Monthly Archives: Αύγουστος 2013

Δυσφορία και Ανατροπή στο Elysium

Τοποθετημένο σε ένα μέλλον μακρινό, αλλά και κοντινό ταυτόχρονα, παράξενο και μαζί οικείο, το Elysium του Neill Blomkamp είναι μια από τις καλλίτερες –και πιο επιτυχημένες– εμπορικές ταινίες του φετινού καλοκαιριού και ταυτοχρόνως ένα blockbuster με πολιτική θέση. Όπως και το περσινό The Dark Knight Rises του Christopher Nolan, καταπιάνεται με σημαντικά ζητήματα και μέσω της μυθοπλασίας δίνει απάντηση σε ερωτήματα και διέξοδο σε αδιέξοδα. Γιατί, ας το πούμε εξαρχής, εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με κάποιο βαρύ κι ασήκωτο κινηματογραφικό δοκίμιο, αλλά με μια χορταστική περιπέτεια, που πατάει στην παράδοση του Terminator και του Matrix.

Elysium

Περνάς καλά παρακολουθώντας το Elysium. Πέρα όμως από το fan, η πολιτική (και η οικονομία και η κοινωνία, άλλωστε αυτά είναι ένα), και μάλιστα μέσα από το σχήμα δυσφορία/εξέγερση είναι πανταχού παρούσα στο φιλμ κι έχει αξία να σταθούμε για λίγο εδώ.

  1. Η δυστοπία που περιγράφει ο Blomkamp δεν οφείλεται σε κάποια μεταφυσική ή εξωανθρώπινη καταστροφή. Η αποκάλυψη που κατέστρεψε τον κόσμο, όπως τον ξέρουμε, συνέβη όταν η κοινωνία χωρίστηκε σε πληβείους χωρίς δικαιώματα, χωρίς ελπίδα, χωρίς καν ταυτότητα, και σε ολίγους πάμπλουτους που κατέχουν τα πάντα. Για να το πω διαφορετικά: Η καταστροφή που προφητεύεται εδώ είναι εκείνη της μεσαίας τάξης, η οποία στις Δυτικές Κοινωνίες της Περασμένης Εποχής δεν γεφύρωνε απλώς ένα χάσμα ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς, αλλά επέτρεπε σε ευρύτατα στρώματα του πληθυσμού να έχουν μερίδιο από τον παραγόμενο πλούτο, πρόσβαση σε αγαθά όπως η εκπαίδευση, η υγεία και τη τεχνολογία. Η Κρίση που βιώνουμε (και που είναι παγκόσμια και δη ευρωπαϊκή, ας μη το λησμονούμε αυτό), ασχέτως αιτιών, καταστρέφει ακριβώς αυτή την Μεσαία Τάξη καθιστώντας τους πολύ πλούσιους ακόμα πλουσιότερους και τους μεσαίους φτωχούς.
  2. Στην ταινία οι πλούσιοι έχουν απομονωθεί στον δικό τους τεχνητό πλανήτη, τον Elysium. Οι φτωχοί είναι αποκλεισμένοι από αυτό το ιδανικό οικοσύστημα, αλλά και από τα αγαθά της τεχνολογίας (τις μηχανές αναζωογόνησης, που με το πάτημα ενός κουμπιού μπορούν να θεραπεύσουν πάσα νόσο). Οι φτωχοί εγκλωβισμένοι στη Γη είναι καταδικασμένοι να βλέπουν τον Elysium να πλέει στα ουράνια –όπως οι κολασμένοι βλέπουν τον Παράδεισο από το Καθαρτήριο, ορατό και απρόσιτο. Τα διαστημόπλοια των αθλίων που επιχειρούν να αποβιβαστούν εκεί, καταρρίπτονται χωρίς δεύτερη σκέψη.
    Η αναφορά στην παράνομη μετανάστευση –πρόβλημα πολύ έντονο στη χώρα μας και τι ς άλλες Μεσογειακές χώρες, αλλά και άλλων Δυτικών χωρών, όπως οι ΗΠΑ– είναι σαφής. Αυτό που ουσιαστικά μας λέει o BlomKamp είναι πως όταν σε πολιορκούν τόσοι πολλοί, η υπεροπλία δεν σε σώζει· απαιτείται άλλη προσέγγιση.
    (Βέβαια, ας σημειώσω μια βασική διαφορά της ταινίας και της πραγματικότητας –τουλάχιστον της πραγματικότητας που βιώνουμε στην Ελλάδα: Στην ταινία οι άθλιοι της Γης διεκδικούν μερίδιο σε έναν κόσμο με τον οποίο έχουν κοινές αξίες και αρχές και από τον οποίο είναι αποκλεισμένοι – δυστυχώς, δεν είναι αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα, αυτή τη στιγμή τουλάχιστον).
  3. Έχουν ενδιαφέρον τα πρόσωπα που επιχειρούν να ανατρέψουν το συγκεκριμένο status quo:
    –  Πρώτη και καλλίτερη η Υπουργός Άμυνας Delacourt της J. Foster, η οποία θέλει να εκθρονίσει τον νερόβραστο Πρόεδρο του Elysium και να αναλάβει η ίδια την εξουσία πραξικοπηματικά.
    –  Ο παρανοϊκός πράκτορας Kruger, συνεργάτης της Delacourt, ο οποίος όταν καταλαβαίνει τι παίζεται, πουλάει την συνεργάτιδα και ζητάει την εξουσία για τον εαυτό του.
    –  Ένας μεσαίος γκάγκστερ, ο Spider, που όμως έχει το όραμα να πάρουν όλοι οι κάτοικοι της Γης τον τίτλο του πολίτη.
    –  Ο Max του Matt Damon, ο κεντρικός χαρακτήρας. Ο Μαξ δεν είναι ο επαναστάτης, ο άνθρωπος που έχει ένα συγκεκριμένο όραμα. Το μόνο που ζητάει είναι να φτάσει στον Elysium για να μπορέσει να αποκτήσει πρόσβαση στις μηχανές αναζωογόνησης· έχει εκτεθεί σε θανατηφόρα δόση ραδιενέργειας και πεθαίνει. Μόνο στο τέλος κατανοεί την σημασία όσων του λέει ο Spider και θυσιάζεται για να βοηθήσει τους συνανθρώπους του –έχουμε δηλαδή έναν ακόμα μεσσία.
    Στην ταινία του BlomKamp δεν έχουμε επανάσταση, δεν έχουμε συλλογικότητες, έχουμε μονάδες που αντιδρούν για διαφόρους λόγους…

Το Elysium είναι μια πολύ καλή ταινία. Μπορεί να αφηγείται μια ιστορία, που παραλλαγές της έχουμε δει πολλές τα τελευταία χρόνια, αλλά δεν παύει να καθηλώνει τον θεατή και να τον εγκλωβίζει στη δυστοπία της. Ο Matt Damon παίζει με δύναμη και ζεστασιά τον Μαξ και κάνει τον θεατή να συμπάσχει μαζί του. Η Frey της Alice Braga είναι ερωτική και μητρική ταυτόχρονα. Η  Jodie Foster πάλι δεν εντυπωσιάζει, αλλά υπηρετεί τον ρόλο με συνέπεια. Βρώμικη φωτογραφία, εφέ που δεν φαίνεται να είναι εφέ, εξαιρετικό μοντάζ και σκηνές δράσης που τις ζεις.

Ο κινηματογραφικός χειμώνας καλά ξεκίνησε.

Advertisements

Ιστορίες του φεγγαριού

«Πού θα πάτε να δείτε την πανσέληνο;»

Ρωτούσε η Χριστίνα από την αγκαλιά του καλού της. Ήμασταν τρία ή τέσσερα ζευγάρια στην παρέα, παραμονές της αυγουστιάτικης πανσελήνου και κοιταζόμασταν μεταξύ μας. Κανένας δεν μίλησε.

Η Χριστίνα μας κοίταξε απορημένη

«Μα δεν θα πάτε να δείτε το φεγγάρι;»

Τι είδους ερώτηση ήταν αυτή; Φυσικά και δεν θα πηγαίναμε να δούμε το φεγγάρι, το ηλιοβασίλεμα ή τα πεφτάστερα. Δεν είχε τεθεί καν τέτοιο θέμα, ποτέ δεν είχε τεθεί, και παρακαλούσα από μέσα μου τον καλό Θεό να μην τεθεί και στο μέλλον. Γιατί για μένα τότε, το να καθίσω να δω την πανσέληνο μου φαινόταν τόσο βαρετό, τέτοιο χάσιμο χρόνου, μια μαύρη τρύπα στη ζωή, που μόνο με τον θάνατο θα μπορούσε κάπως να συγκριθεί.

Η Χριστίνα δεν πτοήθηκε. Μας ανακοίνωσε ότι με τον Στέλιο είχαν ανακαλύψει ένα πολύ απομονωμένο μέρος, περίπου μια ώρα από την πόλη κι ότι ετοίμαζαν κανονική εκστρατεία με σκηνή, κρασιά και τα ρέστα για να απολαύσουν όοοολη την φαντασμαγορία του γεμάτου φεγγαριού. Την ακούσαμε χαμογελώντας συγκαταβατικά κι όταν το διαλύσαμε την κοροϊδέψαμε για τον παλιομοδίτικο και κάπως επιτηδευμένο ρομαντισμό της. Γυρίζοντας σπίτι θρηνήσαμε με την Ελένη την ατυχία του Στέλιου που θα έτρεχε νυχτιάτικα στις λόχμες και τις ερημιές και γελάσαμε με την καλή τύχη των εντόπιων κωνώπων, που καθώς δεν κάτεχαν από ρομαντισμούς και τα ρέστα, θα την έκαναν ταράτσα.

Είχε υγρασία και άπνοια. Είχαμε βαρύνει από τα ποτά και διασχίζαμε τον ακίνητο, βαρύ αέρα κάνοντας καμπύλες και κύκλους. Η σάρκα άχνιζε και τα φιλιά κολλούσαν στα στεγνά χείλια. Πάνω μας μια κολοβή σελήνη ασήμωνε τις πολυκατοικίες και τις θάλασσες γεμίζοντας τις καρδιές των ανθρώπων με το υλικό που έχουν οι καρδιές των ποιητών. Αλλά εμείς ήμασταν πολύ απασχολημένοι με τους εαυτούς μας, πολύ δοσμένοι στο αμοιβαίο πάθος μας για να μαγευτούμε από το φως της. Και ήμασταν και πολύ αφελείς και δεν μπορούσαμε να φανταστούμε ότι η Χριστίνα και ο Στέλιος θα ήταν το ζευγάρι που θα επιβίωνε του μετεφηβικού πάθους, θα ωρίμαζε και θα στεριωνόταν. Ότι τους υπολοίπους η επόμενη αυγουστιάτικη πανσέληνος θα μας εύρισκε με άλλους συντρόφους ή μόνους, στα ίδια μέρη ή αλλού, με διαφορετικά αστεία και ίδια όνειρα.

Παιχνίδια του φεγγαριού…

10 ταινίες του Robert De Niro

Στις 17 Αυγούστου 1943 γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη ένας από τους σημαντικότερους και πλέον αγαπημένους ηθοποιούς του σινεμά, ο Robert De Niro.

Ο Ντε Νίρο είναι από τους ανθρώπους που δεν χρειάζεται να ειπωθεί τίποτα για τη μεγάλη τέχνη του. Συστάσεις ή αναλύσεις για την απίστευτη ικανότητά του να διεισδύει και να εκφράζει τις πιο σκοτεινές πτυχές του σύγχρονου ψυχισμού· τον απαράμιλλο τρόπο που αυτός, ο ντροπαλός, ολιγόλογος και χαμηλοβλέπων άνθρωπος, αποτύπωσε την βία και την αθεμιτουργία.

Αδράχνω λοιπόν την ευκαιρία για να θυμηθούμε 10 από τις πιο σημαντικές και αγαπημένες ταινίες του.

.

The Godfather Part II

Ποιος μπορούσε να παίξει τον Vito Corleone μετά τον Brando;

Η απάντηση σήμερα μας φαίνεται δεδομένη, αλλά εκείνη την εποχή βασάνιζε όσους εμπλέκονταν στο β΄ μέρος του Νονού. Τελικά την λύση την έδωσε ο μεγαλοφυής Κόπολα, που στην ηλεκτρισμένη ερμηνεία του πιτσιρικά των Κακόφημων Δρόμων βρήκε όχι μόνο τον πρωταγωνιστή που αναζητούσε, αλλά και τον πιο συνεπή ίσως ηθοποιό της «μεθόδου» μετά τον ίδιο τον Μπράντο.

Εδώ ο Ντε Νίρο δεν παίζει απλώς τον νεαρό Βίτο. Αλλά εκ των πραγμάτων αναγκάζεται να στηρίξει την δική του ερμηνεία σε εκείνη του Brando, που προηγήθηκε….

Για το Godfather

.

Taxi Driver 

H ιστορία του Εκδικητή Αγγέλου, που περιφέρεται ακροβατώντας παραισθητικά στους δρόμους της Νέας Υόρκης, είναι κομμάτι της σύγχρονης δυτικής κουλτούρας. Εκφράζει με ενάργεια όχι μόνο το υπαρξιακό κενό του ανθρώπου της πόλης, αλλά ταυτόχρονα και την φαντασίωσή του. Ο Travis Bickle είναι ταυτοχρόνως χαρακτήρας, αντι-ήρωας, αλλά και σύμβολο ενός συγκεκριμένου τρόπου ζωής. Το γεγονός ότι ο De Niro κατάφερε να συνδυάσει αυτά τα δυο και να τα υποστηρίξει ταυτοχρόνως, αποτελεί ερμηνευτικό άθλο.

Αξίζει να θυμίσουμε ότι η περίφημη σκηνή του You talkin’ to me είναι αποτέλεσμα του αυτοσχεδιασμού του ηθοποιού. Όπως λέει η κινηματογραφική ιστορία, το σενάριο έγραφε μόνο «Travis looks in the mirror».

.

Raging Bull

Η 4η συνεργασία του De Niro με τον M. Scorcese ξεκίνησε από μια δική του εμμονή. Ο Μπόμπι διάβασε την αυτοβιογραφία του LaMotta και παθιάστηκε τόσο, που θέλησε να τον υποδυθεί. Το σχέδιο κάθε άλλο παρά ενθουσίαζε τον Μάρτιν, ο οποίος δεν υπήρξε ποτέ φίλαθλος. Τελικά, υπέκυψε στις πιέσεις του Ντε Νίρο και του παραγωγού του, του Irwin Winkler, μετά από ένα σοβαρότατο overdose. Η ιστορία του LaMotta αίφνης έγινε για εκείνον μια ευκαιρία να σωθεί ο ίδιος, αφού αποτοξινωθεί, διασώζοντας και την ετοιμόρροπη καριέρα του.

Οι ιστορίες της προετοιμασίας του Ντε Νίρο για να παίξει τον πυγμάχο είναι θρυλικές: Τα κιλά που πήρε, οι αγώνες που έπαιξε για να μπει στην ψυχολογία, τα πλευρά του Joe Pesci που έσπασε στα γυρίσματα κοκ…

.

The Untouchables

Όσο περνάν τα χρόνια, τόσο ανυπόφορες μου φαίνονται οι ταινίες του Brian De Palma. Το υπερβολικό στιλιζάρισμα είναι τελικά το μοναδικό προσόν τους, αλλά είναι τόσο υπερβολικό, που καταντάει ενοχλητικό.

Οι Αδιάφθοροι παίζει να είναι η καλλίτερη ταινία του. Όχι ότι το στιλιζάρισμα εδώ είναι λιγότερο ή πιο ισορροπημένο, αλλά τα άλλα στοιχεία καλύπτουν την (δική μου) ενόχληση που (μου) προκαλεί η σκηνοθεσία του Ντε Πάλμα. Και βέβαια σε αυτό πρωτοστατούν οι εξαιρετικές ερμηνείες όλων των ηθοποιών και δη του Sean Connery, που κέρδισε το Οσκαράκι του ως Jimmy Malone και του Μεγάλου Μπόμπι, που μας απασχολεί σήμερα.

Ο R. De Niro έχει δεύτερο ρόλο. Ο Al Capone του εμφανίζεται, αν δεν κάνω λάθος, γύρω στα 15΄. Αλλά είναι τέτοιος ο ηλεκτρισμός που εκπέμπει, που σημαδεύει όλη την ταινία. Η σκηνή που δολοφονεί με το ρόπαλο του μπέιζμπολ έναν ομοτράπεζό του, είναι πλέον αστικός θρύλος.

.

Angel Heart

Είχε κάνει μεγάλη εντύπωση η ταινία του Alan Parker, το 1987 που πρωτοπαίχτηκε. Όχι μόνο γιατί αποκάλυψε τον ερωτισμό της Lisa Bonet, της τηλεοπτικής γλυκούλας κόρης του Bill Cosby, αλλά για την ατμόσφαιρά του. Η ταινία ακροβατεί πετυχημένα στο noir, το θρίλερ και την φρίκη. Ο Mickey Rurke στο αποκορύφωμα της καριέρας του παίζει με στιλ τον Harry Angel. Αλλά είναι ο Louis Cyphre του De Niro, που με την γαλήνη του, καθώς καθαρίζει το αυγό από τα τσόφλια, κυριεύει τους εφιάλτες μας.

.

Cape Fear

Η 7η συνεργασία του De Niro με τον Scorcese οφείλεται στον Spielberg. Ο σκηνοθέτης του Indiana Jones σκόπευε αρχικά να σκηνοθετήσει ο ίδιος το remake του κλασικού noir, που είχαν πρωτοπαίξει ο Gr. Peck και ο R. Mitchum, αλλά τελικά το «φόρτωσε» στον παλιό του φίλο Μάρτιν, για να αφοσιωθεί στην Λίστα του Σίντλερ.

Η κινηματογραφική παρα-ιστορία μας λέει για το πώς ο Ντε Νίρο χάλασε τα δόντια του, για να παίξει τον Max Cady, τις ώρες που αφιέρωσε στο γυμναστήριο ή το πώς γυρίστηκε η περίφημη σκηνή της αποπλάνησης της ανήλικης Ντανιέλ. Όλα αυτά είναι κομμάτια του παζλ, που στην συνολική του εικόνα δείχνει έναν από τους πιο τρομακτικούς κινηματογραφικούς χαρακτήρες.

.

GoodFellas

Μια από τις σημαντικότερες ταινίες του σύγχρονου αμερικάνικου κινηματογράφου – κατά την γνώμη μου, η τελευταία πραγματικά σπουδαία ταινία του Scorcese, από κει και πέρα γυρίζει καλές, πολύ καλές, μέτριες ταινίες, αλλά όχι σπουδαίες. Είναι ταινία συνόλου -ο Ντε Νίρο παίζει ένα από τα Καλά Παιδιά και όχι τον κεντρικό ήρωα. Φυσικά δεν χάνεται -κάθε άλλο: Καταφέρνει με ένα βλέμμα του να συνδυάσει το κύρος, την ηρεμία και την απειλή.

.

Jackie Brown

Η τρίτη ταινία του Tarantino είναι και η πιο άγνωστη. Κι όμως, βασισμένη σε ένα βιβλίο του E. Leonard, είναι ίσως η πιο στιβαρή αφήγηση του δημιουργού. Ο Ντε Νίρο κρατά ένα μικρό ρόλο – στην ταινία πρωταγωνιστούν οι Pam Grier, Samuel L. Jackson και Robert Forster.

.

Heat

Ταινία-θρύλος. Η επική συνάντηση δυο σπουδαίων ηθοποιών. Η μεγάλη σύγκρουση δύο ερμηνευτικών σχολών.

Η ταινία του M. Mann πραγματοποιεί μια χρόνια ονείρωξη των κινηματογραφόφιλων: Φιλοξενεί όχι μόνο στην ίδια ταινία, αλλά και στην ίδια σκηνή Robert De Niro και Al Pacino -ως γνωστόν, οι δυο τους είχαν παίξει στο δεύτερο μέρος του Νονού, αλλά δεν είχαν μοιραστεί καμιά σκηνή.

Ποιος βγαίνει νικητής από αυτή την μάχη; Ο παθιασμένος, χοϊκός Πατσίνο ή ο ήρεμος, σχεδόν μεγαλοπρεπής Ντε Νίρο;

Ο καθένας μας έχει την δική του απάντηση.

.

Analyze This

Η ταινία του Harold Ramis σηματοδότησε μια στροφή στην καριέρα του Μπόμπι: Αν και συνεχίζει να είναι αφοσιωμένος στο σινεμά, η ηθοποιΐα περνά πλέον στο περιθώριο των ενδιαφερόντων του. Ασχολείται κυρίως με την παραγωγή ταινιών, την οργάνωση του κινηματογραφικού φεστιβάλ της Νέας Υόρκης, ενίοτε και με τη σκηνοθεσία. Συνεχίζει βεβαίως να παίζει και να χαράζει ταινίες με την παρουσία του (θυμίζω πρόχειρα το φετινό Silver Linings Playbook), αλλά είναι φανερό ότι δεν είναι αυτό που πρωτίστως τον απασχολεί.

Εδώ πάντως έχουμε μια εξαιρετική ερμηνεία, που αποτελεί ταυτοχρόνως παρωδία, αυτοπαρωδία και αυτοσαρκασμό. Σε μια θαρραλέα -και τρομερά αστεία- ερμηνεία, ο De Niro δεν διστάζει να αστειευτεί με κείνα ακριβώς τα στοιχεία που έχτισε την καριέρα του, τα στοιχεία που αγαπάμε οι σινεφίλ, τα στοιχεία που θα σατίριζαν κάποιοι άλλοι, εν τέλει.

Πολύ καλή κωμωδία, μεγάλη εμπορική επιτυχία, που οδήγησε σε μια συνέχεια, που όλοι θέλουμε να ξεχάσουμε…

Αύγουστος στην Αθήνα (Ημερολογιακή καταγραφή)

Παρασκευή πρωί δουλειά. Το απόγευμα καφές στο γνωστό στέκι στο Παγκράτι. Η γνωστή παρέα, τα γνωστά θέματα συζήτησης. Μέσα σε έναν κόσμο που αλλάζει ραγδαία με τρόπο που θυμίζει κατάρρευση, αυτές είναι οι πιο σταθερές συντεταγμένες που μας απόμειναν. Το διαλύσαμε μόλις το φως λιγόστεψε. Σκοτεινές βιτρίνες, αυτοκίνητα με ανοιχτά παράθυρα και δυνατές μουσικές. Στο σπίτι για λίγο, αλλά ο τόπος δεν με χώραγε. Εξάρχεια για ποτό με Ηλία και Κατερίνα – ωραία μουσική, ωραίος κόσμος και ένα ελαφρύ δροσερό αεράκι. Κατά τις τρεις με αφήσανε έξω από το σπίτι. Έβγαλα τα κλειδιά από την κωλότσεπη, αλλά δεν άνοιξα την πόρτα. Ανηφόρισα προς την Υμηττού και την περπάτησα για μια ακόμα φορά, έρημη, σκοτεινή, δικιά μου.

.

Το Σάββατο η υγρασία ήταν ανυπόφορη. Πήγα στο σουπερμάρκετ και δεν πήρα τίποτα· άλλα ξέχασα ότι τα χρειαζόμουν κι άλλα απλώς βαρέθηκα να τα πάρω. Τριγύρισα για λίγο χαζεύοντας τα ράφια, έβαλα δυο αναψυκτικά στο καλάθι και στάθηκα στο ταμείο. Στο σπίτι έφαγα ένα τοστ και ξάπλωσα. Κοιμήθηκα δυόμιση ώρες. Όταν ξύπνησα ένιωθα ότι είχε περάσει τανκ από πάνω μου. Έφτιαξα καφέ και τον ήπια ξαπλωμένος, διαβάζοντας, χαζεύοντας, ταβανοσκοπώντας.

.

Ξύπνησα πρωί την Κυριακή. Βγήκα έξω και είδα ένα μεγάλο άσπρο σύννεφο να μισοκρύβει τον ήλιο. Φαινόταν ότι μια καλλίτερη μέρα είχε ξημερώσει και όντως έτσι ήταν. Καφές και διάβασμα. Τηλέφωνο από τον Παναγιώτη: Να συναντηθούμε. Βρεθήκαμε γύρω στις 12.30 στο Σύνταγμα. Περπατήσαμε μέχρι την Πλάκα, αράξαμε στους Διόσκορους και ήπιαμε αναψυκτικά και νερά. Μετά περπατήσαμε ως το Φιξ. Μετρό και Πανεπιστήμιο κι από κει στα Εξάρχεια: Ροζαλία μέχρι τις 6 το απόγευμα –τριάμισι λίτρα κρασί και θαλασσινά για μεζέδες, κουβέντα για τα πριν, τα τωρινά και τα μετά. Ανηφορίσαμε στο προς Φίλιον για καφέ, αλλά ήταν κλειστό. Τότε το προσέξαμε: ελάχιστα στέκια ήταν ανοιχτά, ολίγος ο κόσμος που κυκλοφορούσε. Αράξαμε κάπου στην Ερμού για καφέ. Περπάτησα ως το σπίτι.

.

Σκέφτομαι ότι αυτή η ανάρτηση θα μπορούσε να λέγεται και «Πεθαίνοντας στην Αθήνα». Ούτως ή άλλως, η Αθήνα αυτές τις μέρες θυμίζει μέρες έσχατες…

Φωτογραφία

1.  Λένε ότι μια φωτογραφία είναι 1000 λέξεις, αλλά δεν είναι αυτό που με ενδιαφέρει. Δεν είναι η οικονομία λέξεων, σάλιου και αναπνοής που με μαγνητίζει, αλλά το κάδρο.

Όταν φωτογραφίζουμε παίρνουμε μια πραγματικότητα κοινή και διάχυτη παντού και την τιθασεύουμε. Την περιορίζουμε σε δυο διαστάσεις και τέσσερις συντεταγμένες. Η τυχαία στιγμή αίφνης εσωτερικοποιείται, γίνεται προσωπική και ιδιωτική και ταυτοχρόνως καθίσταται επικοινωνήσιμη. Αποκτά σχήμα, αισθητική, ύλη και ιδεολογία.

Ας μην το ξεχνάμε αυτό:

Δεν υπάρχει αντικειμενικότητα ή ουδετερότητα στη φωτογραφία. Μέσα στη σιωπή και την ακινησία της, μας λέει όσα συνειδητά ή ανεπίγνωστα ο φωτογράφος σκέφτεται και πιστεύει. Και μάλιστα με έναν τρόπο που μπορούν να γίνουν μέρος της δικής μας συνείδησης, πιο αποτελεσματικά απ’ ότι αν χρησιμοποιούνταν λόγια.

.

2.  Ο παππούς μου ο συχωρεμένος ήταν φωτογράφος. Από εκείνους τους πλανόδιους με τις τεράστιες ξύλινες φωτογραφικές μηχανές, που τις μετέφεραν φορτωμένες στην πλάτη τους με τον τρίποδα κάτω από τη μασχάλη, σαν αγωγιάτες. Έχωνε το κεφάλι του σε ένα μαύρο πανί, κρατούσες την αναπνοή σου, και η φωτογραφία έβγαινε.

Ήταν μερακλής. Έκοβε κι έραβε τις φωτογραφίες και δημιουργούσε ειδικά εφέ. Ο φαντάρος που έστελνε χαιρετίσματα στην οικογένεια βρισκόταν στην κορυφή του βουνού ή πάνω στο αξιοθέατο της πόλης· άλλος πετούσε στα σύννεφα μέσα σ’ ένα δίπλανο κι άλλος έπλεε στα πέλαγα σε μια χαρτονένια ζωγραφιστή βαρκούλα. Μ’ ένα ψαλιδάκι πελέκαγε τις γωνίες και τις άκρες κάθε φωτογραφίας σε χίλια μύρια σχέδια και με μαρκαδόρους χρωμάτιζε τα φουστάνια των κοριτσιών. Έγραφε με όμορφα καλλιγραφικά γράμματα τις αφιερώσεις και τις ευχές, που συχνά ήταν απλοϊκά στιχάκια.

Ψάχνω χρόνο να κοιτάξω ό,τι έχει απομείνει από τη δουλειά του, η οποία ήταν κι ένα μεράκι –αμφιβάλω βέβαια ότι θα το ομολόγησε ποτέ: Ήταν δύσκολα χρόνια, χωρίς περιθώρια για ατομική ευχαρίστηση.

Ψάχνω χρόνο να δω τα συνήθως σοβαρά, ανέκφραστα και σπανιότατα χαμογελαστά πρόσωπα γνωστών και ξένων –μιαν αφήγηση της μεταπολεμικής ελλαδικής πραγματικότητας.

Μια αφήγηση χωρίς λόγια, γι’ αυτό ίσως και τόσο σπαραχτική.

.

3.  Μ’ αρέσει η φωτογραφία. Με ενδιαφέρει πολύ. Δεν είμαι όμως από τους μπλόγκερ που κουβαλάνε μια κάμερα όπου κι αν πάνε. Σπανίως φωτογραφίζω κάτι και με το κινητό –μου αρέσει η φωτογραφία, δεν μου είναι εμμονή.

Φωτογραφίζω οικογενειακές γιορτές και φιλικές συνάξεις. Μικρά γλέντια και τσιμπούσια. Κουβαλάω στα ταξίδια και τις βόλτες την φωτογραφική μηχανή μου και τραβάω κτήρια, θάλασσες, βουνά και βέβαια την αγαπημένη μου λίμνη.

Αλλά αυτό που θα μου άρεσε περισσότερο να κάνω είναι να κατάφερνα να φυλακίσω την τυχαία, την φευγαλέα στιγμή –αυτό που λέμε street photography. Την ομορφιά ή το δράμα που περνάει ανύποπτα δίπλα μας. Λίγες φορές το έχω προσπαθήσει, σπανίως το έχω επιτύχει. Είναι το ταλέντο και η τεχνική που μου λείπει, αλλά είναι και η ντροπή που με πιάνει και δεν μπορώ να την ξεπεράσω:

Πώς να σηκώσω την φωτογραφική μου μηχανή και να κλέψω από τον άγνωστο συνάνθρωπό μου την στιγμή του, είτε είναι χαρά, είτε είναι λύπη, είτε είναι ομορφιά ή ασχήμια…

Το φωτογραφικό μου blog είναι εδώ