Monthly Archives: Ιουλίου 2013

Indiana Jones

Η δημιουργία

Το καλοκαίρι του 1977, George Lucas και Stephen Spielberg πήγαν στη Χαβάη για διακοπές και για να ελαφρύνουν την ένταση της αναμονής των νέων του box-office· ο Lucas είχε επενδύσει ό,τι είχε και δεν είχε στο Star Wars και η αγωνία ήταν μεγάλη. Τα νέα του θριάμβου επέτρεψαν όμως στους δυο νεαρούς σκηνοθέτες να χαλαρώσουν και να συζητήσουν για τα μελλοντικά τους σχέδια. Τότε ήταν που ο Spielberg εξέφρασε την μεγάλη του επιθυμία να σκηνοθετήσει ένα James Bond.

«Άσε το James Bond», του είπε ο Lucas. «Σου έχω κάτι καλλίτερο: Τον Indiana Smith, έναν αρχαιολόγο με δερμάτινο σακάκι και μαστίγιο που θα αναζητά αντικείμενα με μεταφυσική δύναμη. Θα είναι σαν τα κινηματογραφικά σήριαλ του ’30, με ασταμάτητη δράση και συνεχείς κορυφώσεις.»

«Όλα καλά», του απάντησε ο Spielberg, «αλλά δεν μου αρέσει αυτό το Σμιθ.»

«Ας τον πούμε τότε Indiana Jones.»

indy

Η περιπέτεια

Όσο πιο ορθολογικά είναι δομημένες οι ζωές μας, τόσο πιο πολύ θέλουμε να αποδράσουμε από αυτές. Οι διακοπές ως ανάγκη, που ουσιαστικά είναι πραγματικότητα στον δυτικό κόσμο των τελευταίων 150-200 ετών, δημιουργήθηκαν εν μέρει κι από αυτό. Ο αστός καταρχήν, αλλά και οι άλλες κοινωνικές ομάδες στη συνέχεια, μπουχτισμένος από την τέλεια τακτοποιημένη ζωή του, θέλει να σπάσει το συνεχές του χρόνου· θέλει να ξεφύγει από την τακτοποιημένη, βαλτωμένη ζωή του.

Στην αρχή των ταινιών, μετά την αρχική περιπετειώδη σεκάνς, βλέπουμε τον Ιντιάνα Τζόουνς με το κοστουμάκι του καθηγητή να διδάσκει βαριεστημένους φοιτητές· να τον κυνηγάει η γραμματέας του για τις γραφειοκρατικές υποχρεώσεις. Για να ξεφύγει από όλα αυτά, ο Καθηγητής Jones στην Σταυροφορία φοράει το καπέλο του και δραπετεύει από το παράθυρο. Απ’ έξω από το παράθυρο τον περιμένουν οι άνθρωποι του Donovan, για να του αναθέσουν τις έρευνες για το Δισκοπότηρο· έξω από το παράθυρο, την απρόβλεπτη/αστεία/παιδιάστικη/αντισυμβατική έξοδο από την καθημερινότητα τον περιμένει η περιπέτεια και όχι βέβαια από την πόρτα, την συμβατική έξοδο, που θα επέλεγε κάθε σοβαρός ενήλικας. Έτσι ο τυχοδιώκτης Καθηγητής Δρ. Jones μεταμορφώνεται στον αντι-ηρωικό και αντι-σούπερ ήρωα Ιντιάνα.

Οι περιπέτειες του Indiana Jones είναι πάντα επικεντρωμένες στην αναζήτηση ενός αντικειμένου, αλλά δίπλα του υπάρχει και μια γυναίκα. Η σχέση του με την γυναίκα είναι σημαντική, αλλά όχι καθοριστική. Πλουτίζει την ταινία, αλλά η ιστορία δεν εξαρτάται από εκείνη. Κανένας δεν θα πει, για παράδειγμα, ότι στο Ναό των Καταραμένων μια διάσημη αμερικανίδα τραγουδίστρια, καλομαθημένη και λεπτεπίλεπτη, εξαιτίας ενός τυχαίου γεγονότος καταλήγει στην ζούγκλα της Ινδίας. Όχι. Εκεί ο Ίντυ αναζητά την Sivalinga, την ιερή πέτρα. Η Willie Scott και η σχέση της με τον Indy, όσο διασκεδαστική κι αν είναι, παραμένει στον φόντο.

Κατά συνέπεια, ο Indiana Jones είναι πρωτίστως μια αγορίστικη φαντασίωση. Αν οι γυναίκες καταλαμβάνουν την πρώτη θέση στις φαντασιώσεις των ενηλίκων ανδρών, για τα αγόρια είναι στο βάθος, περισσότερο σαν θαμπή υπενθύμιση ενός μέλλοντος. Στον Τομ Σόγιερ, για παράδειγμα, μια άλλη αγορίστικη περιπέτεια, τα κορίτσια επίσης δεν διαδραματίζουν κάποιο σημαντικό ρόλο.

 

Η αναζήτηση και η αλήθεια

«Η αρχαιολογία αναζητά δεδομένα, όχι την αλήθεια. Αν σας ενδιαφέρει να αναζητήσετε την αλήθεια, να πάτε στο μάθημα φιλοσοφίας του Δρ. Tyree», λέει ο ίδιος ο Indiana Jones στους φοιτητές του στην αρχή της Τελευταίας Σταυροφορίας.

Βέβαια όσα διδάσκει θεωρητικά στο μάθημα, διαψεύδονται στη διάρκεια της ταινίας από την πράξη. Έτσι, για παράδειγμα, στην Βενετία ο Ιντιάνα ψάχνει το Χ που σημαδεύει τον κρυμμένο θησαυρό, ενώ στις παραδόσεις του έλεγε κατηγορηματικά ότι δεν είναι αυτό αρχαιολογία· ότι ο αρχαιολόγος κάνει το 70% της δουλειάς του στην βιβλιοθήκη.

Διαψεύδεται και η απόφανση περί αναζήτησης της αληθείας από την ίδια την ταινία; Προφανώς ναι, αλλά όχι με τον ευθύ τρόπο που διαψεύδεται το Χ· αφήνεται ο ίδιος ο θεατής να αποφασίσει κατά πόσο η αναζήτηση του Δισκοπότηρου είναι ταυτοχρόνως και η αναζήτηση μιας –έστω– αλήθειας.

Έχει σημασία πάντως το γεγονός ότι την όποια αλήθεια μαθαίνει ο Indy, την μαθαίνει συμπτωματικά κι όχι γιατί το επεδίωξε. Εκείνος βάζει πάντα ένα όριο στην αναζήτηση, βάζει ένα όριο στο τι διερευνά, βάζει ένα όριο στην γνώση που θέλει να αποκτήσει. Έτσι θέλει μόνο να βρει την Κιβωτό, όχι να διερευνήσει τις δυνατότητές της, όπως οι Ναζί και ο Belloq, γι’ αυτό και κλείνει τα μάτια του, όταν εκείνοι την ανοίγουν· στον Ναό των Καταραμένων ανακτά την ιερή πέτρα για λογαριασμό των κατοίκων του χωριού, χωρίς να μπαίνει στην διαδικασία να διερευνά τα τι και πώς της δύναμής της· στη Σταυροφορία εξαναγκάζεται να χρησιμοποιήσει την δύναμη του Δισκοπότηρου για  να θεραπεύσει τον πατέρα του και σταματάει εκεί – δεν τον ενδιαφέρει να δει όλες τις δυνατότητες του Ιερού Ποτηρίου· τα ίδια και στο Κρυστάλλινο Κρανίο, που δεν μπαίνει στην διαδικασία να μάθει την αλήθεια που κρύβεται πίσω του, αλλά προσπαθεί να σώσει τους συντρόφους του και τον εαυτό του.

Θέτει ένα όριο στη γνώση που θέλει, στη γνώση που μπορεί να αποκτήσει και να αφομοιώσει ο Indiana, το οποίο, αν θέλαμε να το περιγράψουμε, αναγκαστικά θα πηγαίναμε στον Wittgenstein. Γιατί όπως ο Wittgenstein μας λέει ότι για όσα δεν μπορεί να μιλάει κανείς, γι’ αυτά πρέπει να σωπαίνει, ο Ίντυ μας διδάσκει ότι για όσα δεν μπορεί να μιλήσει κανείς, αυτά δεν πρέπει να τα μαθαίνει. Δίπλα στο βιτκενσταϊνικό «τα όρια της γλώσσας μου είναι τα όρια του κόσμου μου», ο Ιντιάνα προσθέτει «και τα όρια της γνώσης μου».

Advertisements

Τα 8 τραγούδια του φετινού Ιουλίου

Μερικές φορές (δηλαδή πάντα) κολλάω σε ορισμένα πράγματα. Μπορεί να είναι βιβλία, συγγραφείς, σκηνοθέτες, ταινίες, τραγούδια, μια ιδέα. Το μυαλό μου περιστρέφεται γύρω από το ίδιο πράγμα επίμονα, εμμονικά. Τα βρίσκω συνεχώς μπροστά μου – δεν μπορώ να τα ξεπεράσω. Λες και συνιστούν έναν άλυτο γρίφο, το άρρητο αίνιγμα μιας έσω Σφίγγας, που πρέπει να λύσω για να συνεχίσω τον δρόμο μου.

Σκέφτηκα λοιπόν να αραδιάσω τραγούδια, συνθέτες και τραγουδιστές, που εντός τους έχω εγκλωβιστεί τις τελευταίες εβδομάδες. Δεν είναι λίστα με τα best ή, έστω, τα αγαπημένα. Δεν αποτελούν πρόταση ακρόασης. Και μην ψάχνετε καλοκαιρινό mood, γιατί δεν θα το βρείτε. Είναι μάλλον μια μουσική εξομολόγηση:

Johnny Cash: I won’t back down

«Τι τρέχει με σένα και τον Johnny Cash τελευταία;» με ρώτησαν γελώντας.

Αιφνιδιάστηκα. Γιατί σίγουρα κάτι τρέχει, αλλά δύσκολα μπορώ να το περιγράψω. Η σχέση μας, όπως θα λέγαμε και στο φουμπού, είναι περίπλοκη.

Το τελευταίο κόλλημα πάντως ξεκίνησε όταν κατέβασα τα American CD του στο Akazoo. Μετά ήρθε ένα βράδυ μετά από μια πιεστική και καταθλιπτική ημέρα, το οποίο πνίγηκε στο κρασί, την ανταλλαγή sms και τα τραγούδια του σε ένα φόντο που διαρκώς μεταβαλλόταν σε πρώτο, συμπαγές πλάνο -χρειάζονται περισσότερα;

Το συγκεκριμένο τραγούδι των Petty και Lynne από το Solitary Man ήρθε κι έδεσε με διάφορα που (μου) συμβαίνουν τελευταία

Διονύσης Σαββόπουλος: Νέο κύμα

Ασυνείδητα, νομίζω, αναζητώ αφορμές για να επιστρέφω στο έργο ορισμένων ανθρώπων -του Διονύση Σαββόπουλου εν προκειμένω. Αφορμή για να επισκεφθώ ξανά το έργο του, ήταν φυσικά ο εξαιρετικός Πλούτος του. Με αρχή το Παράρτημα, όπου υπάρχουν τα περισσότερα τραγούδια της παράστασης, προχώρησα στο πίσω και το μπροστά του σαββοπουλικού έργου, που αποτελεί ένα προσωπικό μου παρόν, αλλά πλέον και μια νεοελληνική ουτοπία.

Σταμάτησα δε ιδιαίτερα στα Τραπεζάκια έξω και δη το Νέο κύμα του. Πολλοί θεωρούν τον δίσκο αυτό ως το κορυφαίο έργο του. Για μένα κορυφαίο του επίτευγμα είναι η Ρεζέρβα, καθώς περιέχει όλα τα προηγούμενα, αλλά και όλα τα επόμενα. Δεν υπάρχει όμως αμφιβολία ότι τα Τραπεζάκια δεν είναι απλώς ένας αριστουργηματικός δίσκος, αλλά κι ένα ωρόσημο, για τον Σαββόπουλο, για την γενιά του, την Ελλάδα, όλους μας. Είναι το σημείο που, για να χρησιμοποιήσω τα δικά του λόγια, το θαύμα δεν εκβιάζεται -απλώς συμβαίνει και το συναντάμε. Κι αυτή η συνάντηση με το θαύμα δεν είναι παρά η συνάντηση με τον άλλον. Έτσι αν η Ρεζέρβα ήταν μια κραυγή-κλήση, τα Τραπεζάκια είναι το αντάμωμα, η χαρωπή σύναξη. Κι αυτή η σύναξη φωτίζει τα πάντα, ακόμα και την υπαρξιακή αγωνία του Σαββόπουλου.

Louis Armstrong: Shadrack

Ξεκινώντας από τις ηχογραφήσεις της Decca, περιπλανήθηκα στο έργο του Satchmo: Από τις αξεπέραστες ηχογραφήσεις του Μεσοπολέμου, στα ύστερα χρόνια της δόξας και της αναπαραγωγής της περσόνας του. Όμως όταν έχουμε να κάνουμε με τόσο σπουδαίους καλλιτέχνες, μουσικές ιδιοφυίες, όπως ο εκείνος, ακόμα και η αυτοεπανάληψη, έχει αυτό το κάτι.

Μίκης Θεοδωράκης: Την πόρτα ανοίγω το βράδυ

Ένα ακόμα νεοελληνικό αίνιγμα: Πέρα από τα συνήθη υπερθετικά και τους υποκριτικούς φόρους τιμής, ποια η σημασία του Μ. Θεοδωράκη; Καλλίτερα: Έχει κάποια σημασία για μας σήμερα ο Θεοδωράκης και το έργο του; Ενστικτωδώς απάντησα «ναι» κι άκουσα ό,τι δικό του είχα πρόχειρο. Όμως όσο άκουγα, διάβαζα για την διαδρομή και τις απόψεις του, συζητούσα με ανθρώπους που τον γνώρισαν, συνεργάτες και συναγωνιστές του κι άρχισα να ψάχνω λίγο περισσότερο εστιάζοντας στο μουσικό του έργο. Γιατί νομίζω ότι αυτό είναι που κυρίως θα μείνει ή δεν θα μείνει από τον Θεοδωράκη.

Ξανακούγοντας θυμήθηκα ότι πέραν από τον επικό και μεγαλοπρεπή, αγωνιστικό και εξωστρεφή Θεοδωράκη, υπάρχει κι ένας άλλος, εσωστρεφής, ανοιχτός σε μια μέσα, ατομική αλήθεια, όχι μόνο στην εξωτερική της πολιτικής φατρίας-λαός. Ο δίσκος με τα τραγούδια του Λειβαδίτη συνοψίζει εξαιρετικά αυτή την πλευρά του έργου του.

Summertime

Ένα από τα ωραιότερα τραγούδια του Gershwin. Ανάμεσα σε νανούρισμα και ερωτικό κάλεσμα μιλάει για ένα καλοκαίρι οικείο αλλά και ξένο για μας.

Η Joplin το τραγουδάει συγκλονιστικά -η κραυγή της καθιέρωσε ένα τραγούδι μιούζικαλ, που είχε γίνει κλασικό jazz, σε rock standard. Αυτόν τον καιρό όμως χάνομαι στον λυγμό της Billie Holiday

Cole Porter: Anything Goes

Αγαπώ πολύ τα τραγούδια του Cole Porter. Παιγνιώδη, περιεκτικά, ερωτικά, συντροφεύουν συχνά -πυκνά τον πρωινό καφέ μου. Και δινουν στο καλοκαίρι το ελευθεριάζον χρώμα των ονείρων. Πέρα από την Ella, που τα αποθέωσε με την μαγική φωνή της, τα ιδιοφυή αυτά τραγούδια έχουν γνωρίσει πολλές-πολλές εκδοχές και εκτελέσεις, για παράδειγμα η Kate Capshaw το τραγουδά στα Μανδαρίνικα (!) στην εναρκτήρια σεκάνς του Indiana Jones and the Temple of Doom.

Perry Mason Theme

Εντάξει, το Blues Brothers 2000, παρά τον εξαιρετικό John Goodman, ήταν μαλακία ολκής. Αλλά το soundtrack ήταν εξαιρετικό, τόσο καλό όσο και της πρώτης ταινίας. Το άκουσα αρκετά τον τελευταίο καιρό και, δεν σας κρύβω, μου έφτιαχνε κάθε φορά το κέφι. Αν στην πρώτη ταινία παίζουν το θέμα του Rawhide, σε αυτό διασκευάζουν εκείνο του Perry Mason -του Σέρλοκ Χόλμς-υπερ-δικηγόρου που έπαιζε ο R. Burr.

Βασίλης Τσιτσάνης: Ίσως αύριο

Τα τελευταία χρόνια περνάω την τσιτσανική μου φάση. Φίλοι, που θυμούνται την εμμονή μου με το προπολεμικό ρεμπέτικο, με πειράζουν ως προδότη -αλλά τι να λέμε; Ο Βλάχος ήταν ιδιοφυΐα. Έφτασε το ρεμπέτικο -και το λαϊκό- σε ένα όριο, που κανένας άλλος δεν μπορούσε να το φέρει. Και μάλιστα με έναν ολιστικό (ας πούμε) τρόπο, τη στιγμή που όλοι οι άλλοι, έντεχνοι, άτεχνοι και λαϊκοί, υπηρετούσαν μόνο κάποιες πτυχές του.

Πέρασα ένα βράδυ ακούγοντας και ξανακούγοντας το περίφημο Ίσως αύριο -ίσως το καλλίτερο τραγούδι της συνεργασίας του συνθέτη με τον Καζαντζίδη. Ο Στέλιος το έχει ηχογραφήσει δυο φορές, μια υπό την επίβλεψη του Τσιτσάνη και μια λίγο αργότερα, στην Αμερική -και τις δυο φορές το λέει εξαιρετικά. Εξαιρετικά όμως το έχει πει και ο Νταλάρας στο Καλημέρα κυρία Λύδια, καθώς προσθέτει το αλανιάρικο στοιχείο, που δεν έχει ο Καζαντζίδης.

Ελπίζω κάποια στιγμή να συγκεντρώσω τις σκέψεις μου και να γράψω κάτι για αυτό το τρίλεπτο αριστούργημα…

Κινηματογραφικό καλοκαίρι

Οι κριτικοί ισχυρίζονται ότι το φετινό είναι από τα πιο ενδιαφέροντα και γόνιμα κινηματογραφικά καλοκαίρια. Κι έχουν δίκιο από μια πλευρά: Το πρόγραμμα είναι ισορροπημένο, κάθε βδομάδα υπάρχουν ταινίες για ποικίλα γούστα (ακόμα και σινεφίλ ταινίες βρήκαν τον δρόμο για τις αίθουσες φέτος το καλοκαίρι). Και πάνω απ’ όλα οι ταινίες, κυρίως δε οι ταινίες που διαμορφώνουν το κλίμα, είναι όλες ενός επιπέδου και πάνω.

Από την άλλη βέβαια, λείπει η μεγάλη έκπληξη. Η ταινία που θα κάνει την διαφορά. Για να μην πάμε μακριά, φέτος δεν είχαμε (μέχρι τώρα τουλάχιστον) ένα Moonrise Kingdom. Αντιθέτως οι οθόνες μας πνίγηκαν στα superheroes movies, που το κάθε καινούργιο μοιάζει απελπιστικά ίδιο (στην σύλληψη, τον προβληματισμό, την αισθητική, την ιστορία) με το όποιο προηγούμενο.

Με άλλα λόγια, δεν επισκέπτομαι την σκοτεινή αίθουσα τόσο συχνά όσο θα ήθελα. Αλλά αυτό δεν αποτελεί αναγκαστικά αιτία μελαγχολίας ή εκνευρισμού.

.

Στην Ελλάδα συνέβη το εξής παράδοξο:

Ενώ στις ΗΠΑ και τον υπόλοιπο κόσμο η θερινή κινηματογραφική σεζόν επιβλήθηκε συστηματικά και με κόπους από τους χαρτογιακάδες των στούντιο, τους διανομείς, τους επαγγελματίες του κινηματογράφου, στον τόπο μας καθιερώθηκε μετά από τις διαμαρτυρίες και την απαίτηση του κινηματογραφόφιλου κοινού. Στους πιτσιρικάδες που κατακλύζουν τα multiplex θα ακούγεται παράδοξο, παράλογο, ηλίθιο ίσως, αλλά όταν πηγαίναμε εμείς σχολείο, η κινηματογραφική σεζόν σταματούσε το Πάσχα, οποτεδήποτε κι αν εορταζόταν, τα σινεμά έκλειναν, και ξανάνοιγαν αρχές Οκτωβρίου. Το καλοκαίρι η κινηματογραφική τέχνη (και το fan) υποχωρούσε για να δώσει την θέση του στην γραφικότητα του θερινού σινεμά, με τις γαζίες, τα σουβλάκια και τις μπύρες, τον κάκιστο ήχο και τις «επανεκδόσεις» (ίδιες κάθε χρόνο, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου). Οι σινεφίλ του ’90, συνεπικουρούμενοι είναι αλήθεια από μια ομάδα νέων (εννοώ νέων στο πνεύμα, όχι αναγκαστικά την ηλικία) κριτικών, που απαιτούσαμε αφενός μεν από τους διανομείς να επεκτείνουν την κινηματογραφική σεζόν, αφετέρου από τους φίλους μας, να «κλειστούμε» κατακαλόκαιρο στο σινεμά, γιατί αυτό είναι διασκεδαστικό.

Φαίνεται να αφορά μόνο κάτι σπασικλάκια κολλημένα με το σινεμά, αλλά το κέρδος από αυτή την αλλαγή είναι σημαντικό και πολυεπίπεδο. Πριν την καθιέρωση της θερινής σεζόν εγκαταλείπαμε  για 4-5 μήνες την επικαιρότητα και την πιεστικότητα του παρόντος χρόνου, για να αφεθούμε στην επιβεβλημένη νοσταλγία ενός παρωχημένου και οπωσδήποτε χαμένου κόσμου.  Με την υιοθέτησή της, παγκοσμιοποιηθήκαμε. Γιατί παγκοσμιοποίηση δεν είναι μόνο χρηματοπιστωτικά γεγονότα, κρίσεις-ντόμινο και λιτότητα, αλλά η δυνατότητα συμμετοχής σε ένα παγκόσμιο γίγνεσθαι. Και μάλιστα, με την βοήθεια της τεχνολογίας, ταυτόχρονης συμμετοχής.

Δεν αμφιβάλλω ότι κάποιοι θα αντιτείνουν ότι ανταλλάξαμε μεταξωτές κορδέλες με φύκια. Από την άλλη όμως, στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή κανένας δεν μπορεί να επιβιώσει περίκλειστος – ακριβώς όπως και κανείς δεν μπορεί να επιβιώσει καταναλώνοντας παθητικά εισαγόμενη junk κουλτούρα. Θα πρέπει να συμμετέχουμε σε αυτό που συμβαίνει δίπλα μας, γύρω μας, μέσα μας.

Ιούλιος

Ο Ιούλιος φοράει φαρδιά, λινά πουκάμισα, τσαλακωμένα στους αγκώνες. Αφήνει ξεκούμπωτα τα δυο πάνω κουμπιά και ξεμυτίζουν παιχνιδιάρικα από το στήθος του αραιές μαύρες τριχούλες. Έχει μεγάλο στόμα και πλατύ χαμόγελο. Φοράει μαύρα γυαλιά κι όπως κάθεται ακίνητος στην πλαστική καρέκλα, κάτω από τον πλάτανο ή μια ομπρέλα θαλάσσης, δεν ξέρεις αν κοιμάται ή αν σε παρακολουθεί με την άκρη των ματιών του. Ξαφνικά τινάζεται, σηκώνεται όρθιος και κάνει βόλτα ανάμεσα στις ξαπλώστρες, τα τραπεζάκια έξω, τα βυθισμένα γραφεία, τις σκοτεινές υπηρεσίες, τα μελαγχολικά σούπερμάρκετ, τα ιδρωμένα κρεβάτια. Βλέπουμε τα βήματά του ανάερα, χορευτικά, νιώθουμε την αύρα των δαχτύλων του κι είναι αυτό που μας κάνει να νιώθουμε ότι αύριο, αύριο κιόλας, κάτι θα έχει διορθωθεί, κάτι μπορούμε να αλλάξουμε. Βλέπουμε τα δόντια του πίσω από το αγαθό χαμόγελο και προσπερνάμε τα αφηρημένα, εστιάζουμε στο μικρό συγκεκριμένο παρόν που έχουμε μπροστά μας.

Ο Ιούλιος είναι ψεύτης. Είναι ο άγγελος εξάγγελος του τραγουδιού. Μας ψιθυρίζει στο αυτί εκείνα που θέλουμε να ακούσουμε. Μας υπόσχεται όσα δεν τολμάμε να ονειρευτούμε. Για την αγάπη μας και για την εύνοιά μας μεταμορφώνεται στην επιθυμία μας. Κι ύστερα χάνεται. Εξαφανίζεται. Τα αφήνει στον Αύγουστο να τα υλοποιήσει. Ο Αύγουστος, που είναι μια γυναίκα, όμορφη το πρωί, όπως εννοεί την ομορφιά ο καθένας μας στα όνειρά του, η οποία μέχρι το βράδυ μεταμορφώνεται σε μια στεγνή, στέρφα γεροντοκόρη, αχνή και χωρίς χρώματα.

Μυστικά

«Τα μυστικά φάγανε τον Αλή Πασά», μας έλεγαν οι μεγάλοι, όταν ένιωθαν ότι κάτι τους κρύβαμε. Δεν ξέρω αν υπάρχει κάποιο ψήγμα ιστορικότητας πίσω από αυτή τη διαπίστωση ή αν καθιερώθηκε μόνο για την ρίμα της, πάντως είχε αποτέλεσμα, ειδικά όταν ήμασταν πολύ μικροί. Κρίνοντας εκ των υστέρων, νομίζω ότι δεν μας ενοχλούσε τόσο η εξομοίωση με τον διαβόητο Τεπενενλή, ο οποίος τουλάχιστον σε μας τους Γιαννιώτες ασκούσε και πιθανότατα συνεχίζει να ασκεί έναν δαιμονικό μαγνητισμό, όσο εκείνο το δυσοίωνο «φάγανε». Αλής – ξαλής, κανένας δεν θέλει να φαγωθεί.

Από την άλλη όλοι έχουμε τα μυστικά μας.

Αποφεύγουμε να ομολογήσουμε τις αδυναμίες ή τις αποτυχίες μας –ντρεπόμαστε να γυμνωθούμε από την εικόνα μας και να παρουσιαστούμε στους άλλους όπως είμαστε. Και δεν μας αρέσει να μας σχολιάζουν οι άλλοι, οπότε δύσκολα αποκαλύπτουμε όσα θα τροφοδοτούσαν το κουτσομπολιό της παρέας ή της γειτονιάς. Και βέβαια κρατάμε μυστικά για να προστατεύσουμε κάποιον ή την σχέση μας μαζί του –είναι η περίπτωση που η φύλαξη του μυστικού ισοδυναμεί (εντός μας) με την δοκιμασία του οσιομάρτυρα.

Μυστικό είναι η αλήθεια που δεν θέλουμε να μοιραστούμε· η αλήθεια από την οποία αποκλείουμε τους άλλους· μια αλήθεια μόνο για τον εαυτό μας. Και, φυσικά, μυστικό είναι η αλήθεια που προορίζεται να γίνει ψέμα:  Δεν είναι μόνο το λογικό συμπέρασμα ότι μια αλήθεια που δεν κοινοποιείται ισούται με ψέμα. Πιο πολύ είναι η εμπειρική διαπίστωση ότι για να υπερασπιστούμε το μυστικό μας, καταλήγουμε μοιραία να πουλάμε ψέματα.

Γενικά, μας φαντάζει πιο εύκολο να κουβαλάμε και να διαχειριζόμαστε το μυστικό, παρά να αντιμετωπίζουμε τα γεγονότα. Κι ας καθιστούν τις ζωές μας περίπλοκες και τις σχέσεις μας δυσλειτουργικές –το αντίθετο από αυτό που επιδιώκαμε στην αρχή, όταν αποφασίζαμε να κρατήσουμε κάτι για τον εαυτό μας. Από την άποψη αυτή, όσο δύσκολο κι αν φαίνεται, η αποκάλυψη του μυστικού ελευθερώνει τον άνθρωπο και απλοποιεί τον κόσμο του. Κι αποτελεί την μόνη ρεαλιστική πιθανότητα να διατηρηθεί αλώβητη μια σχέση και η εσωτερική μας ακεραιότητα.

Δεν είναι όμως η (ψευδ)αίσθηση της διευκόλυνσης που παρέχει το μυστικό. Πιο πολύ μετράει η ηδονή να γνωρίζω κάτι που ο άλλος αγνοεί. Η υπεροχή που παρέχει το μυστικό ως αποκλειστική γνώση. Γι’ αυτό καταλήγουμε να κουβαλάμε δεκάδες χιλιάδες ασήμαντα μικρομυστικά καλοφυλαγμένα.

Αλλά δεν είναι μόνο η κρυφή ηδονή. Γιατί αν η αλήθεια είναι τόπος, τότε και το μυστικό είναι ένας τόπος αθέατος στους άλλους και προσβάσιμος μόνο σε μας. Δημιουργημένος από εμάς για μας. Ειδικά στις μέρες μας, που ο άνθρωπος ανήκει μόνο στον εαυτό του και όχι σε ευρύτερα μεταφυσικά σχήματα (φαμίλια, γένος, κοινότητα, θεό), το μυστικό φαντάζει απαραίτητο σαν ανθρώπινο δικαίωμα. Είναι η δική μας αλήθεια που κανείς άλλος δεν την γνωρίζει, μια ιδιωτική, απολύτως ατομική συνθήκη, σύμφωνα με την οποία ζω. Κι αυτό βέβαια είναι ακόμα μια ευθύνη.

Δ. Σαββόπουλος, Μια φορά σ’ αυτή τη ζήση

Οι πραγματικά σπουδαίοι καλλιτέχνες, συγγραφείς και ποιητές, φιλόσοφοι, δεν ορίζονται τόσο από την ποιότητα του έργου τους. Αυτή είναι δευτερεύον θέμα, έρχεται (ή δεν έρχεται, αλλά από ένα σημείο και μετά αυτό δεν έχει τόση σημασία). Γι’ αυτό και είναι άτοπο ή μάλλον γελοίο να χαρακτηρίζουμε ως «ποιοτικούς» τους σπουδαίους: Δεν λέμε τον Χατζιδάκι ποιοτικο, ο Χατζιδάκις είναι πέραν αυτού του σημείου. Χρησιμοποιούμε το επίθετο αυτό για πιο παρακατιανούς καλλιτέχνες, που πραγματικά τον χρειάζονται.

Η σπουδαιότητα ενός δημιουργού ορίζεται από την διάθεσή του να αναμετρηθεί με το απόλυτο. Να επιχειρήσει να ξεπεράσει ένα όριο εσωτερικό ή εξωτερικό, δοσμένο, πραγματικό ή επινοημένο. Να μπορεί να πετάει συνεχώς την μπάλα μπροστά, βαθιά και ψηλά.

Από εδώ πηγάζει και η σημασία του Δ. Σαββόπουλου. Γιατί σε όλη την τραγουδοποιητική του πορεία προκάλεσε και αναμετρήθηκε με το απόλυτο. Δεν ακολούθησε την μέση, την ασφαλή οδό, αλλά κινούνταν σε έναν χώρο δύσβατο ή που δεν υπήρχε καν, που ο ίδιος τον είχε επινοήσει. Αυτό αφορά τόσο την φόρμα της τέχνης του, τραγούδια-ποταμοί όπως ο Μπάλλος, η Μαύρη θάλασσα ή το Μακρύ ζεϊμπέκικο για τον Νίκο, όσο και την ουσία του έργου του, την σχέση του με την παράδοση, την νεωτερικότητα, τον τρόπο που ψηλαφείται η Ελληνικότητα στην ποιητική του.

.

Η μετάφραση ξένων έργων στην νέα Ελληνική ήταν πάντα ένα παιχνίδι με τα όρια για τους δημιουργούς –αρκεί να ξεφυλλίσει κανείς τα όσα σημειώνει ο Σεφέρης στα ημερολόγιά του για τις δικές του μεταφράσεις για να το διαπιστώσει. Από την άποψη αυτή, τα 12 τραγούδια που φιλοξενούνται στο σαββοπουλικό Ξενοδοχείο είναι μια δημιουργική ακροβασία ορίων.

Το Μια φορά σ’ αυτή τη ζήση είναι ένα τέτοιο ακροβατικό και μάλιστα χωρίς σκοινί ασφαλείας.

Ο Σαββόπουλος μεταφράζει το Once in a lifetime, των Brian Eno και David Byrne χρησιμοποιώντας ένα μείγμα καθομιλουμένης, λογίας και εκκλησιαστικής γλώσσας. Έτσι τα σασμάν συνυπάρχουν με τον καραγκιόζ-μπερντέ και τα εξίστασαι ειπείν. Μεταμορφώνοντας τα waters του αρχικού πότε σε λαλέουσα παγάν, πότε σε Ζωοδόχο Πηγή και πότε σε θάλασσες και ωκεανούς, ο Σαββόπουλος δίνει στην δική του εκδοχή ένα βάθος και μια σημαντική που στερείται το αγγλικό. Έτσι, το Same as it ever was δεν είναι απλώς το νυν και αεί, αλλά οι ίδιοι οι στίχοι, η γλώσσα του τραγουδιού. Και κατ’ επέκταση same as it ever was, ίδια όπως ήτανε, είναι η ελληνική πραγματικότητα και η παράδοση.

Με άλλα λόγια, η σαββοπουλική διασκευή μοιάζει πιο πρωτότυπη. Και, σε αντίθεση με το αρχικό τραγούδι, το Μια φορά σ’ αυτή τη ζήση είναι μάλλον αδύνατον να μεταφραστεί σε άλλη γλώσσα, εξαιτίας ακριβώς της διακειμενικότητας και του πλούτου των σημαινομένων.

800

Το σημερινό κείμενο είναι η 800στή ανάρτηση στο Σημειωματάριο.

Παλιότερα γιορτάζαμε τα γενέθλια του μπλογκ –κάπου εκεί, στα μέσα Οκτωβρίου του 2007 ανέβηκε το πρώτο κείμενο– αλλά μετά τα παράτησα. Από καιρό δεν βρίσκω νόημα σε τέτοιου είδους επετείους.

Αλλά αυτή η περίσταση, το 800, μου φαίνεται και σημαντικό και σημαδιακό. Με συγκινεί. Έφτασα σε ένα σημείο που ούτε περίμενα, ούτε φανταζόμουν και που ακόμα δυσκολεύομαι να το πιστέψω.

800 αναρτήσεις σημαίνουν 800 σωστά και λάθη, έξυπνα και ανόητα, επιτυχίες και αποτυχίες σε κοινή θέα – μια ψηφιακή ψηφιδωτή αυτοπροσωπογραφία προσβάσιμη σε όλους και όλες, φίλους, αντιπάλους, εχθρούς, αδιάφορους, καλοπροαίρετους, κακοπροαίρετους. Κάτι θα σημαίνει κι ας μη μπορώ να το προσδιορίσω. Ελπίζω μόνο αυτό το κάτι, ο χρόνος, η σχέση, η έκφραση να μετράει, να μην κυλάει απλώς.