Monthly Archives: Μαρτίου 2014

Για την ημέρα της ποίησης και κατά του ρατσισμού

Το Σημειωματάριο με χαρά συμμετέχει στο διιστολογικό αφιέρωμα με αφορμή την σημερινή παγκόσμια ημέρα της ποίησης και παγκόσμια ημέρα κατά του ρατσισμού αντιγράφοντας το ποίημα του αγαπημένου Γιώργου Ιωάννου «Τα ηλιοτρόπια των Εβραίων».

Το σχέδιο που συνοδεύει το ποίημα είναι του Γιώργου Κόρδη από τη σειρά «Νεομάρτυρες».

.

Ιουδίθ και Ολοφέρνης

 

Κάθε φορά ποὺ τρίζει ἡ σκάλα μας
«λές νά ‘ναι αὐτοὶ ἐπιτέλους;» σκέφτομαι,
Κι ὕστερα φεύγω καὶ μὲ τὶς ὧρες
Κατακίτρινα ζωγραφίζω ἡλιοτρόπια.

Ὅμως αὔριο ὥσπου νὰ ξεχαστῶ
στὴν αἴθουσα ἀναμονῆς, τὸ τραῖνο
ἀπ’ τὴν Κρακόβια θὰ περιμένω.

Κι ἀργά τὴ νύχτα, ὅταν ἴσως κατέβουν
ὠχροί, σφίγγοντας τὰ δόντια
«ἀργήσατε τόσο νὰ μοῦ γράψετε»
Θὰ κάνω δῆθεν ἀδιάφορα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Στο αφιέρωμα επίσης συμμετέχουν τα ιστολόγια:

Κυνοκέφαλοι Rubies and Clouds Κόκκινο καγκουρό Ο βιβλιοθηκάριος Ποδηλάτισσα Το καραντί Ο ήχος του ανέμου Αναγεννημένη Τσαλαπετεινός Kopsanti

Νίκος Γκάτσος: Ο χορός των Κυκλάδων

Ο Νίκος Γκάτσος δεν συνήθιζε να γράφει υπαρξιακά-εξομολογητικά τραγούδια. Οι στίχοι του είχαν άλλο βάθος. Η φωνή του δεν πήγαζε από τα κατάβαθα της (ατομικής) ψυχής, όπως των καλών μας τραγουδοποιών, αλλά ερχόταν, όπως των μεγάλων ποιητών, από τα βάθη των αιώνων. Γιατί ο Γκάτσος μπορούσε να βλέπει τα πράγματα από μακριά· να προβάλει πρόσωπα και καταστάσεις στην προοπτική του χρόνου και της ιστορίας· να διακρίνει το πρόσκαιρο και το ευκαιριακό από το διαχρονικό και το ασάλευτο, την ουσία από το επιφαινόμενο. Χρησιμοποιώντας αρχετυπικά σύμβολα και μύθους του λαού, του τόπου και του πολιτισμού μας, περιέγραψε την μοίρα του σύγχρονου Έλληνα με ενάργεια, που μετρημένοι στα δάχτυλα (ο Χατζιδάκις, ο Σεφέρης, ο Τσαρούχης…) συγκαιρινοί του το κατάφεραν.

Ο Χορός των Κυκλάδων, το πρώτο τραγούδι των Κατά Μάρκον, κάνει ακριβώς αυτό:

Μιλάει για την μοίρα του λαού και του τόπου, αλλά από μια διαφορετική γωνία, πρωτόφαντη στο έργο του. Εδώ δεν διαμεσολαβούν σύμβολα και προσωπεία. Ο ποιητής επέλεξε, για πρώτη ίσως φορά, να μιλήσει με την δική του φωνή, να ακουστούν άμεσα η σκέψη και τα λόγια του, η ανάσα του. Έτσι ένα τραγούδι για το παρόν και την μοίρα του Ελληνισμού αποκτά μια υπαρξιακή διάσταση που μας ακουμπά όλους. Ο Γκάτσος εδώ ούτε θεωρητικολογεί, ούτε συναισθηματολογεί· ακουμπάει την πληγή που φέρουμε όλοι εντός μας. Το αποτέλεσμα είναι ένα τραγούδι, όπως ο ίδιος το χαρακτηρίζει στον πρώτο στίχο, σκοτεινό.

Το τοπίο στον Χορό των Κυκλάδων είναι μετα-αποκαλυπτικό.

Συντρίμμια, ακινησία, ερείπια, παγωνιά. Ο χορός σταμάτησε, τα τραγούδια σώπασαν κι απομένει το βουητό ενός σκληρού ανέμου. Η ζωή, το όνειρο, η δημιουργία, η ελπίδα –όλα νεκρά και ξεχασμένα. Ο ποιητής προχωράει ψηλαφητά σ’ αυτό το σκηνικό και μας παίρνει μαζί του –όπως έκανε το Πνεύμα των Μελλοντικών Χριστουγέννων με τον Εμπενέιζερ Σκρουτζ. Μόνο που εδώ, σε αντίθεση με την ιστορία του Ντίκενς, δεν φαίνεται να υπάρχουν περιθώρια διόρθωσης. Η φορά, η φύση, των πραγμάτων είναι τέτοια, που στο τέλος κυριαρχεί η καταστροφή –τὸ σκουλήκι πάντα θα τσακίζει τὸν καρπό, ή όπως το είπε στο άλλο τραγούδι του:

Αὐτός ὁ κόσμος δὲν θ’ ἀλλάξει ποτέ.

Το τραγούδι τελειώνει με δυο επικλήσεις, μια προσευχή:

Χαμένα ἀδέρφια δεῖχτε μου ἕνα δρόμο
Χαμένη Ἑλλάδα τὴν πόρτα σου χτυπῶ

Γιατί ακόμα κι αν στο τέλος υπάρχει πάντα η καταστροφή κι ο θάνατος, αν στον κόσμο ετούτο θα κυριαρχούν πάντα το κακό και η αδικία, οι ζωές μας μπορούν να έχουν νόημα –ή μάλλον, γι’ αυτό ακριβώς πρέπει να έχουν νόημα. Τα χαμένα αδέλφια και η χαμένη Ελλάδα μπορούν, σύμφωνα με τον Γκάτσο, να φωτίσουν και να νοηματοδοτήσουν την ζωή μας. Γι’ αυτό μας καλεί μέσα από το τραγούδι αυτό και τα υπόλοιπα των Κατά Μάρκον, αλλά και μέσα από όλο το έργο του, να τα ανακαλύψουμε…

Οι στίχοι του τραγουδιού, πληροφορίες για τον δίσκο και το σημείωμα του Στ. Ξαρχάκου για Τα Κατά Μάρκον στο ιστολόγιο για τον Κώστα Παπαδόπουλο της Β. Παπαπροδρόμου και της Ελ. Μπέη

Ο ιστορικός και οι «300»

Ταινίες όπως οι 300 φτιάχνονται, λες, για να φέρνουν τον ιστορικό σε αμηχανία.

Δεν είναι τόσο ότι καλείται από γνωστούς και φίλους, ασχέτως του πεδίου που ερευνά, να τοποθετηθεί σε σχέση με την ταινία, να πει μια γνώμη και να διαφωτίσει για τα γεγονότα και τα πρόσωπα που παρουσιάζονται. Είναι ότι αναγκάζεται να τοποθετηθεί σε σχέση με την δουλειά του, να προσδιορίσει πώς αντιλαμβάνεται τον ρόλο του με άλλα λόγια.

Ιστορία είναι η επιστήμη που μας λέει τι συνέβη στο παρελθόν.

Από όλα τα ζώα, ο άνθρωπος μόνο διαθέτει μνήμη που ξεπερνά την εμπειρία του, που ξεπερνά την ίδια του την ζωή. Φτάνει πίσω γενιές, αιώνες, χιλιετίες και τον προσδιορίζει, του δίνει ταυτότητα στο παρόν. Η ιστορία τα γεγονότα που συγκροτούν αυτή την μνήμη μελετά και καταγράφει, όχι παθητικά, αλλά ενεργητικά, που σημαίνει ότι όπως τα καταγράφει τα προσδιορίζει, τα νοηματοδοτεί, τα αποκαλύπτει ή τα συσκοτίζει.

Αυτό σημαίνει ένα πράγμα:

Όσο αυστηρές ή αντικειμενικές κι αν είναι οι μέθοδοι που χρησιμοποιεί ένας ιστορικός ή όσο τεχνικά, εξειδικευμένα, στριφνά, μπερδεμένα και βαρετά κι αν είναι τα θέματα που διερευνά, στον πυρήνα της εργασίας του βρίσκεται πάντα η αφήγηση. Στο τέλος ένα κομμάτι του παρελθόντος θα περιγράψει συμβάλλοντας κι αυτός στην αποτύπωση και την διαχείριση της κοινής μνήμης.

Το θέμα μπερδεύεται όταν κάποιοι συνάδελφοι ιστορικοί διεκδικούν για τον εαυτό τους –ή κάποιοι άλλοι διεκδικούν για εκείνους ή στο όνομα εκείνων– τον ρόλο του κατόχου της αλήθειας.

Η συζήτηση δεν είναι απλώς μεγάλη, αλλά είναι από εκείνες που δεν έχουν αρχή, μέση και τέλος, οπότε επιτρέψτε μου να παραλείψω το σκεπτικό και να πάω κατευθείαν στο συμπέρασμα –το δικό μου, προσωπικό συμπέρασμα:

Η αλήθεια είναι πεδίο που διερευνά η φιλοσοφία και η θεολογία και οπωσδήποτε όχι η ιστορία. Ο ιστορικός ούτε αναζητά, ούτε μπορεί να πει την αλήθεια, για τον απλούστατο λόγο ότι το τι είναι αλήθεια στην ιστορία είναι δύσκολο να προσδιοριστεί. Αν η ιστορία ως επιστήμη είναι επικίνδυνα υποκειμενική, ειδικά όταν αποφαίνεται και κάνει κρίσεις, το τι αντιλαμβάνεται ως αλήθεια μια κοινωνία, μια εποχή ή ένας άνθρωπος είναι απολύτως υποκειμενικό, είναι ουσιαστικά ηθικό ζήτημα.

Δουλειά συνεπώς του ιστορικού είναι να αφηγηθεί το παρελθόν όσο πιο ολοκληρωμένα κι έντιμα μπορεί, να αναλύσει, να ερμηνεύσει, κι αν μπορεί, να νοηματοδοτήσει ό,τι περιγράφει. Δίνοντας σύγχρονο, έγκυρο νόημα στη μνήμη, ο ιστορικός συμβάλει στο γίγνεσθαι του καιρού του, κι όχι κατασκευάζοντας αλήθειες, δηλαδή τοτέμ –κατά την γνώμη μου πάντα, φυσικά.

Ο τρόπος λοιπόν που αντιλαμβάνεται ο ιστορικός την δουλειά του επηρεάζει άμεσα και την σχέση του με τους 300 κι οποιαδήποτε άλλη ταινία, βιβλίο, τραγούδι κτλ αναφέρεται σε ιστορικά γεγονότα ή μια ιστορική περίοδο. Αν θεωρεί ότι είναι ο κάτοχος της αλήθειας, φυσικά και θα ενοχληθεί σφόδρα από τους σφετεριστές. Αν έχει συνείδηση ότι συμβάλλει στην αφήγηση του παρελθόντος και την συγκρότηση της μνήμης, τότε θα παρακολουθήσει την ταινία όπως πάνω-κάτω όλοι οι θεατές, με ένα ίσως επιπλέον ιστοριογραφικό ενδιαφέρον…

Η σιωπή του Γρηγορίου

Την άνοιξη του 382 ο σημαντικότερος ρήτορας της εποχής –και ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες ρήτορες του αρχαίου κόσμου– και πρώην αρχιεπίσκοπος των υποστηρικτών του Ομοουσίου της Κωνσταντινούπολης, Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός ή Θεολόγος, όπως είναι γνωστός στον τόπο μας, πήρε την παράδοξη απόφαση να σταματήσει να μιλάει. Η σιωπή του διήρκησε όλη την περίοδο της Σαρακοστής (από τις 9 Απριλίου ως την 17η Μαρτίου) και προκάλεσε την αμηχανία των συγκαιρινών του, γνωστών, φίλων, εχθρών, αλλά και των σημερινών μελετητών του βίου και του έργου του.

Γιατί πως εξηγείται η αφωνία του ρήτορα; Προς τι η σιωπή του ιεροκήρυκα; Τι σημαίνει το κλειστό στόμα του εργάτη του λόγου; Δεν υπάρχει εδώ μια θεμελιώδη αντίθεση; Το ένα, η μη-πράξη, δεν αναιρεί το άλλο, την ιδιότητα;

Εύλογα λοιπόν τα γιατί, σύγχρονα κι αρχαία.

Ο ίδιος σε επιστολές και κάποια αυτοβιογραφικά ποιήματα που συνέθεσε εξηγεί ότι η σιωπή του είναι μια ασκητική πρακτική. Όπως ο Αντώνιος εισήλθε στην έρημο κι ο Συμεών ανέβηκε στον στύλο, έτσι κι εκείνος σταμάτησε να μιλάει. Κι αυτό, πρόσθεσε, για να προφυλαχτεί τόσο από τους εχθρούς του, όσο κι από τον ίδιο του τον εαυτό –είναι δηλαδή ένας τρόπος σωτηρίας.

Δυο παρατηρήσεις:

Όπως ήδη αναφέραμε, ο Γρηγόριος μπορεί να μην μιλούσε, όμως έγραφε, διατηρούσε αλληλογραφία, αναστοχαζόταν πάνω στη ζωή και τις πράξεις του με τους στίχους του. Η άσκησή του δηλαδή είχε να κάνει μόνο με την ομιλία και δεν επεκτείνονταν στον γραπτό λόγο και πιθανότατα στις χειρονομίες, τα νοήματα και τις γκριμάτσες. Συνεπώς, η απόφασή του να σιωπήσει δεν ήταν και απόφαση να αποκοπεί από τον κόσμο, ούτε να σταματήσει την επικοινωνία, να κόψει τους διαύλους, να ιδιωτεύσει.

Επιπλέον, η άσκηση αυτή κράτησε πάνω-κάτω 50 μέρες, ως το Πάσχα. Δεν ήταν μια δέσμευση εφ’ όρου ζωής, όπως του Αντωνίου ή του Συμεών. Που σημαίνει, ότι σε αντίθεση μ’ εκείνους ο Γρηγόριος στόχευε όχι στην δημιουργία μιας ιδιαίτερης σχέσης με τον Θεό, αλλά στον επαναπροσδιορισμό της σχέσης του με τους ανθρώπους. Η σωτηρία μέσω αυτού προσδοκούσε να έρθει.

Σε μια εποχή, όπως εκείνη των τελών του 4ου αιώνα, που υπήρχαν τόσες πολλές κραυγές, για κάποιον που είχε βρεθεί λόγω ιδιότητας, λειτουργήματος και ταλέντου στο επίκεντρο της οχλαγωγίας (είχαν προηγηθεί μεταξύ των άλλων διαδηλώσεις και αντιδιαδηλώσεις, αποστασίες, μια θυελλώδης Σύνοδος και δυο απόπειρες δολοφονίας εναντίον του Γρηγορίου για το θέμα του Ομοουσίου), η σιωπή ήταν ο μόνος τρόπος για να επανατοποθετήσει τον εαυτό του μέσα στον κόσμο, αλλά και τον κόσμο μέσα στον εαυτό του.

…………………………

Είναι παράξενο.

Ήθελα να γράψω ένα κείμενο για όλα αυτά που βλέπουμε να συμβαίνουν με την Τρόικα και τα νέα κόμματα, τις διαρκείς υποσχέσεις για την επερχόμενη ανάπτυξη και τις περί όνου σκιάς διαμάχες με τίτλο «Οι ζωές μας σε παύση», αλλά κατέληξα να γράφω για την σιωπή του Γρηγορίου.

Ή μάλλον εντελώς φυσιολογικό, τώρα που το ξανασκέφτομαι…