας

Το 1992 κυκλοφόρησε το Συγγνώμη για την άμυνα σε μουσική Θ. Μικρούτσικου και στίχους  Κ. Τριπολίτη με τον Γ. Νταλάρα –ένας από τους πιο ενδιαφέροντες δίσκους της τελευταίας εικοσαετίας, αν και μάλλον άνισος, αν τον κρίνουμε αυστηρά.

Πηγαίνοντας ανάδρομα στο ρέμα, που απαιτούσε αισθηματικά τραγουδάκια ή γλυκανάλατες αναφορές στο παρελθόν, που πολύ τις συνήθιζαν τότες στο έντεχνο (πιθανόν ακόμα να τις επιστρατεύουν), ο δίσκος περιείχε τραγούδια για την σκληρή καθημερινότητα. Το Συγγνώμη για την άμυνα είναι ένας πολιτικός δίσκος, όχι από εκείνους που προορίζονται να συνεγείρουν τα πλήθη και να γεμίζουν τα στάδια, αλλά του άλλους, που ενδείκνυνται για κλειστές παρέες και κατ’ ιδίαν ενδοσκόπηση.

Ο δίσκος μας χάρισε δυο μεγάλες επιτυχίες, το Ανεμολόγιο και το Μοναξιά… χιλιάδες φύλλα, πραγματικά εξαιρετικά τραγούδια, που γνώρισαν πολλές επανεκτελέσεις στο μεταξύ. Αλλά ένα από τα τραγούδια, στα οποία κολλάω είναι το 1-0.

Ο μυστηριώδης τίτλος με τους αριθμούς κρύβει ένα αργό ζεϊμπέκικο, που αποτελείται από μια απλή αλλά υποβλητική μελωδία και δυο μικρά τετράστιχα -35 λέξεις όλο κι όλο.

Αυτή η περιγραφή, όσο ακριβής είναι, τόσο απέχει από την πραγματικότητα του τραγουδιού. Γιατί παρά την απλότητα και την συντομία του (2.23΄), το 1-0 δεν είναι ούτε εύκολο, ούτε εύπεπτο.

Ξεκινάει με μια αναφώνηση:

Ωραίο πράγμα ο έρωτας

Μια αναφώνηση, που δεν έχει τίποτα το δοξαστικό, δεν φωτίζει το τραγούδι. Η ειρωνεία της φράσης υπογραμμίζεται από την λιτή, εικονογραφική μελωδία του Μικρούτσικου και την υποχθόνια ερμηνεία του τραγουδιστή.

Μόνο που έχει μια δυσκολία
χρειάζεται το λιγότερο δύο
στη φαντασία του ενός.

Έτσι που το ένα μηδέν του άλλου
να ‘ναι μηδέν του μηδενός

Η δυσκολία, το ζόρι το έρωτα, όπως αναφέρεται στο επόμενο κουπλέ είναι η παράξενη αριθμητική του. Γιατί αν υπάρχει ένας τόπος που το απολύτως λογικό και μετρημένο 1+1=2 δεν ισχύει, είναι η καρδιά. Εκεί, στην καρδιά, στον έρωτα, το 1+1 μπορεί να μας δώσει 1, 2, 3 ή και τίποτα –το λέει και ο Μ. Ρασούλης πολύ όμορφα σε ένα δικό του τραγουδάκι.

Όσο κι αν θέλει ο σύγχρονος άνθρωπος να κρυφτεί, τα μαθηματικά του έρωτα, λογικά μαζί και παράλογα και, πάνω απ’ όλα, αμείλικτα, την μοναξιά του υπογραμμίζουν στο τέλος. Διότι το ένα, όντας ένα, καταλήγει μηδέν.

Ένα καλό κορίτσι

«Θα σε στεναχωρήσω», της είπα, «αλλά ό,τι και να κάνεις, έχεις τη φάτσα καλού παιδιού κι αυτό δεν θ’ αλλάξει».

Μαλλιά βαμμένα κόκκινα, μαύρη φούστα, μαύρο σκισμένο καλσόν, δερμάτινο βραχιόλι ψηλά πάνω από τον αγκώνα, και τώρα καρφί στο κάτω χείλος δεξιά.

«Εγώ νιώθω σαν ένα πολύ-πολύ-πολύ κακό κωλόπαιδο», απάντησε.

«Το θέμα είναι πώς λειτουργείς».

Με κοίταξε για μια στιγμή ανέκφραστη. Πράσινα μάτια, χείλια ανοιχτά ίσα-ίσα για να φαίνεται μια γραμμούλα άσπρο. Και μετά με κλώτσησε κάτω από το τραπέζι.

Γέλασα.

«Γελάς, αλλά να ξέρεις ότι μπορεί να είμαι καλή κι ευγενική, αλλά κάποια μέρα θα σε κλωτσήσω εκεί που πονάς πραγματικά. Το έχω μέσα μου…»

Το ξέρω…

Χρόνια πολλά, Γιώργο!

Δεν το πολυλέμε, αλλά όσοι ασχολούμαστε με τα social media δεν το κάνουμε μόνο για να δημοσιοποιήσουμε τα κείμενά μας, τις φωτογραφίες, τις ανησυχίες μας –οτιδήποτε θεωρεί ο καθένας μας ως πρώτη του προτεραιότητα– αλλά και γιατί έχουμε την βαθύτατη πεποίθηση ότι εδώ συγκροτείται μια νέα κοινωνικότητα. Γνωρίζεις μπλογκερ, τουίτερ, δηλαδή νέους ανθρώπους, επικοινωνείς διαδικτυακά μαζί τους, μοιράζεσαι στιγμές –όπως και στον κανονικό κόσμο δηλαδή. Η εμβέλεια αυτής της κοινωνικότητας, το βάθος των σχέσεων που δημιουργούνται είναι βεβαίως θέμα για συζήτηση και μελέτη, αλλά αυτό δεν είναι το θέμα μας τώρα. Άλλωστε η επόμενη γενιά θα έχει μια καθαρή εικόνα της δυναμικής της διαδικτυακής επικοινωνίας και των σχέσεων που δημιουργούνται.

Αυτή η νέα κοινωνικότητα μοιάζει πολύ με την παλιά: Υπάρχουν παρέες, υπάρχουν πυρήνες, και υπάρχουν αυτοί οι άνθρωποι που έχουν το ιδιαίτερο ταλέντο να συγκεντρώνουν κόσμο γύρω τους και να τους βγάζουν τον καλλίτερο, τον πιο ζεστό τους εαυτό. Είχα την τύχη να γνωρίσω 3,5 τέτοιους ανθρώπους στη ζωή μου, ένας εκ των οποίων είναι ο Βιβλιοθηκάριος.

Τον ήξερα πολλά χρόνια (νομίζω από πάντα) ως μπλόγκερ –τον παρακολουθούσα για την ευαισθησία και την διεισδυτικότητά του. Έπειτα με έμπλεξε στα αφιερώματά του, οπότε γνώρισα και θαύμασα την ικανότητά του να διασαφηνίζει και να οργανώνει. Γίναμε φίλοι στο facebook και, τέλος, πρόσφατα τον γνώρισα κι από κοντά. Δεν καταφέραμε να συζητήσουμε ιδιαίτερα, αλλά εκείνη η βραδιά της γνωριμίας μας επιβεβαίωσε την βασική εικόνα που είχα γι’ αυτόν και διέψευσε αρκετές δευτερεύουσες, αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία.

Σήμερα που έχει τα γενέθλιά του η μπλογκοπαρέα αποφάσισε να οργανώσει μια μικρή γιορτή, στην οποία το Σημειωματάριο συμμετέχει με χαρά και ενθουσιασμό. Πρώτα-πρώτα γιατί αγαπάμε τον Βιβλιοθηκάριο, αγαπάμε τον Γιώργο και θέλουμε να του ευχηθούμε με όλη μας την καρδιά. Αλλά και γιατί, όπως όλες οι γιορτές, έτσι και η σημερινή, δεν αφορά τον εορτάζοντα μόνο, αλλά και όλους όσους συμμετέχουν σε αυτή. Γιατί σήμερα, με την διιστολογική αυτή γιορτή, γιορτάζει με έναν τρόπο και ό,τι πιστεύουμε, προσδοκούμε, στοχεύουμε ως μπλόγκερ.

Αλλά τέτοιες ώρες οι πολλές κουβέντες είναι περιττές. Υψώνω το ποτήρι μου και με τη σειρά μου φωνάζω:

Γιώργο, χρόνια πολλά!

——

Στα Κατσαμάκεια συμμετέχουν επίσης

Nefosis A : Εμπρός λοιπόν καλά μου βιβλία!

roubinakiM : Το μάθημα που πρέπει να πάρεις, μικρέ μου Δίδυμε

Ο Δύτης των Νιπτήρων: Ο φανταστικός Βιβλιοθηκάριος

Deva Aleema: V for Vivliothikarios

Kidscloud: ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ! 😉 ΚΑΤΣΑΜΑΚΕΙΑ 2013

Dina Vitzileou: Κατσαμάκεια 2013, μια γλυκειά όψη του διαδικτύου…

Η κουλτούρα της κραυγής

Μια έρευνα φοιτητών του Washington State University, που δημοσιεύτηκε πριν από λίγες ημέρες, έδειξε ότι οι τουίτερ που έχουν τη μεγαλύτερη επιτυχία δεν είναι όσοι νηφάλια διατυπώνουν τα επιχειρήματά τους, εκείνοι που συζητάνε και παραθέτουν επιχειρήματα κι απόψεις με τον τρόπο που συνηθίσαμε να περιγράφουμε ως «πολιτισμένο», αλλά αυτοί που εκφράζονται χωρίς ενδοιασμούς χρησιμοποιώντας σκληρές και απόλυτες εκφράσεις.

Καμιά έκπληξη. Όσοι περιδιαβαίνουμε την ελληνική τουιτερόσφαιρα δεν χρειαζόμασταν κάποια επιστημονική μέθοδο για να καταλήξουμε στο ίδιο συμπέρασμα.

Δυστυχώς από την άποψη αυτή, το twitter φαίνεται να είναι η μεγαλύτερη διάψευση. Γιατί ειδικά από αυτό περιμέναμε ότι θα συνέβαλε στην διεύρυνση του προβληματισμού, τον εμπλουτισμό της έκφρασης, θα βάθαινε τον δημοκρατικό διάλογο. Αντ’ αυτού βλέπουμε να επικρατούν οι αφορισμοί και οι κραυγές, λες και το τουίτερ είναι ένας κενός χώρος που πρέπει να τον καλύψουμε με τις φωνές μας. Κι ένας λόγος πιο απωθητικός κι από εκείνον τον παλαιοκομματικό που μας ξέβγαλε στους καναπέδες ήδη από το ‘90.

Δεν χρειάζονται φυσικά ούτε θρήνοι, ούτε καλοπιάσματα και γενναιόδωρες εκφράσεις ελπίδας. Το twitter μπορεί να είναι πολύ καινούργιο, αλλά αυτό που παρατηρούμε είναι πάρα πολύ παλιό:

Το όριο του μέσου, του κάθε μέσου, είναι ο κακός μας εαυτός. Ο μόνιμος αντίπαλός μας…