Monthly Archives: Φεβρουαρίου 2016

Το πένθος κι ο εαυτός

Η λύπη, η μελαγχολία, το πένθος, όταν ένας άνθρωπος πεθαίνει είναι φυσικά κι αναμενόμενα. Είναι ανθρώπινα, καθώς υπενθυμίζουν στον καθένα μας την κοινή μας μοίρα.

Παρατηρώ όμως μια εμμονή στα media, ειδικά τα κοινωνικά, γύρω από τους θανάτους και τα μνημόσυνα συγγραφέων, διανοούμενων, καλλιτεχνών, διασήμων εν γένει, που ξεφεύγει από το αναμενόμενο. Οι τοίχοι του facebook, η χρονογραμμή του twitter, δεν περιμένουν τον αιφνίδιο θάνατο για να πενθήσουν· καθημερινά γεμίζουν με φωτογραφίες και ημερομηνίες σπουδαίων και σημαντικών που γεννήθηκαν ή «φύγανε» σαν σήμερα.

Τα social media δεν είναι όμως ημερολόγια απωλειών ή πένθους, είναι χώροι δόμησης και αποδόμησης εαυτού. Κατά συνέπεια, το πένθος , επετειακό ή επικαιρικό, έχει σχέση με τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας. Καλλίτερα: Το πένθος είναι ο τρόπος που συγκροτούμε τον εαυτό μας.

Κι έχει ενδιαφέρον ότι οι εαυτοί δεν συγκροτούνται στη βάση καθημερινών πράξεων και παραλήψεων, επιλογών και απορρίψεων, ιδεών ή πραγμάτων, αλλά στο βάθος επιμνημόσυνων αναφορών σε ανθρώπους οπωσδήποτε σπουδαίους και σημαντικούς. Είναι εντελώς διαφορετικό να διαβάζω και να διαλέγομαι με τα έργα του Ντοστογιέφσκι, του Τόμας Μανν ή του Μπρωντέλ, να προβληματίζομαι με τις ιδέες τους και να τους σχολιάζω στην ιστοσελίδα ή τον φεϊσμπουκικό μου τοίχο, κι άλλο να παραφυλάω την μέρα που γεννήθηκαν ή που πέθαναν για να αναρτήσω την φωτογραφία τους με τις ημερομηνίες αρχής και τέλους.

Σκέφτομαι ότι δεν είναι εύκολο να εξηγηθεί το φαινόμενο –άλλωστε δεν αποτελεί ελληνικό προνόμιο, αλλά ολόκληρου του ευρωπαϊκού, ίσως του δυτικού, κόσμου. Έχει να κάνει με τον τρόπο που οριοθετούμε τις σχέσεις μας, πώς τοποθετούμε τους εαυτούς μας αναφορικά με το παρόν και το παρελθόν, την πολύμορφη ανασφάλεια που βιώνουμε, το έλλειμμα σε στόχους, σε οράματα και αξίες· με την εμπειρία χιλιετηρίδων που συνολικά, σαν ανθρωπότητα, αλλά κι ο καθένας ξεχωριστά, κουβαλάμε στους ώμους μας. Κι έχει βεβαίως να κάνει και με την πολυπλοκότητα του κόσμου, το πλήθος των ανεπεξέργαστων πληροφοριών που δεχόμαστε, τους αστραπιαίους ρυθμούς που ζούμε τις ζωές μας.

Φαίνεται ότι όσο τρέχουμε πίσω από τις εξελίξεις για να τις προλάβουμε, τόσο ακίνητη στέκει η ψυχή μας. Ανίκανη να κάνει ένα βήμα μπροστά, καθηλωμένη, αδυνατεί να διακρίνει την ομορφιά της πραγματικότητας, να αφομοιώσει την εμπειρία του παρόντος, να την μετουσιώσει σε έργο, κι έτσι αναπαύεται βουλιάζοντας στην πένθιμη νοσταλγία –είναι αυτός ο «πολιτισμός θανάτου, που περιέγραφε ο Ευγένιος Αρανίτσης ήδη από το (ευφορικό και προ-Ολυμπιακό) 1999.

………………

Να παγώσουμε τον χρόνο ή να τον βραδύνουμε, να στενέψουμε τον χώρο, να απλοποιήσουμε τον κόσμο, είναι αδύνατο. Ο εγχρονισμός στο σήμερα είναι ο μόνος τρόπος να απαλλαγούμε από την θανατίλα της νοσταλγίας και το μόνιμο πένθος· ο μόνος τρόπος να γίνουμε δημιουργικοί και ν’ αγαπήσουμε ξανά αυτό που έχουμε κι αυτό που είμαστε· ο μόνος τρόπος εν τέλει να σώσουμε την ψυχή μας…

Advertisements

Κατάρρευση

«Η κατάρρευση άρχισε ύπουλα, σαν όλες τις ψυχικές ασθένειες, και μάλιστα σε μιαν εποχή που ένιωθα σιδερένιος και χωρίς εκκρεμότητες», είναι η εναρκτήρια φράση του Κωστή Παπαγιώργη στο Σύνδρομο αγοραφοβίας (Εκδ. Καστανιώτη, 1998) και σκέφτομαι ότι ακριβώς η ίδια θα μπορούσε να τοποθετηθεί και στην αρχή ενός δοκιμίου, μιας μελέτης για την σημερινή Κρίση.

Νομίζω ότι όλοι συνομολογούμε –σε διαφορετική ένταση είναι η αλήθεια– ότι η Κρίση, παρότι κατατρώει μισθούς, συντάξεις κι επιδόματα, δεν είναι απλώς και μόνο οικονομική, αλλά δομική, εσωτερική του κράτους μας. Γι’ αυτό άλλωστε δεν θυμάμαι να υπάρχει κάποιος που να υποστηρίζει στα σοβαρά ότι δεν υφίσταται η αναγκαιότητα διαρθρωτικών αλλαγών και ότι μπορούμε να ξανασταθούμε στα πόδια μας με το ίδιο κράτος, με τις ίδιες αρχές και κοινωνικές προτεραιότητες.

Κι έπειτα, αναζητώντας το πότε έπεσε ο κακός σπόρος, πάμε πίσω σε εποχές που όχι μόνο δεν φανταζόμασταν ότι θα βιώναμε τέτοιες καταστάσεις, αλλά παρασυρμένοι από ένα πνεύμα αισιοδοξίας, που σήμερα φαντάζει και αφελής και κούφια και εγκληματική ίσως, γεμίζαμε τα γήπεδα για να τραγουδήσουμε άσματα για ήλιους.

Ποια είναι η λύση, ίσως αναρωτιέστε. Και μαζί σας αναρωτιέμαι κι εγώ. Γιατί δεν ξέρω –φαντάζομαι, αλλά δεν ξέρω. Και δεν θέλω μέσα στον ορυμαγδό των αναλύσεων και των εκτιμήσεων από ειδικούς και –κυρίως– από μη-ειδικούς (βέβαια στον τόπο μας έχουμε μιαν ευκολία να αυτοανακηρυσσόμαστε ειδικοί επί παντός) δεν θα ήθελα να προσθέσω και την δική μου φλυαρία επί του θέματος. Έτσι επιστρέφω στο βιβλίο.

Το οποίο μπορεί να ιδωθεί ως εξομολογητικό δοκίμιο, αλλά και ως μια έντονη, δραματική περιπέτεια με αγωνία, απρόσμενες ανατροπές και χιούμορ (για την ακρίβεια: αυτοσαρκασμό) που υπονομεύει πρώτα τον αφηγητή και μετά τον αναγνώστη –κάτι σαν τον Indiana Jones δηλαδή.

Κι όπως συμβαίνει σε αυτού του είδους τις περιπέτειες, έτσι και στο Σύνδρομο αγοραφοβίας το τέλος είναι happy:

«Είχα γιάνει επιτέλους», μας πληροφορεί ο συγγραφέας στην τελευταία του πρόταση.

Κι αυτό είναι το αισιόδοξο μήνυμα του βιβλίου:

Η αρρώστια μπορεί να θεραπευτεί. Η κατάρρευση μπορεί να ανατραπεί και να δώσει την θέση της στην ανόρθωση.

Αρκεί κάτι πολύ απλό, αλλά και πολύ δύσκολο καταπώς φαίνεται: Η αποδοχή εκείνου που είμαστε και εκείνου που είναι ο κόσμος, έτσι ώστε και εμείς να ενταχθούμε μέσα στον κόσμο, αλλά και ο κόσμος να βρει ένα κομμάτι στον μέσα εαυτό μας.

Και βέβαια ο έσωθεν και έξωθεν κόσμος, η ζωή αν προτιμάτε, δεν είναι μόνο γιορτή, χαρά και τραγούδι, αλλά είναι και φθορά και θάνατος –κατά κάποιο τρόπο μάλιστα είναι κυρίως φθορά και θάνατος.

Την πραγματικότητα αυτή καλούμαστε να διαχειριστούμε άμα τη ενηλικιώσει μας. Ερωτευόμαστε, γεννάμε, γράφουμε και διαβάζουμε μισοκλείνοντας το μάτι στον θάνατο. Με την βεβαιότητα ότι αν σε προσωπικό επίπεδο η μάχη θα αποδειχτεί άνιση για μας, στο ευρύτερο μπορεί και να είναι άνιση για τον Μαύρο Καβαλάρη.

Τελικά η ζωή αποκτά νόημα και βηματισμό από τη στιγμή που αποδεχθούμε την πραγματικότητα μέσα κι έξω και προσπαθήσουμε να την υπερβούμε. Και το παράξενο είναι ότι αυτή η προσπάθεια συνίσταται από τα πιο απλά, τα πιο καθημερινά πράγματα –στην αναγνώριση της ομορφιάς των πιο απλών και πιο καθημερινών πραγμάτων.

Άνθρωποι ή ακάουντ

Το έχουμε πλέον εμπεδώσει:

Το διαδίκτυο δεν είναι ένα ακόμα εργαλείο στα χέρια μας, αλλά ένας ολοκαίνουργιος τόπος, στο οποίο μπορούμε να κινούμαστε ελεύθερα και ίσως-ίσως να υπάρξουμε.

Αχανής κι αχαρτογράφητος, ο κόσμος του διαδικτύου έχει μια θεμελιώδη διαφορά από τον άλλο, τον παλαιό κόσμο: Είναι απολύτως χρηστικός. Φτιάχτηκε ως εργαλείο κι εξελίχθηκε σε χώρο υπηρετώντας δυο σημαντικές ανάγκες του σύγχρονου ανθρώπου: την δικτύωση και την ανταλλαγή πληροφοριών. Γιατί παρά την αύξηση των αναγκών που καλύπτει/δημιουργεί το διαδίκτυο, ο άνθρωπος, το μέσα, η ουσία του, αποζητά και ειρηνεύει σε μη-χρηστικές σχέσεις, καταστάσεις, δραστηριότητες, όπως και ο πρωτόγονος πρόγονός του.

Μας αρέσει να τα μπερδεύουμε, όντας και οι ίδιοι μπερδεμένοι, αλλά τα πράγματα παραμένουν απολύτως διακριτά: Άλλο η παρέα κι άλλο το δίκτυο. Όπως, άλλο η επικοινωνία, δηλαδή η συνεννόηση σε ένα ανώτερο επίπεδο, η οποία προϋποθέτει την ύπαρξη μιας σχέσης (φιλικής, ερωτικής, επαγγελματικής κτλ) κι άλλο η ανταλλαγή πληροφοριών που εξυπηρετεί αμοιβαία συμφέροντα. Και είναι εντελώς διαφορετικός ο κοινωνικός άνθρωπος από τον καλά δικτυωμένο –το αστείο για εκείνον με τους εκατοντάδες φίλους στο facebook, που δεν έχει έναν να βγει μαζί του το Σαββατόβραδο ή να του τηλεφωνήσει να πει τον πόνο του, δεν είναι πλέον αστείο.

Ο τεχνοβιότοπος του διαδικτύου επιτρέπει την ανάπτυξη συμπεριφορών, που προηγουμένως θεωρούνταν περιθωριακές και προβληματικές. Ο τύπος με το παραφουσκωμένο εγώ, για παράδειγμα, που κυκλοφορεί στα κοινωνικά δίκτυα μαζεύοντας λάικ και φαβ, και συλλέγει οπαδούς, φίλους κι ακολούθους επιδεικνύοντας μιαν αφελή και συχνά επιθετική ευαισθησία, οπωσδήποτε επιδερμική και ανάλογη του συρμού, στην προ-διαδικτύου εποχή, αν υπήρχε, ήταν περιορισμένος στη γειτονιά ή το διαμέρισμά του. Σήμερα όμως που έχει χώρο ν’ αλωνίζει, βιτρίνα για να μοστράρεται και, κυρίως, βλέμματα που τον παρακολουθούν και να καθορίζουν την συμπεριφορά του, μετατρέπεται σε επιτυχημένο ακάουντ.

Το σουξέ ήταν πάντα εύπεπτο, ελαφρύ και μακριά από τα ζόρικα ζητήματα –συνεπώς δεν είναι η ανοησία ή η αφέλεια που ενοχλεί. Πρόβλημα είναι η έκπτωση ή η μετάθεση βασικών αναγκών. Η επαφή, η σχέση, αντικειμενικοποιείται, καθίσταται μετρήσιμο μέγεθος, και μετατρέπεται σε πρωταθλητισμό. Κι όπως ο καθένας που ασχολείται με τον πρωταθλητισμό είναι εξ ορισμού ανταγωνιστικός και πιθανότατα επιθετικός, έτσι και εκείνοι προβάλλουν την πραμάτεια τους. Μοναδικός στόχος είναι τα λάικ και βασικά μέσα το γλυκερό συναίσθημα και η βάναυση εριστικότητα. Η λογική –όπως και το γνήσιο αίσθημα– είναι διεργασία που απαιτεί χρόνο για να γονιμοποιηθεί, έχουν εξοριστεί. Τα επιχειρήματα είναι επιφανειακά, με πολυχρησιμοποιημένες λέξεις και φράσεις, που δεν εννοούν τόσα όσα υπονοούν ή περιορίζονται σε εικόνες (παιδιά, γατιά, κουτάβια, φεγγάρια, ηλιοβασιλέματα κτλ) που γαργαλάνε το χαμηλό υπογάστριο του θυμικού. Ένας πηχτός, κολλώδης συναισθηματισμός διαχέεται στον δημόσιο και ιδιωτικό βίο, που καταπίνει τα πάντα –ακόμα και τους σκοπούς που υποτίθεται ότι υποστηρίζει, ακόμα και τους ανθρώπους, στους οποίους υποτίθεται ότι συμπαραστέκεται –προπάντων όμως εκείνους που τον παράγουν. Στην αγωνία τους να κατασκευάσουν ένα διακριτό πρόσωπο και να φανούν, βουλιάζουν στη χωματερή του διαδικτύου.

Το ερώτημα είναι τι θα αναδυθεί από κει μέσα…

 

———

Δημοσιεύτηκε στο frear.gr