Monthly Archives: Φεβρουαρίου 2014

Πρόχειρο

Στο σχολείο, από το Γυμνάσιο, αλλά κυρίως στο Λύκειο, παίρναμε καθημερινά μαζί μας το πρόχειρο. Ήταν μεγάλου μεγέθους τετράδιο, πολυσέλιδο, συνήθως σπιράλ με πολλά θέματα, στα οποία κρατούσαμε σημειώσεις από όλα τα μαθήματα, τις οποίες, υποτίθεται, θα χρησιμοποιούσαμε αργότερα στη μελέτη μας. Καμιά φορά εκεί λύναμε και τις ασκήσεις για το σπίτι ή γράφαμε ό,τι μας υπαγόρευε στην ώρα του μαθήματος κάποιος δάσκαλος.

Έτσι στο πρόχειρο συνυπήρχαν μεταφράσεις αγνώστων κειμένων, κλίσεις ανωμάλων ρημάτων, λύσεις εξισώσεων και ταυτότητες, μαθηματικοί τύποι, χημικές ενώσεις, φυσικοί νόμοι και δόγματα της Εκκλησίας, χρονολογίες σημαντικών γεγονότων και ονόματα πρωταγωνιστών, βιογραφικά συγγραφέων και ποιητών με κάθε είδους ορισμούς.  Και μαζί στίχοι των αγαπημένων μας τραγουδιών, τίτλοι και ατάκες από ταινίες, φωτογραφίες και ονοματεπώνυμα πρωταγωνιστών, ραβασάκια, αυτοβιογραφικές σημειώσεις, συνθήματα, σκίτσα, τρίλιζες, αστειάκια.

Για έναν μαθητή σαν εμένα και τους φίλους μου, πιθανότατα δηλαδή για κάθε μαθητή, το πρόχειρο έπαυε να είναι το βοήθημα του απογευματινού διαβάσματος, αλλά γινόταν κάτι σαν ημερολόγιο. Ή δελτίο ταυτότητας, ένα χάραγμα στον κόσμο της μέσα μας ζωής, καθρέφτης όχι τόσο του ποιος είμαι τώρα, αλλά του ποιος θέλω να γίνω.

Συνέβη λοιπόν το παράδοξο:

Ενώ αντιπαθούσα το σχολείο –ειδικά το Λύκειο – να αγαπώ τα πρόχειρα τετράδια. Τα ένιωθα –τα νιώθω δηλαδή– σαν ένα κομμάτι του εαυτού μου. Γι’ αυτό και δεν τα πέταξα μαζί με τα άλλα σχολικά ενθύμια, αλλά τα αποθήκευσα τρυφερά στο υπόγειο, να σαπίζουν αργά από τον χρόνο και την υγρασία μαζί με τον τότε εαυτό μου.

Το δε Σημειωματάριο, όταν το έστηνα πριν από 7 χρόνια, κάπως έτσι το φανταζόμουν:

Σαν ένα χώρο, που πρόχειρα θα σκαλίζω την ανησυχία μου.

Τι τα θυμάσαι όλα αυτά, θα ρωτήσεις. Σε έπιασε νοσταλγία;

Ναι, αλλά μια ιδιόρρυθμη νοσταλγία. Δεν μου λείπουν τα χρόνια, το τότε, αλλά το πρόχειρο, το πού, ένας χώρος που θα σημειώνω αυτά που μου έχουν καρφωθεί στο μυαλό. Όχι για να τα θυμηθώ, όχι για να μην τα ξεχάσω –δεν αναφέρομαι σε τέτοιου είδους σημειώσεις. Θέλω κάπου να γράφω πράγματα που δεν μου αρκεί να τα έχω μέσα μου, στο μυαλό μου· που για να τα χορτάσω θέλω να τα βλέπω απέναντι· να μπω εγώ μέσα τους, ει δυνατόν.

Σαν φοιτητής, που δεν είχαμε πια πρόχειρα, προμηθεύτηκα έναν φελοπίνακα και πάνω του καρφίτσωνα ό,τι ήθελα να βλέπω απέναντι. Φελοπίνακα είχα και τα 4 χρόνια στην Κύπρο, αλλά όχι πέρσι στην Αθήνα. Κι ούτε που μου έλειψε εκεί –παράξενο!

Μου λείπει όμως εδώ, που οι ιδιοκτήτες δεν επιτρέπουν τρύπες από καρφιά στους τοίχους, με αποτέλεσμα να κολλάω χαρτάκια στην ντουλάπα, που όλο πέφτουν, κι όλο τα σηκώνω, και τσαλακώνονται, και τσατίζομαι, τα σκίζω και τα πετάω, και τα ξαναγράφω…

Επιτρέψτε μου λοιπόν να σημειώσω κι εδώ αυτό που μου έχει κάτσει σήμερα, να δω, αν το μπλογκ μπορεί να λειτουργήσει κι έτσι:

Είμ’ ό,τι δεν έζησα…

Λεωφορεία

Κάθομαι στη θέση μου κι ακουμπάω το μέτωπό μου στο τζάμι. Το κινητό και η ταμπλέτα στη θήκη μπροστά μου, τα ακουστικά στην τσέπη. Τα βγάζω και τα ξεμπερδεύω. Θέλουμε ακόμα πέντε λεπτά για να φύγουμε –πέντε ολόκληρα λεπτά–, υπάρχουν ακόμα όρθιοι που ψάχνουν τις θέσεις τους, αλλά ο οδηγός κάθεται και κοιτάζει ανυπόμονος από τον καθρέφτη. Μόλις βγούμε από το σταθμό θα βάλω τ’ ακουστικά στ’ αυτιά και θα γλαρώσω στις μελωδίες για καμιά ώρα. Μετά διάλειμμα και μετά ταινία. Στάση είκοσι λεπτών μετά την Γέφυρα και πάλι μουσικές κι ίσως ακόμα μια ταινία μέχρι να φτάσουμε: Αθήνα-Γιάννενα εξίμισι ώρες.

Στα λεωφορεία, πιστέψτε με, δεν έχεις και πολλά να ελπίζεις. Η μαγεία, ο ρομαντισμός, το παραμύθι, η άνεση είναι στα τραίνα –τα λεωφορεία έχουν την μιζέρια και την ταλαιπωρία, μια ρεαλιστική πραγματικότητα μέσα στην σκόνη και την ιδρωτίλα. Καθηλωμένος για ώρες στην άβολη και στενή θέση μου υπολογίζω τις γουλιές του νερού σε σχέση με την απόσταση για την στάση. Στο τραίνο σηκώνεσαι, βολτάρεις, ξεμουδιάζεις, αράζεις στο κυλικείο και πας στην τουαλέτα για κατούρημα. Στα λεωφορεία μουδιάζεις, κρατιέσαι, σφίγγεσαι κι εύχεσαι ν’ αποφύγεις τα χειρότερα: Ο διπλανός σου να είναι υπέρβαρος και να κάθεται και στη δική σου καρέκλα ή γριά που θα μασουλάει καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδρομής ή πιτσιρίκι που θα μιλάει ακατάπαυστα επί εξίμισι ώρες στο κινητό του…

Καλός συνταξιδιώτης είναι ο αόρατος συνταξιδιώτης. Ένας άνθρωπος-τοίχος ανάμεσα σε μένα και τον διάδρομο που δεν θα βάζει-βγάζει το μπουφάν του, ούτε θα πειράζει τον εξαερισμό, ούτε θα κοιτάζει το ρολόι του κάθε πέντε λεπτά ξεφυσώντας.

Ιδανικός συνταξιδιώτης είναι εκείνος που θα συζητήσεις μαζί του. Δεν υπάρχει καλλίτερο πράγμα. Η κουβέντα μειώνει την απόσταση και τον χρόνο. Καθώς έρχεσαι κοντά στον συνομιλητή σου, μοιάζει και ο προορισμός να έρχεται προς το μέρος σας. Χαλαρώνεις, ξεχνιέσαι, οι ώρες που περνούν παύουν να μοιάζουν οριστικά χαμένες –μπορεί να μην τις κερδίζω, αλλά τουλάχιστον δεν τις χάνω, κάτι είναι κι αυτό.

Εντάξει, η φαντασίωση είναι κοινή και αναμενόμενη: Δίπλα σου να καθίσει η πανέμορφη γκόμενα, που θα έχει παρόμοια ενδιαφέροντα με σένα, θα γελάει με τ’ αστεία σου και τα σκουντήματά της θα είναι γεμάτα νόημα. Στα είκοσι χρόνια που ταξιδεύω συστηματικά (περισσότερο συστηματικά απ’ όσο θα ήθελα είναι η αλήθεια) με λεωφορεία, μου έχει τύχει δύο ή τρεις φορές. Την μια φορά μάλιστα, στο λεωφορείο Ιωάννινα-Αθήνα, που πήγαινα για να προλάβω το αεροπλάνο για την Κύπρο, περνούσαμε τόσο καλά, που από την Κόρινθο και μετά μας έπιασε μελαγχολία. Ανταλλάξαμε τηλέφωνα, email, facebook, υποσχέσεις ότι δεν θα χαθούμε κι ότι θα τα ξαναπούμε οπωσδήποτε, αλλά δεν βαριέσαι… Για καλό ή για κακό η ζωή δεν είναι ταινία.

Τελευταία φορά καθόμουνα δίπλα σε έναν μαγκάκο, χρόνια υπάλληλο σε μεγάλα ξενοδοχεία της Ελλάδας και του εξωτερικού –είχε περάσει μάλιστα κι από την Κύπρο. Μου έλεγε κόλπα για το πώς τα κονομούσαν τις καλές εποχές και μου περιέγραφε τα μεγάλα ξενοδοχεία από τα οποία είχε περάσει. Ο φουκαράς είχε σχεδόν ένα χρόνο άνεργος και κατέβαινε στην Αθήνα μέσα στο άγχος και τις ελπίδες.

Άλλη μια φορά θυμάμαι καθόμουν δίπλα σε μια κυρία από την Κόρινθο, που η μεγάλη της κόρη ήταν πρωτοετής στα Γιάννενα. Πήγαινε να την επισκεφθεί για πρώτη φορά και ήταν μέσα στο άγχος. Τα Γιάννενα της φαινόταν πολύ μακριά, πολύ μεγάλα, πολύ εξωτικά –τι γύρευε η κορούλα της εκεί; Κι αν πέσει σε κανέναν επιτήδειο; Κι αν την παρασύρουν σε κάποιο ολισθηρό σοκάκι; Είχε ακούσει ιστορίες κι ιστορίες και ήταν τρομοκρατημένη. Στην αρχή την έκανα χάζι –μου θύμιζε ανθρώπους και αγωνίες που άκουγα στη γειτονιά, όταν ήμουνα πολύ μικρός. Μετά προσπάθησα να την καθησυχάσω, αλλά μάλλον την άγχωσα περισσότερο. Μετά την βαρέθηκα, αλλά είχαμε ήδη φτάσει…

Συχνά ευχάριστη κουβέντα μπορείς να κάνεις με παππούδες και γιαγιάδες από χωριά. Καμιά φορά νομίζω ότι οι άνθρωποι αυτοί είναι οι τελευταίοι που κατέχουν την μαγική τέχνη της ανεπιτήδευτης κοινωνικότητας. Ξέρουν πώς να ανοίξουν μια κουβέντα, πώς να διηγηθούν μια ιστορία, τι αντίδραση να έχουν σε ό,τι κι αν τους πεις, πόσο ν’ ανοιχτούνε και τι να κρύψουν.

.

Είκοσι χρόνια τώρα δεν υπάρχει στη ζωή μου αναγκαιότερο κακό από τα λεωφορεία. Πλέον δεν τα βαριέμαι, δεν με εξοργίζουν, δεν σπάζομαι, δεν αγανακτώ, δεν παραξενεύομαι. Κάθομαι στη θέση μου ευχόμενος ν’ αποφύγω τα χειρότερα και φοράω τ’ ακουστικά μόλις ξεκινήσουμε. Μουσική. Κι έξω απ’ τα παράθυρα το ίδιο σκηνικό κάθε φορά διαφορετικό: Μέρα ή νύχτα, καλοκαίρι ή χειμώνας, με ανθρώπους ή χωρίς. Και το μυαλό μου αδειάζει και πέφτω ολόκληρος, ψυχή τε και σώματι, στη μαύρη τρύπα που είναι αυτές οι εξίμισι ώρες. Και κει μέσα αναπάντεχα κάποιες φορές κατάφερα να πιάσω το κουβάρι και να το ξεδιαλύνω και να βρω την αρχή. Και ξέρετε αυτό τι σημαίνει:

Υπάρχουν φορές που χωρίς να το περιμένω ή να το ελπίζω εκεί, μέσα στο λεωφορείο, καθισμένος κι ακίνητος, να βρίσκω την έξοδο απ’ τον λαβύρινθο…

Αυτοαναφορική γραφή

Τι ξέρουμε για τον Όμηρο;

Στην πραγματικότητα τίποτα. Ως τις μέρες μας έχουν φτάσει κάποιες παραδόσεις που δημιουργήθηκαν αιώνες μετά την ακμή του, όταν δηλαδή το ενδιαφέρον άρχισε να επεκτείνεται (ίσως και να μετατοπίζεται) από το έργο και τον κόσμο του στο πρόσωπο του ποιητή. Ο ίδιος δεν ένιωσε την ανάγκη να αναφέρει τίποτα για τον εαυτό του. Αν όμως υπήρξε, δεν θα δήλωνε με υπερηφάνεια την πατρότητα των δυο επών; -όσοι υποστηρίζουν ότι ο Όμηρος ως πρόσωπο δεν υπήρξε ποτέ κι ότι ποιητής ήταν η συγκεκριμένη εποχή κι η κοινωνία, ότι τα έργα αυτά συνιστούν συλλογικό επίτευγμα, έχουν σοβαρά επιχειρήματα…

Αλλά και πάλι, πόσα μας λένε για τους εαυτούς τους ο Πλάτων, ο Θουκυδίδης, ο Σοφοκλής ή ο Ευρυπίδης; Ελάχιστα. Σχεδόν τίποτα. Δεν ένιωσαν την ανάγκη να μοιραστούν τις αναμνήσεις τους, τα πάθη, τις χαρές τους. Να εξηγήσουν τις ιδιορρυθμίες, να δρέψουν δάφνες για τα κατορθώματα και να δικαιολογήσουν τις αποτυχίες τους.

Από την αρχαιότητα δεν μας σώθηκε ούτε μια αυτοβιογραφία. Πρέπει να προχωρήσουν οι αιώνες, να φτάσουμε στον Μάρκο Αυρήλιο και, κυρίως, στον Αυγουστίνο και τον Γρηγόριο τον Ναζιανζηνό για να βρούμε τα πρώτα πραγματικά αυτοαναφορικά και εξομολογητικά έργα.

Η Ύστερη Αρχαιότητα παρουσιάζει ομοιότητες με τους σημερινούς καιρούς, που έχουν κατ’ επανάληψη επισημανθεί: Εποχή μεγάλων αναταραχών, κινητικότητας, ανοιγμάτων, καταστροφών, αλλά και δημιουργίας. Ο άνθρωπος χειραφετείται και διεκδικεί να επιλέξει, να ορίσει την ζωή του. Βγαίνει από τα στενά όρια της οικογένειας και της πόλης κράτους, περιπλανιέται στην αχανή αυτοκρατορία, αλλά και έξω από αυτήν, στην έρημο. Όντας Μόνος και Ξένος απέναντι στους Άλλους, η ανάγκη να μιλήσει για τον εαυτό του γεννιέται σχεδόν αυτόματα. Θέλει να εξηγήσει, να απολογηθεί, να δηλώσει. Να γυμνωθεί μπροστά στο αόρατο πλήθος, τα μέλη μιας οικουμενικής, νοητής κοινότητας –ο κουντερικός χορευτής τότε δίνει τις πρώτες παραστάσεις του.

Όμως η αυτοαναφορική γραφή δεν είναι απλώς και μόνο εξομολόγηση. Προπάντων ίσως είναι διάλογος. Διάλογος με τους πολλαπλούς εαυτούς και τα πολλαπλά κοινά μας –με τον εκτεταμένο μας εαυτό.  Τέτοιος διάλογος δεν θα μπορούσε φυσικά να υπάρξει στην πόλη της Κλασικής εποχής, την περίκλειστη και ομοιογενή, αλλά μόνο μέσα σε ένα ρευστό κι ανοίκειο περιβάλλον. Εκεί που ο άνθρωπος έχει επιλογές, που δεν ακολουθεί απλώς τον προδιαγεγραμμένο δρόμο.