Monthly Archives: Οκτωβρίου 2013

Στην παγωμένη ακρογιαλιά

Η θάλασσα ξεβράζει στην παγωμένη ακρογιαλιά νεκρά κοχύλια, ξύλα, μαύρα φύκια.

Ερημιά.

Και μια απεραντοσύνη απ’ άκρη σ’ άκρη στον ορίζοντα που σου παγώνει την καρδιά. Μια άδεια απεραντοσύνη που σ’ εγκλωβίζει μέσα της. Τοπίο συνεχές κι απαράλλαχτο. Όπου και να πας, όσο και να προχωρήσεις, παραμένεις στο ίδιο σημείο. Ακόμα και τα σημάδια που αφήνω πίσω μου –οι στάχτες της χθεσινοβραδινής φωτιάς, μισοφαγωμένα ψαροκόκαλα, περιττώματα– τα καταπίνει και τ’ αφομοιώνει μ’ έναν τρόπο.

Ίσως να έχει αφομοιώσει κι εμένα. Να έχω βυθιστεί μέσα σε τούτη την ανώφελη απεραντότητα σαν σε κινούμενη άμμο, τον πηχτό χυλό του τίποτα. Ίσως ν’ αποτελώ κι εγώ ξερό κομμάτι του τοπίου σαν αυτόν τον βράχο που συντρίβεται στα κύματα –υπάρχουν στιγμές που το πιστεύω πραγματικά. Κάθομαι τότε ακίνητος όπου λάχει, στην άμμο, το νερό, τα βράχια, χωρίς να σκέφτομαι και χωρίς να νιώθω τίποτα. Το μέσα μου χάνεται στο έξω και το έξω στο μέσα –αν υπάρχουν βέβαια αυτές οι διακρίσεις· αν δεν είναι όλα ένα συνεχές, αξεδιάλυτο μηδέν.

Κι άλλες στιγμές με πιάνει μια μανία, σαν να προσπαθώ να αποδείξω στον εαυτό μου ότι πράγματι υπάρχω, ότι είμαι κάτι ζωντανό, διαφορετικό από την νεκρή φύση που με περιβάλλει και τρέχω, τρέχω όσο πιο γρήγορα μπορώ αναζητώντας έξοδο· διέξοδο· ένα στοιχείο, έστω, διαφορετικό, κάτι που να μου δείχνει πως η δυνατότητα για κάτι άλλο υπάρχει.

Αλλά τίποτα δεν αλλάζει.

Δεν υπάρχει διέξοδος, έξοδος, άλλο. Ή, τουλάχιστον, εγώ δεν το βρίσκω. Τρέχω, τρέχω, τρέχω έχοντας αριστερά την γραμμή του θαλασσινού ορίζοντα, χρυσοπορτοκαλένιο απ’ το φως ενός δύοντα ηλίου και στα δεξιά το σταχτοπράσινο λιβάδι που ανεβαίνει ως τον ουρανό. Μέχρι που σταματάω. Σταματάω και κάθομαι σταυροπόδι πιέζοντας με δύναμη τις παλάμες στα μάτια μου. Τρίβω βίαια τα μάτια μου μήπως και ξυπνήσω· μήπως βλέπω έναν εφιάλτη. Αλλά όσο και να τα τρίψω είμαι πάντα εκεί, στην πεθαμένη ακρογιαλιά, μόνος, χωνεμένος στον χώρο. Και τότε δεν μου απομένει τίποτα άλλο από την φωνή. Ουρλιάζω κι εγώ μέχρι να ματώσουν τα πνευμόνια μου, αλλά τίποτα δεν ακούγεται…

Τιμώντας την 28η Οκτωβρίου

Κάθε χρόνο παραμονές 28ης Οκτωβρίου, ανήμερα και μετά, θυμάμαι τον συχωρεμένο τον παππού μου: Έναν ταπεινό, ανώνυμο άνθρωπο, που άφησε στο χωριό του την γυναίκα και το νεογέννητο μωρό του για να πολεμήσει στο μέτωπο.

Μου έλεγε ιστορίες από εκείνη την εποχή: Τις ατέλειωτες πορείες στη λασπουριά, τις ψείρες, την κουραμάνα που μοιράζονταν, τις ώρες στα χαρακώματα, τον ήχο των κανονιών, των τουφεκιών, των οπλοπολυβόλων, τους ανθρώπους που σκότωσε. Δυστυχώς δεν τις θυμάμαι για να τις αραδιάσω κι εγώ με τη σειρά μου. Αυτή η αντιηρωική Ιστορία των κομπάρσων χάθηκε. Χάθηκε η αγωνία και ο πόνος του ανώνυμου ανθρώπου –γιατί, ναι, όσο κι αν είναι πολιτικά λάθος, ανώνυμοι είμαστε, αριθμοί σε κάποια στρατολογική λίστα ή στους καταλόγους της εφορίας. Μας απέμεινε μόνο η Ιστορία των πρωταγωνιστών, τα επιθεωρησιακά τραγούδια, οι ταινίες που παίζονται κάθε χρόνο, ένα εθνικό / πατριωτικό / κοινωνικό γκλάμουρ –ο καθείς διαλέγει και παίρνει, για όλους έχει ο μπαχτσές.

Μεγαλώνοντας προσπαθώ να καταλάβω τι ήταν εκείνο που έκανε τον παππού μου να πολεμήσει. Οι πύρινοι λόγοι, τα στρατευμένα πρωτοσέλιδα, το κλίμα που είχε διαμορφωθεί θα έπαιξε τον ρόλο του, αλλά από μόνο του δεν είναι αρκετό. Θα μετρούσε περισσότερο στα μετώπισθεν, να δίνει κουράγιο στα γυναικόπαιδα που έμειναν μόνα τους.

Όχι, εκείνη τη στιγμή που αφήνεις πίσω τους δικούς σου και ξεκινάς να συναντήσεις τον θάνατο, κάτι άλλο, πιο βαθύ πρέπει να μέτρησε. Βαθύ κι απλό ταυτόχρονα. Η έξη να κάνει την δουλειά του με ευσυνειδησία. Νομίζω ότι ο παππούς μου και χιλιάδες άλλοι πήγαν στον πόλεμο, κράτησαν το Ελληνοϊταλικό μέτωπο, προχώρησαν βαθιά στην Αλβανία, με την ίδια απλότητα που πήγαιναν το πρωί στο εργαστήρι, το μαγαζί ή το χωράφι τους. Τίποτα παραπάνω και τίποτα παρακάτω. Γι’ αυτό και δεν διεκδίκησαν ποτέ τιμές, αναγνωρίσεις, ειδικές συντάξεις και μετάλλια. Αυτά είναι για τους άλλους, τους επώνυμους και τους καπάτσους.

.

Δεν ξέρω αν είναι σωστό, δεν ξέρω αν είναι λάθος, αν είναι πολύ ή λίγο, πάντως έτσι τιμώ κάθε χρόνο την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου: Θυμούμενος τον παππού μου. Προσπαθώντας να τον καταλάβω. Προσπαθώντας να βρεθώ στη θέση του πέρα από ρητορισμούς και ιδεολογήματα.

Φθινοπωρινές προτάσεις για χειμερινές αναγνώσεις

Οι καλοκαιρινές διακοπές δεν είναι απλώς η περίοδος που παίρνουμε μια βαθιά ανάσα από την ρουτίνα του υπόλοιπου χρόνου και ξεκουραζόμαστε. Είναι και μια ευκαιρία να οργανώσουμε τον χρόνο μας, όπως τον θέλουμε, υποκύπτοντας στους λιγότερο δυνατόν καταναγκασμούς κι υποχρεώσεις.

Μέσα σ’ αυτή την ράθυμη και ιδανική περίοδο, το βιβλίο βρίσκει εύκολα χώρο. Τον Ιούλιο και τον Αύγουστο τα βιβλιοπωλεία γεμίζουν από κόσμο και κοσμάκη που προμηθεύεται τα βιβλία των διακοπών του. Οι εφημερίδες και τα περιοδικά οργανώνουν ειδικά αφιερώματα και προτάσεις και στις παρέες το ερώτημα για «κάνα καλό βιβλίο που διάβασες τελευταία» έρχεται κι επανέρχεται.

Γιατί όμως μόνο το καλοκαίρι;

Όσα μας δίνει το βιβλίο (γνώση, εμπειρία, πληροφορία, ταξίδι, όνειρο, ποίηση…) τα έχουμε ανάγκη καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου. Κι ίσως-ίσως να τα έχουμε περισσότερο ανάγκη κατά την ρουτινιασμένη και ασφυκτική καθημερινότητα του χειμώνα.

«Πού η όρεξη για διαβάσματα», λένε οι περισσότεροι. Είμαι όμως βέβαιος, πως αν γίνει η προσπάθεια, και η ανάγνωση ενταχθεί στην καθημερινότητά μας, το αποτέλεσμα θα είναι εξίσου, αν όχι περισσότερο, ευχάριστο και αποδοτικό απ’ ό,τι το καλοκαίρι.

Για όσους λοιπόν δεν σταματάνε το διάβασμα με την επιστροφή από τις διακοπές και, κυρίως, εκείνους που θα ήθελαν να την εντάξουν στην καθημερινότητά τους, ακολουθούν ορισμένες προτάσεις βιβλίων και συγγραφέων. Κατά κανόνα πρόκειται για έργα που δεν μπορούν να ολοκληρωθούν στον χαλαρό ορίζοντα των 10 ή 15 ημερών που διαρκούν οι διακοπές, αλλά απαιτούν περισσότερο χρόνο και προσοχή.

.

Κλασική λογοτεχνία

Πίσω από τους πάγκους με τα ευπώλητα του συρμού, βρίσκονται τα ράφια με τους κλασικούς συγγραφείς. Συγγραφείς και έργα που σαν όνομα τους γνωρίζει και η τελευταία πέτρα, αλλά είναι κατά κανόνα άγνωστοι για τον μέσο Έλληνα αναγνώστη. Λογικό. Τα έργα τους είναι πιο ογκώδη από το συνηθισμένο, μας χωρίζουν γενιές από την εποχή που έγραφαν κι αναφέρονται σε κοινωνίες που μας φαντάζουν άγνωστες και ξένες. Κι όμως, ο Ντοστογιέφσκι, ο Μπαλζάκ ή ο Τ. Μαν μιλάνε με αμεσότητα κι ενάργεια σχεδόν για οτιδήποτε μας απασχολεί σήμερα. Δεν ισχυρίζομαι ότι στις σελίδες τους θα βρούμε απαντήσεις ή την αλήθεια –αυτά είναι αφέλειες–, αλλά θα δίνουν άλλον ορίζοντα στο βλέμμα μας, και νέο βάθος στα ερωτήματά μας. Και βέβαια, για να μην ξεχνιόμαστε, πρόκειται για βιβλία απολύτως ψυχαγωγικά.

.

Ε. Φοτορινό: Κόρσακοφ

Ένα σύγχρονο εξαιρετικό μυθιστόρημα από τη Γαλλία. Η συναρπαστική πλοκή χτίζεται γύρω από την ασθένεια του ήρωα: πάσχει από ένα είδος αμνησίας, που έχει σαν σύμπτωμα την επινόηση αναμνήσεων, οι οποίες καλύπτουν τα κενά που δημιουργούνται. Το βιβλίο διαβάζεται και σαν αστυνομικό μυθιστόρημα, αλλά ο Φοτορινό θέτει ζητήματα που αφορούν την ταυτότητα του ατόμου και την ύπαρξη –τι συνιστά εν τέλει τον άνθρωπο. Σπουδαία λογοτεχνία.

.

Θ. Λιακόπουλος: Ημέρες της καρέκλας

Πρόκειται για μια συλλογή 16 διηγημάτων ενός νέου συγγραφέα, που μας συστήνουν μιαν Αθήνα οικεία, γνώριμη, αλλά και πολύ διαφορετική. Από ιστορία σε ιστορία οι ατμόσφαιρες εναλλάσσονται μαζί με τους ήρωες, δημιουργώντας ένα πολυεπίπεδο κολάζ της σύγχρονης πραγματικότητας. Διάβασα τα διηγήματα του Λιακόπουλου στο λεωφορείο, πηγαίνοντας στη δουλειά, κι η καθημερινότητά μου χρωματίζονταν.

 .

Χρ. Καραγιάννης: Η ιστορία ενός στρατιώτη (1918-1922), επιμέλεια-σχολιασμός: Φ. Δ. Δρακονταειδής

Ένα πολύ ενδιαφέρον αφήγημα. Ο Χρ. Καραγιάννης πολέμησε στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, συμμετείχε στην εκστρατεία εναντίον των Μπολσεβίκων στην Ουκρανία και πολέμησε και στο Μικρασιατικό μέτωπο μέχρι την Καταστροφή. Ο Δρακονταειδής ανακάλυψε τα απομνημονεύματα του πολεμιστή κι αφού τα επεξεργάστηκε αφαιρώντας, όπως λέει ο ίδιος «συμπληρώσεις και επεξηγήσεις», πρόσθεσε κατατοπιστικά σχόλια και υποσημειώσεις. Το αποτέλεσμα είναι μια συναρπαστική μακρυγιαννική αφήγηση εξαιρετικά σχολιασμένη. Καθηλώνει τον αναγνώστη και τον μεταφέρει όχι στους ηρωισμούς και τις ήττες του πολύχρονου πολέμου, αλλά στην καθημερινότητα του οπλίτη. Σαν ιστορικός θα ήθελα να γνωρίζω το πρωτότυπο κείμενο ή, τέλος πάντων, περισσότερα για τις περικοπές-επεμβάσεις που έκανε ο Δρακονταειδής. Σαν αναγνώστης ρούφηξα αυτό το βιβλίο.

.

Στ. Ράμφος: Ο «άλλος» του καθρέφτη. Ψυχογραφία της αγωνίας μας

ραμ

Περιμένοντας λίγο πριν τα Χριστούγεννα το μεγάλο έργο του Στ. Ράμφου για την πλατωνική Πολιτεία, είναι ευκαιρία να ρίξουμε μια ματιά σε αυτό το σύντομο δοκίμιο που κυκλοφόρησε πέρσι, αλλά παραμένει επίκαιρο. Χρησιμοποιώντας ψυχαναλυτική γλώσσα, ο Ράμφος απαντά στα γιατί και τα πώς της σημερινής Κρίσης. Συνήθως θεωρούμε ως αιτίες υπεύθυνους κάτι πέρα κι έξω από μας, τον αντίπαλο «άλλο». Σύμφωνα όμως με τον συγγραφέα, οι αιτίες είναι καταγωγικές και βρίσκονται βαθιά μέσα μας.

.

Ν. Καλαποθάκος: Κλειδωμένα σώματα, κλειστοί χρόνοι, συνεχείς κόσμοι. Βασανιστήρια και θανατώσεις στην Εικονομαχία

κλειδω

Δεν είναι δύσκολο να αφηγηθείς το παρελθόν. Δύσκολο είναι να δώσεις στην αφήγηση νόημα, να βρεις το κατάλληλο σημείο και να χτίσεις την γέφυρα ανάμεσα στο τότε και το τώρα. Το ιστορικό δοκίμιο του Καλαποθάκου ακριβώς αυτό καταφέρνει. Ξεκινώντας από τα βασανιστήρια και τις θανατώσεις επί Εικονομαχίας, περνά στη σχέση του Βυζαντινού με το σώμα του και καταλήγει στην σημερινή Ελλάδα. Ένα βιβλίο τολμηρό και μάλλον δύσκολο, που αποζημιώνει και με το παραπάνω τον αναγνώστη που του δίνεται.

———————-

Γράφτηκε για τον Εξώστη.

7 Τραγούδια ενός φωτεινού Οκτώβρη

Μερικές φορές μου κολλάνε κάποια τραγούδια για μέρες. Συνοδεύουν / Συνδέονται με πρόσωπα, πράξεις, εμπειρίες, γεύσεις, μυρωδιές, φιλιά και φτιάχνουν ένα soundtrack αντιφατικό κι αλλοπρόσαλλο, αλλά με μεγάλη αξία για μένα. Αυτό το soundtrack μοιράζομαι μαζί σας:

.

Βίκυ Μοσχολιού: Η αγάπη (στίχοι Νίκου Γκάτσου)

Από τις αναπάντεχες εκπλήξεις που μας δίνει το διαδίκτυο:

Η Μουσική Βραδιά που ο Γ. Παπαστεφάνου αφιέρωσε στην Β. Μοσχολιού το 1976 ξεκινάει με την τραγουδίστρια να ερμηνεύει χωρίς ορχήστρα αυτό το ανέκδοτο τραγούδι σε στίχους Νίκου Γκάτσου. Ποιος είναι ο στιχουργός, δεν ξέρω -ίσως να αναφέρεται στους τίτλους της εκπομπής, αλλά δεν κατάφερα να τους βρω.  Το τραγούδι πάντως είναι εξαιρετικό και η ερμηνεία της Μοσχολιού ανατριχιαστική – μακάρι να βρισκόταν τρόπος τέτοιοι θησαυροί από το αρχείο της συχωρεμένης της ΕΡΤ να συλλέγονταν και ει δυνατόν να κυκλοφορούσαν. Οι ίδιοι στίχοι μελοποιήθηκαν κι από τον Δ. Παπαδημητρίου και τραγουδήθηκαν από τη Φ. Δάρρα στο CD Λουλούδι στη φωτιά.

.

Βασίλης Τσιτσάνης: Το γράμμα

Ξανάπιασα το μπουζούκι αυτή την εποχή μετά από πολύ, πολύ καιρό. Τα δάχτυλα σκούριασαν· κουράζονται εύκολα και δεν τρέχουν όπως άλλοτε στα τάστα. Τα πιο αγαπημένα τραγούδια μου όμως καταφέρνω και τα παίζω. Κι αυτό το τραγούδι του Τσιτσάνη, που έρχεται από το σκληρό 1949 είναι ένα από αυτά. Το πρωτοτραγούδησε σε δίσκο σιγανά, σαν να προσεύχεται, η Στέλλα Χασκήλ. Το ξανάπε ο Τσιτσάνης χρόνια αργότερα, στο σπουδαίο δίσκο «Τραγούδια και ταξίμια».

.

Γρηγόρης Μπιθικώτσης-Κ. Βίρβος: Ο κυρ Θάνος

Ο Μπιθί δεν ήταν μόνο μεγάλος λαϊκός τραγουδιστής (κατά τη γνώμη μου ο μεγαλύτερος), αλλά και εξαιρετικός συνθέτης. Είχε κι αυτός το ταλέντο του Μάρκου: Με λίγες νότες κι απλούς ρυθμούς να φτιάχνει μελωδίες που συμπυκνώνουν τεράστιο συναίσθημα –ο κυρ Θάνος είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα. Κι αυτό το τραγούδι μου αρέσει να το παίζω κατάτι πιο αργά, για να είμαι ειλικρινής. Το ταξίμι του Παπαδόπουλου στην αρχή είναι, φυσικά, άπιαστο…

.

Tom Waits: Little Drop Of Poison

Έχοντας μετά από αρκετό καιρό τα Γιάννενα ξανά ως βάση μου για τους επόμενους 2-3 μήνες, το τραγούδι αυτό του Waits μου έρχεται και μου ξανάρχεται στο μυαλό σαν ευχή: Ωραία η πόλη μου και μου αρέσει και την αγαπώ, αλλά μια σταγονίτσα δηλητήριο (όπως κι αν το ορίσει κανείς αυτό), θα την έκανε πιο απολαυστική.

Αναζητείτα..!

.

Θανάσης Παπακωνσταντίνου: Στην Αμερική

Ακούω πολύ Παπακωνσταντίνου αυτό το διάστημα. Οι δίσκοι του συγκροτούν ένα σκοτεινό μεταφυσικό τοπίο παράξενα οικείο που με γοητεύει και με χωράει απόλυτα. Μπορεί να μην είναι σπουδαίος μελωδίστας (ούτε το Ντίλαν είναι, άλλωστε), οι στίχοι του όμως είναι σπουδαίοι, βαθείς, και οι ενορχηστρώσεις μαγικές.

Το συγκεκριμένο τραγούδι, με τον Μάλαμα να ακροβατεί ανάμεσα σε μεράκι και σπαραγμό, με συγκινεί βαθύτατα. Δεν ξέρω αν είναι που ταυτίζομαι έχω ζήσει αρκετά μακριά από την μικρή μου πόλη, αν μου θυμίζει τη σκηνή της άφιξης των μεταναστών στο Νιου Γιορκ στον Νονό, μέρος ΙΙ, που αναφέρει όλους αυτούς τους πρωτεργάτες του ρεμπέτικου με τόση αγάπη ή που με ένα μαγικό τρόπο φέρνει το χτες στο σήμερα και το αύριο (ειδικά με τον ελπιδοφόρο στίχο «Ελλάδα σαν αγριόχορτο φύτρωσες κι εκεί»)

.

Chris Cornell: Black Hole Sun

Με αέρα από τους Beatles να φουσκώνει τα πανιά της έμπευσής του, το τραγούδι αυτό του Chris Cornell υπήρξε η μεγαλύτερη επιτυχία των Soundgarden στις αρχές των ’90s. Σήμερα, 20 χρόνια μετά την πρώτη κυκλοφορία του, συνεχίζει να χρωματίζει τις νύχτες που τα σεντόνια κολλάνε πάνω μου και σε θυμάμαι…

.

Ella Fitzgerald: I love Paris

Ετοιμάζοντας για μια ακόμα φορά τις βαλίτσες μου για την αγαπημένη μου πόλη, δεν μπορώ να σταματήσω να το σιγοτραγουδάω. Στίχοι και μουσική του αγαπημένου Cole Porter.

Αγαθή Δημητρούκα: Οι Μαγκουράτοι

Το νέο βιβλίο της Α. Δημητρούκα, παρότι εντάχθηκε στη σειρά Χελιδόνια των εκδόσεων Πατάκη, η οποία απευθύνεται σε παιδιά 8 ετών και μεγαλύτερα, δεν είναι παραμύθι. Ή, τουλάχιστον, δεν είναι ένα συνηθισμένο παραμύθι.

Τοποθετημένο στην Πάτρα και ξεκινώντας από τις παραμονές του Ελληνοϊταλικού πολέμου, μας αφηγείται την ιστορία του Σίλβιο Μαγκουράτι, έναν νεαρό Ιταλό από την Κολοννάτα, ο οποίος αναγκάζεται να εγκαταλείψει το όνειρό του να γίνει δάσκαλος και να πάει στην Ελλάδα να πολεμήσει. Κάθε εμπόδιο όμως, καθώς λένε, για καλό, αφού εδώ στην Ελλάδα, και συγκεκριμένα στην Πάτρα, θα συναντήσει την νεαρή Σοφία Μιχοπούλου και θα την ερωτευτεί με την πρώτη-πρώτη ματιά. Στην προσπάθειά του να αποστασιοποιηθεί από τα στρατεύματα κατοχής και να κερδίσει την καρδιά της αγαπημένης του, λιποταχτεί και μπαίνει με τον μέλλοντα πεθερό του στο αντάρτικο. Στις 15 Οκτωβρίου του 1944 θα παντρευτεί τελικά την Σοφία, αλλά η ιστορία μας δεν τελειώνει εδώ, καθώς η Αγαθή εξιστορεί την διαδρομή της οικογένειας Μαγκουράτου (ο Σίλβιο από αγάπη για την Ελλάδα εξελληνίζει το όνομά του) μέχρι τις μέρες μας.

Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι η ιστορία της οικογένειας δεν ξετυλίγεται με φόντο απλώς την σύγχρονη ιστορία της χώρας μας, αλλά σε αντίστιξη με αυτή. Έτσι, ενώ στην Ελλάδα υπάρχει πόλεμος και θάνατος, οι Μαγκουράτοι ερωτεύονται· ενώ γενικά υπάρχει στασιμότητα και συρρίκνωση, εκείνοι αυξάνονται και πληθύνονται· το θάρρος, η έμπνευση και το ταλέντο τους, που τους κάνει να προκόβουν έρχονται σε αντίθεση με την μιζέρια της δίψας για εύκολο βόλεμα. Έτσι η ιστορία των Μαγκουράτων από τη μια αποτελεί πικρή υπενθύμιση για το τι θα μπορούσαμε να είχαμε πετύχει, κι από την άλλη ελπιδοφόρα προφητεία για το πώς θα μπορούσε να είναι το μέλλον μας, αν…

Πάνω από όλα όμως οι Μαγκουράτοι είναι ένα γλυκό εσωτερικό καταφύγιο για ζοφερούς καιρούς, όπως οι σημερινοί. Η αφήγηση, γλυκιά και σε απλή γλώσσα, ξεδιπλώνεται σαν ανάμνηση και σαν όνειρο, που όλοι μπορούμε να χωρέσουμε μέσα, πραγματικοί και φανταστικοί, ζωντανοί και χάρτινοι, ακόμα και πεθαμένοι. Έτσι οι λογοτεχνικοί ήρωες συναντάνε και συναναστρέφονται και πραγματικά πρόσωπα: Η ίδια η συγγραφέας συνεργάζεται ως στιχουργός με την ορχήστρα των Μαγκουράτων, ενώ η μακαρίτισσα η Άννα Παρλαπάνου παίζει σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της ιστορίας.  Ίσως εδώ φαίνεται και η επιρροή του Χατζιδάκι, ο οποίος έβλεπε το τραγούδι –την τέχνη γενικότερα– ως μέσο ένωσης των πάντων.

Τέλος, ο παρατηρητικός αναγνώστης θα προσέξει την ακρίβεια με την οποία περιγράφεται η ζωή των ανθρώπων σε αλλοτινούς καιρούς, ειδικά στις αγροτικές περιοχές. Εδώ αξιοποιείται όχι μόνο η ευαισθησία, αλλά και η εμπειρία της συγγραφέως, αφού γεννήθηκε και μεγάλωσε στον Πεντάλοφο Μεσολογγίου.

Για την παράδοση (Νίκος Ξυδάκης – Θανάσης Παπακωνσταντίνου)

Φαίνεται ότι δύσκολα θα υπάρξει γενιά που δεν θα την απασχολήσει το ζήτημα της παράδοσης και της σχέσης μας με την Δύση και την Ανατολή –θέματα, που ουσιαστικά είναι οι δυο όψεις του ίδιου νομίσματος, αφού η σχέση μας με την Δύση δεν είναι θέμα πολιτικών αποφάσεων, οικονομικών συγκυριών και συσχετισμού δυνάμεων, όπως συμβαίνει για παράδειγμα με την Τουρκία, αλλά βαθύ καταγωγικό ζήτημα και πρόβλημα υπαρξιακό για όλους μας.

Επαναπροσδιορίζοντας κάθε φορά την σχέση μας με την παράδοση επαναπροσδιορίζουμε τον εαυτό μας και ταυτοχρόνως την θέση μας στον κόσμο. Που θα πει: Ανανεωνόμαστε και ανατροφοδοτούμαστε με έμπνευση και δύναμη για να ξεπεράσουμε τις δυσκολίες και την μιζέρια που η κάθε εποχή κουβαλάει –αναπαρθένευση θα το ονόμαζε ο Ελύτης.

Είναι βέβαια αλήθεια ότι στις μέρες μας δεν πολυσυζητάμε για δύσκολα και περίπλοκα προβλήματα όπως αυτά. Όλα αίφνης γίνανε γραμμικά και απλά: Κόβουμε από εδώ, ράβουμε εκεί, δημιουργούμε πρωτογενές πλεόνασμα· στριμώχνουμε κάτι στα δεξιά, ξεφορτώνουμε κάτι από τ’ αριστερά, λύνουμε το πρόβλημα της Παιδείας. Η αναρώτηση, ο στοχασμός και ο σχεδιασμός λοιδορήθηκαν και εξοστρακίστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες. Δεν ξέρω αν γι’ αυτό φταίει η κουλτούρα του διαδικτύου, που μας κάνει όλους πιο βιαστικούς και πιο επιφανειακούς, η επιβολή του lifestyle σε όλες τις πτυχές του βίου μας, που αποστρέφεται την διαδικασία της σκέψης, καθότι προκαλεί ρυτίδες ή οι δημοφιλείς στους πολιτικούς και δημοσιογραφικούς κύκλους λογικές των μονοδρόμων, που μας κάνουν να μην αμφιβάλουμε για την ρότα που ακολουθούμε, αλλά να αναλωνόμαστε στην επιλογή καπετάνιου.

Όποια κι αν είναι η αιτία, το ζήτημα της παράδοσης (και της αυτοεικόνας μας και της θέσης μας στον κόσμο) θεωρείται λυμένο και όλοι εκείνοι που παίζουν μεγάλο ρόλο στα δημόσια πράγματα (πολιτικά, πολιτιστικά, επιστημονικά κτλ) δεν φαίνεται διατεθειμένοι να το αγγίξουν. Καίει, όπως τα κάρβουνα. Οπότε, αν στριμωχτούν, καταφεύγουν σε τσιτάτα και αφορισμούς, που θα μαζέψουν λάικ στα κοινωνικά δίκτυα από τους φίλους και θα συγκεντρώσουν την προσοχή των δημοσιογράφων της πρωινής ζώνης και του διαδικτύου.

Ευτυχώς βέβαια που σε κάθε εποχή υπάρχουν κι εκείνοι που, όχι μόνο το θέτουν με πολύ ουσιαστικό τρόπο, αλλά επιχειρούν να το απαντήσουν.

1978, η Μεταπολίτευση κορυφωνόταν πλησιάζοντας στο τέλος της, καμπάνες, φαβορίτες, ζιβάγκο, φεστιβάλ πολιτικών νεολαιών και γήπεδα γεμάτα από παλλόμενα πλήθη, που πίστευαν ότι με το τραγούδι τους θα αλλάξουν τον κόσμο. Τότε από το πουθενά ξεπετάχτηκε Η εκδίκηση της γυφτιάς, ο δίσκος του Ν. Ξυδάκη και του Μ. Ρασούλη, που γύριζε επιδεικτικά την πλάτη σε όλη την μεταπολιτευτική κουλτούρα αναδεικνύοντας κάτι ενθαδικό και περιφρονημένο. Έναν λαϊκό πολιτισμό της γειτονιάς και του καφενείου, του τζουκ-μποξ και της λουλουδάτης ρόμπας, που οι «μεγάλοι» προτιμούσαν να αγνοούν. Οι στίχοι του Ρασούλη, που ανενοχικά μιλούσαν για την ομορφιά της καθημερινής μικροχαράς, χωρίς να καταγγέλλει ταυτόχρονα και τον διεθνή ιμπεριαλισμό και εξωστρεφείς μουσικές του Ξυδάκη, δημιούργησαν μια νέα εσωτερικότητα. Βοήθησαν τους νέους της εποχής να εκφραστούν μέσα από ένα τραγούδι που δεν βάραινε από ιδεολογήματα και κομματικά πρέπει.

Ξυδάκης και Ρασούλης επανήλθαν την επόμενη χρονιά με τα Δήθεν, που πατάνε στους ίδιους δρόμους στιχουργικά και μουσικά, αλλά 4 χρόνια αργότερα, ο συνθέτης πραγματοποίησε έστριψε το τιμόνι προς τα μέσα. Δεν απαρνήθηκε τους ρυθμούς και την μελωδικότητα της Ανατολής, αλλά τους εσωτερίκευσε περισσότερο –κάθε δίσκος του από το Πρώτο βράδυ στην Αθήνα και μετά είναι λιγότερο μαζικός, περισσότερο ψιθυριστός, πιο προσωπικός. Η Μεταπολίτευση είχε πεθάνει και ο δημιουργός αναζήτησε σε άλλη βάση την επαφή με την παράδοση, που ήταν ταυτοχρόνως και επαφή με τον εαυτό του.

Κάπου εκεί που σταματά ο Ξυδάκης, νιώθω ότι αρχίζει ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου. Ο ίδιος ορίζει την σχέση του με την παράδοση νοσταλγική: Η παράδοση είναι ο γλυκός τόπος που καταφεύγει, όταν όλοι οι άλλοι τον έχουν διώξει και δεν έχει πού αλλού να πάει. Όμως δεν σταματάει σε αυτή την επίσκεψη. Άλλωστε αν η σχέση του εξαντλούνταν με μια επιστροφή στην μήτρα, δεν θα μας αφορούσε ιδιαίτερα.

Ο Παπακωνσταντίνου ξαναδιαβάζει την παράδοση, την ανανοηματοδοτεί, την επαναπροσδιορίζει και επαναπροσδιορίζεται μέσω αυτής. Οι στίχοι του, οι μουσικές, οι ενορχηστρώσεις, ακόμα-ακόμα και οι παραστάσεις του, η σκηνική του παρουσία, ο τρόπος που τραγουδάει, και παίζει, αντλούν από το βαθύ πηγάδι του τόπου του. Αν ο ίδιος είναι τόσο ξεχωριστός δημιουργός, το οφείλει στην ξεχωριστή σχέση που έχει με την παράδοση. Κι αν έχει μια θέση στην διεθνή μουσική σκηνή, την έχει εξαιτίας ακριβώς αυτής της σχέσης. Κι αν αγγίζει κάτι πολύ καλά κρυμμένο μέσα μας, το αγγίζει μέσω της σχέσης του με την παράδοση – γιατί η παράδοση άγγιξε κάτι καλά κρυμμένο μέσα του.

Πέρα από τις πόζες

Θυμούμενος τις πρώτες προσπάθειες του Καρόλου Κουν το 1934 να δημιουργήσει αυτό που αργότερα (το 1942, εν μέσω Κατοχής!) εξελίχθηκε στο Θέατρο Τέχνης, ο Τσαρούχης παρατηρεί:

«Κάτω από τις πόζες υπήρχε μια ουσία παραπάνω από πραγματική. Μερικοί Έλληνες είχαν αρκετά εξευρωπαϊσθεί, ώστε πια να μην βρίσκουν καμιά ευχαρίστηση στην κακή απομίμηση τρίτης και τέταρτης κατηγορίας Ευρωπαϊκών υποδειγμάτων. Μερικοί Έλληνες είχαν αρχίσει να συλλαμβάνουν τι θα έκαναν οι Ευρωπαίοι, αν βρίσκονταν στην Ελλάδα. Αυτό που φαινόταν σαν μια ουτοπιστική πόζα αντιπροοδευτική, ήταν ο μοιραίος καρπός μιας μικρής προόδου.»

Ουσιαστικά ο Τσαρούχης περιγράφει το πρόβλημα που αντιμετώπισε η Γενιά του ’30 και η λύση, στην οποία κατέληξε:

Για να μπορέσει να συνδεθεί με την Ευρώπη και τον κόσμο, στράφηκε προς τα μέσα. Ο Σεφέρης μελέτησε τον Μακρυγιάννη και τον Ερωτόκριτο, ο ίδιος ο Τσαρούχης τον Καραγκιόζη και τις αγιογραφίες, ενώ ο κατά τι νεώτερος Χατζιδάκις τα ρεμπέτικα. Εσωτερίκευσαν έτσι μιαν Ελλάδα, που ενώ υπήρχε παντού γύρω τους, ελάχιστοι της τάξης και της τέχνης τους την έβλεπαν ή αναγνώριζαν την ύπαρξη και την αξία της. Αυτή η εσωτερίκευση απέδωσε καρπούς πλούσιους, που διατηρήθηκαν αναλλοίωτοι μέχρι πρόσφατα κι ακόμα διατηρούν την αξία τους.

Σαν επαγγελματίας ιστορικός είμαι πεπεισμένος ότι η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται. Απλώς οι άνθρωποι δεν αλλάζουν. Ή αλλάζουν δύσκολα και αργά και το κάθε μάθημα πρέπει να επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά μέχρι να το εμπεδώσουν, ειδικά σε χώρες και λαούς σαν τον δικό μας, που όλα –και ειδικά τα καλά– γίνονται εκ των ενόντων χωρίς προγραμματισμούς και μακροπρόθεσμες στοχεύσεις.

Μετρώντας τα όσα γίνονται τα τελευταία χρόνια και, βέβαια, τις τελευταίες ημέρες νιώθω ότι πίσω από την υπερπληθώρα της επικοινωνίας, υπάρχει έλλειμμα κοινωνίας. Σαν εκείνους τους μη επαρκώς εξευρωπαϊσθέντες, που υπονοεί ο Τσαρούχης, αδυνατούμε να δούμε την πραγματικότητα στην οποία κινούμαστε και να μιλήσουμε γι’ αυτή –όχι μόνο οι πολιτικοί και οι δημοσιογράφοι, αλλά και οι κάθε λογής δημοσιολογούντες σε καφενεία ή τα κοινωνικά δίκτυα. Βαριές κουβέντες, αιχμηρά τσιτάτα, υψηλοί ρητορικοί τόνοι και ατάκες της δεκάρας – επιχειρήματα και λογικές που καταπίπτουν στο πρώτο φύσημα του ανέμου, καθώς υψώνονται με κλωστές.

Πώς θα λύσουμε όμως ένα πρόβλημα αν δεν το περιγράψουμε; Και πώς θα το περιγράψουμε αν δεν το κατανοήσουμε; Και πώς θα το κατανοήσουμε αν δεν το δούμε; Χρειάζεται άλλο ήθος για να δούμε τους εαυτούς μας καθαρά, χωρίς φακούς και φίλτρα, και να μιλήσουμε γι’ αυτά που ζούμε κι αυτά που θέλουμε.

Μέχρι τότε θα συνεχίζουμε έτσι, χωρίς να μπορούμε να αναλάβουμε καμιά ουσιαστική πρωτοβουλία για την υπέρβαση του όποιου προβλήματος. Θα διαπιστώνουμε, θα γκρινιάζουμε, θα διαμαρτυρόμαστε και θα διεκδικούμε ματαίως απ’ τον μη έχοντα προσβλέποντας σε μια έξωθεν ή άνωθεν λύση.