Monthly Archives: Ιουλίου 2014

Ρευστότητα

Τα ρεπορτάζ και οι πολιτικές αναλύσεις των τελευταίων μηνών, ειδικά μετά τις Ευρωεκλογές, μεταφέρουν την αγωνία του Συστήματος Εξουσίας (κόμματα, ΜΜΕ, επιχειρηματίες, τράπεζες κτλ) για την ρευστότητα που επικρατεί στην πολιτική σκηνή. Ρευστότητα που «δοκιμάζει» τις «αντοχές» της Κυβέρνησης και μετατρέπει κάθε «μεταρρυθμιστική προσπάθεια» σε «Γολγοθά».

Όμως από το 1974 καμία Κυβέρνηση δεν ολοκλήρωσε τον 4ετή κύκλο της· ο μέσος όρος ζωής κάθε Βουλής είναι περί τα 2,5 χρόνια· και, όπως όλοι γνωρίζουμε, στον τόπο μας τα σενάρια για τις πρόωρες εκλογές ξεκινούν την επομένη των εκλογών (συχνά πριν καν προκηρυχθούν, όπως τώρα, που συζητείται η «αριστερή παρένθεση»). Με άλλα λόγια, αναβρασμός επικρατούσε πάντα στην πολιτική σκηνή, κυβερνήσεις ανέβαιναν κι έπεφταν, ηγέτες αποθεώνονταν και καταβαραθρώνονταν –τι άλλαξε τώρα και τα Κυριακάτικα ρεπορτάζ ξορκίζουν την «ρευστότητα»;

Η απάντηση δεν είναι δύσκολη:

Το περιβάλλον έχει αλλάξει, οι όροι του παιχνιδιού διαφοροποιήθηκαν και διαφοροποιούνται συνεχώς και το Σύστημα Εξουσίας φοβάται ότι δεν θα μπορέσει να ελέγξει την κατάσταση που θα προκύψει.

Τα όσα συνέβησαν με την Χρυσή Αυγή τα τελευταία 2 χρόνια είναι ενδεικτικά: Η αρχική αδιαφορία Μέσων, μεγάλων κομμάτων και προβεβλημένων στελεχών (είχαν μάθει να ασχολούνται με «λαμπερά» θέματα όλοι τους κι όχι να χώνουν τα χέρια τους στη λάσπη της πραγματικότητας) διαδέχθηκε η έκπληξη (το διαβόητο «εγέρθητο» το βράδυ των Εκλογών), έπειτα ήρθε η προσπάθεια προσεταιρισμού (συνοψίστηκε λαμπρά στην φαντασίωση περί «σοβαρής Χρυσής Αυγής» που θα έμπαινε στην Κυβέρνηση) κι όταν πια είδαν ότι δεν έχουν να κάνουν με ένα νέο Λάος, αλλά με κάτι εντελώς διαφορετικό, ξεκίνησε η απόπειρα αφοπλισμού της.

Όμως, αν έδειξαν κάτι οι Ευρωεκλογές είναι ότι η κατάσταση που περιγράφεται ως «ρευστότητα» είναι αυτή που σταθεροποιήθηκε:

Ένα μεγάλο κομμάτι των πολιτών αποστασιοποιήθηκε από τις πολιτικές διαδικασίες και απέχει συνειδητά από τις εκλογές, γιατί απλούστατα διαπίστωσε ότι όποιον και να ψηφίσει, όπως και να ψηφίσει, τίποτα δεν αλλάζει. Η διάλυση του κοινωνικού κέντρου, που επιτεύχθηκε με τις πολιτικές από το 2010 και μετά, επέφερε και την διάλυση του πολιτικού κέντρου, με αποτέλεσμα να καταρρεύσουν τα μεγάλα κόμματα-παρατάξεις και στην θέση τους να απομείνουν συμπαρατάξεις μικρο-ομάδων και μικρο-μηχανισμών (στην καλλίτερη περίπτωση) ή προσωπικές φατρίες αυτοπρόβλητων σωτήρων. Μέσα σ’ αυτόν τον ερειπιώνα εύκολα ξεφύτρωσαν κομματικά μορφώματα που εκφράζουν το μηδενιστικό, καταστροφικό/αυτοκαταστροφικό ένστικτο του πρώην νοικοκύρη ή άλλα, που προσπερνώντας τα πραγματικά δεδομένα του παρόντος και με αναφορά στο διαβόητο λαμπερό παρελθόν, ευαγγελίζονται ένα εξίσου λαμπερό μέλλον στηριγμένο στην «κοινή λογική» (λες κι υπάρχει τέτοιο πράγμα).

Στην πραγματικότητα, αυτό που περιγράφεται ως «ρευστότητα» είναι η αποσύνθεση της Ελλαδικής κοινωνίας, η οποία παρά την Κυβερνητική ρητορική συνεχίζεται κι εντείνεται. Και πραγματικό σχέδιο εξόδου από την Κρίση, δηλαδή σχέδιο ανασυγκρότησης του κοινωνικού σώματος, δεν έχει να προτείνει κανείς, ούτε από τους εντός, ούτε από τους εκτός…

Advertisements

Χαίρε φτώχεια!

Κοιτώντας πίσω, τι συνέβη στη χώρα και στον καθένα από μας τα τελευταία 5 χρόνια, μετράμε απώλειες:

Το θεσμικό πλαίσιο που προστάτευε τους εργαζομένους και τους αδυνάτους διαλύθηκε, η αγορά εργασίας κατέρρευσε, το κοινωνικό κράτος (που, ναι, παραήταν ακριβό για τις υπηρεσίες που προσέφερε, αλλά υπήρχε) καταστράφηκε, η Μεσαία Τάξη ισοπεδώθηκε, η παραγωγή συρρικνώθηκε κοκ.

Αλλά η πιο μεγάλη απώλεια είναι αυτή την οποία σπάνια ή καθόλου δεν αναφέρουμε:

Χάσαμε την ενστικτώδη στον άνθρωπο πεποίθηση ότι τα πράγματα θα φτιάξουν· ότι το μέλλον θα είναι καλλίτερο· ότι τα παιδιά μας θα ζήσουν σε έναν καλλίτερο κόσμο.

Αυτό οφείλεται εν μέρει στην προσπάθεια του Συστήματος Εξουσίας (κόμματα, ΜΜΕ, επιχειρηματίες, τράπεζες) να εκμηδενίσει τις αντιδράσεις απέναντι στις πολιτικές σωτηρίας του. Αλλά στην προσπάθειά του αυτή δεν έσπασε μόνο τον τσαμπουκά των επαγγελματιών του συνδικαλισμού ή την αντιδραστικότητα όσων είχαν την διαμαρτυρία στην κωλότσεπη, αλλά τσάκισαν το φρόνημα ολόκληρου του λαού. Μάταια προσπαθούν να ενσπείρουν αισιοδοξία. Συνθήματα τύπου “successstory” καταντάνε ανέκδοτα την επομένη κιόλας στα συνοικιακά καφενεία. Γι’ αυτό και στην πρόσφατη εκλογική αναμέτρηση ο Κυβερνητικός συνασπισμός δεν προσπάθησε να συγκεντρώσει τις θετικές ψήφους των πολιτών, αλλά αρκέστηκε στην συσπείρωση των εναπομεινάντων οπαδών του καλλιεργώντας τον φόβο απέναντι στο επερχόμενο.

Από την άλλη φταίει η συμβολική, ρητορική και φαντασιακή μας ανέχεια, η οποία προσωποποιείται άριστα από τις κάθε είδους ηγεσίες μας. Οι πολιτικές, πανεπιστημιακές, εκκλησιαστικές, δικαστικές, οι κάθε είδους ηγεσίες, ρηχές και ανέμπνευστες, δεν πείθουν ότι κρατάνε το τιμόνι και ότι ξέρουν προς τα πού πηγαίνουν το καράβι.

Πιθανόν ένας ώριμος λαός, με ισχυρές δομές και θεσμούς άτεγκτους, που λειτουργούν σαν καλοκουρδισμένο ρολόι ανεξαρτήτως συνθηκών, να μπορεί να επιβιώσει για μεγάλα και κρίσιμα διαστήματα καθοδηγούμενοι από μέτριους υπαλληλίσκους του Συστήματος. Αλλά εμείς, που αφενός φαντασιωνόμαστε τον ηγέτη-πατέρα που θα μας σώσει για να τον κατασπαράξουμε, κι αφετέρου ζούμε σ’ ένα κράτος που το διαχειρίζεται η αφανής κι αξεδιάλυτη διαπλοκή, χρειαζόμαστε πολιτικό προσωπικό ικανό και ηγέτη φωτεινό, που θα συσπειρώνει ανανεώνοντας τα σύμβολα και αναγεννώντας την ελπίδα.

Φυσικά κάποια στιγμή θα πρέπει κι εμείς να αποκτήσουμε ένα σύγχρονο κράτος, που θα μπορεί να λειτουργεί χωρίς εξωθεσμικά λαδώματα. Και σαφώς η Κρίση θα μπορούσε να αποτελέσει ευκαιρία για κάτι τέτοιο. Αλλά η πραγματικότητα είναι πως όσες αλλαγές προωθήθηκαν τα τελευταία χρόνια –οι οποίες μπορεί να κατήργησαν δικαιώματα, να ξεβόλεψαν βολεμένους, να αδίκησαν πολίτες ή και να διέλυσαν κάποια (μικρο)συμφέροντα– διατήρησαν τον πυρήνα του Συστήματος Εξουσίας, τον πυρήνα του προβλήματος και της σημερινής Κρίσης δηλαδή, άθικτο. Ο πρόσφατος ανασχηματισμός, οι επιλογές για το Ευρωκοινοβούλιο, το πώς μεθοδεύτηκε η δημιουργία της «μικρής ΔΕΗ», η ρητορική των κομμάτων και των κομματόσκυλων, επιβεβαιώνουν αυτό το μελαγχολικό συμπέρασμα.

Καινούργιοι μύθοι

Ο ουρανός μια μαύρη τρύπα. Τα ηλεκτρικά φώτα δεν αφήνουν τίποτα άλλο να φανεί πάνω απ’ τα κεφάλια μας. Κι οι πολυκατοικίες περιόρισαν την απεραντοσύνη του σε στενές επάλληλες λουρίδες. Μαύρες ταινίες, σκοροφαγωμένες ο ουρανός τις νύχτες –χρειάζονται τεχνητά φώτα, πυροτεχνήματα ή προβολείς, για να μ ας κάνουν να στρέψουμε το βλέμμα μας προς τα κει. Αλλά τα φώτα αυτά δεν είναι αστέρια· δεν μας κάνουν να ονειρευόμαστε. Που σημαίνει ότι οι μύθοι που θα γεννήσει αυτή η γενιά –ή μάλλον η επόμενη– δεν θα προέρχεται, δεν θα αναφέρεται στα πάνω, αλλά στα κάτω. Ή μάλλον στα δίπλα, στα απέναντι.

Το αγόρι και το κορίτσι που ζωγράφιζαν με σπρέι έναν τοίχο προχθές· η κοπέλα του απέναντι διαμερίσματος που στέκει μπρος στο ανοιχτό παράθυρο και καπνίζει κοιτώντας το κενό ή εμένα· η ηλικιωμένη κυρία που στην ουρά του σουπερμάρκετ βγάζει παλιές φωτογραφίες από την τσάντα της και τις κοιτάζει με ένα χαμόγελο νοσταλγίας· ο πιτσιρικάς που χορεύει στις μουσικές του κινητού του· ο απέναντι που ξύνει προσεκτικά την μύτη του μολυβιού και τρώει τα νύχια του πριν γράψει μια λέξη στο χαρτί· ένα ζευγάρι που βαδίζει με τα κεφάλια κατεβασμένα· ο ελεγκτής που παίρνει το εισιτήριό μου, το φέρνει μπροστά στα μάτια του για ένα κλάσμα δευτερολέπτου και μου το επιστρέφει χωρίς πραγματικά να το ελέγξει. Το παίρνω και στέκω για μια στιγμή αμήχανος κοιτώντας τον, αλλά έχει ήδη προχωρήσει στον επόμενο, τον μεθεπόμενο έλεγχο, οπότε το βάζω στην τσέπη μου και προχωράω. Αποβάθρα για την γραμμή 4 και μετά γραμμή 10. Κόσμος, αλλά όχι πολύς, μετά την Châtelet βρίσκω και θέση για να καθίσω: ανάμεσα σε μια θεόρατη μεσήλικα κι έναν τριαντάρη τύπου γιάπη που στέλνει μηνύματα χαμογελώντας. Κάθομαι και φοράω τα ακουστικά μου. Η μουσική είναι ένας τρόπος να περάσει η ώρα· να δημιουργήσεις μέσα στην πολυκοσμία μια μικρή ιδιωτικότητα. Ο άλλος είναι το διάβασμα. Αλλά, για να είμαι ειλικρινής, δεν βρίσκω λόγο να διαβάζω 3-4 σελίδες περιμένοντας να φτάσω στον προορισμό μου. Το έχω δοκιμάσει, και πάντα μου φαινόταν ότι χαλάω το βιβλίο –χειρότερα: ότι στερώ από τον εαυτό μου μια μεγαλύτερη, βαθύτερη απόλαυση. Το διάβασμα απαιτεί αφιέρωση, δηλαδή χρόνο. Αφιέρωση και σκέψη. Και το τραγούδι, φυσικά απαιτεί αφιέρωση, αλλά για μένα το ν’ ακούσω 4 ή 5 τραγούδια, και μάλιστα από κείνα που δεν βάζω ποτέ στο σπίτι, είναι πιο αποδεκτό. CardinalLemoine, λέει η φωνή του συρμού και σηκώνομαι. Κατεβαίνω από το τραίνο και κατευθύνομαι προς την έξοδο. Σε 2 περίπου λεπτά θα διαβαίνω την Μεγάλη Μπλε Πόρτα.

Δυο παλιά σουξέ

«Του Θεού η χάρη μας φιλάει απ’ τα σουξέ»
τραγουδούσε ο Διονύσης Σαββόπουλος –επηρεασμένος προφανώς από την εμπειρία του Ντιρλαντά. Και είναι αλήθεια ότι οι έντεχνοι συνθέτες και τραγουδιστές καθώς και οι ψηλομύτες ακροατές τους κοιτάζαμε αφ’ υψηλού τα σουξεδάκια. Τραγούδια που γινόταν δημοφιλή ανά εποχή για να εξαφανιστούν την επόμενη τα περισσότερα, να επιβιώσουν περισσότερο –ή και για πάντα!– κάποια άλλα, ήταν η καλλίτερη απόδειξη μιας ζωντανής και υγιούς βιοτεχνίας (κοιτάζοντας σήμερα τα πράγματα, μου φαίνεται παράλογο να την πω την Ελλαδική «μουσική βιομηχανία»). Σήμερα τα σουξέ είναι ανύπαρκτα, οι εταιρίες εξαφανισμένες και οι δίσκοι προσφορές των Κυριακάτικων φύλλων…

Οι σκέψεις αυτές μου ήρθαν αυτόματα στο μυαλό, καθώς θυμήθηκα δυο τραγούδια, πολύ διαφορετικά μεταξύ τους, που όμως αγαπήθηκαν πολύ, έγιναν μεγάλες επιτυχίες στον καιρό τους και συνεχίζουν να ακούγονται και να τραγουδιούνται στις παρέες –είναι κι αυτό μια άσκηση πατριδογνωσίας ή μάλλον αυτογνωσίας, συλλογικής κι ατομικής.

Το Μια βοσκοπούλα αγάπησα, παρότι πολλοί το νομίζουν για δημοτικό τραγούδι, έχει σεφαράρικη μελωδία ενώ και οι στίχοι του ανήκουν στον συρρακιώτη Γεώργιο Ζαλοκώστα –λησμονημένο πλην έξοχο ποιητή του 19ου αιώνα. Αν δεν κάνω λάθος, ηχογραφήθηκε για πρώτη φορά από τον Δ. Ζάχο την δεκαετία του ’60, ενώ τραγουδιόταν σε θέατρα, πανηγύρια, μαγαζιά και παρέες από την δεκαετία του από τις αρχές του αιώνα.

Εδώ είναι η πρώτη εκτέλεση που άκουσα, με τον Κώστα Μακεδόνα από τον δίσκο «Τι ειν’ η πατρίδα μας». Το ήξερα φυσικά και πιο πριν -το άκουσα στη γειτονιά; στο ραδιόφωνο; γιατί τους δικούς μου δεν θυμάμαι να το λένε…

Αν η Βοσκοπούλα αγαπήθηκε γιατί με τρυφερή μελαγχολία περιγράφει μια λίγο-πολύ κοινή ανθρώπινη εμπειρία, το έτερο άσμα αναφέρεται στην αθεμιτουργία.

Το Κακούργα πεθερά του Ιάκωβου Μοντανάρη αφηγείται με ζωντάνια και αιματηρές λεπτομέρειες το φονικό του Δ. Αθανασόπουλου από την πεθερά, την σύζυγο και τον ανιψιό του. Λόγω της περιορισμένης διάρκειας των δίσκων 78 στροφών, οι στίχοι δεν χώρεσαν στις ηχογραφήσεις της εποχής, αλλά τυπώθηκαν στα περιοδικά και πιθανότατα τραγουδιόταν στα πάλκα. Η επιτυχία του συγκεκριμένου τραγουδιού κινείται πλέον στην περιοχή του μύθου: Είναι μακράν η μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία στην Ελλάδα, καθώς κατ’ αναλογίαν πούλησε τους περισσότερους δίσκους· τραγουδήθηκε σχεδόν ταυτόχρονα από 5 σημαντικούς τραγουδιστές (Αντ. Νταλγκά, Μαρίκα Πολίτισσα, Κ. Νούρο, Ρ. Εσκενάζυ, Ζωή Κασιμάτη)· γέννησε παροιμιώδεις εκφράσεις (κακούργα πεθερά και σπάω πλάκα)· ο Σωτήρης Σπαθάρης το μετέφερε στο Θέατρο Σκιών.

Εδώ είναι η εκτέλεση του Αντώνη Διαμαντίδη ή Νταλγκά, αυτή που μ’ αρέσει περισσότερο