Monthly Archives: Νοεμβρίου 2013

Πλάι στο τζάκι

Τρίζουν τα ξύλα και σαλεύουν τα κάρβουνα. Έξω ο κόσμος ακίνητος, παγωμένος. Πέφτει η ομίχλη σιγά-σιγά και θαμπώνει τις σκιές. Είναι αργά, περασμένα μεσάνυχτα, αλλά κάποιοι τριγυρνάνε έξω τώρα. Απρόσβλητοι από το κρύο και την παγωνιά, την υγρασία ή το ψιλόβροχο, θωρακισμένοι με τα νιάτα τους θα ανεβοκατεβαίνουν την Ανεξαρτησίας ή την Αβέρωφ, θα τρώνε στα όρθια συζητώντας δυνατά, θα μπαινοβγαίνουν στα μπαράκια, θα ανταλλάζουνε ματιές, αγγίγματα και φιλιά –γνώριμα όλα αυτά μα ήδη κάπως μ ακρινά. Γιατί ο χρόνος όσο απαλά και ασυναίσθητα κι αν περνάει, περνάει. Κι όταν ψηλαφείς το πέρασμά του πάνω σου, όσο επιεικής –αντικειμενικά– κι αν είναι, προσωπικά δεν βιώνεται παρά οδυνηρά.

.

Σκαλίζω τα ξύλα. Σπίθες αναπηδάνε, κάρβουνα πέφτουν, η ζέστη δυναμώνει. Μηχανικά πιάνω το ποτήρι και πίνω μια μικρή, ελάχιστη γουλιά. Το κρασί χαϊδεύει τη γλώσσα και τον ουρανίσκο μου και ενώνεται με το σάλιο, χάνεται πίσω στον φάρυγγα. Αναθαρρυμένος από το απαλό του χάδι στο στόμα, ήπια και μια μεγαλύτερη. Το κόκκινο χρώμα του άστραψε στο πορτοκαλί της φωτιάς κι η μυρωδιά του απ’ τα χνώτα μου πλημμύρισε το δωμάτιο. Συμπλήρωσα το ποτήρι από το μπουκάλι που είναι δίπλα μου και «θα το τελειώσω» σκέφτηκα.

Ας το τελειώσω. Με τις αντιβιώσεις και τις μαλακίες, καιρό είχα να πιω ένα κρασάκι και με τα πέρα-δώθε της ζωής χρόνια, χρόνια είχα να καθίσω έτσι ήρεμα δίπλα στο τζάκι μας ένα βράδυ.

Ας το τελειώσω. Τι νόημα έχει η ματζηριά και η οικονομία; Να κρατάς δυνάμεις –κάθε είδους δυνάμεις– για ένα μετά που ουδέποτε έρχεται αφήνοντας το κάθε τώρα σε μια διαρκή στέρηση. Αν έρθει το μετά, θα έχει μαζί του και τα επόμενα, τα τωρινά είναι για το τώρα. Αυτό το μικρό παρόν είναι στην πραγματικότητα ό,τι μας έχει πραγματικά δοθεί, πώς είναι δυνατόν να το περιφρονούμε τόσο πετώντας την μπάλα πότε μπροστά και πότε πίσω; ανάμεσα στη νοσταλγία και την ονειροφαντασία, ανάμεσα στο σκάλωμα στο παρελθόν και τους φόβους ή τις ελπίδες για το μέλλον, θυσιάζουμε γενναιόδωρα –βλακωδώς;- το σήμερα.

Κι όμως, όλα είναι σήμερα, όλα είναι τώρα, τα πριν και τα μετά συνυπάρχουν με το τώρα στο παρόν –αυτό σημαίνει ανθρώπινος, δηλαδή προσωπικός, χρόνος κι αυτό είναι που τον διαχωρίζει από τον αντικειμενικό. Κι αυτόν τον ανθρώπινο χρόνο, τον προσωπικό, τον δικό μας, θα πρέπει να μπορούμε να έχουμε το θάρρος να τον ξοδέψουμε.

.

Στάχτη σκέπασε τα κάρβουνα. Τα αναδεύω και ροδοκοκκινίζουν. Ρίχνω ένα μικρό κούτσουρο και η φωτιά φουντώνει.

Έμειναν δύο, τρεις, τέσσερις ίσως μικρές γουλιές στο ποτήρι μου. Ανακόλουθος στις ίδιες μου τις διακηρύξεις σκέφτομαι ήδη το αύριο, την τράπεζα, το ταχυδρομείο, τις ουρές και το περίμενε, τα e-mail που πρέπει να στείλω κι αισθάνομαι βαριεστημένος. Έχω ήδη απομακρυνθεί ψυχικά από το μικρό παρόν. Έξω από τη ζεστασιά του δωματίου που φωτίζεται μόνο από τις φλόγες του τζακιού και μυρίζει δυνατό κόκκινο κρασί –και γιατί να μείνω μέσα δηλαδή; Όση ζεστασιά κι αν έχω, η θαλπωρή απουσιάζει. Γιατί η θαλπωρή είναι ένα γεγονός, μια πραγματικότητα, που θέλει πάνω από έναν για να συμβεί.

Είναι αργά, κοντεύει δύο, αλλά απλώνω το χέρι και πιάνω το κινητό.

Ξέρω ότι δεν κοιμάται.

Της τηλεφωνώ.

Τέσσερα ταξίδια που θα ήθελα να κάνω

Οι φίλοι, που γνωρίζουν την αντιπάθειά μου για τις μετακινήσεις, ίσως εκπλαγούν από την σημερινή ανάρτηση. Αδίκως. Γιατί οι μετακινήσεις δεν μου αρέσουν, τα ταξίδια τα ονειρεύομαι.

Ανήκω σε μια γενιά, που ενώ έχει γνωρίσει πολλά μέρη, δεν έχει ταξιδέψει. Μέσα σε δύο, τρεις, πέντε ώρες διακτινιζόμαστε στον προορισμό με το αεροπλάνο ή τα γρήγορα αυτοκίνητά μας –αυτό είναι μεταφορά.

Ταξίδι είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Είναι μια διαδικασία που απαιτεί όχι μόνο χώρο, αλλά και χρόνο. Ο παλιός ταξιδευτής που με την άμαξα ή και με τα πόδια του ξεκινούσε από τον τόπο του για να πάει κάπου αλλού, δεν κατανάλωνε μόνο χιλιόμετρα, κατανάλωνε και μέρες, βδομάδες, μήνες. Και έτσι το ταξίδι δεν ήταν μόνο ένα «ξέσκασμα», αλλά μια διαδικασία εσωτερικής αλλαγής. Ο ταξιδιώτης που επέστρεφε έχοντας γνωρίσει πολλών ανθρώπων τις γνώμες και τα μέρη, θεωρούνταν –και ήταν– σοφός –δεν νομίζω ότι μπορεί να διεκδικήσει κάτι τέτοιο ο σημερινός «ταξιδιώτης» του τριήμερου.

Ονειρεύομαι ταξίδια λοιπόν. Σε τόπους όμορφους, ξένους, διαφορετικούς, εξωτικούς. Όχι τόσο γιατί νοσταλγώ κόσμους που δεν γνώρισα, όπως λέει ο Che στα Ημερολόγια μοτοσικλέτας, αλλά έναν τρόπο για τον οποίο έμαθα μέσα από παλιά βιβλία και ιστορίες.

Αποφάσισα λοιπόν να μοιραστώ μαζί σας τα 4 μέρη που μου φαίνεται πιο δύσκολο να καταφέρω να επισκεφθώ ποτέ. Υπάρχουν φυσικά και άλλα μέρη που θα ήθελα να δω κι άλλα ταξίδια που θα ήθελα να κάνω, αλλά αυτά φαντάζουν πιο προσβάσιμα σήμερα. Έχουμε λοιπόν και λέμε:

.

Η Έρημος της Αυστραλίας

Παρά την αντιπάθειά μου για τα θερμά, ξηρά κλίματα, αυτή την περιοχή, που καλύπτει σχεδόν το 18% της Αυστραλίας, θα ήθελα να την διασχίσω. Θα ήθελα να πατήσω το κόκκινο χώμα της, να αγναντέψω τον γυμνό ορίζοντα μέχρι να με τσούξουν τα μάτια από το φως και την σκόνη.

.

Αμαζόνιος

Τα ντοκιμαντέρ του Jacques-Yves Cousteau και η ταινία The Mosquito Coast του Peter Weir έχτισαν μέσα μου τον μύθο του μεγάλου αυτού ποταμού. Το οικοσύστημα του Αμαζονίου είναι απαραίτητο για την ανθρωπότητα, καθώς μας τροφοδοτεί με οξυγόνο, και ταυτοχρόνως εχθρικό, εξαιτίας της άγριας ζωής που φιλοξενεί και κλίματος. Απειλείται με εξαφάνιση από τον δυτικό τρόπο ζωής και εκμετάλλευσης της φύσης ενώ παράλληλα μπορεί να καταπιεί οποιοδήποτε άτομο ξεμείνει στα σπλάχνα του.

.

Rapa Nui

μοαι

Το νησί αυτό της Πολυνησίας, που είναι γνωστό και με το όνομα που του έδωσε ο πρώτος δυτικός επισκέπτης του, ως Νησί του Πάσχα, φιλοξενεί ένα από τα πιο παράδοξα ανθρώπινα επιτεύγματα: Τα τεράστια μονολιθικά αγάλματα, που οι ντόπιοι αποκαλούν moai. Σκοτεινά και απειλητικά σε απόλυτη αντίθεση με το γαλάζιο του Ειρηνικού ωκεανού, έχουν εμπνεύσει δεκάδες ιστορίες κόμιξ και, ναι, θα ήθελα να περπατήσω γύρω τους.

.

Machu Picchu

Σε ύψος 2.500 μέτρων από την επιφάνεια της θάλασσας, στην δυσπρόσιτη κορυφή ενός πυραμοειδούς όρους, βρίσκεται η μυθική πόλη των Ίνκα. Χαμένη για αιώνες, ανακαλύφθηκε μόλις το 1911 από έναν αμερικανό αρχαιολόγο, που φορούσε φεντόρα, ονόματι Hiram Bingham. Σήμερα θεωρείται μνημείο της παγκόσμιας κληρονομιάς από την Ουνέσκο, συγκεντρώνει χιλιάδες τουρίστες από όλο τον κόσμο, παραμένει όμως δυσπρόσιτη και, όπως μου έχει πει φίλος που κατάφερε να ανέβει, πανάκριβη.

.

Έρημος της Νιτρίας

Το πιο κοντινό μέρος, παρόλα αυτά δυσπρόσιτο εξαιτίας της πολιτικής αστάθειας που επικρατεί στην Αίγυπτο και της εχθρότητας του νέου καθεστώτος για τους Χριστιανούς. Γιατί από την Αίγυπτο δεν με ιντριγκάρει τόσο να επισκεφθώ τις πυραμίδες και την Σφίγγα, τα οποία, τέλος πάντων, τα έχουμε δει και τα βλέπουμε σε ταινίες, ντοκιμαντέρ, αφιερώματα κάθε είδους, όσο την έρημο έξω από την Αλεξάνδρεια που ξεκίνησε ο χριστιανικός μοναχισμός. Έχοντας ασχοληθεί επί σειρά ετών ερευνητικά με το θέμα, θα ήθελα πολύ να περπατήσω τον τόπο που ξεκίνησαν όλα.

Πρόσκληση: Παρουσίαση του βιβλίου «Ποιμένας ή Τύραννος»

Φίλες και φίλοι του Σημειωματάριου

Aύριο, Σάββατο 23 Νοεμβρίου 12.00 το μεσημέρι στο πατάρι του βιλιοπωλείου των εκδόσεων Αρμός στην Αθήνα γίνεται η παρουσίαση του βιβλίου μου «Ποιμένας ή Τύραννος. Ο πατέρας στη χριστιανική λογοτεχνία της Ύστερης Αρχαιότητας».

Είναι μια πολύ σημαντική στιγμή για μένα, καθώς κλείνει ένας κύκλος που ξεκίνησε πριν από 4 χρόνια. Το νιώθω σαν μια μικρή, πολύ προσωπική γιορτή, στην οποία θα ήθελα να σας καλέσω.

Θα ήταν μεγάλη τιμή και μεγάλη χαρά να σας δω εκεί αύριο.

image

Οι γυμνές φωτογραφίες της πρωταθλήτριας

Βούιξαν χθες οι διαδικτυακοί τόποι της υπόγειας ενημέρωσης για τις γυμνές φωτογραφίες που η πρωταθλήτρια του στίβου ανέβασε στο facebook. Άλλοι ερεθίστηκαν, άλλοι σοκαρίστηκαν, άλλοι προσβλήθηκαν με το ενδεχόμενο η πρωταθλήτρια να είναι και αξιωματικός· δημιουργήθηκε, τέλος πάντων, η σχετική βαβούρα-επιβεβαίωση του γνωστού αφορισμού του Andy Warhol περί δημοσιότητας.

Το συμβάν και η αιτιολόγηση («κατά λάθος») οπωσδήποτε δεν είναι ούτε καινούργια, ούτε πρωτότυπη. Άπειρες φορές κάποιο άτομο από τον χώρο του θεάματος (αυτό που λέμε celebrity) δημοσίευσε σε social media γυμνές φωτογραφίες του κατά λάθος βέβαια –η περίπτωση της Alison Pill, εκ των πρωταγωνιστών του The Newsroom, είναι πρόσφατη και ενδεικτική.

.

Είδα τις φωτογραφίες.

Κουνημένες, θολές, άθλια καδραρισμένες, χωρίς εστίαση, με κακό φωτισμό, δεν ικανοποιούν κανένα αισθητικό στάνταρ· αναρωτιέται δε κανείς πώς είναι δυνατόν με τις δυνατότητες που παρέχουν σήμερα οι συσκευές κινητής τηλεφωνίας, να τραβηχτούν τόσο κακές φωτογραφίες. Αλλά έστω κι έτσι, το σώμα της πρωταθλήτριας, σφριγηλό και νεανικό, έλαμπε.

.

Το φαινόμενο είναι γνωστό και δεν χρειάζεται αναλυτικότερη καταγραφή:

Πέρα από την επαγγελματική πορνογραφία, που διακινείται μέσω δικτύου, για την οποία λένε όσοι ξέρουν ότι είναι η μοναδική πραγματικά διαδικτυακή βιομηχανία, από κινητό σε κινητό, από υπολογιστή σε υπολογιστή, από ταμπλέτα σε ταμπλέτα, με ένα απλό ιδιωτικό μήνυμα ή ένα e-mail, αλλά ακόμα και δημόσια, μέσω κοινωνικών δικτύων, εκατομμύρια χρήστες καθημερινά διακινούν φωτογραφίες του γυμνού κορμιού τους ή των πολύ προσωπικών τους στιγμών. Όσο περισσότερο ο άνθρωπος απομονώνεται / εγκλωβίζεται στην σύγχρονη τεχνολογία, τόσο περισσότερο νιώθει την ανάγκη να εκτεθεί στο βλέμμα των άλλων. Το ιδιωτικό καθίσταται δημόσιο, το ταμπού καταρρίπτεται διά της ευρείας παράβασής του και το αίτημα για μεγαλύτερη διαφάνεια και για έναν άνευ ορίων κόσμο βρίσκει την εύκολη πραγμάτωσή του.

Μέχρι εδώ καλά, ας πούμε.

Αλλά είδα τις φωτογραφίες.

Το κακοτραβηγμένο είναι το πρώτο τους χαρακτηριστικό. Το δεύτερο είναι ο τρόπος που τοποθετεί το σώμα της η κοπέλα. Προκλητικά και ερεθιστικά σίγουρα, αλλά και τετριμμένα, υπακούοντας σε έναν συγκεκριμένο τύπο, σε ένα διάχυτο πρέπει για το τι θεωρείται αισθησιακό, σέξι ή προκλητικό.

Τυπικές φωτογραφίες τέτοιου τύπου, θα μου πεις. Και θα συμφωνήσω, θα προσθέσω όμως ένα αλλά.

Θα περίμενε κανείς κάτι πιο προσωπικό από προσωπικές φωτογραφίες. Κάτι πιο πρωτότυπο από σύγχρονες, δυναμικές γυναίκες (και άντρες –δεν αυτοφωτογραφίζονται μόνο οι γυναίκες), που διεκδικούν και με αυτόν τον τρόπο τους συντρόφους τους. Αν το σεξ είναι και τρόπος έκφρασης του καθενός, μοναδικός και ανεπανάληπτος, πώς τόσο εύκολα, αυτονόητα μπαίνουμε στο κουτάκι της τρέχουσας πορνογραφίας για να δειχτούμε; Τι σημαίνει για μας; Η μετατροπή του πολίτη από καταναλωτή πορνογραφίας σε παραγωγό πρακτικά απέχει ένα κλικ, ψυχικά όμως η απόσταση είναι τόσο μικρή;

.

Τα αιτήματα του σήμερα απαιτούν μεγαλύτερη εσωτερικότητα. Ένα άτομο που έχει κάθε στιγμή απόλυτη συνείδηση του εαυτού του. Κι όμως, έχουμε γίνει πιο επιδερμικοί. Επικεντρωνόμαστε στα πάθη που επιπλέουν, στα ανώδυνα ηδονικά θέλω. Κι ο μέσα εαυτός μας κραυγάζει –τον ακούμε;

Μυρωδιές

Τα Ευαγγέλια είναι γεμάτα μυρωδιές:

Από την αποφορά του νεκρού Λάζαρου ως το μύρο που άλειψε η αμαρτωλή τα πόδια του Ιησού, οι οσμές πάνε κι έρχονται. Και δεν είναι μυρωδιές ουράνιες και παραδείσιες, αλλά καθημερινές, ανθρώπινες, χθαμαλές. Έτσι, και από αυτή την πλευρά, της όσφρησης, ο καθημερινός, ο αδύναμος άνθρωπος, ο ταπεινός, ο εξαθλιωμένος, ο άρρωστος σωματικά ή ψυχικά εισβάλλει στο προσκήνιο μέσω των Ευαγγελίων.

Η συνέχεια ήταν ανάλογη.

Οι Βίοι των αγίων δεν χάνουν ευκαιρία να μας μεταφέρουν τις μυρωδιές της εποχής και των ηρώων τους: Ο Συμεών ο Στυλίτης πριν ανέβει στην κολώνα ασκήτευε σ’ ένα κοινόβιο. Εκεί έδεσε το κορμί του τόσο σφιχτά με μια τριχιά, ώστε σύντομα η σάρκα του άρχισε να σαπίζει και να βρωμάει τόσο πολύ, που οι συμμοναστές του διαμαρτυρήθηκαν στον ηγούμενο. Χωρίς πολλές λεπτομέρειες, αλλά με σαφήνεια, ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός αναφέρεται στην δυσάρεστη οσμή της αδελφής του Γοργονίας στον Επιτάφιο που έγραψε στην μνήμη της, εξαιτίας της μακράς αποχής από το λουτρό. Ο Μακάριος ο Ρωμαίος χρησιμοποίησε τον απόπατο ως οδό διαφυγής από τον κόσμο το βράδυ του γάμου του.

Αν όλα αυτά συγκριθούν με των κόσμο των αρχαίων μυθιστορημάτων, όπου ευγενικοί νέοι και νέες (ή νέοι πάλι…), πανέμορφοι και υγιείς, ερωτεύονταν σε ευωδιαστούς κήπους για να περιπλανηθούν έπειτα σε μια Μεσόγειο εξιδανικευμένη, πολύχρωμη και οπωσδήποτε άοσμη, αν όχι μοσχοβολούσα, ή ακόμα-ακόμα με κείμενα, όπως ο Βίος του Πλωτίνου, που το σώμα, οι λειτουργίες του και φυσικά οι μυρωδιές του, είναι πλήρως αποκλεισμένα και δεν θεωρούνται μέρος της ταυτότητας του ανθρώπου, η διαφορά, το καινούργιο που κομίζει ο αρχαίος Χριστιανισμός, καθίσταται σαφέστερο.

Ο χριστιανός της εποχής εκείνης, όπως παρατηρεί η Susan Ashbrook Harvey (Scenting Salvation. Ancient Christianity and the olfactory imagination, Los Angeles, Berkeley, London 2006) απέκτησε μια (αυτο)συνειδησία της πολιτισμικής του κληρονομιάς, την έφερε στο κέντρο της προσοχής και της μελέτης του, την εναγκαλίστηκε σφιχτά, αλλάζοντάς την όπου χρειαζόταν, για να έρθει πιο κοντά στις δικές του αγωνίες. Αυτή η διαδικασία περιλαμβάνει και τις μυρωδιές, αλλά πάνω απ’ όλα, το σώμα.

Γιατί στην χριστιανική λογοτεχνία της ύστερης αρχαιότητας το σώμα δεν εξιδανικεύεται, όπως στα αρχαία μυθιστορήματα, ούτε εξορίζεται, όπως στον πλατωνισμό του Πλωτίνου, αλλά είναι συνεχώς παρόν.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η σχέση του αρχαίου χριστιανού με το σώμα του είναι δύσκολη, αλλά το σώμα του είναι εκεί, πανταχού παρόν, εμπόδιο και μέσον ταυτόχρονα για την επίτευξη των στόχων του. Ο αγώνας του ασκητή με τους δαίμονες, δεν είναι παρά αγώνας με τις ανάγκες του σώματός του και την θέλησή του, την πείνα, την δίψα, την κακουχία, την ερωτική στέρηση. Έτσι όμως το σώμα του καθίσταται αναπόσπαστο στοιχείο της ταυτότητάς του, κομμάτι της μοναδικότητας, της ιδιοπροσωπίας του αν θέλετε. Η λατρεία των λειψάνων, η φροντίδα του νεκρού, που πλέον δεν καίγεται, δεν εξαφανίζεται, ακριβώς αυτό μαρτυρά: Το μεταμορφωμένο, αγιασμένο ανθρώπινο σώμα, κάθε τεμάχιο, κάθε σπόνδυλος ή χόνδρος του είναι ο άγιος. Και βέβαια δεν ανήκει πλέον στον ίδιο, αλλά στην κοινότητα – αυτό ακριβώς που ήθελε να αποφύγει ο Μέγας Αντώνιος, όταν ζήτησε από τους μαθητές του να τον θάψουν σε μυστική τοποθεσία.

.

Σήμερα η σχέση των ανθρώπων με το σώμα τους είναι πιο στενή από οποιοδήποτε άλλο ιστορικό προηγούμενο. Είμαστε το σώμα μας με τρόπο μοναδικό και απόλυτα εξατομικευμένο – το πνεύμα έχει τεθεί στο περιθώριο της έγνοιας μας.

Βέβαια, το «είμαι το σώμα μου» δεν συνεπάγεται αποδοχή· πολύ δε περισσότερο δεν συνεπάγεται αγάπη.

Αρκεί να δει κανείς τα χίλια-μύρια αρώματα και αποσμητικά που είναι αραδιασμένα στα ράφια των σουπερμάρκετ. Πέραν των γνωστών και συνηθισμένων, υπάρχουν και τα απολύτως εξειδικευμένα: Αποσμητικά για τον ιδρώτα, τις μασχάλες, τα πόδια, την «ευαίσθητη περιοχή», την τουαλέτα. Αρώματα που επιχειρούν να εξαφανίσουν και να μεταμορφώνουν οσμές που για τον παλαιότερο άνθρωπο ήταν τόσο συνηθισμένες και αναμενόμενες, που ίσως-ίσως δεν τις πρόσεχε καν. Αν τώρα σ’ αυτά προσθέσουμε και τα γυμναστήρια, τις δίαιτες, τις πλαστικές, τα καλλυντικά, τα ψυχοφάρμακα, διαπιστώνουμε ότι μπορεί να ταυτιζόμαστε με το σώμα μας, αλλά η σχέση μας μαζί του παραμένει δυσλειτουργική.

Ο δυτικός άνθρωπος συνεχίζει να επιδιώκει την μεταμόρφωση του σώματός του σε κάτι άλλο. Όχι βέβαια πλέον σε πνευματική/άυλη ύλη δια μιάς ασκητικής που πρώτα θα αλλάξει τον μέσα άνθρωπο και μετά θα επιδράσει και στο σώμα, αλλά απευθείας, με στοχευμένες, επιστημονικές, απολύτως εξειδικευμένες παρεμβάσεις.

Αναγόμαστε έτσι σ’ ένα πρότυπο –αυτό που βλέπουμε στις διαφημίσεις ή το σινεμά– το οποίο δεν αναφέρεται καθόλου στον τρόπο που σκεφτόμαστε, τις ιδέες ή τις αξίες μας, αλλά μόνο σε αυτό που δείχνουμε προς τα έξω.

Συνιστά αυτό αποενοχοποίηση; Μεγαλύτερη διαφάνεια; Καλλίτερη συγκρότηση του ατόμου; Ή μήπως ρηχότητα;

Για το βιβλίο «Κλειδωμένα Σώματα, Κλειστοί Χρόνοι, Συνεχείς Κόσμοι»

Το παρακάτω κείμενο διαβάστηκε κατά την παρουσίαση των βιβλίων του Ν. Καλαποθάκου:

.

kleidomenasomataΤο βιβλίο του Νίκου Καλαποθάκου Κλειδωμένα Σώματα, Κλειστοί Χρόνοι, Συνεχείς Κόσμοι. Βασανιστήρια και θανατώσεις στην Εικονομαχία (Εκδόσεις Αρμός) είναι τολμηρό καθώς έρχεται να καλύψει ένα σημαντικό κενό στις βυζαντινές μελέτες –ειδικά σε εκείνες που κυκλοφορούν στα Ελληνικά– και μάλιστα με τρόπο εμπροσθοβαρή.

Τα βιβλία για το Βυζάντιο που βρίσκουμε στα βιβλιοπωλεία είναι κατά κανόνα εκδόσεις και μεταφράσεις κειμένων ή γεγονοτολογικές αφηγήσεις. Όλα αυτά, φυσικά, είναι πολύ χρήσιμα. Είναι εργασία υποδομής και πρέπει να γίνονται. Η συλλογή δεδομένων όμως είναι η αφετηρία και δεν μπορεί να εξαντλείται εκεί η δραστηριότητά μας. Κάποια στιγμή συνεπώς θα πρέπει να πάψουμε να στεκόμαστε στην αφετηρία. Κάποια στιγμή θα πρέπει να αρχίσουμε να κάνουμε αποφασιστικά βήματα μπροστά -και μπροστά μας είναι η κατανόηση.

Αναφέρομαι, φυσικά, σε μια κατανόηση του Βυζαντινού κόσμου πέρα από ιδεοληψίες, λογικές δηλαδή που επιδιώκουν την αυτοδικαίωση μέσα από συλλήβδην απορρίψεις ή αγιοποιήσεις. Αυτές αφθονούν.

Εκείνο που απουσιάζει από την έρευνα για το Βυζάντιο και από τα σχετικά βιβλία είναι οι ιδέες, η ερμηνεία. Ιδέες και ερμηνεία, που θα λειτουργήσουν αφενός μεν συνεκτικά σε όλες τις πληροφορίες που συγκεντρώνουμε και τα γεγονότα που διασαφηνίζουμε κι αφετέρου θα ζωντανέψουν το παρελθόν. Και όταν το παρελθόν ζωντανεύει, φωτίζει την ζωή μας στο παρόν, την αποσαφηνίζει, την νοηματοδοτεί.

Αυτό ακριβώς επιτυγχάνει ο Νίκος Καλαποθάκος με το τελευταίο του βιβλίο, το οποίο εξετάζει την Εικονομαχία, μια περίοδο δηλαδή κρίσιμη, που η σημασία της έχει επισημανθεί από πολύ νωρίς και συνεχώς υπογραμμίζεται από τους ειδικούς, αλλά, φοβάμαι, σπανίως κατανοείται όχι μόνο από τους φοιτητές ή όσους ενδιαφέρονται για το Βυζάντιο, αλλά και από τους ίδιους τους ειδικούς: Οι έριδες για ψιλά δογματικά θέματα, πόσω μάλλον για την θέση των εικόνων στην λατρεία και το Κράτος, φαντάζουν σήμερα ακατανόητα, αδικαιολόγητα, περί όνου σκιάς.

Ξεκινώντας λοιπόν από τα βασανιστήρια και τις θανατώσεις τότε, ο Καλαποθάκος περνάει στη σχέση του Homo Byzantinus με το σώμα του και τους πλησίον του. Κι όλο αυτό το προβάλλει στο παρόν, στη σχέση του σημερινού ανθρώπου, του σημερινού Έλληνα, με το σώμα του και τους γύρω του.

Έτσι η σημασία του έργου είναι διπλή:

Από την μια φιλοτεχνείται ένα μωσαϊκό της Βυζαντινής κοινωνίας. Ο Καλαποθάκος εργάστηκε με την ευσυνειδησία Γερμανού φιλολόγου του 19ου αιώνα, αφού έχει συγκεντρώσει τα πάντα –όλα τα στοιχεία, όλα τα περιστατικά που αφορούν το θέμα του. Δεν τα παραθέτει όμως ξερά, αλλά, όπως ανέφερα και πιο πάνω, τα τοποθετεί σε μια προοπτική που μας αποκαλύπτουν τον Βυζαντινό άνθρωπο, τις δυνατότητες, αλλά και τα όριά του.

Από την άλλη, προβάλλοντας το Βυζάντιο στο σήμερα, φανερώνεται το πρόβλημα και το αδιέξοδο του σημερινού Έλληνα, ο οποίος ζει σε μια σύγχρονη, δυτική (κατά το μάλλον ή ήττον) κοινωνία, το αίσθημά του όμως παραμένει εν πολλοίς κολλημένο στο τότε.

Εννοείται, φυσικά, ότι για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο, πρέπει ο συγγραφέας να είναι άριστος γνώστης της Βυζαντινής γραμματείας, των πηγών, των συμπερασμάτων της σύγχρονης έρευνας αναφορικά με την περίοδο και το θέμα του, αλλά όχι μόνο. Πρέπει να κατέχει καλά εργαλεία φιλοσοφικά, κοινωνιολογικά, ανθρωπολογικά, ψυχολογικά και βέβαια να διαθέτει την αναλυτική και κριτική ικανότητα, που θα του επιτρέψουν να δημιουργήσει τον ορίζοντα που θα προβάλλει και θα ζωντανέψει το υλικό του. Ο Καλαποθάκος τα διαθέτει και γι’ αυτό επιτυγχάνει στους στόχους του.

Το βιβλίο ξεκινά με μια Εισαγωγή σε δύο μέρη, που θέτει τα κεντρικά ζητήματα: Τα βασανιστήρια, τις θανατώσεις, την σχέση με το σώμα και τον χρόνο, το πρόβλημα της εξουσίας, την ένταξη στην κοινότητα, την θέση και τον ρόλο της εικόνας, την διάσταση βλέμματος και πράξης.

Έπειτα ο συγγραφέας τοποθετεί τους ήρωές του στη σκηνή: Εικονόφιλοι και Εικονομάχοι, βασανιζόμενοι και βασανιστές, κοσμικοί και εκκλησιαστικοί, εξουσιαστές και εξουσιαζόμενοι, λαϊκοί και μοναχοί –ένας κόσμος κλειστός, κλειδωμένος, με μια αντίληψη του χρόνου και του τόπου εντελώς διάφορη απο την δική μας.

Από το 3ο μέρος του βιβλίου αρχίζει η μελέτη των βασανιστηρίων και των θανατώσεων: Εξορία, φυλάκιση, διαπόμπευση, ακρωτηριασμοί, λυντσάρισμα, ζωταφία –ποινές που μας ακούγονται εξωτικές, γιατί η αφετηρία και η στόχευσή τους προϋποθέτουν κόσμο εντελώς διαφορετικό από τον δικό μας.

Η ολοκληρωτική όμως αποκάλυψη του Βυζαντινού ανθρώπου και του κόσμου του συντελείται στο επόμενο μέρος, που τιτλοφορείται Έξοδος και Κρίση: Οι νικητές στο τέλος ηττώνται και αναθεματίζονται, ενώ οι ηττημένοι νικάνε και δικαιώνονται. Ο κόσμος αυτός δηλαδή δεν είναι απλώς κλειστός, είναι ανάστροφος.Μπορεί βέβαια κανείς να πει ότι έτσι ηττήθηκε η κοινή λογική και κάποιος άλλος διαφωνώντας ότι νίκησε μια άλλη λογική. Πέρα όμως από αξιολογικές και ιδεολογικές κρίσεις της Εικονομαχίας και του Βυζαντίου, το μείζον ερώτημα είναι μέχρι πού μπορεί να φτάσει μια τέτοια κοινωνία; Τα Επιλεγόμενα απαντούν σε αυτό ακριβώς.

Ακούω από ανθρώπους που πήραν στα χέρια τους τα Κλειδωμένα σώματα ότι είναι ένα δύσκολο βιβλίο.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι δεν είναι ένα βιβλίο που θα το διαβάσει κανείς στο λεωφορείο ή το μετρό πηγαίνοντας στη δουλειά του. Ούτε θα διαβάσει λίγες σελίδες το βράδυ, πριν τον ύπνο, για να χαλαρώσει. Είναι ένα βιβλίο που απαιτεί από τον αναγνώστη, την προσοχή του, την προσήλωσή του – να κοπιάσει, αν θέλετε. Οπωσδήποτε όμως δεν πρόκειται για έν απροσπέλαστο κείμενο. Κι επιπλέον, η ανταμοιβή που προσφέρει είναι πολλαπλάσια και πολυεπίπεδη. Είναι, αν μου επιτρέπεται, η ανταμοιβή που προσφέρει κάθε μεγάλο έργο.

Υπάρχει κι αυτή η κουβέντα για την γλώσσα του. Θεωρείται κι αυτή δύσκολη, στριφνή, περίεργη ίσως. Και είναι αλήθεια, ότι απέχει από τον συνήθη γραπτό λόγο της εποχής μας. Είναι διαφορετική. Δεν εφάπτεται πουθενά με τον ανέμπνευστο, δημοσιογραφικό λόγο των νεώτερων ευπώλητων συγγραφέων μας, ούτε με τον ξερό κι επίπεδο λόγο των επαγγελματιών ιστορικών. Από αυτή την άποψη είναι δύσκολη. Αλλά είναι και βαθύτατα ποιητική. Ο λόγος του Καλαποθάκου, μεστός και πλούσιος, διαθέτει μια άγρια ομορφιά, ένα σκοτεινό, ένα ζοφερό βάθος, τόσο ταιριαστό με το θέμα του, που μαγνητίζει κι αποκαλύπτει τον απαιτητικό αναγνώστη.

Το βιβλίο του Καλαποθάκου κομίζει μια διαφορετική κι άκρως ενδιαφέρουσα εικόνα του Βυζαντινού κόσμου. Δίνει τροφή για σκέψη, υλικό για συζήτηση. Είναι ένα ιστορικό δοκίμιο που απευθύνεται σε ανθρώπους που θέλουν να καταλάβουν, κι όχι σε εκείνους που αναζητούν δικαίωση για το σήμερα στο παρελθόν. Είναι με άλλα λόγια ένα βιβλίο σπάνιο και σημαντικό, που μακάρι να λειτουργήσει ως πρόδρομος άλλων ανάλογων εργασιών.

Η παλιά ζακέτα

Χθες το πρωί φόρεσα για να πάω στον καφέ την μαύρη πλεχτή ζακέτα που είχα αγοράσει πριν από 10 χρόνια. Διατηρεί το χρώμα της στο ακέραιο, αλλά η αλήθεια είναι ότι έχει πλέον φθαρεί αρκετά. Και καθώς την έβλεπα να κρέμεται πάνω μου με τον παλιομοδίτικο τρόπο της θλιμμένη σαν μαραγκιασμένη φλούδα, μελαγχολικές σκέψεις πέρασαν από το μυαλό μου. Δεν την άλλα όμως. Δεν την αντικατέστησα με κάποιο από τα καινούργια μου ρούχα, αλλά τράβηξα το φερμουάρ ως το στήθος και βρήκα στον δρόμο.

Αυτή η ζακέτα είναι από τα πρώτα καλά ρούχα που μπόρεσα ν’ αγοράσω μόνο –χωρίς να τσοντάρω από χαρτζιλίκια ή να χρειάζομαι την βοήθεια των δικών μου για να πληρώνω τους λογαριασμούς. Κόστιζε μάλιστα κάτι παραπάνω απ’ όσα διέθετα (και γενικά διαθέτω) για ένδυση, παρόλα αυτά όμως μπήκα στο μαγαζί (ένα υποκατάστημα των Springfield επί της Πατησίων) και την πήρα. Η αγορά της συνεπώς είχε διπλό νόημα για μένα: Από τη μια επιβεβαίωνε την οικονομική μου ανεξαρτησία κι απ’ την άλλη αποτελούσε μια υπέρβαση των συνηθειών και των εθισμών μου.

Όπως και νά ‘χει πάντως, αυτό, να έχω αγαπημένα ρούχα, που συνεχίζω να τα φοράω είναι κάτι καινούργιο για μένα. Μέχρι τώρα τα ρούχα τα διάλεγα, τα φόραγα, τα ξαπόστελνα, τώρα όμως θα βρεις στην ντουλάπα μου δίπλα από την ζακέτα, μια παλιά καπαρτίνα κι ένα πουκάμισο που δεν το φοράω ποτέ πια.

Τι συμβαίνει;

Νοσταλγία για ένα παρωχημένο εαυτό; Προσκόλληση στα αισθητικά πρότυπα εκείνης της εποχής; Ενθύμιο μιας εποχής που παρήλθε; Δυσκολία να παρακολουθήσω και να προσαρμοστώ στα νέα (δεδομένα / μόδα / συνήθειες / …);

Πιθανόν όλα αυτά μαζί και κατά περίπτωση. Αλλά και κάτι ακόμα:

Μια μεγαλύτερη αδιαφορία για το φαίνεσθαι, που καταλήγει να είναι μεγαλύτερη ελευθερία από το φαίνεσθαι.

Μέχρι και τις αρχές του 20ου αιώνα μια ματιά στα ρούχα του άλλου σου αποκάλυπτε ηλικία, ιδιότητα, καταγωγή, εθνικότητα. Μετά όμως τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο το ντύσιμο έπαψε σιγά-σιγά να είναι δηλωτικό της ταυτότητας. Το τζιν λειτούργησε εξισωτικά: Το φοράνε άντρες και γυναίκες, πλούσιοι και φτωχοί, σπουδαγμένοι και αμόρφωτοι, αστοί και χωριάτες, χειρώνακτες και γραφειοκράτες –ακόμα και οι πολιτικάντηδές μας όταν θέλουν να φανούν μοντέρνοι και απλοί.

Τώρα το έχουμε ξεπεράσει κι αυτό: Ο καθένας μπορεί να ντύνεται σύμφωνα με την πολιτισμική υπο-ομάδα που εντάσσει τον εαυτό του ή, πιο απλά, το γούστο του.

Αλλά ας μη γελιόμαστε: Απόλυτη ελευθερία δεν υπάρχει και μάλλον δεν είναι εφικτή. Η κοινωνία διαθέτει εκείνους τους μηχανισμους που μας κάνουν να συμπεριφερόμαστε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο –το σχολείο, για παράδειγμα, παίζει σημαντικό ρόλο στον τρόπο που αντιλαμβάνεται το παιδί τον εαυτό του και το πώς τον παρουσιάζει, δηλαδή και στο πώς τον ενδύει.

Κι ακόμα υπάρχει και η ανάγκη που έχουμε σαν έφηβοι ή νεαροί ενήλικες να ξεχωρίσουμε ή να ταιριάξουμε κάπου. Ανάγκη, που όσο βρίσκουμε τον πραγματικό μας εαυτό, όσο ξεχωρίζουμε εκείνο που πραγματικά μετράει για εμάς κι απορρίπτουμε τα υπόλοιπα, υποχωρεί. Οπότε μπορούμε να χαλαρώσουμε, να φορέσουμε εκείνο που μας κάνει να νιώθουμε πιο άνετα, πιο ο εαυτός μας, και ν’ αφήσουμε το άγχος για το πώς φαινόμαστε στους νεώτερους. Μπαίνω κατά συνέπεια στο παλιό μου ρούχο όχι μόνο γιατί έχει μια ιστορία για μένα, αλλά και γιατί το καινούργιο δεν σημαίνει τίποτα.