Για το βιβλίο «Κλειδωμένα Σώματα, Κλειστοί Χρόνοι, Συνεχείς Κόσμοι»

Το παρακάτω κείμενο διαβάστηκε κατά την παρουσίαση των βιβλίων του Ν. Καλαποθάκου:

.

kleidomenasomataΤο βιβλίο του Νίκου Καλαποθάκου Κλειδωμένα Σώματα, Κλειστοί Χρόνοι, Συνεχείς Κόσμοι. Βασανιστήρια και θανατώσεις στην Εικονομαχία (Εκδόσεις Αρμός) είναι τολμηρό καθώς έρχεται να καλύψει ένα σημαντικό κενό στις βυζαντινές μελέτες –ειδικά σε εκείνες που κυκλοφορούν στα Ελληνικά– και μάλιστα με τρόπο εμπροσθοβαρή.

Τα βιβλία για το Βυζάντιο που βρίσκουμε στα βιβλιοπωλεία είναι κατά κανόνα εκδόσεις και μεταφράσεις κειμένων ή γεγονοτολογικές αφηγήσεις. Όλα αυτά, φυσικά, είναι πολύ χρήσιμα. Είναι εργασία υποδομής και πρέπει να γίνονται. Η συλλογή δεδομένων όμως είναι η αφετηρία και δεν μπορεί να εξαντλείται εκεί η δραστηριότητά μας. Κάποια στιγμή συνεπώς θα πρέπει να πάψουμε να στεκόμαστε στην αφετηρία. Κάποια στιγμή θα πρέπει να αρχίσουμε να κάνουμε αποφασιστικά βήματα μπροστά -και μπροστά μας είναι η κατανόηση.

Αναφέρομαι, φυσικά, σε μια κατανόηση του Βυζαντινού κόσμου πέρα από ιδεοληψίες, λογικές δηλαδή που επιδιώκουν την αυτοδικαίωση μέσα από συλλήβδην απορρίψεις ή αγιοποιήσεις. Αυτές αφθονούν.

Εκείνο που απουσιάζει από την έρευνα για το Βυζάντιο και από τα σχετικά βιβλία είναι οι ιδέες, η ερμηνεία. Ιδέες και ερμηνεία, που θα λειτουργήσουν αφενός μεν συνεκτικά σε όλες τις πληροφορίες που συγκεντρώνουμε και τα γεγονότα που διασαφηνίζουμε κι αφετέρου θα ζωντανέψουν το παρελθόν. Και όταν το παρελθόν ζωντανεύει, φωτίζει την ζωή μας στο παρόν, την αποσαφηνίζει, την νοηματοδοτεί.

Αυτό ακριβώς επιτυγχάνει ο Νίκος Καλαποθάκος με το τελευταίο του βιβλίο, το οποίο εξετάζει την Εικονομαχία, μια περίοδο δηλαδή κρίσιμη, που η σημασία της έχει επισημανθεί από πολύ νωρίς και συνεχώς υπογραμμίζεται από τους ειδικούς, αλλά, φοβάμαι, σπανίως κατανοείται όχι μόνο από τους φοιτητές ή όσους ενδιαφέρονται για το Βυζάντιο, αλλά και από τους ίδιους τους ειδικούς: Οι έριδες για ψιλά δογματικά θέματα, πόσω μάλλον για την θέση των εικόνων στην λατρεία και το Κράτος, φαντάζουν σήμερα ακατανόητα, αδικαιολόγητα, περί όνου σκιάς.

Ξεκινώντας λοιπόν από τα βασανιστήρια και τις θανατώσεις τότε, ο Καλαποθάκος περνάει στη σχέση του Homo Byzantinus με το σώμα του και τους πλησίον του. Κι όλο αυτό το προβάλλει στο παρόν, στη σχέση του σημερινού ανθρώπου, του σημερινού Έλληνα, με το σώμα του και τους γύρω του.

Έτσι η σημασία του έργου είναι διπλή:

Από την μια φιλοτεχνείται ένα μωσαϊκό της Βυζαντινής κοινωνίας. Ο Καλαποθάκος εργάστηκε με την ευσυνειδησία Γερμανού φιλολόγου του 19ου αιώνα, αφού έχει συγκεντρώσει τα πάντα –όλα τα στοιχεία, όλα τα περιστατικά που αφορούν το θέμα του. Δεν τα παραθέτει όμως ξερά, αλλά, όπως ανέφερα και πιο πάνω, τα τοποθετεί σε μια προοπτική που μας αποκαλύπτουν τον Βυζαντινό άνθρωπο, τις δυνατότητες, αλλά και τα όριά του.

Από την άλλη, προβάλλοντας το Βυζάντιο στο σήμερα, φανερώνεται το πρόβλημα και το αδιέξοδο του σημερινού Έλληνα, ο οποίος ζει σε μια σύγχρονη, δυτική (κατά το μάλλον ή ήττον) κοινωνία, το αίσθημά του όμως παραμένει εν πολλοίς κολλημένο στο τότε.

Εννοείται, φυσικά, ότι για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο, πρέπει ο συγγραφέας να είναι άριστος γνώστης της Βυζαντινής γραμματείας, των πηγών, των συμπερασμάτων της σύγχρονης έρευνας αναφορικά με την περίοδο και το θέμα του, αλλά όχι μόνο. Πρέπει να κατέχει καλά εργαλεία φιλοσοφικά, κοινωνιολογικά, ανθρωπολογικά, ψυχολογικά και βέβαια να διαθέτει την αναλυτική και κριτική ικανότητα, που θα του επιτρέψουν να δημιουργήσει τον ορίζοντα που θα προβάλλει και θα ζωντανέψει το υλικό του. Ο Καλαποθάκος τα διαθέτει και γι’ αυτό επιτυγχάνει στους στόχους του.

Το βιβλίο ξεκινά με μια Εισαγωγή σε δύο μέρη, που θέτει τα κεντρικά ζητήματα: Τα βασανιστήρια, τις θανατώσεις, την σχέση με το σώμα και τον χρόνο, το πρόβλημα της εξουσίας, την ένταξη στην κοινότητα, την θέση και τον ρόλο της εικόνας, την διάσταση βλέμματος και πράξης.

Έπειτα ο συγγραφέας τοποθετεί τους ήρωές του στη σκηνή: Εικονόφιλοι και Εικονομάχοι, βασανιζόμενοι και βασανιστές, κοσμικοί και εκκλησιαστικοί, εξουσιαστές και εξουσιαζόμενοι, λαϊκοί και μοναχοί –ένας κόσμος κλειστός, κλειδωμένος, με μια αντίληψη του χρόνου και του τόπου εντελώς διάφορη απο την δική μας.

Από το 3ο μέρος του βιβλίου αρχίζει η μελέτη των βασανιστηρίων και των θανατώσεων: Εξορία, φυλάκιση, διαπόμπευση, ακρωτηριασμοί, λυντσάρισμα, ζωταφία –ποινές που μας ακούγονται εξωτικές, γιατί η αφετηρία και η στόχευσή τους προϋποθέτουν κόσμο εντελώς διαφορετικό από τον δικό μας.

Η ολοκληρωτική όμως αποκάλυψη του Βυζαντινού ανθρώπου και του κόσμου του συντελείται στο επόμενο μέρος, που τιτλοφορείται Έξοδος και Κρίση: Οι νικητές στο τέλος ηττώνται και αναθεματίζονται, ενώ οι ηττημένοι νικάνε και δικαιώνονται. Ο κόσμος αυτός δηλαδή δεν είναι απλώς κλειστός, είναι ανάστροφος.Μπορεί βέβαια κανείς να πει ότι έτσι ηττήθηκε η κοινή λογική και κάποιος άλλος διαφωνώντας ότι νίκησε μια άλλη λογική. Πέρα όμως από αξιολογικές και ιδεολογικές κρίσεις της Εικονομαχίας και του Βυζαντίου, το μείζον ερώτημα είναι μέχρι πού μπορεί να φτάσει μια τέτοια κοινωνία; Τα Επιλεγόμενα απαντούν σε αυτό ακριβώς.

Ακούω από ανθρώπους που πήραν στα χέρια τους τα Κλειδωμένα σώματα ότι είναι ένα δύσκολο βιβλίο.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι δεν είναι ένα βιβλίο που θα το διαβάσει κανείς στο λεωφορείο ή το μετρό πηγαίνοντας στη δουλειά του. Ούτε θα διαβάσει λίγες σελίδες το βράδυ, πριν τον ύπνο, για να χαλαρώσει. Είναι ένα βιβλίο που απαιτεί από τον αναγνώστη, την προσοχή του, την προσήλωσή του – να κοπιάσει, αν θέλετε. Οπωσδήποτε όμως δεν πρόκειται για έν απροσπέλαστο κείμενο. Κι επιπλέον, η ανταμοιβή που προσφέρει είναι πολλαπλάσια και πολυεπίπεδη. Είναι, αν μου επιτρέπεται, η ανταμοιβή που προσφέρει κάθε μεγάλο έργο.

Υπάρχει κι αυτή η κουβέντα για την γλώσσα του. Θεωρείται κι αυτή δύσκολη, στριφνή, περίεργη ίσως. Και είναι αλήθεια, ότι απέχει από τον συνήθη γραπτό λόγο της εποχής μας. Είναι διαφορετική. Δεν εφάπτεται πουθενά με τον ανέμπνευστο, δημοσιογραφικό λόγο των νεώτερων ευπώλητων συγγραφέων μας, ούτε με τον ξερό κι επίπεδο λόγο των επαγγελματιών ιστορικών. Από αυτή την άποψη είναι δύσκολη. Αλλά είναι και βαθύτατα ποιητική. Ο λόγος του Καλαποθάκου, μεστός και πλούσιος, διαθέτει μια άγρια ομορφιά, ένα σκοτεινό, ένα ζοφερό βάθος, τόσο ταιριαστό με το θέμα του, που μαγνητίζει κι αποκαλύπτει τον απαιτητικό αναγνώστη.

Το βιβλίο του Καλαποθάκου κομίζει μια διαφορετική κι άκρως ενδιαφέρουσα εικόνα του Βυζαντινού κόσμου. Δίνει τροφή για σκέψη, υλικό για συζήτηση. Είναι ένα ιστορικό δοκίμιο που απευθύνεται σε ανθρώπους που θέλουν να καταλάβουν, κι όχι σε εκείνους που αναζητούν δικαίωση για το σήμερα στο παρελθόν. Είναι με άλλα λόγια ένα βιβλίο σπάνιο και σημαντικό, που μακάρι να λειτουργήσει ως πρόδρομος άλλων ανάλογων εργασιών.

Tagged: , , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: