Monthly Archives: Σεπτεμβρίου 2013

Γράψιμο II

Ποτέ δεν μου ήταν εύκολο το γράψιμο, αλλά τώρα τελευταία έχει παραδυσκολέψει. Βάρυνε το μολύβι και με πολύ κόπο το σέρνω στο χαρτί –που θα πει: Σκέψεις και συναισθήματα μπλέχτηκαν κι έσφιξαν, έγιναν κόμπος, και δεν μπαίνουν στη σειρά για ν’ αποτυπωθούν.

Κι ο κόσμος μου όλο μεγαλώνει κι απλώνεται και δεν χωράει πια σε μια παράγραφο ή μια σελίδα. Χρειάζεται περισσότερο χώρο, αλλά πού ο χρόνος και, το κυριότερο, πού η δύναμη; Οι ανάγκες της καθημερινότητας είναι πολλές και δεν επιτρέπουν την αφοσίωση στο γράψιμο, στην έκφραση.

Κι όμως η ανάγκη για έκφραση δεν φεύγει, δεν αραιώνει. Παραμένει και γίνεται πιο ισχυρή.

.

Πιάνω λοιπόν το μολύβι και το χαρτί και γράφω. Γράμμα το γράμμα, λέξη την λέξη, πρόταση την πρόταση. Διαβάζω, διαγράφω και το γράφω από κάτω ξανά από την αρχή: Γράμμα το γράμμα, λέξη την λέξη, πρόταση την πρόταση. Και πάλι διάβασμα και πάλι διαγραφή και πάλι ξαναγράψιμο.

Ναι, δεν είναι έμπνευση. Για να είμαι ειλικρινής, δεν ξέρω τι ακριβώς είναι έμπνευση κι αν την είχα ποτέ. Είναι δουλειά κοπιαστική –σαν ν’ αδειάζεις με τον κουβά βαθύ κι άπατο πηγάδι. Το γράψιμο απαιτεί μόχθο σωματικό και ψυχικό. Το γράψιμο απαιτεί αφοσίωση –είναι, που λένε, δύσκολη ερωμένη. Αχάριστη ρουφήχτρα, που σου παίρνει τα πάντα και δεν σου δίνει τίποτα σε αντάλλαγμα. Κι όμως, εκεί, συνεχίζουμε μαζί της –γιατί;

Δεν είναι τα λεφτά (οι Έλληνες γραφιάδες είναι κατά κανόνα φτωχοί κι ετεροαπασχολούμενοι), δεν είναι η δόξα (έχουν περάσει πολλές δεκαετίες από τότε που αναγνωρίστηκε κάποιος στον τόπο μας εξαιτίας της γραφίδας του και μόνο).

Είναι μόνο η δυσπερίγραπτη ανάγκη να μιλήσουμε στον συνάνθρωπο μ’ έναν ψίθυρο, που δεν φτάνει η φωνή, παρά μόνο η καρδιά. Να ενωθούμε με τον Κόσμο σε μια απόλυτη εξωσωματική συνουσία…

Χαμένη ευκαιρία;

Πολλοί το λέγανε, όταν το 2010 μπήκαμε για τα καλά στον τροχό της Κρίσης, ότι αποτελεί εκτός από δοκιμασία και μια μεγάλη ευκαιρία.

Δεν είχαν κι άδικο.

Γιατί πέρα από τον πόνο και την απόγνωση που έφερε και φέρνει ή βίαιη προσαρμογή της εσωτερικής υποτίμησης, θα μπορούσαμε αυτή την περίοδο να διορθώναμε τα στραβά και τα ανάποδα της Μεταπολιτευτικής Πολιτείας, που μας έφεραν εδώ. Να μην περιοριζόμαστε μόνο σε εξορθολογισμούς και μεταρρυθμίσεις που διορθώνουν τους δείκτες ρίχνοντας το βιοτικό επίπεδο και εξαφανίζοντας τα μεσαία στρώματα, αλλά να προχωρούσαμε σε ουσιαστικές εκσυγχρονιστικές μεταρρυθμίσεις.

Στους στόχους δεν θα ήταν δύσκολο να συμφωνήσουμε:

Φιλικότερη, λειτουργικότερη και, σίγουρα, φτηνότερη Δημόσια Διοίκηση θέλουμε όλοι. Όπως και καταπολέμηση της διαφθοράς, του πελατειακού συστήματος, καθιέρωση της αξιοκρατίας και της αξιολόγησης. Και βέβαια το πολιτικό σύστημα και το πολιτικό προσωπικό να ανανεωθούν, να αποκτήσουν δεσμούς με την κοινωνία, να παταχθεί η διαπλοκή και να πάψει η κλωνοποίηση ανθρώπων και νοοτροπιών στα κομματικά εργαστήρια.

Εν ολίγοις, να γίνουμε όλοι πιο δημιουργικοί και πιο υπεύθυνοι απέναντι στους εαυτούς μας, τους συνανθρώπους μας, το κράτος. Αυτή ήταν η ευκαιρία και το στοίχημα.

Τρία χρόνια μετά το πρώτο Μνημόνιο τα νούμερα φαίνονται επιτέλους να βγαίνουν. Μικρό ή μεγάλο, πραγματικό ή λογιστικό, ένα κάποιο πλεόνασμα θα καταγραφεί την επόμενη χρονιά –όλοι συμφωνούν σ’ αυτό και όλοι καταλαβαίνουμε ότι αποτελεί ένα πρώτο, μικρό βηματάκι για να απελευθερωθούμε από τον βρόγχο της επιτήρησης.

Όμως στο άλλο επίπεδο, το πιο ουσιαστικό, εκείνο που έχει να κάνει με τις αλλαγές στις νοοτροπίες και τις συμπεριφορές, τον τρόπο οργάνωσης του λόγου, της σκέψης, του βίου και του πολιτεύεσθαι, τρία χρόνια μετά τίποτα δεν έχει αλλάξει. Αντιθέτως, υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις πως αντί να προχωρήσουμε μπροστά, πηγαίνουμε ολοταχώς προς τα πίσω –η Χρυσή Αυγή, που συζητάμε αυτές τις μέρες, δεν είναι παρά σύμπτωμα αυτής της υποχώρησης.

Δυστυχώς η Κρίση δεν μας ωρίμασε. Αντικρίσαμε πολλές φορές το χάος και το μηδέν την τελευταία περίοδο, είδαμε τα λάθη μας και τα παραδεχτήκαμε, αλλά αυτό δεν μας κατέστησε πιο υπεύθυνους. Ο υπεύθυνος άνθρωπος όταν βλέπει το λάθος, παίρνει βαθιά ανάσα και με την δημιουργικότητα και την ενεργητικότητά του προσπαθεί να το διορθώσει. Έτσι οι κρίσεις γίνονται ευκαιρίες αναγέννησης.

Σε μας, αντιθέτως, η παραδοχή του λάθους βιώθηκε ως ενοχή. Κι από τη μια μεριά υφιστάμεθα παθητικά την τιμωρία μας μήπως και εξαγνιστούμε, από την άλλη προσπαθούμε με παιδιάστικη κουτοπονηριά να φορτώσουμε την ζημιά στον γείτονα.

Σε αυτή την αποτυχία (γιατί αποτυχία είναι και μάλιστα όλων μας) επένδυσε συστηματικά οι πολιτικές μας ηγεσίες. Για να περάσουν τα εκάστοτε μέτρα, κοινωνικές και επαγγελματικές ομάδες στοχοποιούνταν, δαιμονοποιούνταν και παραδίδονταν στην κοινότατη γνώμη. Ξεκινήσαμε με τους εργαζόμενους στα Stage, περάσαμε στους γιατρούς, τους μηχανικούς και τους δικηγόρους, στους καφετζήδες και τους φουρνάρηδες, τους ταξιτζήδες και τους φορτηγατζήδες, για να φτάσουμε σήμερα στους Δημοσίους Υπαλλήλους. Σχέδιο οργανωμένο για τον εκσυγχρονισμό των δομών του Κράτους και την αναδιάρθρωση των μηχανισμών του δεν είδαμε· μόνο ο μουτζούρης πεταγόταν κάθε τόσο από δω κι από κει κι αλίμονο σε κείνον που του έμενε στα χέρια. Με αυτόν τον τρόπο κατάφεραν να διατηρήσουν αλώβητα όλα εκείνα που συνιστούν την πηγή της οπισθοδρόμησης και της «κακοδαιμονίας» μας. Κάποια παραπαίδια μπορεί να θυσιάστηκαν, αλλά ο πυρήνας του συστήματος εξουσίας παρέμεινε ανέπαφος.

Προσπαθώ να πιστέψω πως παρά τις δυσκολίες της καθημερινότητας και τον συνεχή αγώνα με το αδιέξοδο που δίνει ο καθένας από μας, θα καταφέρουμε, έστω στο παρά πέντε, να ξεπεράσουμε τις ενστικτώδεις καχεξίες μας και να διεκδικήσουμε, ή μάλλον, να προσπαθήσουμε για το περισσότερο, που είναι η ουσιαστική αλλαγή των συνειδήσεων και των τρόπων. Μόνο έτσι η δοκιμασία που περνάμε θα έχει νόημα…

Ξαράχνιασμα

Τα κλειστά σπίτια μαζεύουν υγρασία, σκόνες, αράχνες. Τα ξεκλειδώνεις και στις γωνιές που χρωμάτιζε κάποτε η ζωή, βλέπεις γκρίζες σκιές. Ψόφια ζωύφια στο πάτωμα, σκουριές στις μεταλλικές επιφάνειες και την βαριά μυρωδιά της κλεισούρας. Χρειάζονται ένα γερό ξαράχνιασμα, ξεσκόνισμα, σφουγγάρισμα για να μπορέσεις να τα ξανακατοικήσεις. Να τ’ ανοίξεις σε φίλους και γνωστούς. Να ζήσεις, να δημιουργήσεις γεγονότα –τις μνήμες του μέλλοντος, το νόημα του παρόντος.

Κάπως έτσι γίνεται και με τα μπλογκ…

 .

Πολλά πράγματα ξεκίνησαν και πολλά πράγματα τελείωσαν για μένα το τελευταίο δίμηνο.

Τώρα που χαράζω αυτές τις γραμμές έχοντας δίπλα μου τα πρώτα τυπογραφικά του βιβλίου μου, συνειδητοποιώ πως καθώς τελειώνει ο Σεπτέμβριος, τίποτα δεν είναι το ίδιο στην επαγγελματική, την επιστημονική, την προσωπική μου ζωή σε σχέση με τον Ιούνιο. Είμαι αλλού, εντελώς αλλού, πατώντας με τα δυο μου πόδια στο ίδιο έδαφος, χωρίς να μοιράζομαι σε δυο, τρεις, πέντε βάρκες, χωρίς παραπανίσια καρπούζια κάτω από τις μασχάλες μου.

Φυσικά και δεν ήταν εύκολο. Πολλές οι αμφιβολίες, οι δισταγμοί, οι δραματικές αποφάσεις, αλλά και η ηρεμία του τέλους ότι επέλεξα σωστά, τον δρόμο του μυαλού και της καρδιάς, και για μένα και για τους άλλους.

Ας γκρεμίζονται τα γιοφύρια. Κι αδιέξοδο να βρούμε μπροστά μας, την Έρημη Χώρα, δεν έχει νόημα να γυρίζουμε πίσω.

 .

Μ’ αυτά και με κείνα, ήταν φυσικό κι επόμενο να πιάσει αράχνες το καημένο το Σημειωματάριο. Ήταν τόσα εκείνα που έπρεπε να τρέξω, ώστε οτιδήποτε απαιτούσε από μένα να σταθώ, να παγώσω τον χρόνο και να τον αποτυπώσω, ήταν χαμένο από χέρι. Πολύ περισσότερο, που δεν ήθελα να αλλάξω την φυσιογνωμία του μπλογκ μου, όπως αυτή διαμορφώθηκε τον τελευταίο καιρό. Δεν θέλησα να καταφύγω σε γρήγορες, εύκολες κι ανώδυνες αναρτήσεις για να καταγράφεται μια απούσα παρουσία.

Πολλά πράγματα τελείωσαν και πολλά πράγματα ξεκίνησαν για μένα το τελευταίο δίμηνο. Κι επειδή, ειλικρινά, δεν ξέρω πού και πώς θα είμαι του χρόνου τέτοιον καιρό, μ’ ενδιαφέρει να έχω σταθερά σημεία στη ζωή μου. Κι ένα από τα σταθερά σημεία που μπορώ να έχω, εκτός από τους ανθρώπους μου κι ένα μέρος στην καρδιά μου που το λέω «πατρίδα», είναι, όσο παράξενο κι αν φαίνεται ή όσο δύσκολο κι αν μου είναι να το εξηγήσω, είναι για μένα το Σημειωματάριο.

Ανασκουμπώνομαι, λοιπόν. Καθαρίζω, ξαραχνιάζω και σας περιμένω…

Μαζεύοντας τον πόνο της πληγής μας

Στις 20 Οκτώβριου 1932 κυκλοφόρησε σε 50 αριθμημένα εκτός εμπορίου αντίτυπα η Στέρνα του Γ. Σεφέρη. Επειδή ο ποιητής υπηρετούσε στο Λονδίνο, την επιμέλεια της έκδοσης ανέλαβε ο Κατσίμπαλης. Στην αλληλογραφία των δυο ανδρών («Αγαπητέ μου Γιώργο» Αλληλογραφία (1924-1970), επιμ. Δ. Δασκαλόπουλος, Ίκαρος 2009) μας διασώζονται οι σχετικές συνεννοήσεις (το χαρτί που θα χρησιμοποιηθεί, το δέσιμο, το αν θα υπάρχει εξώφυλλο και τι θα αναγράφει κτλ), αλλά κι έναν άκρως ενδιαφέροντα διάλογο για το ίδιο το ποίημα, η οποία εύκολα ξεστράτισε σε συζήτηση για το νόημα της Ελληνικότητας, το χρέος των ποιητών και, βεβαίως, τη σχέση της Ελλάδας με την Δύση (και την Ανατολή κατ’ επέκταση) –τα αιώνια δηλαδή ερωτήματα που απασχολούν κάθε γενιά από το 1204 και δώθε και στα οποία ο καθένας μας πρέπει να δώσει μια κάποια απάντηση για να μπορέσει να πορευτεί.

Η Στέρνα, με το ύφος, τον ρυθμό και την μορφή της ξένισε. Με εξαίρεση τον Γ. Αποστολίδη (στον οποίο είναι αφιερωμένη), που τη θεωρεί αριστούργημα, οι υπόλοιποι της παρέας στέκουν αμήχανοι στην καλλίτερη περίπτωση απέναντί της. Στη χειρότερη, απολύτως αρνητικοί –σε αυτή την κατηγορία ανήκει και ο επιμελητής της έκδοσης, ο Γ. Κατσίμπαλης,

«Γιώργο, θαρρώ πως μας επρόδωσες και πως σ’ έφαγε κι εσένα η Φραγκιά», δηλώνει ορθά-κοφτά στην επιστολή 8ης Οκτωβρίου, που απευθύνει στον Σεφέρη.  Και συνεχίζει:

«Παράτησε τον (δήθεν) άνθρωπο του αιώνα σου και κοίταξε να εκφράσεις κάτι από τον τόπο σου κι από τη φύση του, που είναι και δική σου φύση –όπως τουλάχιστο το πιστέψαμε εμείς κάποτε, όσοι περιμέναμε κάτι από σένα».

Σημειώνει δε με τον ορμητικό τρόπο που τον χαρακτήριζε:

«Παρόλα τα συγκλονιστικά γεγονότα της Χαλκιδικής (χωρίς καλαμπούρι), των εκλογών, της κρίσης κλπ. απολαμβάνω  και χαίρομαι αυτό το πανηγύρι τούτο του Θεού συνεπαρμένος από μια ακράτητη έκσταση (…) Γυρίζοντας κάθε μέρα σπίτι, μέσα στα «κατάλαμπρα» αυτά μεσημέρια, κάτω από τα «καταγάλανα» ουράνια, συναντώ (λίγο παρακάτω από του Παπουτσάκη) στο δρόμου μου μια… στέρνα, μ’ ένα σκέπασμα από τσιμέντο κι ένα τετράγωνο ανοιγματάκι στη μέση του, που αφήνει να φαίνεται το σκοτεινό νερό της. (…) Τι αντίθεση και τι ασχήμια αυτή η στέρνα μέσα στο φωτεινό κι υπέρλαμπρο πανηγύρι που μας περιστοιχίζει! Ως πότε θα τ’ αγνοούμε το πανηγύρι αυτό και θα καταφεύγουμε στις σκοταδερές στέρνες να βυθίζουμε την ψυχή και τη νιότη μας, αντί να την υψώνουμε υπέρλαμπρο ολοκαύτωμα πάνω σ’ ένα κορφοβούνι κάτω από τον πυρακτωμένον ήλιο;»

Η επιστολή του Κατσίμπαλη, όπως παρατηρεί ο βιογράφος του Σεφέρη, Ρ. Μπήτον (Γιώργος Σεφέρης. Περιμένοντας τον άγγελο, Ωκεανίδα 2003), καταλήγει να είναι μια «εκπληκτική πραγματεία, όπου οι επιφυλάξεις του για τη Στέρνα λειτουργούν ως καταλύτης για μια σειρά από παθιασμένα αιτήματα, τα οποία θα έχουν μακροχρόνιο αντίκτυπο όχι μόνον στην εξέλιξη του Γιώργου ως ποιητή, αλλά και σε ολόκληρο το λογοτεχνικό κίνημα της Ελλάδας, το οποίο σύντομα θα γίνει γνωστό ως η “Γενιά του Τριάντα”».

Δεν ξέρω σε ποιο βαθμό η μεταγενέστερη ποίηση του Σεφέρη επηρεάστηκε από τις ιδέες αυτές του ισόβιου φίλου και συνομιλητή του, πάντως σε εκείνη την περίσταση, δεν ήταν διατεθειμένος να ακολουθήσει το παράδειγμά του και να ξεχάσει τα «συγκλονιστικά γεγονότα» που συνέβαιναν στον ίδιο και τον κόσμο και να παραδοθεί σε μια έκσταση.

Η απάντησή του, που γράφτηκε 2 μέρες αργότερα, έχει έντονο απολογητικό χαρακτήρα. Αναφέρεται στη μέχρι τότε ζωή του – είναι μια από τις σπάνιες φορές που αναθυμάται το σπίτι του στη Σμύρνη και σημειώνει πως αν δεν είχε μεσολαβήσει ο Ξεριζωμός «ίσως να ήταν τα πράγματα κάπως διαφορετικά, χειρότερα ή καλλίτερα ποιος ξέρει;»

Απαντάει στον Κατσίμπαλη πρώτα με τον τρόπο του –αντιπαρατάσσει στην ορμή και το πάθος του μαγκουροφόρου τον βαθύ και φαινομενικά αργό στοχασμό και στις ιδέες του, που αναγκαστικά, όπως όλες οι ιδέες καταλήγουν μονόπαντες, την περιπλοκότητα της ζωής. Αυτό είναι το νόημα της φράσης του, όταν λέει:

«Όσα μου λες είναι σωστά. Είναι όμως και άδικα για μένα.»

Μια απόφανση μπορεί σωστή και άδικη μαζί, δίψυχη, να συναμφοτερίζει, όπως η ζωή και οι άνθρωποι –άλλωστε κι η Στέρνα για την διπλή φύση του έρωτα, της ηδονής και του θανάτου, μιλάει.

Δεν θα παρασυρθώ περισσότερο σχολιάζοντας την σεφερική επιστολή –έχει μεγάλο ενδιαφέρον, καθώς αυτοβιογραφούμενος ο Σεφέρης τοποθετεί τον εαυτό του στη χορεία των μεγάλων ποιητών της σύγχρονης Ελλάδας, που είναι Έλληνες και ξένοι ταυτόχρονα (πάλι διφυσεία έχουμε εδώ).

Θα περιοριστώ στην άμεση απάντηση που έδωσε στον Κατσίμπαλη. Του γράφει:

«Το δύσκολο δεν είναι να υψωθούμε προς το “υπέρλαμπρο πανηγύρι”, το δύσκολο είναι να λυτρωθούμε από την τραγική μας μοίρα, και ο αγώνας αυτός θα φάει, καθώς το φοβούμαι, πολλές γενιές ανθρώπων, αν υπάρξουν τόσοι πολλοί άνθρωποι στην Ελλάδα».

Είναι σαφές: Από το έξω φως, ο Σεφέρης προτιμά το μέσα σκοτάδι. Από την ανέμελη έκσταση, την οδυνηρή επαφή με την πραγματικότητα. Από την ύψωση στα κορφοβούνια, που προϋποθέτει λησμονιά της πραγματικότητας, μέσα καταβύθιση.

Και κάτι ακόμα:

Μας λέει ο Σεφέρης, πως αν το «υπέρλαμπρο πανηγύρι», είναι ατομικό προνόμιο και δυνατότητα του καθενός από μας, η λύτρωση από την «τραγική μας μοίρα» είναι συλλογικό κατόρθωμα – έργο πολλών γενεών και πολλών ανθρώπων, που θα εργαστούν έχοντας αυτό τον στόχο.

Διαβάζοντας αυτά τα λόγια σκέφτομαι ότι χάσαμε μια ολόκληρη γενιά, 30 μεταπολιτευτικά χρόνια, όχι στο υπέρλαμπρο πανηγύρι, αλλά την ιλουστρασιόν αποχαύνωση. Χάσαμε μια ολόκληρη γενιά κι αποκτήσαμε αναπηρίες που πριν δεν είχαμε.

Τουλάχιστον, ας υπάρξουν στην Ελλάδα όσοι άνθρωποι χρειάζονται για να ξεφύγουμε από την τραγική μας μοίρα. Θα είναι κρίμα να χαθούμε έτσι…

Διπλό κοίταγμα

Στις 2 Σεπτεμβρίου 1997 αντέγραφα στο σημειωματάριό μου αυτά τα λόγια του Σεφέρη:

«Κοίταγμα πίσω: μιὰ μαύρη κορδέλα· κοίταγμα ἐμπρὸς: ἀνέφικτα πράγματα»

Ανέτρεξα στο απόσπασμα. Είναι μια φράση από την ημερολογιακή καταγραφή της Καθαράς Δευτέρας 15 Μαρτίου 1926 –δυο μέρες μετά τα γενέθλιά του ο Σεφέρης σέρνει βαριά την πένα με την «συναίσθηση πως γερνά». Έκλεινε τότε τα 26.

Εγώ ήμουν 20 χρονών όταν τον αντέγραφα. Ξεφύλλισα το σημειωματάριο μπας κι ανακαλύψω τον λόγο που μου μιλήσανε αυτά τα λόγια τότε, αλλά δεν βρήκα κάτι. Ούτε μπόρεσα να θυμηθώ. Ίσως είναι αυτό το διπλό κοίταγμα που να με εντυπωσίασε.

Έκλεισα τα κιτάπια μου και κάθισα στο γραφείο.

………………………………………………………………………………

Μαύρη η οθόνη του υπολογιστή και πολλή χαρτούρα τριγύρω μου, που όλο τη συμμαζεύω κι όλο ασυμμάζευτη μένει. Βιβλία σε όλους τους τοίχους, το τηλέφωνο ακουμπισμένο σε ένα σκαμπό. Τα τζάμια είναι ανοιχτά κι ακούγονται οι φωνές των παιδιών που παίζουν με τα ποδήλατα, ένα σκυλί που αλυχτάει κάπου μακριά, οι καλησπέρες και τα τι κάνεις των γειτόνων.

Κοίταγμα πίσω: Δεν βλέπω μαύρες κορδέλες· αυτή η μελοδραματική εικόνα μπορεί να εκφράζει τους πολύ νέους κάθε εποχής, που τα θέλουν όλα μαύρα ή άσπρα, αλλά εμάς, που καθώς μεγαλώνουμε αναγνωρίζουμε –και εκτιμούμε– και τις άλλες αποχρώσεις της ζωής, αυτό το μαυροάσπρο δεν μας λέει τίποτα. Αν βλέπω κάτι πίσω είναι ένα παράλογο ζιγκ-ζαγκ, που μόλις τα τελευταία χρόνια άρχισε να αποκτά σχήμα και μορφή. Αν ήμουν πιο σοφός, θα ακολουθούσα την ευθεία· δεν θα έχανα τόσο καιρό σε ανώφελα πράγματα –αλλά δεν είμαι. Κι ότι είμαι, έγινα από αυτό ακριβώς το ζιγκ-ζαγκ, οπότε

Κοίταγμα εμπρός: Ανέφικτα πράγματα. Πέρασαν 17 χρόνια από τότε που αντέγραψα την σεφερική φράση / Είμαι 10 χρόνια μεγαλύτερος από την ηλικία που είχε ο Σεφέρης όταν την έγραψε, κι ακόμα οι προσδοκίες μου, τα όνειρά μου, τα σχέδια για το μέλλον, πετάνε στα σύννεφα. Κυνηγάω το μαγικό, το ανέφικτο, κλωτσάω, καθώς λένε, την καρδάρα με το γάλα και ξεκινάω να μαζεύω άλλο, αλλού. Σ’ αυτό παραμένω άσοφος, παιδί. Κι ούτε ξέρω αν θα μεγαλώσω –αν θέλω δηλαδή να μεγαλώσω.

Κοίταγμα στο τώρα: Σαθρό έδαφος, φτιαγμένο από χίλιες ευμετάβλητες παραμέτρους κι η παράλογη ανάγκη να σταθώ και να ξαποστάσω πάνω του. Για μια στιγμή, έστω. Για μια ανάσα…

Ίσως το πιο ανέφικτο τελικά είναι να απλοποιήσουμε τις ζωές μας…