Monthly Archives: Ιουνίου 2014

Για τον αρχαίο μοναχισμό

Το πιο γνήσιο κίνημα της Ύστερης Αρχαιότητας, που διαπέρασε οριζόντια και κάθετα κάθε κοινωνική και οικονομική τάξη, κάθε μορφωτικό και καταγωγικό υπόβαθρο, ήταν ο Χριστιανικός ασκητισμός. Όταν ο κόσμος των πόλεων και των χωρίων έγινε πλέον αφόρητος, ένας νεαρός Αιγύπτιος –ήταν δεν ήταν 18 ετών– τον εγκατέλειψε και εισήλθε στην έρημο.

Η πράξη του δεν ήταν ούτε τόσο απλή, ούτε τόσο μονοσήμαντη, όσο μας φαίνεται σήμερα. Ο Αντώνιος δεν άλλαξε απλώς τόπο και τρόπο ζωής –δεν παράτησε την πράσινη, γόνιμη γη του Νείλου για την καμένη πέτρα της ερήμου. Πέρασε σε έναν εντελώς άγνωστο και αχαρτογράφητο κόσμο, όπου κανένα από τα δεδομένα του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού δεν ίσχυε και όπου όλα ήταν δυνατά –το αντίστοιχο για μας σήμερα θα ήταν να περάσουμε σε μια άλλη διάσταση ή να βυθιστούμε σε μια μαύρη τρύπα. Γιατί στις ερήμους της Ύστερης Αρχαιότητας κατοικούσαν παράξενες φυλές και άνθρωποι με κεφάλια ή άκρα ζώων, κάθε λογής πνεύματα και κτήνη, άγγελοι, παράξενα φυτά με ψωμιά στα κλαδιά τους, διαμάντια και θησαυροί κάθε λογής.

Με την εγκατάστασή του στην έρημο, ο Αντώνιος διεύρυνε το φαντασιακό ορίζοντα των ανθρώπων της εποχής του πολλαπλασιάζοντας ταυτόχρονα τις δυνατότητες και τις επιλογές τους. Έδωσε διέξοδο στην δυσφορία τους. Ό,τι δεν χωρούσε ο κόσμος, ότι απέρριπτε, ό,τι ξερνούσε, έβρισκε εκεί γόνιμο έδαφος ν’ ανθίσει. Γι’ αυτό και συνέρρεαν εκεί άνθρωποι τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους, όπως ο πρώην λήσταρχος Μωυσής ο Αιθίωψ και ο Αρσένιος, ο δάσκαλος των μετέπειτα αυτοκρατόρων Αρκαδίου και Ονωρίου.

Έτσι, στις Σκήτες της Αιγυπτιακής ερήμου δημιουργήθηκε ένας άλλος τρόπος κοινωνικής οργάνωσης, μια διαφορετική αντίληψη της εργασίας και της ιδιοκτησίας, μια νέα ιεράρχηση των αναγκών και των αξιών, βασικό χαρακτηριστικό της οποίας ήταν η απλότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι το βασικό έργο που καταγράφει τα έργα και τις ημέρες τους, τα Αποφθέγματα Γερόντων, είναι γραμμένα σε ανεπιτήδευτη, καθημερινή γλώσσα, χωρίς ρητορισμούς και με θαυμαστή οικονομία έκφρασης –βρίσκεται δηλαδή στον αντίποδα των συγγραμμάτων των χριστιανών και εθνικών διδασκάλων, που άκμαζαν στην γειτονική Αλεξάνδρεια. Και τα θέματα που τους απασχολούσαν ήταν εξίσου απλά και στόχευαν στην περαιτέρω απλούστευση της ζωής τους. Στα Αποφθέγματα δεν θα βρει κανείς υψηλές θεολογικές συζητήσεις, αλλά παρατηρήσεις και σχόλια για την απτή καθημερινότητα του ανθρώπου, την εξωτερική και την εσωτερική, που συχνά εντυπωσιάζουν και τους σημερινούς αναγνώστες για την οξυδέρκεια και την επικαιρότητά τους.

Υπάρχει μια ιστορία, η 8η του αββά Ποιμένος, που είναι πολύ χαρακτηριστική αυτής της τάσης:

Επισκέφθηκε κάποτε ένας ξενικός γέροντας την Σκήτη και ζήτησε να συναντήσει τον αββά Ποιμένα, γιατί είχε ακούσει πολλά γι’ αυτόν. Οι δυο γέροντες συναντήθηκαν κι αφού αντάλλαξαν ασπασμό, ο ξενικός άρχισε να μιλάει περί πνευματικών και ουρανίων. Ο Ποιμένας άκουγε σιωπηλός. Ο άλλος συνέχιζε να μιλάει περιμένοντας απόκριση, ώσπου απογοητευμένος σηκώθηκε κι έφυγε. «Μάταια έκανα αυτό το ταξίδι», είπε στους μαθητές του Ποιμένα, που ήταν έξω από το κελί, «ο γέροντας δεν θέλει να μου μιλήσει». Πήγε μέσα τότε ένας από αυτούς και είπε στον Ποιμένα το παράπονο του ξενικού, προσθέτοντας ότι αυτός θεωρείται πολύ σπουδαίος στα μέρη του. Και του απαντάει ο γέρων: «Αυτός ανήκει στον ουρανό και μιλάει για τα επουράνια, εγώ όμως ανήκω στα κάτω και μιλάω για τα επίγεια. Αν μου μιλούσε για τα πάθη της ψυχής, θα του απαντούσα· τα πνευματικά εγώ δεν τα ξέρω.»

Advertisements

House of Cards

Πόσες φορές έχουμε δει έναν πραγματικά κακό στις οθόνες μας;

Μάλλον ποτέ. Ο Dexter, αν και serial-killer, κατάφερε να διοχετεύσει την ορμή του και να την καταστήσει χρήσιμη (!) στην κοινωνία, ενώ ήταν εξαιρετικός σύζυγος, πατέρας, αδελφός, συνάδελφος. Κι όσο για τον περίφημο Heisenberg του Breaking Bad, δεν ήταν παρά ένας κακομοίρης μικροαστός, πραγματικά δαρμένο σκυλί, που όταν ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο με τον θάνατο, απελευθερώθηκαν εντός του η επιθυμία για χρήμα και δύναμη. Προσπάθησε ανεπιτυχώς να την εκπληρώσει, προκαλώντας την συμπάθεια των τηλεθεατών, αφού αφενός τους θύμιζε κάτι από τον εαυτό τους, αφετέρου εκπλήρωνε ένα απωθημένο (ή μη) φαντασιακό τους. Η δε σύζυγός του, όσο κι αν ο Vince Gilligan, ο δημιουργός της σειράς, προσπαθούσε να μας πείσει ότι είναι η Ms Heisenberg, δεν τα κατάφερε. Οι προσπάθειές της για δύναμη εντός κι εκτός συζυγικής σχέσης έμοιαζαν με εκρήξεις υστερίας –εξ ου και το μίσος των φαν.

Το House of Cards όμως είναι άλλη υπόθεση. Αυτό μας προσφέρει δυο πραγματικά κακούς, βαθιά κακούς, αρχετυπικά κακούς χαρακτήρες: Τον κο και την κα Underwood.

House of Cards Spouses

Η ιστορία είναι λίγο-πολύ γνωστή:

Μετά από μια πετυχημένη εκλογή κι αφού ο Πρόεδρος δεν του δίνει τον υπεσχημένο υπουργικό θώκο, ο Frank Underwood ξεκινά έναν μαραθώνιο δολοπλοκίας, χειραγώγησης και αθεμιτουργίας με στόχο την κορυφή. Το χρήμα εδώ δεν είναι παρά το μέσον, χρηστικό αντικείμενο κι όχι στόχος –ακριβώς όπως και η ανθρώπινη ζωή ή οι διαπροσωπικές σχέσεις. Εκείνο που μετράει, εκείνο που θέλει ο Underwood είναι η εξουσία. Από την ίδια πάστα είναι φτιαγμένη και η γυναίκα του. H Claire Underwood δεν είναι κάποια αθώα που ξύπνησε μια ωραία πρωία στον κυκλώνα, που δημιούργησε ο άντρας της, όπως η Skyler White. Δεν είναι παθητικός θεατής των δρωμένων, ούτε στηρίζει απλώς τον Francis. Συμμετέχει ενεργά στις αθεμιτουργίες προωθώντας την δική της παράλληλη ατζέντα.

Αν τους ονομάζαμε σύγχρονους Macbeth, θα τους αδικούσαμε. Στο σαιξπηρικό δράμα η τραγωδία προκύπτει από το συνειδησιακό πρόβλημα των πρωταγωνιστών, τις τύψεις, την μετάνοιά τους. Οι Μάκβεθ ακολούθησαν έναν δρόμο, που δεν άντεχαν να πάρουν. Αντιθέτως, οι Underwood δεν έχουν τέτοια ζητήματα. Ξέρουν ακριβώς πού βρίσκονται, τι θέλουν, πώς να το αποκτήσουν, δεν έχουν κανένα δισταγμό και νιώθουν υπέροχα. Είναι αυτή η απόλυτη απουσία ηθικιστικών αντανακλαστικών και ορίων, που καθιστούν τον Frank και την ClaireUnderwood, τους μόνους πραγματικά υπεράνθρωπους της μικρής και της μεγάλης οθόνης.

Μέσα στο δυσλειτουργικό σύμπαν του House of Cards η σχέση του Frank και της Claire είναι το μόνο που λειτουργεί. Ο γάμος τους είναι τόσο αρμονικός, ώστε να συναγωνίζεται στα ίδια εκείνον του Cliff και της Clair Huxtable στο The Cosby Show: Υπάρχει αφοσίωση, αμοιβαίος σεβασμός και αλληλοκατανόηση, συζητούν τα πάντα χωρίς να κρατάνε μυστικά και έχουν μια βαθιά αγάπη ο ένας για τον άλλον. Η συζυγία τους, το σπίτι τους είναι το οχυρό τους, όπως αρέσκονται να το ονομάζουν, απέναντι στους άλλους –όλους τους άλλους. Είναι η αφετηρία τους, η απαραίτητη προϋπόθεση, για να κατακτήσουν τον κόσμο.

house of cards

(Το μείζον ερώτημα που προκύπτει δεν έχει να κάνει με την σειρά καθεαυτή, αλλά τροφοδοτείται είναι το γιατί καθόμαστε και βλέπουμε αθεμιτουργίες; Γιατί διασκεδάζουμε με τον θρίαμβο του κακού; Πώς και γιατί εξαφανίστηκαν οι θετικοί ήρωες και την θέση τους κατέλαβαν οι κακοί; Γιατί να μας συναρπάζει το κακό και να βαριόμαστε το καλό; Θα προσπαθήσω να το απαντήσω κάποια επόμενη φορά.)

…από την αρχή ήμουν χαμένος, χαμένος

Κιθάρες μας εισάγουν σε ένα γλυκό βαλσάκι, μελαγχολικό κι αθώο –γιατί η αθωότητα προκαλεί μελαγχολία στους ενηλίκους– και πολύ μελωδικό. Κι ύστερα ο πρώτος στίχος που μπορεί να θεωρηθεί παραπλανητικός:

Είσαι ένα λουλούδι, λουλούδι, λουλούδι

γιατί δίνει την εντύπωση ότι ακούμε ένα ερωτικό τραγούδι. Στην πραγματικότητα όμως ακούμε ένα βαθιά υπαρξιακό τραγούδι –η μελαγχολία και η αθωότητά του από πηγάζουν από το σημείο εκείνο που βρίσκεται πολύ βαθιά μέσα μας και διασώζει στο ακέραιο την παιδικότητά μας. Έτσι κι εδώ, η αγάπη είναι η αφετηρία μιας πορείας που καταλήγει στον εαυτό του με ενδιάμεσο σταθμό τον κόσμο. Μιας πορείας που τοποθετεί τον εαυτό σε σχέση με το πρόσωπο της αγάπης και τον κόσμο –απέναντι, δίπλα, μέσα, πουθενά.

Είναι αξιοσημείωτη η ασάφεια με την οποία μιλάει τόσο για την αγάπη του, όσο και για τον κόσμο: Η αγάπη είναι ένα υπερκόσμιο λουλούδι, που σαρκώνεται σε τραγούδι· ο κόσμος είναι σκοτεινός και άπορος. Για τον εαυτό του αντίθετα μιλάει με σιγουριά. Φαίνεται να ξέρει επακριβώς ποιος είναι και πού βρίσκεται:
Από την αρχή ήμουν χαμένος, χαμένος

Δεν μας εξηγεί γιατί νιώθει έτσι, αλλά αυτή η αίσθηση της ήττας του παρέχει μια παράξενη ελευθερία κινήσεων και επιλογών

Τι κι αν χάσω πάλι λοιπόν

Όπως ο σκλάβος δεν έχει να χάσει παρά τις αλυσίδες του, έτσι και ο ήρωάς μας το μόνο που διακινδυνεύει να χάσει είναι η ήττα του. Αφήνεται λοιπόν στο παιχνίδι, όχι για να κερδίσει, αλλά για το ίδιο το παιχνίδι και την ομορφιά του –την ζωή. Και βέβαια από πίστη στο θαύμα: Δεν το ομολογεί, αλλά είναι φανερό πως βαθιά μέσα του πιστεύει ότι κάτι μπορεί να γίνει και αυτή τη φορά όλα να είναι διαφορετικά στο τέλος.

 

Οι Έλληνες είχαμε εξ αρχής περίεργη, προβληματική σχέση με την ευτυχία, την επιτυχία, την νίκη. Οι αρχαίοι την προσέγγιζαν με φόβο, δέος και περίσκεψη. Υπήρχε πάντα ο κίνδυνος οι θεοί να σε φθονήσουν, αν σε άκουγαν να λες «Είμαι ευτυχισμένος» και να σου στερήσουν όλα όσα με μόχθο πέτυχες –ή από τύχη αγαθή σου δόθηκαν. Ο φόβος της Ύβρεως δηλώνει την βαθιά πεποίθηση ότι η ανθρώπινη κατάσταση είναι ασύμβατη με την ευτυχία. Η Πτώση σε αυτές τις περιπτώσεις είναι αναπόδραστη και τραγική. Δημιουργήθηκε έτσι μια ιδιόρρυθμη κουλτούρα γκρίνιας. Μια νοοτροπία όπου, ακόμα κι αν έχει κανείς όλα όσα μπορούσαν να του δοθούν, δεν ομολογούσε ποτέ την χαρά του. Αναμφίβολα, το «ας τα λέμε καλά», εκεί φαίνεται να ρίζωσε.

Ο Χριστιανισμός τα άλλαξε όλα. Δεν αντέστρεψε απλώς το νόημα της ευτυχίας, της χαράς, της νίκης, αλλά τα τοποθέτησε οριστικά εκτός κόσμου, αφού πρώτα αφαίρεσε το ενδοκοσμικό τους νόημα. Έτσι, στη ζωή αυτή η ευτυχία, η νίκη είναι πάντα ζητούμενα και ποτέ δεν κατακτιούνται. Μάλιστα, αν έρθουν τώρα, υπάρχει πιθανότητα να τα στερηθούμε στο άπειρο μετά. Γιατί πλέον για να χορτάσεις, πρέπει να πεινάσεις· για να κερδίσεις την ζωή σου, πρέπει να την χάσεις· για να ευτυχήσεις, πρέπει να πενθήσεις. Η χαρά είναι μεγάλη, αλλά είναι μόνο εν τοις ουρανοίς. Εδώ υπάρχει μόνο αγώνας και αγωνία.
Και φτάνουμε στον σημερινό άνθρωπο, που κουβαλάει ασυναίσθητα στους ώμους του όλους αυτούς τους αιώνες, όλους αυτούς τους φόβους και τις προσδοκίες –το αρχέγονο σφίξιμο– ενώ παράλληλα ζει σε έναν κόσμο που τον θέλει άνετο, χαλαρό, κουλ, πετυχημένο, ευτυχή.

Πώς θα κινηθεί; Πώς θα λειτουργήσει; Τι θ’ απογίνει;

Η μια λύση είναι αυτή που τραγουδάει ο Φάμελλος: Να αποδεχτεί την εξαρχής, την οντολογική του ήττα και να προσπαθήσει για το θαύμα. Να ελπίσει στην αστραπή που θα φωτίσει τον δρόμο του.

[Το Λουλούδι του Μανώλη Φάμελλου πρωτοτραγούδησε ο Γιώργος Νταλάρας στο διπλό CD «Η άσφαλτος που τρέχει». Το ξανατραγούδησε ο ίδιος στο «Ποτέ όπως πριν»]

True Detective

Όταν ξεκινά να μιλά κανείς για το True Detective αναγκάζεται να χρησιμοποιεί συνεχώς τη λέξη «πιο»:

Είναι η πιο συζητημένη σειρά φέτος· η πιο ενδιαφέρουσα· η πιο εμπνευστική· η νέα σειρά που συγκέντρωσε την πιο μεγάλη τηλεθέαση στην ιστορία του ΗΒΟ (ξεπέρασε κι αυτή την 1η σεζόν του Game of Thrones!)· είναι η πιο καλογραμμένη σειρά· η πιο καλοσκηνοθετημένη· η πιο καλοπαιγμένη· η πιο ατμοσφαιρική· εκείνη που κολλάει πιο πολύ στο μυαλό· η πιο περίπλοκη κι η πιο απαιτητική…
Είναι όλα αυτά υπερβολή;

Μάλλον όχι. Τη στιγμή που στα σινεμά στοιβάζονται εντυπωσιακά πλην αξιολησμόνητα blockbuster και οι κινηματογραφικοί δημιουργοί καταπιάνονται με τα ψυχολογικά τραύματα του Superman ή τα συμπλέγματα του Magneto, η τηλεοπτική αφήγηση τηλεοπτική αφήγηση προχωράει όλο και πιο μπροστά, γίνεται περισσότερο απαιτητική και φέρνει στις οθόνες μας συναρπαστικούς, περίπλοκους, ρεαλιστικούς χαρακτήρες.

Σε αυτή την πορεία, το True Detective αποτελεί μια κορύφωση.

Καταρχήν, σ’ αυτό τίποτα δεν θυμίζει παραδοσιακή τηλεόραση. Παράδειγμα οι ρυθμοί του: Συγγραφέας και σκηνοθέτης δεν έχουν το παραμικρό άγχος να γαργαλήσουν το ενδιαφέρον του θεατή χωρίζοντας το κάθε επεισόδιο σε δεκάλεπτες σεκάνς με μικρές κορυφώσεις πριν τα διαφημιστικά διαλλείματα. Επιλέγουν αργούς, σαγηνευτικούς ρυθμούς –τόσο ταιριαστούς με τα υγρά και ζεστά τοπία όπου εξελίσσεται η ιστορία τους– που εγκλωβίζουν τον θεατή μέσα τους.

Κάποιοι ονομάζουν την αφήγηση του True Detective (όπως και άλλων ενήλικων σειρών) «κινηματογραφική», προς τιμήν προφανώς παλαιών σπουδαίων ταινιών και κάποιων σημερινών εξαιρέσεων κι όχι αναφερόμενοι στον συγκαιρινό κινηματογραφικό κανόνα. Είναι εκείνοι που, παραπέμποντας σε κάτι άλλο, παλιό και διαφορετικό, δεν κατανοούν τι ακριβώς συμβαίνει σήμερα: Η μεγάλη μετεξέλιξη της τηλεόρασης· η δραματική αλλαγή στην αφηγηματική της γλώσσα.

1

Τα υλικά που χρησιμοποιεί το True Detective δεν είναι πρωτότυπα. Το καθένα απ’ αυτά είναι κι ένα κεφάλαιο στην ιστορία της ποπ κολτούρας.

Για παράδειγμα, η αφήγηση περιστρέφεται γύρω από την αστυνομική έρευνα για την εξιχνίαση μιας σειράς εγκλημάτων: Γυναίκες και παιδιά εξαφανίζονται ή βρίσκονται δολοφονημένα με τελετουργικό τρόπο. Αυτό μας φέρνει στο νου δεκάδες b-movies, αλλά και έργα όπως η Μαύρη Ντάλια του Ellroy ή το Yellow Bastard του Frank Miller. Στην καρδιά όμως της σειράς βρίσκεται η σχέση των δύο αστυνομικών που ερευνούν την υπόθεση. Ούτε κι αυτό, φυσικά, είναι κάτι καινούργιο. Έχουμε δει σε σινεμά και τηλεόραση δεκάδες παραλλαγές αυτής της σχέσης σε κάθε πιθανό είδος, δράμα, μυστήριο, action, κωμωδία.
Εκείνο που κάνει την σειρά να ξεχωρίζει δεν είναι η πρωτοτυπία των υλικών της, αλλά ο χειρισμός τους. Ο τρόπος που χρησιμοποιούν οι δημιουργοί το υλικό τους, το απογειώνει και το πηγαίνει σε άλλο επίπεδο.

2

Στα πρώτα επεισόδια κυριαρχεί ο χαρακτήρας του Rusty Cohle (M. McConaughey). Μοναχικός, μπεκρής, αντιφατικός, απαισιόδοξος, ηττοπαθής και φιλοσοφημένος, ο Rusty είναι ο κατεξοχήν ρομαντικός ήρωας. Ωραίος σαν αρχαίο άγαλμα στα 30 του – τσακισμένος σαν γερασμένος χίπη ή τρελαμένος προφήτης στα 50. Ο κόσμος δεν τον χωράει, αλλά κι αυτός δεν έχει πού αλλού να πάει, οπότε παραμένει ανάμεσά μας. Είναι ο άθεος που προσεύχεται στον Εσταυρωμένο στοχαζόμενος την εθελούσια θυσία. Και είναι αυτός που με την ιδιοφυία του θα αντιληφθεί αμέσως την σημασία της υπόθεσης και θα την κυνηγήσει μέχρι το τέλος.

Ο Marty Hart του Woody Harrelson μοιάζει στην αρχή να είναι το ακριβώς αντίθετο του συνεργάτη του: Τυπικός μπάτσος, κάτι ανάμεσα σε νταή και γραφειοκράτη. Γρήγορα όμως καταλαβαίνουμε ότι κι αυτός κουβαλάει τους δικούς του δαίμονες –με τρόπο σαφώς πιο συμβατικό από του Rusty, αλλά τους κουβαλάει: Είναι η εξάρτησή του από το πιοτό, η εμμονή του στις παλαβές γκόμενες, που θα διαλύσουν την οικογένειά του· και είναι η ευαισθησία του απέναντι στην βία εναντίον των παιδιών που θα τον οδηγήσει στην παραίτηση από το σώμα (θυμίζει εδώ τον Bud White του LA Confidential, ο οποίος τρελαινόταν όταν έβλεπε να ασκείται βία κατά των γυναικών). Το δε ταλέντο του στην εξιχνίαση των μυστηρίων θα εμφανιστεί πολύ αργά, αλλά σε καθοριστικό σημείο: Στα τελευταία δύο επεισόδια, προς έκπληξη του Rusty, αλλά και των θεατών που τον είχαν υποτιμήσει.

Όσο οι ζωές μας οργανώνονται σε τετράγωνες, ορθολογικές βάσεις, τόσο το παράλογο βρίσκει ορθάνοιχτα τα παράθυρα της ποπ κουλτούρας (και όχι μόνο) για να εισβάλει στις ζωές μας. Όχι και τόσο παλιά, τα εγκλήματα που βλέπαμε στην μεγάλη και κυρίως τη μικρή οθόνη οφείλονταν σε κακό υπολογισμό, υστεροβουλία, λάθος. Όσο ασυγχώρητα κι αν ήταν, επρόκειτο για ξεστρατίσματα από τον γενικό κανόνα του Καλού. Σήμερα τα εγκλήματα που παρακολουθούμε οφείλονται στην παράνοια άρρωστων μυαλών, τον παραλογισμό καταστροφικών λατρειών ή, πιο απλά, σε ένα συμπαγές, αδιαπέραστο κακό.

Μεγάλο μέρος της επιτυχίας του True Detective οφείλεται στον τρόπο που χειρίστηκε την διάσταση ανάμεσα στην ρεαλιστική πραγματικότητα, που όλοι μας κινούμαστε, και το παράλογο που εισβάλει αναπάντεχα στο φαντασιακό μας. Ο Rusty μάλιστα, ο κατεξοχήν ευαίσθητος δέκτης του καινούργιου, υποφέρει από μια τέτοια πάθηση: Όταν βρίσκεται μπροστά στους πιο αποτρόπαιους ρεαλισμούς (μπροστά στο πτώμα μιας νεαρής γυναίκας, για παράδειγμα), βλέπει οράματα.

Αλλά και όλη η σειρά αναρριχάται από μια πεζή πραγματικότητα σε μια μεταφυσική παράνοια. Το περιβάλλον που κινούνται οι ήρωες, οι άνθρωποι που συναναστρέφονται, οι καταστάσεις που αντιμετωπίζουν στην προσωπική και την επαγγελματική τους ζωή είναι απολύτως ρεαλιστικές, ρουτινιάρικες, συνηθισμένες. Οι σκηνές μάλιστα που δίνουν την κατάθεσή τους απέναντι από μια κάμερα θυμίζουν ντοκιμαντέρ. Από την αφετηρία αυτή η σειρά ξεκινά να βυθίζεται σε ένα σκοτεινό παρανοϊκό σύμπαν. Από επεισόδιο σε επεισόδιο τα ίδια τοπία της Louisiana φαντάζουν πιο απόκοσμα κι εχθρικά, μέχρι που στο τέλος θα μεταμορφωθούν σε έναν ατελείωτο λαβύρινθο, απ’ τον οποίο κανείς δεν θα μπορέσει να εξέλθει αβλαβής.