Ποίηση κατά του ρατσισμού (Αθ. Κρατημένου – Μ. Παπαντωνόπουλος)

Συζητούσαμε προχθές με τον ποιητή Ζήση Αϊναλή, καλό φίλο και συνάδελφο, για το διϊστολογικό αφιέρωμα κατά του ρατσισμού την ημέρα της ποίησης. Μου πρότεινε ο Ζήσης τα ποιήματα δυο νέων ποιητών (γεννήθηκαν και οι δυο το 1980), της Αθανασίας Κρατημένου και του Μιχάλη Παπαντωνόπουλου, που μιλάνε για το θέμα από σύγχρονη οπτική και με μια νέα γλώσσα. Ομολογώ ότι δεν τους ήξερα και ο Ζήσης προθυμοποιήθηκε να μου τους συστήσει. Να λοιπόν δυο ποιήματά τους, δυο εξαιρετικά ποιήματα, που μιλάνε για το θέμα – μια σταγόνα φως στο σκοτάδι που βιώνουμε.

.

Αθανασία Κρατημένου

Από την ποιητική συλλογή «Μνημόπολη – μια άχρονη και ημιτελής αλφάβητος»

Ήταν κάποια, η οποία ήρθε στην πόλη από πολύ μακριά, από μια πόλη ξένη, κουβαλώντας στο ασθενικό της σώμα της όνειρα και φυγή. Ένα χειμωνιάτικο πρωινό όπου οι βιτρίνες ήταν εδώ και καιρό στολισμένες Χριστούγεννα, βγήκε στους γεμάτους δρόμους και άρχισε να μονολογεί, απευθύνοντας στους περαστικούς διαβάτες, κοιτώντας τους πάντα μέσα στα μάτια, τα οργισμένα της παράπονα. Κι όταν ξέμενε από τις λέξεις της, άρχιζε πάλι από την αρχή. Τόσοι άνθρωποι γύρω της. Έπρεπε να την ακούσουν όλοι. Τα λόγια, τα οποία ξεστόμιζε σε σπασμένη γλώσσα ήταν ακριβώς τα παρακάτω. «Είμαι ένα πρόσωπο το οποίο δεν εγγράφεται στη μνήμη. Κανένας δεν μπορεί να ανακαλέσει το όνομα μου. Η ταυτότητα μου δεν έχει σημασία. Δεν με θυμάσαι. Κι όμως. Ναι. Μ’ έχεις ξαναδεί. Κοίταξε με καλά. Ποια σου θυμίζω; Με είδες να ζητιανεύω με το πρόσωπο μου χαρακωμένο τη βία της γεωγραφίας. Με είδες να κάθομαι δίπλα σου φορώντας το τσακισμένο φόρεμα χιλίων πολέμων. Με είδες να καθαρίζω το σπίτι σου με χέρια ανοιγμένα απ’ τα χημικά ενός σίφουνα αστικής αποστειρωμένης λευκότητας. Με είδες να παίζω με τα παιδιά σου παιδικά παραμύθια χωρίς λέξεις. Με είδες να σου ζητάω να με βοηθήσεις να βρω το δρόμο σ’ έναν σκισμένο χάρτη μιας πόλης ξένης. Με είδες να συλλαβίζω ψωμί και γάλα, ενώ γελούσες με την άθλια ξένη μου γλώσσα σου. Με είδες κρεμασμένη την καταγωγή μου χάρτινο κολιέ. Με είδες μια, δυο, τρεις και πάντα με προσπερνούσες αδιάφορα σιγοψιθυρίζοντας μια κατάρα που δεν ξέρω τι σημαίνει. Φαντάζομαι όμως. Πίστεψε με. Φαντάζομαι… Πες μου λοιπόν, με θυμήθηκες;»

.

Μιχάλης Παπαντωνόπουλος

Από την ποιητική συλλογή «Οι Δώδεκα. Μια ημιτελής συμφωνία»

Τσαμαδού. Στέκι μεταναστών. Πέτρος σκοτάδι ασάλευτο στέκεται ώμους στο παράθυρο. Δεν βιάζεται σιωπή. Δεν σκέπτεται τη νύκτα άνθρωπος. Κάποτε μόνο τον ακολουθεί στήθος ανάσα κόψη το σκότος του ομοαίματου.

Μαίνεται Ακούς; Με δοκιμάζει.
Πλάσμα ή τι; –αν δεις– πάντα
κάτι λοφίο ψηλότερο από φράκτη.
Ξέρω: σύρει κραυγή ως να χαράξει
καύκαλο ο κήπος κι’ έντομα
στις κόγχες του θανάτου.
Μα δεν σπαράσσει Δεν πληροί
καν την κάτεργη ροπή του πνεύματος:
κείνο το δούλο φως
που καταυγάζει τρέλα σίδερο
μόλις τυφλώσει πλήθος τα μάτια ερπετό
στην πέτρα η εξουσία.

Παρανοώ Κύριε; Κι’ όμως:
δουλεύω σκοτεινά
τρεις λόγους άρνηση
τον οίκτο Φθονώ το κίνημα
που νέμονται τα χέρια Του
καταπώς δεξιώνεται την Πόρνη
τον Τελώνη τον Ληστή.
Στοχάσου: αν απελπίζεται αίμα
τη δορά του αγριμιού ως την εκούσια θυσία;
– πιο φρικτά: αν γέρνει αγκάθι βλέφαρα
μέσα στον ύστερο πατέρα;
Ποιος υπομένει πως το κτήνος δοκιμάζει νύχια
σ’ ένα σχήμα ανθρώπινης διανοίας;

Σπλαχνίσου Κύριε: γκρεμίζεται
στέγη ο ουρανός επάνω μας
και πρέπει Εγώ να τον στεριώσω.

Tagged: , , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: