Monthly Archives: Ιανουαρίου 2014

Η ανάγνωση δεν χωράει σε λίστες…

…τα βιβλία όμως που θέλουμε να διαβάσουμε συγκροτούν λίστες πραγματικές ή νοητές.

(Τι είναι η λίστα; Τι σημαίνει για την ζωή μας; Οι παλαιότεροι είχαν λίστες ή πορεύονταν με όσα τους έφερνε η ζωή; Μήπως οι λίστες εμφανίστηκαν όταν η πρόσβαση σε αγαθά και εμπειρίες έγινε πιο εύκολη μετατρέποντας την αφθονία που θα έπρεπε να μας δίνει άνεση σε πίεση;)

Όπως και νά ‘χει, έχω μια λίστα με βιβλία μέσα μου, που όσο περνάει ο καιρός μακραίνει και με βαραίνει. Αποτελείται από βιβλία που διάβασα κάποτε, αλλά θέλω να τα ξαναδιαβάσω -κάποια επειδή μου άρεσαν πάρα πολύ και θέλω να επαναληφθεί η εμπειρία, κάποια γιατί θέλω να τα ξαναδώ με το σημερινό μου βλέμμα. Είκοσι από αυτά είναι:

Πορτραίτο του καλλιτέχνη σε νεαρή ηλικία του Τζόις. Το έχω διαβάσει 2 φορές, μια σαν έφηβος από μια παλιά μετάφραση (του Πολίτη;) και μια στην καινούργια του Μπερλή. Ο  Στίβεν όμως ακόμα με παιδεύει…

Τετρακόσια κεφάλαια περί αγάπης, του Μάξιμου Ομολογητή.

Αμερικάνικο ταμπλόιντ, Αμερικάνικο ταξίδι θανάτου, Το αίμα δεν σταματαει ποτέ, του James Ellroy. «Η Αμερική δεν υπήρξε ποτέ αθώα», διακηρύσσει ο big J -αλλά και ποιος υπήρξε;

Πολιτεία, του Πλάτωνα. Η Καλλίπολις ψυχή του Ράμφου είναι μια καλή αφορμή για να την ξαναδιαβάσω…

Αδελφοί Καραμαζόφ, Δαιμονισμένοι του Ντοστογιέφσκι.

Το μαγικό βουνό, Ο Ιωσήφ και οι αδελφοί αυτού και ο Δόκτωρ Φάουστους, του Τόμας Μαν.

Ύμνοι Θείων Ερώτων, του Συμεών του Νέου Θεολόγου.

Χαμένες ψευδαισθήσεις, του Μπαλζάκ.

Μόμπι Ντικ, του Μέλβιλ.

Η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι, του Κούντερα.

Το πρόσωπον και ο έρως, του Χρ. Γιανναρά. Εμβληματικό βιβλίο που επηρέασε κόσμο και κοσμάκη. Θα ήθελα να αναμετρηθώ μαζί του πάλι τώρα που είμαι πιο ώριμος.

Άπαντα τα διηγήματα, του Γ. Βιζυηνού. Έλπιζα ότι θα έβρισκα χρόνο φέτος, πριν, κατά ή λίγο μετά τα Χριστούγεννα. Δεν τα κατάφερα. Ίσως του χρόνου….

Άννα Καρένινα, του Λ. Τολστόι.

Ιλιάδα και Οδύσσεια, του Ομήρου.

 

Advertisements

Το κοριτσάκι

Προχθές το βράδυ στη Bd Sébastopol ένα κοριτσάκι στεκόταν μόνο στη μέση του πεζοδρομίου κι έκλαιγε. Θα ‘ταν 8.30 ή 9.00 και κόσμος πολύς πηγαινοέρχονταν, πεζοί κι εποχούμενοι, κι αυτή τυλιγμένη στο πορτοκαλί μπουφανάκι της, με το γκρι παντελόνι και τις κόκκινες μπότες, έκλαιγε γοερά τρίβοντας τα μάτια της με το ένα χέρι και κρατώντας το άλλο σφιγμένο στην κοιλιά της. Όλοι ξένοι, όλοι άγνωστοι, όλοι βιαστικοί κι αδιάφοροι –κανένας κανένας δεν στεκόταν δίπλα της, κανένας που να φαινόταν οικείος της. Το κοριτσάκι έμοιαζε χαμένο, έρημο, μόνο, στο κέντρο μιας μεγάλης πόλης γεμάτο ανθρώπους κάθε φυλής, φύλου κι ηλικίας.

Να σταματήσω;

Τα γαλλικά μου δεν είναι τόσο καλά, ώστε να συνεννοηθώ με άνεση μαζί της –πολύ δε περισσότερο για να την βοηθήσω ή να την παρηγορήσω ουσιαστικά.

Κι έπειτα, όλοι ετούτοι οι ντόπιοι, που την προσπερνάει ρίχνοντας μόνο μια πλάγια ματιά, κάτι δεν θα ξέρουν περισσότερο; Το ενδιαφέρον ενός ενήλικα για ένα άγνωστο παιδί, έστω κι αν αυτό κλαίει μόνο στη μέση του δρόμου, είναι ύποπτο στις μέρες μας.

Της έρριξα κι εγώ ένα βλέμμα και την προσπέρασα χωρίς να επιβραδύνω τον βηματισμό μου. Την προσπέρασα και το κλάμμα της ακουγόταν ακόμα. Πέρασα την rue Reynie, άλλαξα τετράγωνο, αλλά η φωνή της ακουγόταν ακόμα…

.

Τοποθέτησα αυτό το κοριτσάκι, έτσι, μόνο, αβοήθητο, να κλαίει, στην Αθήνα, στο κέντρο. Κάπου στην Πανεπιστημίου, ορθή στα βρώμικα πεζοδρόμια, ανάμεσα στο νευρικό πλήθος, τα λεωφορεία, τους μικροπωλητές και τους κουλουρτζήδες, τα πρεζάκια. Η Αθήνα έχει πολύ θόρυβο και η φωνή της θα χανόταν. Θα απέμενε μόνο η εικόνα της. Αλλά η έρημη φιγούρα της, που άσκοπα στέκεται καταμεσής του δρόμου με το ένα χέρι να τρίβει τα κλαμένα της μάτια και το άλλο γροθιά, δεν διαφέρει από την ερημιά που κάθε κάτοικος της Αθήνας ζει κι αισθάνεται –χωρίς σκοπό, χωρίς ελπίδα, κάπως έτσι εγκαταβιούμε όλοι μας 4 χρόνια τώρα, αδύναμοι σαν εγκαταλελειμένα παιδιά, ελπίζοντας στο ευσπλαχνικό βλέμμα των διερχόμενων ξένων.

.

Τοποθέτησα το μικρό κορίτσι και στα Γιάννενα. Να κλαίει μόνο μπροστά στη Νομαρχία, ανάμεσα σε νεαρούς που περιμένουν την αγαπημένη τους, ζευγάρια που βολτάρουν πιασμένα χέρι-χέρι, συνταξιούχους σφιγμένοι στα παλτά τους, συνδικαλιστές που μοιράζουν φυλλάδια…

Εδώ το κοριτσάκι μας έχει περισσότερες πιθανότητες να το δουν και να του μιλήσουν και να το παρηγορήσουν. Όχι πάρα πολλές, αλλά σαφώς περισσότερες –ειδικά, και πονάει η καρδιά που που το γράφω, αν ήταν ένα κοριτσάκι σαν αυτό στην Sébastopol, καλοντυμένο, περιποιημένο, καθαρό –δικό μας…

.

Μέχρι να φτάσω στο σπίτι ξέχασα το κορίτσι, ξέχασα τα σενάρια, ξέχασα και τα συμπεράσματα –αν είχα καταλήξει σε κάποια. Τι σημασία όμως έχουν τα λόγια και οι αναλύσεις; Σε τέτοιες ειδικά περιστάσεις οι πράξεις μας μιλάνε πιο καθαρά, κραυγάζουν, από τον κάθε θεωρητικό λόγο. Κι όλοι καταλαβαίνουμε. Το θέμα είναι τι κάνουμε – αν μπορούμε δηλαδή κάτι να κάνουμε…

Εικόνα και Λόγος

Μια από τις πιο συνήθεις και σωστές συμβουλές που λαμβάνουν οι χρήστες του διαδικτύου και δη των social media από τους ειδήμονες είναι να μην γράφουν ποτέ, πουθενά και σε κανέναν τα προσωπικά τους δεδομένα και γενικότερα οτιδήποτε δεν θέλουν να μαθευτεί. Άπαξ κι ανέβει κάτι στο δίκτυο, μας λένε, παύεις να το ορίζεις. Τα δεδομένα κωδικοποιούνται και συγκεντρώνονται, σε μεγάλες βάσεις δεδομένων, προς χρήση αγνώστων και για αδιευκρίνιστους σκοπούς. Και βέβαια, όπως δείχνει η εμπειρία, λάθη γινονται, κωδικοί σπάνε, περίεργοι και ξένοι μπορούν να εισβάλουν ανά πάσα στιγμή.

Σενάριο καφκικού τρόμου η πραγματικότητα, αλλά κανείς δεν φαίνεται να τρομάζει πραγματικά.

Μυστικά κρατικά, επιχειρηματικα ή προσωπικά, φαντασιώσεις, κουτσομπολιά, απόρρητα σχέδια και πλάνα ανταλλάσσονται καθημερινά -αποθηκεύονται καθημερινά στα βρόγχια του διαδικτύου. Ακούμε φυσικά προσεκτικά τις προειδοποιήσεις των ειδικών, παίρνουμε τα απαραίτητα μέτρα προστασίας, αλλά η δραστηριότητά μας δεν περιορίζεται. Το αντίθετο: Όλο και περισσότεροι χρησιμοποιούν τα κοινωνικά δίκτυα και τις άλλες υπηρεσίες του internet για να μοιραστούν όλο και περισσότερα. Ίσως γιατί, πέρα από φόβους και δισταγμούς, το διαδίκτυο υπηρετεί την μεγαλύτερη ανάγκη που νιώθει ο σύγχρονος δυτικός άνθρωπος: Την ανάγκη για διαφάνεια.

Άνθρωποι κάθε ηλικίας δημοσιεύουν τις πιο κρυφές τους σκέψεις και επιθυμίες, τις πιο προσωπικές τους στιγμές ή φωτογραφίες, αποδεικνύοντας ότι για τις πολυπληθείς φυλές του διαδικτύου η ιδιωτικότητα δεν έχει απλώς αλλάξει περιεχόμενο, έχει καταλυθεί. Οτιδήποτε πράξεις κατά μόνας, στην ασφάλεια του δωματίου σου, καλό ή κακό, ευχάριστο ή οδυνηρό, είναι μη γενόμενο, αν δεν δημοσιοποιθεί. Χρόνος που ξοδεύεται σε αδήλωτες δραστηριότητες, είναι χαμένος, νεκρός. Υπάρχεις μόνο ενώπιος των Άλλων, μας λένε. Το βλέμμα του Άλλου είναι αυτό που δίνει την ζωή και οποιαδήποτε άλλη κατάσταση είναι τίποτα, κενό, θάνατος.

Ζώντας στο βλέμμα του Άλλου γινόμαστε Εικόνες. Υπάρχουμε στην επιφάνεια και ως επιφάνειες. Πολύχρωμοι, σίγουρα και πολύτροποι, διαφορετικοί, αλλά και επιδερμικοί. Γιατί η Εικόνα, όσο αποκαλυπτική (ή διαβρωτική) κι αν είναι, στον αφρό πάντα θα επιπλέει. Το περίβλημα πάντα θα δείχνει και θα αδυνατεί να βυθιστεί βαθιά -αυτή είναι και η φύση της, η ομορφιά της.

Το βάθος των ανθρώπων (και των πραγμάτων, του κόσμου) μόνο ο Λόγος μπορεί να προσεγγίσει. Η Εικόνα απλώνει τα πάντα στον καμβά,  τα ισοπεδώνει, τα καθιστά ορατά, δηλαδή δισδιάστατα. Ο Λόγος αντιθέτως λειτουργεί σαν εσωτερική ματιά που τα διαπερνά οριζόντια, κάθετα, διαγώνια, με κάθε τρόπο, μετατρέποντάς τα σε σε συνεκτική, πολυδιάστατη ενότητα.

Μια ενότητα που λείπει σήμερα από το δίκτυο, την κοινωνία μας, τους εαυτούς μας…

5 βιβλία του 2013

Το 2013 ήταν μια δύσκολη χρονιά και για το βιβλίο και τους ανθρώπους του: Βιβλιοπωλεία (γνωστά, άγνωστα, ιστορικά και μη) κλείσανε, οι πάγκοι των εναπομεινάντων γέμισαν με δυσοίωνες υπερεκπτώσεις και μεταχειρισμένα βιβλία, πολλά αγχωμένα μπεστσέλερ κυκλοφόρησαν με αβέβαιη τύχη… Αλλά τώρα, που στοιβάζω τα βιβλία της χρονιάς στο γραφείο μου, για να επιλέξω τα 5 που μου άρεσαν περισσότερο, συνειδητοποιώ με ανακούφιση ότι δεν ήταν μια χαμένη χρονιά. Πολλά σημαντικά έργα, μεταφρασμένα ή γραμμένα στη γλώσσα μας, είδαμε να εκδίδονται, να εμπλουτίζουν την σκέψη και τις συζητήσεις και, βεβαίως, τις βιβλιοθήκες μας.

 

Paul Ricoeur, Η Μνήμη, η Ιστορία, η Λήθη (Ίνδικτος, μτφρ. Ξενοφών Κομνημνός)

Έργο αποκαλυπτικό όχι μόνο για όσους εντρυφούν στην φιλοσοφία, την οντολογία ή την λειτουργία της μνήμης, αλλά και για τους επαγγελματίες ιστορικούς. Ξεκίνησα να το διαβάζω αυτές τις μέρες, κι ομολογώ ότι ο Ρικέρ με ωθεί να αποκτήσω μεγαλύτερη αυτοσυνειδησία ως ιστορικός και να αναστοχαστώ πάνω στον τρόπο που αντιλαμβάνομαι και γράφω / αφηγούμαι το παρελθόν.

 

Πωλ Βεν, Η Ελληνορωμαϊκή Αυτοκρατορία (Βιβλιοπωλείον της Εστίας, μτφρ. Ειρήνη Μητούση)

Στριμωγμένη ανάμεσα στην κλασική Ρωμαϊκή περίοδο και τον ένδοξό μας Βυζαντινισμό, η Ύστερη Αρχαιότητα δεν έχει βρει ακόμα στον τόπο μας την θέση που θα της άξιζε. Κι όμως, πρόκειται για μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ιστορική περίοδο (ο μοντέρνος κόσμος τότε άρχισε να κυοφορείται), που ενδείκνυται μάλιστα για αναλογίες και συγκρίσεις με το σήμερα. Το ογκώδες έργο του Paul Veyne αποτελεί μια καλή εισαγωγή, καθώς εξηγεί με απλό (όχι απλοϊκό) τρόπο βασικά θέματα (Αυτοκράτορας, πόλη, θρησκεία κ.α.) κι απαντάει σε ερωτήματα που μπορεί να έχει ο μέσος αναγνώστης (πχ το κεφάλαιο με τον ενδεικτικό τίτλο «Υπήρχε μεσαία τάξη εκείνη την εποχή;»)

 

Richard J. Evans, Η Έλευση του Γ΄ Ράιχ (Αλεξάνδρεια, μτφρ. Κ. Αντύπας)

Το πρώτο μέρος της φημισμένης τριλογίας του Έβανς για τον Ναζισμό κυκλοφόρησε φέτος και στα Ελληνικά. Ο συγγραφέας εστιάζει στις συνέπειες που είχε για την Γερμανία η ήττα στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και η συνθήκη των Βερσαλλιών, η οικονομική κρίση και ο πληθωρισμός, καθώς και γιατί οι Γερμανοί εκείνης της εποχής είδαν σαν λύση των προβλημάτων τους τον Χίτλερ. Συναρπαστική αφήγηση, που δεν φιλοδοξεί να παρουσιάσει νέα δεδομένα, αλλά να φωτίσει από άλλη γωνία τα ήδη γνωστά. Και τα καταφέρνει. Εδώ ο Ναζισμός δεν είναι υπόθεση ενός σατανικού ηγέτη και του επιτελείου του, αλλά επιλογή καταστροφής που έγινε από μια συγκεκριμένη κοινωνία σε συγκεκριμένες οικονομικοπολιτικές συνθήκες.

 

Χρήστος Καραγιάννης, Η ιστορία ενός στρατιώτη (1918-1922) (Κέδρος, επιμέλεια-σχολιασμός: Φίλιππος Δ. Δρακονταειδής)

Ο Χρ. Καραγιάννης πολέμησε στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, συμμετείχε στην όχι ιδιαίτερα γνωστή εκστρατεία του Ελληνικού Στρατού εναντίον των Μπολσεβίκων στην Ουκρανία και πολέμησε στο Μικρασιατικό μέτωπο μέχρι την Καταστροφή. Ο Δρακονταειδής ανακάλυψε τα απομνημονεύματα του πολεμιστή κι αφού τα επεξεργάστηκε αφαιρώντας, όπως λέει ο ίδιος «συμπληρώσεις και επεξηγήσεις», πρόσθεσε σχόλια και υποσημειώσεις. Το αποτέλεσμα είναι μια συναρπαστική μακρυγιαννική αφήγηση εξαιρετικά σχολιασμένη. Καθηλώνει τον αναγνώστη και τον μεταφέρει όχι στους ηρωισμούς και τις ήττες του πολύχρονου πολέμου, αλλά στην καθημερινότητα του οπλίτη. Σαν ιστορικός θα ήθελα να γνωρίζω το πρωτότυπο κείμενο ή, τέλος πάντων, περισσότερα για τις περικοπές-επεμβάσεις που έκανε ο Δρακονταειδής. Σαν αναγνώστης ρούφηξα αυτό το βιβλίο.

 

Αγαθή Δημητρούκα, Οι Μαγκουράτοι (Πατάκης)

Με φόντο και αντίστιξη την ιστορία της Ελλάδας των τελευταίων 70 χρόνων, η συγγραφέας αφηγείται με γλυκό τρόπο, που ακροβατεί ανάμεσα στην ανάμνηση και το όνειρο, την ιστορία του Σίλβιο Μαγκουράτο και της οικογένειάς του. Πικρή υπενθύμιση για το τι θα μπορούσαμε να είχαμε πετύχει κι ελπιδοφόρα προφητεία για το πώς μπορεί να είναι το μέλλον μας, το παιδικό αφήγημα της Δημητρούκα είναι από τα πιο συγκινητικά κείμενα που διάβασα τους τελευταίους μήνες.

Το κείμενο γράφτηκε για το frear.gr

Πρωτοχρονιά με τον Διονύση Σαββόπουλο

Χθες ξανάδα την εορταστική εκπομπή του Διονύση Σαββόπουλου, με την οποία υποδεχτήκαμε το σωτήριο έτος 1988.

Λέω «ξανάδα» γιατί, αν και ήμουν 12 χρονών την προηγούμενη φορά που το είχα δει, έχει χαραχτεί ανεπανόρθωτα στην μνήμη μου: Θυμόμουνα σκηνές, τραγούδια, ατάκες –σαν μέσα σε όνειρο, βέβαια, αλλά τα θυμόμουνα.

Το πρόγραμμα ξεκινάει με μια λαμπερή έναρξη στο γούστο εκείνης της εποχής: Ο Σαββόπουλος τραγουδάει συνοδεία ορχήστρας και χορωδίας τα κάλαντα κι ένα δικό του τραγούδι για την περίσταση, το «Ευτυχισμένος ο καινούργιος πόνος». Κάτι όμως δεν του κάθεται καλά, όλα του φαίνονται πρόχειρα, ανέμπνευστα, κακοφτιαγμένα, και πάνω στην ταραχή και το τρακ του, παρατάει τους συνεργάτες του σύξυλους και κρύβεται στο καμαρίνι του μέσα σε μια ντουλάπα. Εκεί, ανάμεσα στα κρεμασμένα σακάκια και τα πουκάμισα θυμάται, επισκέπτεται τις μικροαστικές Πρωτοχρονιές της παιδικής του ηλικίας, τις γιορτές των εφηβικών και νεανικών του χρόνων, τις πρωτοχρονιές που γιόρτασε σαν νέος μουσικός.

Και κάπου εκεί, σταματάει η αναδρομή και αρχίζει η αναρώτηση.

Ο Σαββόπουλος ακροβατεί στο χθες και στο (τότε, αλλά και νυν και αεί) σήμερα, επιχειρώντας να απαντήσει στο αίνιγμα του χρόνου –δηλαδή, στο πώς θα μπορέσει να φανεί αντάξιος της αγάπης του. Ένα εορταστικό υπαρξιακό δράμα, δηλαδή, που το υπογραμμίζουν σκηνές όπως εκείνη της συνομιλίας με την μητέρα του (την υποδύεται η Μίρκα Παπακωνσταντίνου) και με το παιδικό του ποδήλατο. Τα τραγούδια, άλλωστε, που επιλέγει ο Σαββόπουλος για να γιορτάσει, δεν είναι εκείνα του τρελού κεφιού. Είναι ένα Πρωτοχρονιάτικο show, όπου η Μαρία Φαραντούρη τραγουδάει το «Μητέρα κι αδερφή» του Μάνου Χατζιδάκι και η Ντόρα Γιαννακοπούλου το «Ο κήπος έμπαινε στη θάλασσα» των Θεοδωράκη-Ελύτη. Το νόημα της Γιορτής του Χρόνου για τον Σαββόπουλο δεν βρίσκεται στο σκόρπισμα και το ξεφάντωμα, αλλά στη συνάντηση με τον Άλλο, η οποία, σύμφωνα με την άποψή του, προϋποθέτει βύθισμα στον μέσα εαυτό μας.

Και πόσοι Άλλοι δεν συναντιούνται στο συγκεκριμένο πρόγραμμα! Ο Νταλάρας συνυπάρχει με τον Πανούση! Η Αλεξίου με την Αλίκη, ο Λουκιανός με τον Χριστοδουλόπουλο –και πάει λέγοντας. Στην εκπομπή εμφανίζονται για να δώσουν τις ευχές τους η Αρβελέρ, ο Ξενάκης, ο Θεοδωράκης, ο Χατζιδάκις (εύχεται στον Σαββόπουλο «να ξαναβρεί τον πραγματικό του εαυτό, δηλαδή να γράφει τραγούδια και να τραγουδάει τραγούδια» και «να φύγει η μεγάλη ανοησία, η οποία έχει πέσει στο Ελληνικό τραγούδι») κ.α.

.

Σήμερα, 26  χρόνια μετά την α΄ προβολή της, ο σαββοπουλικός εορτασμός βλέπεται εξίσου ευχάριστα, σαν καινούργιο πρόγραμμα κι όχι σαν μουσειακό δείγμα. Βέβαια, στις συγκεκριμένες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες που ζούμε, η γωνία από την οποία το βλέπουμε (και αυτό, αλλά και γενικότερα τα έργα του παρελθόντος) έχει αλλάξει. Φυσικά υπάρχει νοσταλγία –είναι το αναπόσπαστο στοιχείο των Γιορτών του Χρόνου για μας τους ενήλικες– αλλά είναι διαφορετική από την προ κρίσης νοσταλγία. Το παρελθόν δεν είναι πλέον μόνο ένας γλυκός καταγωγικός τόπος, το φιλόξενο καταφύγιο, αλλά η περίοδος που εισχώρησε μέσα μας το σκουλήκι που κατατρώγει τις σάρκες μας.

Βλέπουμε, λοιπόν, στην εκπομπή ότι μεταπολεμικά δεν καταφέραμε να ωριμάσουμε, όσο θα έπρεπε, για να τα βγάλουμε πέρα ευκολότερα στον σημερινό κόσμο. Αυτή την συνάντηση με τον Άλλο, που αναφέραμε και πιο πάνω, δεν την καταφέραμε. Δεν συν-χωρεθήκαμε. Παραμένουμε εγκλωβισμένοι ο καθένας στο δικό του δίκιο, στην δική του αλήθεια, και δεν δίνουμε χώρο εντός μας στον Άλλο.

Χειρότερα γίνανε τα πράγματα μεταπολιτευτικά. Στην πρόκληση της Ευρώπης απαντήσαμε είτε φοβικά, είτε με μια κοντόφθαλμη αυταρέσκεια, είτε με την καπατσοσύνη και την κουτοπονηριά του επαρχιώτη. Ήρθαμε σε επαφή με την Παράδοση, αλλά τυφλωμένοι και από το ευρωπαϊκό χρήμα, η σχέση μας μαζί της παρέμεινε επιδερμική. Πιο βαθιά δεν τολμήσαμε να πάμε. Δεν καταφέραμε να την ζωντανέψουμε και την νεκρώσαμε.

Τι μας απομένει λοιπόν σήμερα;

Μα φυσικά ο Άλλος. Αλλά, φοβάμαι, ακόμα δεν έχουμε φθάσει στο σημείο να απλώσουμε τα χέρια. Που σημαίνει –κατά την σαββοπουλική φιλοσοφία– ότι χρειάζεται περισσότερη δουλειά μέσα μας, πιο βαθιά βουτιά εντός μας. Πρέπει να συγχωρέσουμε τον εαυτό μας, για να συν-χωρέσουμε τους άλλους.

Άμποτε!

,

ΥΓ. Είδα την εκπομπή στο youtube. Το ψηφιακό αρχείο της ΕΡΤ δεν υπάρχει πια. Κάποιος μερακλής την είχε μαγνητοσκοπήσει, την ψηφιοποίησε και την ανέβασε ώστε όλοι μας να επωφεληθούμε. Σε πιάνει μεγάλη πίκρα, που η ιστορία της χώρας μας έσβησε έτσι, σε μια στιγμή, σε μια επίδειξη τσαμπουκά –δηλαδή σε μια επίδειξη ό,τι πιο παρωχημένου διαθέτει ακόμα η κοινωνία μας. Όχι βέβαια ότι η ΕΡΤ ήταν κάποια άμωμη παρθένος. Αλλά (και) η εκπομπή αυτή αποδεικνύει ότι και τις πιο σκοτεινές της ώρες, παρήγε προγράμματα για τα οποία είμαστε ακόμα και σήμερα περήφανοι.