Ο Μίκης και ο Σάκης

Σε κάτι τέτοιες περιστάσεις θυμάμαι τον Μάνο Χατζιδάκι:

Στα μέσα της δεκαετίας του ’80, ο Χατζιδάκις συγκέντρωσε τα παλιά του τραγούδια, άλλα διάσημα κι αγαπημένα, άλλα παραγνωρισμένα και λησμονημένα, κάποια ανέκδοτα, και τα ξαναπρότεινε στο κοινό του μέσα από δυο μεγάλες συλλογές, την Ρωμαϊκή και την Λαϊκή Αγορά.

Αυτό που πέτυχε ο Χατζιδάκις μέσα από εκείνους τους δίσκους είναι ίσως μοναδικό. Τραγούδια που γράφτηκαν σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, με διαφορετικές προθέσεις, για να εξυπηρετήσουν διαφορετικές ανάγκες, εντάχθηκαν οργανικά σε νέα ευρύτερα σύνολα, δημιουργώντας εκ των ενόντων δύο καινούργια έργα.

Και το περιεχόμενο αυτών των έργων ήταν ο ίδιος ο Χατζιδάκις.

Τα τραγούδια δεν παρουσιάζονταν απλώς διασκευασμένα, εκμοντερνισμένα, με διαφορετική ενορχήστρωση και άλλους ερμηνευτές. Οι αλλαγές ήταν πολύ βαθύτερες, ουσιαστικότερες. Σε πολλά άλλαξε εντελώς η ατμόσφαιρα και η λειτουργία τους· η λαϊκότητα επανερμηνεύτηκε, η ερωτικότητα επαναπροσδιορίστηκε, προστέθηκε χιούμορ, διαστροφή και βαθιά μελαγχολία.

Με τις Αγορές ο συνθέτης αναθεώρησε όχι μόνο το έργο του αλλά και τον εαυτό του. Ξανασυστήνοντας τα παλιά του τραγούδια ο Χατζιδάκις ξανααυτοσυστήνεται στο κοινό του –γι’ αυτό άλλωστε την Ρωμαϊκή Αγορά συνοδεύει εκτενές αυτοβιογραφικό σημείωμα του συνθέτη. Διαβάζοντας την άγνωστη ιστορία ενός στοχαστικού, ιδιωτικού και πάντως παιγνιώδη Χατζιδάκι κι ακούγοντας τα καινούργια παλιά τραγούδια του, ο ακροατής ανακαλύπτει έναν νέο Χατζιδάκι, διαφορετικό από τον δημόσιο και διάσημο.

Σημαντικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία έπαιξε η επιλογή των τραγουδιστών. Με εξαίρεση τις συμμετοχές της Μαρίας Φαραντούρη και του Γιώργου Νταλάρα, ο Χατζιδάκις χρησιμοποίησε νεαρούς άγνωστους ερμηνευτές, στους οποίους επέβαλε έναν συγκεκριμένο τρόπο ερμηνείας. Ακόμα και οι δυο διάσημοι συμμετέχοντες φόρεσαν το ιδιότροπο χατζιδακικό κοστούμι, αφήνοντας στην κρεμάστρα το λαμπερό δικό τους. Έτσι ο Χατζιδάκις υπηρετεί το προσωπικό του όραμα, πραγματοποιεί το δικό του μεράκι και δεν αφήνει το έργο του να γίνει γαλόνι στο στήθος οποιουδήποτε τραγουδιστή-σταρ. Παράλληλα εμπεδώνει μια προσωπική αισθητική στην ερμηνεία της μουσικής του, η οποία είναι ίσως δύσπεπτη κι αντιεμπορική, αλλά αποδεικνύεται πανίσχυρη· όλες οι μετέπειτα μεθερμηνείες, ζωντανές ή στούντιο, μοιάζουν κοπιαρίσματα εκείνων των πρώτων.

Τα θυμάμαι αυτά, όχι γιατί ο Χατζιδάκις σώνει και καλά είναι το «σωστό», αλλά γιατί εκπροσωπεί τον δύσκολο, ανηφορικό δρόμο· εκείνον που όπως τότε, έτσι και στις μερες μας έχει χορταριάσει.

Ο Θεοδωράκης, από την άλλη, δεν αναθεωρεί τίποτα στη μουσική του. Ο βίος, η πολιτική δράση, η ιστορία λέγεται και ξαναλέγεται, γράφεται και σβήνεται, οι παρτιτούρες όμως μένουν ως έχουν. Τα έργα του παίζονται συνεχώς, επανηχογραφούνται, αλλά οι αλλαγές δεν είναι ουσιαστικές και δεν οφείλονται στον συνθέτη, αλλά στον εκάστοτε τραγουδιστή και τις ανάγκες του. Έτσι ο δίσκος της Αλεξίας Βασιλείου με παλιά τραγούδια του Θεοδωράκη είναι τζαζ, του Μητσιά πιο κλασικός, του Γιάννη Πάριου οπωσδήποτε «ερωτικός».

Ο Μίκης συναντάται με τους συντελεστές του δίσκου, φωτογραφίζεται μαζί τους, μερικές φορές δίνει την ευλογία του γράφοντας ένα σημείωμα ή κάνοντας μια δήλωση. Κι η επιτυχία έρχεται αβίαστα. Οι δίσκοι πουλάνε χιλιάδες αντίτυπα, χωρίς όμως να προσφέρουν τίποτα περισσότερο στον συνθέτη και το έργο του και, προπάντων, στον απαιτητικό ακροατή. Παραδόξως, δεν φαίνεται να προσφέρουν κάτι ούτε στους αοιδούς. Πέρα από μια αράδα στο βιογραφικό, τίποτα δεν μένει που να θυμίζει την συνεργασία τους με τον μεγάλο μας συνθέτη. Τα τραγούδια του δεν εντάσσονται στο ρεπερτόριό τους κι οι τραγουδιστές επιστρέφουν στα ίδια.

Γιατί η διασταύρωση με το σπουδαίο έργο δεν αρκεί για να μεταμορφώσει κάποιον. Χρειάζονται πολλά περισσότερα –ο Μίκης φαίνεται να το ξεχνάει αυτό. Όπως φαίνεται και να μπερδεύει το δημοφιλές με το λαϊκό. Το αποτέλεσμα είναι η ελαφρότητα, η οποία, φυσικά, δεν είναι κακή, όταν την αναγνωρίζουμε και δεν την νομίζουμε σαν κάτι σπουδαίο.

Κάποιοι θα πουν ότι ο Μίκης μεγάλωσε και γι’ αυτό συμβαίνουν όλα αυτά, αλλά δεν είναι έτσι. Η νοοτροπία αυτή υπήρχε πάντα. Για παράδειγμα, ο Μίκης έχει την ψευδαίσθηση ότι ο ίδιος και η μουσική του κατέστησαν τον Μπιθικώτση μεγάλο τραγουδιστή. Ίσως βρείτε στο youtube μια παλιά συνέντευξη, όπου γελώντας αφηγείται πώς πήγε και βρήκε τον Μπιθικώτση στον «Κήπο του Αλλάχ» και του ζήτησε να τραγουδήσει τον Επιτάφιο. «Σε τέτοια μαγαζιά τραγουδούσε ο Μπιθικώτσης τότε», λέει. Δεν αμφιβάλλω ότι θα του δίδαξε κάποιες τεχνικές για την αναπνοή ή την τοποθέτηση της φωνής, αλλά δεν αυτά που καθόρισαν τον Μπιθικώτση. Αρκεί ν’ ακούσει κανείς τις ηχογραφήσεις του. Θα διαπιστώσει ότι οι μεγάλες του ερμηνείες δεν είναι, όπως λέγεται, στην Ρωμιοσύνη, αλλά στα 18 τραγούδια του Μάρκου. Στην Ρωμιοσύνη είναι εντυπωσιακός, στα τραγούδια του Μάρκου είναι αξεπέραστος.

Μπορούμε, νομίζω, πλέον να το ομολογήσουμε: Ο Μπιθικώτσης υπήρξε σπουδαίος πριν τον Μίκη, μετά τον Μίκη, παράλληλα με τον Μίκη και ανεξάρτητα του Μίκη.

Ο Μπιθικώτσης, όπως και ο Χιώτης, ο Παπαδόπουλος κι ο Καρνέζης, ο Ζαμπέτας, με το βάρος της λαϊκότητας που κουβαλούσαν μπόλιασαν ουσιαστικά το έργο του Μίκη. Ο Χατζιδάκις το είχε μισοπει: Σχολιάζοντας την θεοδωρακική εκδοχή του Επιταφίου είπε πως χάρη στην φωνή του Μπιθικώτση επιτεύχθηκε ένα ενδιαφέρον αποτέλεσμα. Υπονοούσε ότι η συγκεκριμένη ενορχήστρωση χωρίς την δύναμη του Μπιθικώτση δεν μπορούσε να σταθεί. Η δική του, αντιθέτως, χρησιμοποιούσε την Μούσχουρη ως όργανο, δεν βασιζόταν πάνω της.

Με την ψευδαίσθηση λοιπόν ότι ο ίδιος και το έργο του εμφυσούν την λαϊκότητα και την σπουδαιότητα στους τραγουδιστές, κι ίσως-ίσως από μια πίκα προς τον Χατζιδάκι με τις διαβόητες απαγορεύσεις του, ο Μίκης επέτρεψε τις τελευταίες δεκαετίες σωρεία αξιολησμόνητων επανεκτελέσεων, στην οποία του Σάκη θα είναι η τελευταία και όχι, δυστυχώς, η έσχατη –ούτε καν, φοβάμαι, το κερασάκι στην τούρτα.

Πέραν αυτών δεν νομίζω ότι χρειάζεται να πούμε τίποτα άλλο. Το θέατρο θα γεμίσει κι ο Μίκης θα χαρεί. Ο Σάκης θα ζήσει τ’ όνειρο, όπως δήλωσε σε σαββατιάτικη εφημερίδα κι οι ρουβίτσες θα τσιρίζουν όταν θα τραγουδάει «Πού να βρω την ψυχή μου».

Όλα καλά.

Tagged: , , , , , , , , , , ,

One thought on “Ο Μίκης και ο Σάκης

  1. Kelli W. Duncan 27/04/2015 στο 6:10 πμ Reply

    Συμφωνω απολυτα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: