Τρίτη

Η μέρα που τα ψέματα τελειώνουν. Οι προφάσεις. Κανένα περιθώριο χαλαρότητας –ούτε βαθιά ανάσα δεν προλαβαίνεις να πάρεις πριν την βουτιά. Είσαι πλέον μέσα στην πραγματικότητα. Μέσα στον πεπιεσμένο και πιεστικό χρόνο. Τα πάντα μετεωρίζονται γύρω σου. Τα πάντα πρέπει να διευθετηθούν. Τηλέφωνα, email, πληρωμές, συναντήσεις –ό,τι προσπαθούσες να ξεχάσεις το Σαββατοκύριακο, ό,τι προσπέρασες ενοχικά την Δευτέρα, χορεύουν με βαριά βήματα πάνω στην καμπούρα σου διεκδικώντας το πιο αναντικατάστατο κομμάτι του εαυτού σου: Τον χρόνο σου.

Προσπαθώ να φανταστώ τον κόσμο πριν. Πριν το κινητό, πριν το διαδίκτυο, πριν την μηχανοργάνωση. Τότε που ο χρόνος κυλούσε στο περίπου κι όχι στο ακριβώς. Θυμάμαι τους παππούδες μου να κουρδίζουν τα ρολόγια τους και να τα βάζουν ένα τέταρτο μπροστά. Κάθε τόσο η ίδια διαδικασία: Κούρδισμα κι ένα τέταρτο μπροστά και πάντα πίσω έμεναν. Ήταν οι εποχές που τα ρολόγια είχαν ακόμα δείχτες που στριφογύριζαν γύρω από τους άξονές τους, εγκλωβισμένοι· χρόνος κυκλικός, εγκλωβισμένος. Ήταν η εποχή που στο ερώτημα «τι ώρα είναι;» η απάντηση ήταν «κοντεύει τόσο». Τίποτα στο ακριβώς κι όλα στο περίπου. Σε διαρκή αναμονή για κάτι (τι;) που βρισκόταν διαρκώς μπροστά, άπιαστο. Ήθελαν να το πιάσουν, αλλά πώς; Το μόνο που μπορούσαν να κάνουν ήταν να βάλουν τα ρολόγια λίγο μπροστά –μπορείς όμως να πετάξεις με ελατήρια στις σόλες; Πιο σωστά: Μπορεί ο κόσμος του περίπου να εγκιβωτιστεί στον χρόνο της ακρίβειας; Ή πρέπει να καταστραφεί ολοσχερώς;

Κάποιος θα πει ότι γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο πέσαμε σήμερα στην εκτός συγχρονίας ξέρα. Δεν ξέρω – πιθανόν. Αλλά εκείνος ήταν ένας άλλος κόσμος, διαφορετικός από τον δικό μας· τα όρια των δυο κόσμων, ο χρόνος, δεν εφάπτονται πουθενά.

Οπότε αναρωτιέμαι: Αυτοί οι άλλοι άνθρωποι τι είχαν στο μυαλό τους όταν βάζαν τα ρολογάκια τους μπροστά; Τι φαντάζονταν; Ανέμεναν, λαχταρούσαν τον δικό μας κόσμο, το δικό μας σήμερα; Πήραμε / πήρανε κάποια στροφή λάθος ή δεν υπήρχε άλλος δρόμος; Κι οι κόσμοι, όπως οι άνθρωποι, οι πολιτισμοί, ο χρόνος, κάποτε τελειώνουν…

.

Τρίτη και τα ψέματα τελειώνουν. Ξυπνάς και κλείνεις το ξυπνητήρι, βάζεις τον καφέ να γίνεται, τουαλέτα, βιαστικές γουλιές υπό τους ήχους της τηλεόρασης, δένεις το κασκόλ και κατηφορίζεις στη στάση. Οι ίδιοι άνθρωποι περιμένουν το ίδιο λεωφορείο, αλλά δεν ανταλλάζεις κουβέντα. Όλοι με τα κεφάλια σκυφτά, κάποιοι με τον καφέ ν’ αχνίζει στο πλαστικό ποτήρι, άλλοι με το βλέμμα στο κινητό. Τρίτη και το λεωφορείο σταματάει μπροστά σας πηγμένο. Τρίτη και στριμώχνεσαι μέσα του, στριμώχνεσαι μέσα σου επαναλαμβάνοντας την γνωστή κουβέντα:

«Εγώ είμαι κι από τους τυχερούς που έχουν δουλειά»…

Tagged: , ,

6 thoughts on “Τρίτη

  1. hfaistiwnas 11/12/2013 στο 6:29 πμ Reply

    Κάπως έτσι ναι..
    καλημέρα!

  2. Θαλής 11/12/2013 στο 11:46 πμ Reply

    «Οι ίδιοι άνθρωποι περιμένουν το ίδιο λεωφορείο, αλλά δεν ανταλλάζεις κουβέντα»
    αυτό ακριβώς. αλλά όχι μόνο τώρα, όχι λόγω κρίσης, πάντα συνέβαινε.

    Καλημέρα σας.

    • fvasileiou 11/12/2013 στο 2:44 μμ Reply

      Σίγουρα. Η κρίση άλλωστε δεν είναι μόνο οικονομική…

      • Γιάννης 18/12/2013 στο 1:00 μμ Reply

        Βεβαίως!
        Είναι κρίση life style, κρίση νεοπλουτισμού, κυνισμού, σεξισμού κά συναφών ων ουκ εστι αριθμός.
        Ειρήσθω εν παρόδω, ο παππούς Πλούταρχος (45-120 μΧ) εκ Χαιρώνειας ορμώμενος, στο πόνημα του «Ηθικά» έγραψε το κεφάλαιο «Περί του μη δειν δανιζεσθαι » ο μεθερμηνευομενον εστί: Οι συμφορές του δανεισμού! ( Σε ελεύθερη μετάφραση της Πολυξενης Παπαπανου. )
        Λες και τογραψε χθες, για μας σήμερα ο παππούς.
        Ο σημερινός συνονόματος του και συντοπίτης του – πρώην κομμωτης και νυν αοι(η)δος, ο και ( το καλύτερο παιδί) αποκαλούμενος χωσταει -σύμφωνα με τα ΜΜΕ περί τα 2.5 εκατ. Ευρώ στην εφορία από αρπαχτες

        ΥΓ Οποία κρίση γαμω τη τρέλα μου! Φαντασθείτε το μέγεθος της εκ του γεγονότος ότι και κυρά Γαρμπή
        ξαναβγηκε, τώρα στα γεράματα, στο (καλλιτεχνικό) καλντερίμι.

        ΥΓ2 Ε, ρε οριζόντιες περικοπές που μας χρειάζονται!…

    • Γιάννης 18/12/2013 στο 3:06 μμ Reply

      Διαφωνω ως προς το «…πάντα συνεβαινε…»
      Διότι δεν συνέβαινε. Καλημέρες, συζητήσεις όλοι με όλους. Παιδιά φύγαμε; Ρωτούσε ο εισπράκτορας. Όχι
      Κυρ Νίκο, δύο λεπτά, έρχεται κι ο Βασίλης ο Χαρατσαρης. Νατος τρέχει. Ρε θ’αργησω και θαχω μανουρες με το σταθμαρχη στο τέρμα.
      Σωτηριον έτος 1959-’60!
      Μετά την λαίλαπα του εμφυλίου, τότε που ξαναβρισκαμε το βηματισμό μας. Τα βαριά σύννεφα διαλυοντουσαν σιγά σιγά δίνοντας τη θέση τους στο κουράγιο, στην προοπτική, στην προσδοκία στην ελπίδα!!!…
      Όμως η πείνα συνεχιζόταν, αλλά το ψωμί παρότι με το Δελτίο – δυόμιση οκάδες κατ’ άτομο το μήνα -μας «φαινόταν» πιο γλυκό.

      Παραφραζω Κ. Παλαμά: » Φρίκη ερημιά σκοτάδι την Ελλάδα την θάψαν τα βρωμοσκυλα…»

      Α! ρε » Γερο » 4-5 φορές τους είχες στο μπαλαουρο, Καρύταινα,Άστρος, Πιαδα, Αναπλι, Τριπολιτσά, όπου ήσουν και γηπεδούχος, τους τη χάρισες.

      Φωτιά και τσεκούρι, Φούρκα και παλούκι στους ξεφτιλισμενους! Αλλά από ποιον μωρέ; Απ’ τις κότες;…

    • Γιάννης 18/12/2013 στο 8:49 μμ Reply

      Θαλή γεια! Η απάντηση μου στο σχόλιο σου πήγε δύο σκαλιά πιο κάτω, λόγω εμπλοκής του δαίμονα του πληκτρολογίου. Απολογουμαι!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: