Monthly Archives: Απριλίου 2015

Ο Μίκης και ο Σάκης

Σε κάτι τέτοιες περιστάσεις θυμάμαι τον Μάνο Χατζιδάκι:

Στα μέσα της δεκαετίας του ’80, ο Χατζιδάκις συγκέντρωσε τα παλιά του τραγούδια, άλλα διάσημα κι αγαπημένα, άλλα παραγνωρισμένα και λησμονημένα, κάποια ανέκδοτα, και τα ξαναπρότεινε στο κοινό του μέσα από δυο μεγάλες συλλογές, την Ρωμαϊκή και την Λαϊκή Αγορά.

Αυτό που πέτυχε ο Χατζιδάκις μέσα από εκείνους τους δίσκους είναι ίσως μοναδικό. Τραγούδια που γράφτηκαν σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, με διαφορετικές προθέσεις, για να εξυπηρετήσουν διαφορετικές ανάγκες, εντάχθηκαν οργανικά σε νέα ευρύτερα σύνολα, δημιουργώντας εκ των ενόντων δύο καινούργια έργα.

Και το περιεχόμενο αυτών των έργων ήταν ο ίδιος ο Χατζιδάκις.

Τα τραγούδια δεν παρουσιάζονταν απλώς διασκευασμένα, εκμοντερνισμένα, με διαφορετική ενορχήστρωση και άλλους ερμηνευτές. Οι αλλαγές ήταν πολύ βαθύτερες, ουσιαστικότερες. Σε πολλά άλλαξε εντελώς η ατμόσφαιρα και η λειτουργία τους· η λαϊκότητα επανερμηνεύτηκε, η ερωτικότητα επαναπροσδιορίστηκε, προστέθηκε χιούμορ, διαστροφή και βαθιά μελαγχολία.

Με τις Αγορές ο συνθέτης αναθεώρησε όχι μόνο το έργο του αλλά και τον εαυτό του. Ξανασυστήνοντας τα παλιά του τραγούδια ο Χατζιδάκις ξανααυτοσυστήνεται στο κοινό του –γι’ αυτό άλλωστε την Ρωμαϊκή Αγορά συνοδεύει εκτενές αυτοβιογραφικό σημείωμα του συνθέτη. Διαβάζοντας την άγνωστη ιστορία ενός στοχαστικού, ιδιωτικού και πάντως παιγνιώδη Χατζιδάκι κι ακούγοντας τα καινούργια παλιά τραγούδια του, ο ακροατής ανακαλύπτει έναν νέο Χατζιδάκι, διαφορετικό από τον δημόσιο και διάσημο.

Σημαντικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία έπαιξε η επιλογή των τραγουδιστών. Με εξαίρεση τις συμμετοχές της Μαρίας Φαραντούρη και του Γιώργου Νταλάρα, ο Χατζιδάκις χρησιμοποίησε νεαρούς άγνωστους ερμηνευτές, στους οποίους επέβαλε έναν συγκεκριμένο τρόπο ερμηνείας. Ακόμα και οι δυο διάσημοι συμμετέχοντες φόρεσαν το ιδιότροπο χατζιδακικό κοστούμι, αφήνοντας στην κρεμάστρα το λαμπερό δικό τους. Έτσι ο Χατζιδάκις υπηρετεί το προσωπικό του όραμα, πραγματοποιεί το δικό του μεράκι και δεν αφήνει το έργο του να γίνει γαλόνι στο στήθος οποιουδήποτε τραγουδιστή-σταρ. Παράλληλα εμπεδώνει μια προσωπική αισθητική στην ερμηνεία της μουσικής του, η οποία είναι ίσως δύσπεπτη κι αντιεμπορική, αλλά αποδεικνύεται πανίσχυρη· όλες οι μετέπειτα μεθερμηνείες, ζωντανές ή στούντιο, μοιάζουν κοπιαρίσματα εκείνων των πρώτων.

Τα θυμάμαι αυτά, όχι γιατί ο Χατζιδάκις σώνει και καλά είναι το «σωστό», αλλά γιατί εκπροσωπεί τον δύσκολο, ανηφορικό δρόμο· εκείνον που όπως τότε, έτσι και στις μερες μας έχει χορταριάσει.

Ο Θεοδωράκης, από την άλλη, δεν αναθεωρεί τίποτα στη μουσική του. Ο βίος, η πολιτική δράση, η ιστορία λέγεται και ξαναλέγεται, γράφεται και σβήνεται, οι παρτιτούρες όμως μένουν ως έχουν. Τα έργα του παίζονται συνεχώς, επανηχογραφούνται, αλλά οι αλλαγές δεν είναι ουσιαστικές και δεν οφείλονται στον συνθέτη, αλλά στον εκάστοτε τραγουδιστή και τις ανάγκες του. Έτσι ο δίσκος της Αλεξίας Βασιλείου με παλιά τραγούδια του Θεοδωράκη είναι τζαζ, του Μητσιά πιο κλασικός, του Γιάννη Πάριου οπωσδήποτε «ερωτικός».

Ο Μίκης συναντάται με τους συντελεστές του δίσκου, φωτογραφίζεται μαζί τους, μερικές φορές δίνει την ευλογία του γράφοντας ένα σημείωμα ή κάνοντας μια δήλωση. Κι η επιτυχία έρχεται αβίαστα. Οι δίσκοι πουλάνε χιλιάδες αντίτυπα, χωρίς όμως να προσφέρουν τίποτα περισσότερο στον συνθέτη και το έργο του και, προπάντων, στον απαιτητικό ακροατή. Παραδόξως, δεν φαίνεται να προσφέρουν κάτι ούτε στους αοιδούς. Πέρα από μια αράδα στο βιογραφικό, τίποτα δεν μένει που να θυμίζει την συνεργασία τους με τον μεγάλο μας συνθέτη. Τα τραγούδια του δεν εντάσσονται στο ρεπερτόριό τους κι οι τραγουδιστές επιστρέφουν στα ίδια.

Γιατί η διασταύρωση με το σπουδαίο έργο δεν αρκεί για να μεταμορφώσει κάποιον. Χρειάζονται πολλά περισσότερα –ο Μίκης φαίνεται να το ξεχνάει αυτό. Όπως φαίνεται και να μπερδεύει το δημοφιλές με το λαϊκό. Το αποτέλεσμα είναι η ελαφρότητα, η οποία, φυσικά, δεν είναι κακή, όταν την αναγνωρίζουμε και δεν την νομίζουμε σαν κάτι σπουδαίο.

Κάποιοι θα πουν ότι ο Μίκης μεγάλωσε και γι’ αυτό συμβαίνουν όλα αυτά, αλλά δεν είναι έτσι. Η νοοτροπία αυτή υπήρχε πάντα. Για παράδειγμα, ο Μίκης έχει την ψευδαίσθηση ότι ο ίδιος και η μουσική του κατέστησαν τον Μπιθικώτση μεγάλο τραγουδιστή. Ίσως βρείτε στο youtube μια παλιά συνέντευξη, όπου γελώντας αφηγείται πώς πήγε και βρήκε τον Μπιθικώτση στον «Κήπο του Αλλάχ» και του ζήτησε να τραγουδήσει τον Επιτάφιο. «Σε τέτοια μαγαζιά τραγουδούσε ο Μπιθικώτσης τότε», λέει. Δεν αμφιβάλλω ότι θα του δίδαξε κάποιες τεχνικές για την αναπνοή ή την τοποθέτηση της φωνής, αλλά δεν αυτά που καθόρισαν τον Μπιθικώτση. Αρκεί ν’ ακούσει κανείς τις ηχογραφήσεις του. Θα διαπιστώσει ότι οι μεγάλες του ερμηνείες δεν είναι, όπως λέγεται, στην Ρωμιοσύνη, αλλά στα 18 τραγούδια του Μάρκου. Στην Ρωμιοσύνη είναι εντυπωσιακός, στα τραγούδια του Μάρκου είναι αξεπέραστος.

Μπορούμε, νομίζω, πλέον να το ομολογήσουμε: Ο Μπιθικώτσης υπήρξε σπουδαίος πριν τον Μίκη, μετά τον Μίκη, παράλληλα με τον Μίκη και ανεξάρτητα του Μίκη.

Ο Μπιθικώτσης, όπως και ο Χιώτης, ο Παπαδόπουλος κι ο Καρνέζης, ο Ζαμπέτας, με το βάρος της λαϊκότητας που κουβαλούσαν μπόλιασαν ουσιαστικά το έργο του Μίκη. Ο Χατζιδάκις το είχε μισοπει: Σχολιάζοντας την θεοδωρακική εκδοχή του Επιταφίου είπε πως χάρη στην φωνή του Μπιθικώτση επιτεύχθηκε ένα ενδιαφέρον αποτέλεσμα. Υπονοούσε ότι η συγκεκριμένη ενορχήστρωση χωρίς την δύναμη του Μπιθικώτση δεν μπορούσε να σταθεί. Η δική του, αντιθέτως, χρησιμοποιούσε την Μούσχουρη ως όργανο, δεν βασιζόταν πάνω της.

Με την ψευδαίσθηση λοιπόν ότι ο ίδιος και το έργο του εμφυσούν την λαϊκότητα και την σπουδαιότητα στους τραγουδιστές, κι ίσως-ίσως από μια πίκα προς τον Χατζιδάκι με τις διαβόητες απαγορεύσεις του, ο Μίκης επέτρεψε τις τελευταίες δεκαετίες σωρεία αξιολησμόνητων επανεκτελέσεων, στην οποία του Σάκη θα είναι η τελευταία και όχι, δυστυχώς, η έσχατη –ούτε καν, φοβάμαι, το κερασάκι στην τούρτα.

Πέραν αυτών δεν νομίζω ότι χρειάζεται να πούμε τίποτα άλλο. Το θέατρο θα γεμίσει κι ο Μίκης θα χαρεί. Ο Σάκης θα ζήσει τ’ όνειρο, όπως δήλωσε σε σαββατιάτικη εφημερίδα κι οι ρουβίτσες θα τσιρίζουν όταν θα τραγουδάει «Πού να βρω την ψυχή μου».

Όλα καλά.

Κατασκευάζοντας τον νέο άνθρωπο. Όρια και δυνατότητες στο Πρώιμο Βυζάντιο

Ο Στέλιος Ράμφος παρουσιάζει
6 διαλέξεις του Φώτη Βασιλείου στο Ίδρυμα Β. & Μ. Θεοχαράκη

Κατά την διάρκεια της περιόδου που ξεκινάει με την διάδοση του Χριστιανισμού και απλώνεται ως το τέλος της Εικονομαχίας ξεπήδησαν νέες ιδέες, δημιουργήθηκαν νέες ανάγκες, δόθηκαν νέες κατευθύνσεις. Καταλύτης της εξέλιξης αυτής ήταν ο Χριστιανισμός. Η διδασκαλία του συνόψισε και εξέφρασε το αίτημα για το καινούργιο, του έδωσε μορφή και δυναμική, θέτοντας παράλληλα και τα όριά του. Ο εσωτερικός κόσμος του ανθρώπου, ο ατομικός και κοινωνικός χρόνος, το εξωκοσμικό και το ενδοκοσμικό οργανώθηκαν με καινοφανή τρόπο, ο οποίος εκφράστηκε ανάγλυφα από την Χριστιανική Λογοτεχνία και τον ήρωά της. Ήταν αυτός, ο άγιος, που κάνει το μεγάλο αποφασιστικό βήμα χειραφέτησης από τα στενά πλαίσια της παραδοσιακής κοινότητας διεκδικώντας πιο ανοιχτούς ορίζοντες. Κατά συνέπεια εκεί εμπεριέχεται όχι μόνο το μεσαιωνικό πνεύμα, αλλά εν σπέρματι και ο σύγχρονος δυτικός άνθρωπος.

Διάγραμμα Διαλέξεων

  1. Αναζητώντας τον νέο άνθρωπο: Η κοινωνία, τα κείμενα, η εποχή.
    Ιστορικό περίγραμμα και προσδιορισμός των στόχων του σεμιναρίου.
  2. Νέοι άρχοντες: Ο επίσκοπος και η πόλη του.
    Πατέρας των χηρών και των ορφανών, προστάτης φτωχών και αδυνάτων, κριτής και δικαστής, ηγέτης του λαού, διαμεσολαβητής στην κεντρική εξουσία, μεσίτης στο Θεό, φιλόσοφος, πολιτικός, άγιος και θαυματουργός, ο επίσκοπος συγκέντρωνε στο πρόσωπό του τις κλασικές ελληνορωμαϊκές αρετές και τις χριστιανικές αξίες.
  3. Νέοι τρόποι: Η εμφάνιση του χριστιανικού μοναχισμού
    Ο μοναχισμός ήταν ένα από τα πιο αυθεντικά και δυναμικά κινήματα που άνοιξε νέους ορίζοντες στο φαντασιακό των ανθρώπων της ύστερης αρχαιότητας.
  4. Αγίες και αμαρτωλές: Η γυναίκα στο προσκήνιο
    Οι ιστορίες για παρθένες ασκήτριες και μετανοούσες αμαρτωλές τροφοδοτούσαν την φαντασία των Χριστιανών με τα αξεδιάλυτα βάθη της γυναικείας φύσης, ταυτόχρονα όμως αποτύπωναν με εύγλωττο τρόπο εκείνο που κόμιζε η νέα θρησκεία: άπειρες δυνατότητες και μια διαφορετική ανάγνωση της πραγματικότητας.
  5. Τριγωνίζοντας τον κύκλο: Οράματα, θαύματα και μεσιτεύσεις
    Όσο ο μοναχός απομακρυνόταν από τον κόσμο, τόσο ο κόσμος τον πλησίαζε. Όσο επιδίωκε την αμεριμνησία, τόσο γείτονες κι επισκέπτες τον φόρτωναν με τις έγνοιες τους. Λογικό: σε μια κοινωνία, όπου κανείς δεν μιλούσε για τον εαυτό του, οι διαμεσολαβητές ήταν απαραίτητοι. Και δεν υπήρχε καλλίτερος μεσολαβητής προς τον Θεό, από κάποιον που ζούσε διαρκώς κατά το θέλημά Του.
  6. Αναγνώστες των Βίων και φλογεροί προσκυνητές: Το κοινό των αγίων
    Ποιοι ήταν εκείνοι που διάβαζαν αγιολογική λογοτεχνία και προσέτρεχαν στους αγίους; Πίστευαν τα όσα πιθανά ή απίθανα εξιστορούνταν εκεί; Επηρεαζόταν η ζωή τους και πώς;

Ημερομηνίες διαλέξεων: Πέμπτη 23, 30/4/2015 και 7, 14, 21, 28/5/2015

Χώρος: Αμφιθἐατρο Ιδρύματος Β. & Μ. Θεοχαράκη

Ώρα: 18.00-20.00

Κύκλος 6 διαλέξεων: 50 €, 25 €
Μεμονωμένη διάλεξη: 10 €, 5 €