Monthly Archives: Δεκέμβριος 2013

«Χρόνια πολλά»

Απομεινάρι των μαγικών επωδών είναι, λένε όσοι ξέρουν, οι ευχές που ανταλλάζουμε αυτές τις μέρες. Τα «χρόνια πολλά», τα «καλή χρονιά» και τα «του χρόνου» έχουν τις ρίζες τους στα ξόρκια που επαναλάμβαναν πίσω από τα δόντια τους οι σαμάνοι και οι μάγισσες για να αποτρέψουν το κακό ή για να το προκαλέσουν. Γεννήθηκαν σε κόσμους, που φοβόνταν κι απαγόρευαν κάθε ελευθερία στην έκφραση. Η πεπατημένη στις πράξεις και τα λόγια ήταν η ασφαλής οδός. Οτιδήποτε άλλο έθετε σε κίνδυνο όχι μονο τον άνθρωπο που καινοτομούσε, αλλά και ολόκληρη την κοινότητα.

Ο μόνος τρόπος να επιβιώσει κανείς ήταν να κάνει και να λέει ό,τι ακριβώς έκαναν και έλεγαν οι προηγούμενοι, που τα κατάφεραν. Να διάγει λάθρα. Να ακολουθήσει τον κύκλο της ζωής ήρεμα, αθόρυβα, χωρίς να τον παρασκαλίσει: «Ευτυχές το νεό έτος» την Πρωτοχρονιά, «Εις έτη πολλά» στις γιορτές, «Βίον ανθόσπαρτον» στους γάμους. Μια φοβική μίμηση, η οποία κι αν γεννήθηκε σε περίκλειστες παραδοσιακές κοινωνίες, δεν έχει καμιά σχέση με ό,τι σήμερα εννοούμε και υπερασπιζόμαστε ως Παράδοση.

Αλλά αυτά τα λέμε κάποια άλλη φορά.

Γιατί τώρα τ’ ανιψούδια μου με τρίγωνα και λεπτές φωνούλες κελαηδούν τα καλαντα. Και πέρα από την αγκαλιά, το φιλί και το χαρτζιλίκωμα, λόγια για να περιγράψω την χαρά μου δεν βρίσκω, οπότε καταφεύγω στα καθιερωμένα:

Χρόνια πολλά!

Και του χρόνου!

Προσδοκία

Το θερμόμετρο στο μπαλκόνι μας σήμερα το πρωί έδειχνε -8. Κι όλα γύρω μας θολά και παγωμένα. Αυτή η παγωμένη καταχνιά, φρικτός ιστός που σκεπάζει και δένει τα πάντα στην αγκαλιά της. Που ακινητοποιεί τα πάντα –ανθρώπους, ζώα, φυτά, αέρα. Που παραλύει και σαπίζει τα πάντα. Τον θάνατο που αντιπροσωπεύει ο χειμώνας στο φαντασιακό του παραδοσιακού ανθρώπου, κάτι τέτοιες ώρες σε κάτι τέτοια μέρη μπορεί να τον δει κανείς.

Αυτά έξω.

Μέσα στο σπίτι, τα κλινοσκεπάσματα να αναδύουν την ζέστα του κορμιού μου, τα παγωμένα σώματα του καλοριφέρ, σβηστό το τζάκι, ένα ποτήρι ξεχασμένο στο τραπεζάκι από χθες το βράδυ και πίσω, στη γωνιά, το Χριστουγεννιάτικο δέντρο, πλαστικό και ζωντανό, πολύχρωμο και γιορταστικό, νοσταλγία για το παρελθόν κι ελπίδα για το μέλλον.

Δεν χρειάζεται να είναι κανείς ανθρωπολόγος, θρησκειολόγος, ιστορικός, περισπούδαστος ειδικός για να αντιληφθεί την αξία των Χριστουγέννων. Όπως δεν χρειάζεται να είναι κανείς Χριστιανός για να παρασυρθεί στο νόημά τους ή να το αναζητήσει. Αρκεί να είναι άνθρωπος για να ανοίξει η καρδιά του στην γιορτή της Προσδοκίας.

Το Νεογέννητο που χαμογελάει παιχνιδιάρικα μέσα στη φάτνη την Προσδοκία ενσαρκώνει. Προσδοκία ότι η παγωμένη καταχνιά θα κατανικηθεί, ο ήλιος θα ζεστάνει ξανά και η ζωή θα επιστρέψει στα ξερά χορτάρια και τα άπνοα ζωντανά. Προσδοκία ότι μπορούμε να υπερβούμε τον χρόνο και τον τόπο· ότι η ανθρώπινη ζωή έχει νόημα που εκτείνεται πέρα από τα βιολογικά μας όρια. Προσδοκία ότι έχουμε, ότι θα βρούμε την δύναμη να κάνουμε όλα εκείνα τα άλματα στην προσωπική μας ζωή, που έχουν νόημα και κάνουν την διαφορά για μας και για τους άλλους. Προσδοκία ότι το αύριο θα είναι καλλίτερο από το σήμερα.

Αυτού του είδους η Προσδοκία ούτε ψυχολογίστικη ψευδαίσθηση είναι, ούτε όπιο των μαζών ή των προσώπων. Είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για να μπορέσει να υπάρξει πρόσωπα, κοινωνίες, λαοί.

Γιατί ο άνθρωπος, για να μπορεί να ζήσει το σήμερα, να έχει την δύναμη να χαρεί το παρόν, θα πρέπει να στηρίζεται στην προσδοκία. αλλιώς πέφτει σε κατάθλιψη, σε παραλυτική κατατονία. Σαπίζει. Ό,τι ζούμε στην Ελλάδα σήμερα…

Τρίτη

Η μέρα που τα ψέματα τελειώνουν. Οι προφάσεις. Κανένα περιθώριο χαλαρότητας –ούτε βαθιά ανάσα δεν προλαβαίνεις να πάρεις πριν την βουτιά. Είσαι πλέον μέσα στην πραγματικότητα. Μέσα στον πεπιεσμένο και πιεστικό χρόνο. Τα πάντα μετεωρίζονται γύρω σου. Τα πάντα πρέπει να διευθετηθούν. Τηλέφωνα, email, πληρωμές, συναντήσεις –ό,τι προσπαθούσες να ξεχάσεις το Σαββατοκύριακο, ό,τι προσπέρασες ενοχικά την Δευτέρα, χορεύουν με βαριά βήματα πάνω στην καμπούρα σου διεκδικώντας το πιο αναντικατάστατο κομμάτι του εαυτού σου: Τον χρόνο σου.

Προσπαθώ να φανταστώ τον κόσμο πριν. Πριν το κινητό, πριν το διαδίκτυο, πριν την μηχανοργάνωση. Τότε που ο χρόνος κυλούσε στο περίπου κι όχι στο ακριβώς. Θυμάμαι τους παππούδες μου να κουρδίζουν τα ρολόγια τους και να τα βάζουν ένα τέταρτο μπροστά. Κάθε τόσο η ίδια διαδικασία: Κούρδισμα κι ένα τέταρτο μπροστά και πάντα πίσω έμεναν. Ήταν οι εποχές που τα ρολόγια είχαν ακόμα δείχτες που στριφογύριζαν γύρω από τους άξονές τους, εγκλωβισμένοι· χρόνος κυκλικός, εγκλωβισμένος. Ήταν η εποχή που στο ερώτημα «τι ώρα είναι;» η απάντηση ήταν «κοντεύει τόσο». Τίποτα στο ακριβώς κι όλα στο περίπου. Σε διαρκή αναμονή για κάτι (τι;) που βρισκόταν διαρκώς μπροστά, άπιαστο. Ήθελαν να το πιάσουν, αλλά πώς; Το μόνο που μπορούσαν να κάνουν ήταν να βάλουν τα ρολόγια λίγο μπροστά –μπορείς όμως να πετάξεις με ελατήρια στις σόλες; Πιο σωστά: Μπορεί ο κόσμος του περίπου να εγκιβωτιστεί στον χρόνο της ακρίβειας; Ή πρέπει να καταστραφεί ολοσχερώς;

Κάποιος θα πει ότι γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο πέσαμε σήμερα στην εκτός συγχρονίας ξέρα. Δεν ξέρω – πιθανόν. Αλλά εκείνος ήταν ένας άλλος κόσμος, διαφορετικός από τον δικό μας· τα όρια των δυο κόσμων, ο χρόνος, δεν εφάπτονται πουθενά.

Οπότε αναρωτιέμαι: Αυτοί οι άλλοι άνθρωποι τι είχαν στο μυαλό τους όταν βάζαν τα ρολογάκια τους μπροστά; Τι φαντάζονταν; Ανέμεναν, λαχταρούσαν τον δικό μας κόσμο, το δικό μας σήμερα; Πήραμε / πήρανε κάποια στροφή λάθος ή δεν υπήρχε άλλος δρόμος; Κι οι κόσμοι, όπως οι άνθρωποι, οι πολιτισμοί, ο χρόνος, κάποτε τελειώνουν…

.

Τρίτη και τα ψέματα τελειώνουν. Ξυπνάς και κλείνεις το ξυπνητήρι, βάζεις τον καφέ να γίνεται, τουαλέτα, βιαστικές γουλιές υπό τους ήχους της τηλεόρασης, δένεις το κασκόλ και κατηφορίζεις στη στάση. Οι ίδιοι άνθρωποι περιμένουν το ίδιο λεωφορείο, αλλά δεν ανταλλάζεις κουβέντα. Όλοι με τα κεφάλια σκυφτά, κάποιοι με τον καφέ ν’ αχνίζει στο πλαστικό ποτήρι, άλλοι με το βλέμμα στο κινητό. Τρίτη και το λεωφορείο σταματάει μπροστά σας πηγμένο. Τρίτη και στριμώχνεσαι μέσα του, στριμώχνεσαι μέσα σου επαναλαμβάνοντας την γνωστή κουβέντα:

«Εγώ είμαι κι από τους τυχερούς που έχουν δουλειά»…

Στο κομμωτήριο

Θυμάμαι τον Σπύρο να υποστηρίζει με την γνωστή απολυτότητά του ότι κουρεύεται φανατικά σε παλαιού τύπου κουρεία μόνο για άντρες, γιατί είναι τα μοναδικά μέρη που δεν πηγαίνουν γυναίκες και μπορεί κανείς να πει πραγματικά αντρικές κουβέντες.

Απ’ τη μια έχει δίκιο.

Αν σκεφτεί κανείς ότι και στα στριπτιτζάδικα πλέον ξεφαντώνουν γυναικοπαρέες, τα σκληροπυρηνικά κουρεία, που προσφέρουν τις υπηρεσίες τους αποκλειστικά σε άνδρες και παιδιά, είναι τα τελευταία εν κόσμο άβατα.

Από την άλλη όμως, για να είμαι ειλικρινής, δεν μπορώ να φανταστώ τι είδους συζητήσεις είναι αυτές, οι οποίες απαιτούν χώρους στεγανοποιημένους στη γυναικεία παρουσία για να διεξαχθούν. Μιλάνε για πολιτική; για ποδόσφαιρο; σεξ; για άλλες γυναίκες; -τι χρειάζεται ο ειδικός τόπος; Όλα συζητούνται πλέον παντού και με χαρακτηριστική άνεση.

Βέβαια μπορεί να είναι και δικό μου θέμα που δεν καταλαβαίνω. Έχοντας μεγαλώσει με δύο αδέλφια, το τελευταίο πράγμα που αναζητώ είναι χώροι με υψηλή συγκέντρωση τεστοστερόνης. Ίσως γι’ αυτό προτιμώ να κουρεύομαι σε μπεν μιξ κομμωτήρια.

Πιο φωτεινά, πιο χρωματιστά, πιο ποπ, τα κομμωτήρια που απευθύνονται και στα δυο φύλα είναι το πιο κοντινό σε λάιφ στάιλ εκπομπή που μπορεί να ζήσει ένας συνηθισμένος άνθρωπος. Τα πάντα εκεί μέσα είναι ανάλαφρα –η βαρύτητα, στις κουβέντες, την διάθεση, τις σκέψεις, παντού, δεν έχει καμία θέση. Δεν μπορεί να έχει θέση, καθώς ο θόρυβος από τα πιστολάκια και τις μουσικές του συρμού καλύπτουν οτιδήποτε ξεφεύγει από την γραμμή.

Κάθομαι βαθιά στον λευκό δερμάτινο καναπέ και κοιτάζω τα πολύχρωμα περιοδικά που είναι αραδιασμένα στο τραπεζάκι μπροστά μου. Στα εξώφυλλα όμορφα πρόσωπα συνοδεύουν τίτλους για γάμους, γεννήσεις, βαφτίσεις, χωρισμούς και σμιξίματα – μια ιλουστρασιόν πραγματικότητα πολύ μακρινή από την δική μας, που αγωνιά για το πώς θα βγει ετούτος ο μήνας και πώς θα μπει ο επόμενος.

Η κοπέλα με τα κόκκινα μαλλιά μού ζητάει να την ακολουθήσω και, φυσικά, το κάνω χωρίς δεύτερη κουβέντα. Δένει απαλά την πετσέτα γύρω από τον λαιμό μου και μου λέει να γύρω στον νιπτήρα. Ζεστό το νερό, αρωματικό το σαμπουάν και τα δάχτυλα που μπλέκονται στα μαλλιά μου και κάνουν κύκλους τρίβοντας τους κροτάφους απαλά και λεπτά. Έχω βγάλει τα γυαλιά και τα μάτια μου είναι κλειστά. Ακούω μόνο το νερό που τρέχει και νιώθω μικρές πιτσιλιές στη μύτη και τα μάγουλα. Ξέβγαλμα και με οδηγεί στην καρέκλα.

Το ωραίο με τον Χρήστο είναι ότι δεν μιλάει. Πέρα από την καλησπέρα και δυο κουβέντες που θα πούμε στην αρχή για το πώς θα μου τα πάρει, κάνει τη δουλειά του σιωπηλός και χωρίς ερωτήσεις ή αποφάνσεις. Κουρεύομαι σ’ αυτόν πάνω από πέντε χρόνια κι αμφιβάλλω αν ξέρει πώς ψωμίζομαι ή ότι δεν είμαι μόνιμος κάτοικος Ιωαννίνων. Μέγα προσόν! Αράζω, γλαρώνω, αδειάζω από σκέψεις κι έγνοιες και για ένα μεσάωρο την κάνω από το σύμπαν μου.

Η αλήθεια είναι ότι πολλές φορές στις διπλανές καρέκλες όμορφες γυναίκες ωραΐζονται και τα κορίτσια του κομμωτηρίου τριγυρνάνε εδώ και κει κάνοντας το ένα ή το άλλο, αλλά όντας μύωψ, από τη στιγμή που θα βγάλω τα γυαλιά μου, οι υπερδυνάμεις μου τίθενται σε καταστολή. Μπορώ βεβαίως να καταφύγω σε ζόρικα κόλπα, σαν αυτά που κάνουν στην Ινδία, να αυτοσυγκεντρωθώ για να τις μαγνητίσω, αλλά –φευ!– το αποτέλεσμα είναι πάλι το ίδιο: Άραγμα, γλάρωμα, άδειασμα, μισοϋπνος/μισοξύπνιος –όλα καλά εν ολίγοις.

Σύντομο ξέβγαλμα, στέγνωμα, χτένισμα –τα τελευταία λεπτά που η κοκκινομάλλα πασπατεύει το κεφάλι μου αυτόν τον μήνα. Κατευθύνομαι στο ταμείο και βγάζω το πορτοφόλι. Ο Χρήστος χτυπάει το ποσόν στην ταμειακή και μου δίνει την απόδειξη.

«Θες να πάρεις κι αυτή;» μου λέει δείχνοντάς μου μια άλλη απόδειξη. «Η προηγούμενη δεν την πήρε. Πες στην εφορία ότι έκανες και βαφή.»

Δ. Σαββόπουλος: Ποιος φτιάχνει τα ανέκδοτα

Ο Θάνος Βελλούδιος υπήρξε θρυλικός αεροπόρος των αρχών του 20ου αιώνα. Πρωτοπόρος της ελληνικής αεροναυπηγικής, υπηρέτησε για δύο δεκαετίες ως πιλότος στην Πολεμική Αεροπορία και τα κατορθώματά του θα μπορούσαν να αποτελέσουν πρώτης τάξεως υλικό για χολιγουντιανή ταινία. Ήταν επίσης ένας άνθρωπος με έντονες πνευματικές ανησυχίες. Συμμετείχε στις Δελφικές γιορτές του Σικελιανού, υπήρξε φίλος και συνεργάτης του Α. Εμπειρίκου, συγγραφέας, φωτογράφος, φαντασιομέτρης και ελληνευρέτης (που σημαίνει «ανευρίσκων, διαγιγνώσκων και δεχόμενος και ποικιλοτρόπως προάγων τον ελληνανθρώπινο παράγοντα και συντελεστή, όπου και υφ’ οιανδήποτε μορφή δύναται ούτος να υπάρχει»). Θυμάμαι κείμενα και φωτογραφίες του σε παλαιά τεύχη της Οδού Πανός του Γ. Χρονά για τους ζεϊμπέκηδες και τον χορό τους. Έγραφε σε μια ιδιόρρυθμη καθαρεύουσα, που μαγνήτιζε τη σκέψη και, κυρίως, την φαντασία, με τον τρόπο που μόνο ένας σαλός μπορεί να μαγνητίσει.

Σ’ αυτόν τον άνθρωπο (δεν μπορώ να φανταστώ κάποιον πιο κατάλληλο) έθεσε, μας λέει ο Σαββόπουλος, ένα από τα πιο δύσκολα ερωτήματα:

Μα ποιος τα εξαίσια ανέκδοτα σκαρώνει;
Μα πώς τα σκέπτεται, ποιο δρόμο κατοικεί;
Η ανωνυμία του τι πράγμα φανερώνει;
Πώς ξεφυτρώνει του γέλιου η μουσική;

Σε μια εποχή, όπως η σημερινή, που καθετί διαθέτει υπογραφή και ονομασία προέλευσης –συχνότατα και προορισμού–, το ανυπόγραφον του ανεκδότου δεν είναι μόνο μυστηριώδες, αλλά και κάπως ανησυχητικό.

Μέσα σε όλη αυτή την διαφάνεια που φέρνει η μεγάλη εξατομίκευση των καιρών μας, η ανωνυμία του ανεκδότου φέρνει κάτι το αρχέγονο, το καταγωγικό, κάτι που πηγάζει όχι πια από την δημιουργική ατομική διάνοια, αλλά από την σκοτεινή ρίζα της συλλογικής συνείδησης. Συμμετέχοντας στο κοινό γέλιο όταν το ακούμε ή επαναλαμβάνοντας το ανέκδοτο αργότερα, αγγίζουμε κάτι το πολύ αρχαίο, το πρωτόγονο, το προ-ομηρικό. Πάμε στην εποχή που ο άνθρωπος δεν είχε υποστασιοποιηθεί· δεν υπήρχαν πρόσωπα, μόνο φυλές.

«Φυλακισμένοι εκεί που εκτίουν την ποινή τους
Παιδιά θητεύοντα την νύχτα στη σκοπιά.
Και κάτι άρρωστοι που ακούς μες στη φωνή τους
Την ζωντανή τους την πλούσια μοναξιά.

Λοιπόν μπουντρούμι, νοσηλεία και στρατώνα
Και δώσ’ του ανέκδοτα», απεφάνθη ο παππούς.

Η απάντηση όσο εύλογη, άλλο τόσο παράδοξη είναι.

Αυτό που εκφράζει τόσο έντονα την κοινή συνείδηση, δεν δημιουργείται σε κάποια στιγμή στενής συνάφειας με τους άλλους, ανοίγματος της καρδιάς, ξεφαντώματος, αλλά σε οριακές στιγμές έσχατης μοναξιάς: Στο μπουντρούμι, τον θάλαμο νοσηλείας, την στρατώνα. Τότε, που δεν υπάρχει τίποτα και κανείς ν’ ακουμπήσουμε και να πιαστούμε κι αναγκαζόμαστε να βυθιστούμε μέσα μας. Εκεί, στον πυρήνα της ύπαρξής μας, βρίσκουμε τους άλλους· πυρήνας της ύπαρξής μας, προϋπόθεση για υγιή εξατομίκευση είναι ακριβώς οι άλλοι. Και αυτή η συνάντηση με τους άλλους στο βάθος του εαυτού μας δεν έχει τίποτα από την επιδερμικότητα του χαβαλέ, αλλά ακροβατεί στα καταράχια του βιώματος. Καρπός αυτού του ανταμώματος είναι και τα ανέκδοτα. Τα οποία ακριβώς επειδή γεννήθηκαν, όπως γεννήθηκαν, δεν έχει νόημα να κουβαλάνε credits.

Όπως εκείνοι που έφτιαξαν τα ανέκδοτα που επαναλαμβάνουμε στις συνάξεις μας ήταν μόνοι, έτσι και ο άνθρωπος που με τα τραγούδια του μίλησε για μια γενιά (περισσότερο: για τους ανθρώπους μιας συγκεκριμένης νοοτροπίας) κι έφτιαξε τον μύθο της παρέας, εργάστηκε κι εργάζεται μόνος. Αντλεί το υλικό από μέσα του, το κάνει τέχνη, και το παραδίδει στη συνέχεια στους συνεργάτες, τους φίλους, τους συνοδοιπόρους, το κοινό. Υπ’ αυτή την έννοια, ο Διονύσης Σαββόπουλος είναι ένας άνθρωπος που έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, και οπωσδήποτε όλη την δημιουργική του περίοδο, έγκλειστος σε ένα μπουντρούμι, νοσηλευόμενος σ’ έναν θάλαμο, θητεύων σε μια στρατώνα –αν εξήλθε από εκεί, ποιος μπορεί να τον κατηγορήσει;

Ο Δεκέμβρης κι οι γιορτές του

Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός, όχι ο Δεκέμβρης. Ο Απρίλιος, που, όπως λέει κι ο ποιητής, γεννά μεσ’ απ’ την πεθαμένη γη τις Πασχαλιές – όχι ο Δεκέμβριος, που τις κρύβει και τις συστέλλει βαθιά μέσα στον παγωμένο κόρφο του. Ίσως γιατί ο αυτός δεν τάζει τίποτα, δεν ξεγελάει, είναι ό,τι ακριβώς περιμένουμε:

Ενώ ο παιχνιδιάρης Απρίλιος, εκεί που υπόσχεται άνοιξες και λιακάδες, συχνότατα αποδεικνύεται ένας ακόμα γδάρτης και κακός παλουκοκαύτης, ο Δεκέμβριος φέρνει τον βαθύ χειμώνα, τις ατέλειωτες βροχές, την παγωνιά και τα χιόνια, τις ελάχιστες μέρες και τις μακρές νύχτες. Ούτε ινδιάνικα καλοκαίρια, ούτε αλκυονίδες μέρες για να ξεγελιόμαστε και να περνάει ο καιρός· μόνο χειμώνας στην πιο καθαρή και απόλυτη μορφή του.

Αλλά πιο πολύ κι απ’ το κρύο, ο Δεκέμβρης είναι ταυτισμένος στις συνειδήσεις με τις γιορτές. Η αντίστροφη μέτρηση ξεκίνησε ήδη από τα μέσα του Νοέμβρη: Όσοι ακολουθούν την αρχαία συνήθεια της Εκκλησίας σταμάτησαν να τρώνε κρέας και γαλακτοκομικά, ενώ τα καταστήματα και τα σπίτια άρχισαν σιγά-σιγά να στολίζονται με φώτα, κλαδιά κωνοφόρων, μπάλες και παιχνίδια. Αυτή η γιορτή στη μέση του χειμώνα είναι η πλέον παγκόσμια, που στους ρυθμούς της εγκλωβίζει εκατομμύρια ανθρώπους κάθε χρόνο. Όσο κι αν διαφημιστούν, οι οξυζενέ εορτές του ΟΗΕ (παγκόσμια ημέρα του τάδε ή του δείνα) δεν πρόκειται να την φτάσουν.

Λέω επίτηδες «γιορτές» και όχι Χριστούγεννα.

Στον αποϊεροποιημένο κόσμο μας, όπου συνυπάρχουν τόσες κουλτούρες, τόσες θρησκείες και αυτοματισμοί, δεν θα ήταν δυνατόν να εορτάσουμε τα γενέθλια του Χριστού. Η Δύση θα κατέρρεε εκ των έσω. Οπότε γιορτάζουμε κάτι άλλο: Την αγάπη γενικά κι αόριστα, τα δώρα, τον καταναλωτισμό, αυτό που έχουμε ή εκείνο που θέλουμε να αποκτήσουμε, τους εαυτούς μας, τους στόχους μας, την χαμένη παιδικότητά μας, την φιλανθρωπία –οτιδήποτε. Το πεδίο είναι ανοιχτό κι ο καθένας μας μπορεί να τοποθετήσει εκεί ό,τι θέλει κι ό,τι τον αναπαύει.

Κι εδώ είναι το στοίχημα.

Στα διηγήματά του, και τα Χριστουγεννιάτικα, ο Παπαδιαμάντης θρηνεί την εν σπέρματι καταστροφή της μικρής κοινότητας. Το έβλεπε: Άπαξ και επικρατήσουν οι συνήθειες της φραγκιάς, η γλυκιά καθ’ ημάς Ανατολή θα σβήσει. Κι εν πολλοίς είχε δίκιο: 150 χρόνια αργότερα, ο κόσμος αυτός ζει, όσο ζει, στις καρδιές ορισμένων για όσο εκείνοι θα υπάρχουν.

Αυτή είναι και η μείζονα αποτυχία του νεώτερου Ελληνισμού: Δεν κατάφερε να φέρει την παράδοσή της στο σήμερα. Την άφησε να σβήσει μαζί με τον παλιό κοινοτικό κόσμο. Η απώλεια αυτή κρίθηκε μάλλον απαραίτητη από τις κατά καιρούς ηγεσίες, για να μπορέσουμε να ακολουθήσουμε τους πεπολιτισμένους, και οπωσδήποτε ασήμαντη. Τις συνέπειές της όμως τις βιώνουμε με οδυνηρό τρόπο σήμερα. Σήμερα που ενώ τα πάντα γύρω μας καταρρέουν, δεν έχουμε ούτε παρηγοριά, αλλά ούτε και τόπο να πατήσουμε για να τιναχτούμε και να ξεκολλήσουμε.

Αναρωτιέμαι αν θα μπορούσαμε να γυρίσουμε το καράβι. Οπωσδήποτε οι γιορτές του Δεκέμβρη, η νοηματοδότησή τους, θα ήταν μια καλή, στέρεα αρχή…