Πέρα από τις πόζες

Θυμούμενος τις πρώτες προσπάθειες του Καρόλου Κουν το 1934 να δημιουργήσει αυτό που αργότερα (το 1942, εν μέσω Κατοχής!) εξελίχθηκε στο Θέατρο Τέχνης, ο Τσαρούχης παρατηρεί:

«Κάτω από τις πόζες υπήρχε μια ουσία παραπάνω από πραγματική. Μερικοί Έλληνες είχαν αρκετά εξευρωπαϊσθεί, ώστε πια να μην βρίσκουν καμιά ευχαρίστηση στην κακή απομίμηση τρίτης και τέταρτης κατηγορίας Ευρωπαϊκών υποδειγμάτων. Μερικοί Έλληνες είχαν αρχίσει να συλλαμβάνουν τι θα έκαναν οι Ευρωπαίοι, αν βρίσκονταν στην Ελλάδα. Αυτό που φαινόταν σαν μια ουτοπιστική πόζα αντιπροοδευτική, ήταν ο μοιραίος καρπός μιας μικρής προόδου.»

Ουσιαστικά ο Τσαρούχης περιγράφει το πρόβλημα που αντιμετώπισε η Γενιά του ’30 και η λύση, στην οποία κατέληξε:

Για να μπορέσει να συνδεθεί με την Ευρώπη και τον κόσμο, στράφηκε προς τα μέσα. Ο Σεφέρης μελέτησε τον Μακρυγιάννη και τον Ερωτόκριτο, ο ίδιος ο Τσαρούχης τον Καραγκιόζη και τις αγιογραφίες, ενώ ο κατά τι νεώτερος Χατζιδάκις τα ρεμπέτικα. Εσωτερίκευσαν έτσι μιαν Ελλάδα, που ενώ υπήρχε παντού γύρω τους, ελάχιστοι της τάξης και της τέχνης τους την έβλεπαν ή αναγνώριζαν την ύπαρξη και την αξία της. Αυτή η εσωτερίκευση απέδωσε καρπούς πλούσιους, που διατηρήθηκαν αναλλοίωτοι μέχρι πρόσφατα κι ακόμα διατηρούν την αξία τους.

Σαν επαγγελματίας ιστορικός είμαι πεπεισμένος ότι η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται. Απλώς οι άνθρωποι δεν αλλάζουν. Ή αλλάζουν δύσκολα και αργά και το κάθε μάθημα πρέπει να επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά μέχρι να το εμπεδώσουν, ειδικά σε χώρες και λαούς σαν τον δικό μας, που όλα –και ειδικά τα καλά– γίνονται εκ των ενόντων χωρίς προγραμματισμούς και μακροπρόθεσμες στοχεύσεις.

Μετρώντας τα όσα γίνονται τα τελευταία χρόνια και, βέβαια, τις τελευταίες ημέρες νιώθω ότι πίσω από την υπερπληθώρα της επικοινωνίας, υπάρχει έλλειμμα κοινωνίας. Σαν εκείνους τους μη επαρκώς εξευρωπαϊσθέντες, που υπονοεί ο Τσαρούχης, αδυνατούμε να δούμε την πραγματικότητα στην οποία κινούμαστε και να μιλήσουμε γι’ αυτή –όχι μόνο οι πολιτικοί και οι δημοσιογράφοι, αλλά και οι κάθε λογής δημοσιολογούντες σε καφενεία ή τα κοινωνικά δίκτυα. Βαριές κουβέντες, αιχμηρά τσιτάτα, υψηλοί ρητορικοί τόνοι και ατάκες της δεκάρας – επιχειρήματα και λογικές που καταπίπτουν στο πρώτο φύσημα του ανέμου, καθώς υψώνονται με κλωστές.

Πώς θα λύσουμε όμως ένα πρόβλημα αν δεν το περιγράψουμε; Και πώς θα το περιγράψουμε αν δεν το κατανοήσουμε; Και πώς θα το κατανοήσουμε αν δεν το δούμε; Χρειάζεται άλλο ήθος για να δούμε τους εαυτούς μας καθαρά, χωρίς φακούς και φίλτρα, και να μιλήσουμε γι’ αυτά που ζούμε κι αυτά που θέλουμε.

Μέχρι τότε θα συνεχίζουμε έτσι, χωρίς να μπορούμε να αναλάβουμε καμιά ουσιαστική πρωτοβουλία για την υπέρβαση του όποιου προβλήματος. Θα διαπιστώνουμε, θα γκρινιάζουμε, θα διαμαρτυρόμαστε και θα διεκδικούμε ματαίως απ’ τον μη έχοντα προσβλέποντας σε μια έξωθεν ή άνωθεν λύση.

Tagged: , , , , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: