Γ. Γκλαβίνας, Οι Μουσουλμανικοί πληθυσμοί στην Ελλάδα 1912-1923 – Από την ενσωμάτωση στην ανταλλαγή

Γράφει ο Ν. Καλαποθάκος

Η ιστορία, όταν δεν κλείνεται σε έτοιμα ερμηνευτικά σχήματα, έχει την δύναμη να μας φέρνει σε αντοψία με το πραγματικό, αυτό το τόσο ενοχλητικό για την ελληνική κοινωνία. Αντί του πραγματικού προτιμούμε το διπλό του, που εξυφαίνεται από το αίσθημα, του οποίου την στερεοτυπία, την μερικότητα, το ακράδαντον και την παντοδυναμία εγγυώνται άλλοτε η ιδεολογία και άλλοτε οι έτοιμες αλήθειες, που τόσο η μια όσο και οι άλλες κλείνουν τον δρόμο για το απ’ έξω κοίταγμα του εαυτού.

Το πρόσφατο βιβλίο του Γιάννη Γκλαβίνα έχει την ψύχραιμη εκείνη ματιά, που δίνει η απόσταση, για μια εξαιρετικά κρίσιμη –δεκαετία από τις πολλές– για την Ελλάδα. Κρατώντας ένα νήμα που διατρέχει ολόκληρο το κείμενο, δεν παραθέτει απλώς γεγονότα και συμβάντα –εξαιρετικά πλούσια, διαφωτιστικά και πολλά–, αλλά τα συνθέτει με τέτοιο τρόπο, ώστε από την μια να παρουσιάζεται έκτυπος ένας κόσμος σπαρταριστός στην ζωντάνια του και από την άλλη να αναδεικνύονται οι αντιφάσεις μιας πολιτικής, αυτής του Βενιζέλου, που ακριβώς επειδή διέπετο από μιαν ορισμένου τύπου εθνική ιδέα, μεγαλεπήβολη και υψηλή, αλλά παρωχημένη, η κατάρρευσή της σήμανε και τεράστια καταστροφή.

Χιλιάδες σελίδες έχουν γραφεί για την περίοδο που αρχίζει από τους Βαλκανικούς Πολέμους (1912) και τελειώνει στην μικρασιατική καταστροφή (1922), στην οποία πρωταγωνιστεί ο Βενιζέλος, εστιάζοντας κυρίως στην εξωτερική του πολιτική, στον εσωτερικό διχασμό, στην άνοδο και την πτώση της Μεγάλης Ιδέας ή στην ύπαρξη ή μη αστικής τάξεως στην Ελλάδα. Ο Γκλαβίνας, όμως, γράφει μια ιστορία από το περιθώριο, το υπόγειο και για τα υπόγειά μας που ουδείς θέλει να γνωρίζει, και μάλιστα από μια μεριά που δεν θα περίμενε κανείς: αυτήν του μουσουλμάνου πρώην αφέντη και νυν πρόσφυγα, επαναπατρισθέντος, επαναδιωχθέντος και βαρυνομένου με όλα τα προβλήματα του νεήλυδος στην νέα μητέρα(;) πατρίδα(;), την Τουρκία.

Όταν, μετά το 1918, η πραγματοποίηση της Μεγάλης Ιδέας φαινόταν κοντινή, τα πράγματα στην διεθνή σκηνή είχαν αλλάξει: το δίκαιο του νικητή ετίθετο υπό αίρεση και περιορισμό˙ η πλάστιγγα έγερνε προς το μέρος του θύματος, του αδυνάμου, στην στέγη του οποίου όλοι έσπευδαν να καταφύγουν. Πρώτος που κατενόησε, στα Βαλκάνια τουλάχιστον, την εμβέλεια και την σημασία της μετακινήσεως αυτής ήταν ο Βενιζέλος. Διαφημίζοντας την «παροιμιώδη ευγένεια και την ανεκτικότητα του ελληνικού στρατού και της ελληνικής Πολιτείας», σε αντιδιαστολή με την «ωμότητα» των άλλων, επί παραδείγματι των Βουλγάρων, αυτοανεδείκνυε τον εαυτό του και το ελληνικό κράτος σε μοναδικό εγγυητή της ζωής, της τιμής και της περιουσίας των κατοικούντων στην Ήπειρο, την Μακεδονία και την Θράκη μουσουλμάνων. Εντάσσοντας, όμως, την αρχή αυτή στον εθνικό σκοπό της Μεγάλης Ιδέας, την κατέστησε απλό πολιτικό μέσο προς επίτευξιν ενός σκοπού που δεν συνήδε με το μέσον. Η κοινωνία δεν ακολούθησε –ακόμη και μουσουλμανικά κτήρια εθεωρούντο μισητό παρελθόν˙ από την μια θύμιζαν την σκλαβιά και από την άλλη ήταν εμπόδιο στο κτίσιμο του νέου προσώπου της χώρας, του εκσυγχρονισμένου και ευρωπαϊκού. Το παρελθόν (ο ανατολισμός του μουσουλμάνου, τα δεινά της οθωμανικής σκλαβιάς, αλλά και η παραδοσιακή ελληνική νοοτροπία) έπρεπε να συγχωρηθεί και να υπερβαθεί, αλλά αυτό έχρηζε αφ’ ενός ενός μεγαλυτέρου χρονικού περιθωρίου και αφ’ ετέρου ενός ανθρώπου άλλου τύπου συνειδήσεως. «Ο Κρητικός επιστάτης και ο Μωραΐτης μπράβος» απεδείχθησαν οι πλέον ακατάλληλοι να υπηρετήσουν αυτήν την παράδοξη, γι’ αυτούς, αρχή-μέσον˙ από κοντά και οι ντόπιοι ελληνικοί χριστιανικοί πληθυσμοί: σε ατομικό-προσωπικό επίπεδο οι ντόπιοι μουσουλμάνοι ήταν ανεκτοί και δεκτοί, συλλογικώς, όμως, όχι.

Ο Γκλαβίνας, με μια εξαιρετική κίνηση, απλώνει μπροστά μας όλο το πολυκερματισμένο, αλλά και πολυδύναμο και πολυδιάστατο πεδίο της ιστορίας, από την διεθνή διπλωματία της εποχής και την επίσημη εθνική πολιτική μέχρι την υπόγεια καθημερινότητα που ορίζεται από τις βαθιές νοοτροπίες˙ όταν η αυτοκριτική συνδεθεί με την ευρυχωρία της συνειδήσεως, αποδεικνύεται σε δύναμη ισχυροτέρας εντάσεως από αυτήν που ενέχει η αυτάρκεια του ναρκισσιστικού ειδώλου˙ ο χρόνος, της πρώτης περιπτώσεως, υπερτερεί του χώρου της δευτέρας.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: