Category Archives: Βυζάντιο

Μεγαλοβδομάδα

Δεν είναι δύσκολο να σου αρέσουν τα Χριστούγεννα. Όπως δεν είναι δύσκολο να χαμογελάσεις όταν βλέπεις ένα νεογέννητο. Δεν χρειάζεται να είσαι Χριστιανός για να συμμετέχεις στην χριστουγεννιάτικη εορταστική παραζάλη. Όλα είναι τόσο πολύχρωμα κι ανάλαφρα που στροβιλίζεσαι μαζί τους χωρίς καλά-καλά να το καταλάβεις: Στην καρδιά του χειμώνα, στολισμένες βιτρίνες, φωτισμένα δέντρα, δώρα, ρεβεγιόν -είναι αδύνατο να μην σου αρέσουν τα Χριστούγεννα, εκτός πια κι αν έχεις σοβαρή κατάθλιψη.

Το Πάσχα είναι άλλη φάση. Στο κέντρο του βρίσκεται / προϋπόθεσή του είναι ένας θάνατος. Κι όχι ένας οποιοσδήποτε θάνατος, αλλά θάνατος σκληρός, αγωνιώδης, πρόωρος και βάρβαρος. Και μετά, για να γίνουν τα πράγματα ακόμα χειρότερα, υπάρχει και η Ανάσταση -τι ακατανόητο πράμα! Εντάξει, υπάρχουν βέβαια τα ψητά αρνιά, τα κόκκινα αυγά, τα κουλούρια και τα τσουρέκια, οι λαμπάδες και το φιλί, τα οποία -ας το παραδεχτούμε- αν τα ξεκόψεις από την Ανάσταση, βγάζουν χοντροκοπιά, βαρβαρότητα και χωριατίλα. Καμιά σχέση με τα ποπ λαμπιόνια των Χριστουγέννων. Με έναν τρόπο λογικό και ταυτόχρονα μυστικό, το Πάσχα αντιστέκεται στην ελαφρότητα της νεωτερικότητας.

Είναι φυσιολογικό.

Μια κοινωνία, ένας πολιτισμός, που προσπαθεί να απωθήσει και να μην αντιμετωπίσει οτιδήποτε έχει σχέση με την φθορά, της είναι δύσκολο, για να μην πω αδύνατο, να ασχοληθεί σοβαρά με τον θάνατο.

Σκέφτομαι πόσο άλλαξε η αντιμετώπιση των νεκρών τα χρόνια που εγώ θυμάμαι: Παλιά ο νεκρός πήγαινε στο σπίτι του, όπου τον περίμεναν συγγενείς, φίλοι και γείτονες, μαζεύονταν κόσμος, τον ξενυχτούσαν, μερικές φορές και δύο βράδια, κι ύστερα όλοι μαζί, πομπή, τον πήγαιναν στην Εκκλησία και στο κοιμητήριο. Υπήρχε θρήνος, αλλά και πολλή ηρεμία. Ήταν μια γιορτή απ’ το ανάποδο. Σήμερα προσπαθούμε να ξεφορτωθούμε τον νεκρό όσο πιο γρήγορα γίνεται. Δεν θέλουμε να τον αντικρίσουμε. Το ιδανικό είναι από το νεκροτομείο να πάει κατευθείαν στο νεκροταφίο. Εκεί να συγκεντρωθούν οι γνωστοί για τον τελευταίο χαιρετισμό και μετά όλοι γρήγορα στα σπίτια τους.

Μια κοινωνία όμως που δεν ξέρει να πενθεί, πώς να βιώσει την χαρμολύπη;

Κι όμως, η χαρά δεν χρειάζεται ενίσχυση για να την διαχειριστείς. Μπορεί ο καθένας μόνος του να κουβαλήσει το φορτίο της ευτυχίας. Τα ζόρια είναι στην άλλη πλευρά, στην αρρώστια και τον θάνατο. Εκεί χρειαζόμαστε αρωγή, σε αυτά θέλουμε να μας κάνουν κουράγιο. Όμως εμείς -κι όταν λέω εδώ εμείς εννοώ την κοινωνία, τον πολιτισμό μας- εμείς προτιμούμε να επιμερίζουμε τον πόνο στο κεφάλι του κάθε παθόντος και να στεγανοποιούμε το εγώ μας. Αυτό ίσως να λειτουργεί απέναντι στο κάθε μεμονωμένο περιστατικό, αλλά πόσο μπορούμε να προχωρήσουμε και πού μπορούμε να φτάσουμε απωθώντας το ερώτημα περί θανάτου; Το βασικότερο ίσως ερώτημα στην ζωή κάθε ανθρώπου ασχέτως φύλου, ηλικίας, μόρφωσης, επαγγέλματος, πλούτου. Το ερώτημα που αν απαντηθεί, νοηματοδοτεί τις πράξεις μας, δίνει αέρα στις ζωές μας.

Η J. Perkins θεωρεί, και συμφωνώ απολύτως μαζί της, ως το καθοριστικό στοιχείο που συνέβαλε στην διάδοση και την επικράτηση του Χριστιανισμού την αντίληψη που κόμισε περί θανάτου, πόνου και αρρώστιας. Εμείς σήμερα, που το πολιτιστικό και κοινωνικό μας DNA κουβαλάει 2000 Χριστιανισμού, δύσκολα ίσως συνειδητοποιούμε πόσο ριζικά διαφορετικό φαινόταν τότε το κήρυγμα της Εκκλησίας. Πόσο ριζικά διαφορετικό παραμένει ακόμα και σήμερα. Σκεφτείτε μόνο ότι happy end στη χριστιανική λογοτεχνία της Ύστερης Αρχαιότητας ήταν ο θάνατος του ήρωα, ενώ στην παγανιστική ήταν φυσικά ο γάμος… Αυτή ακριβώς η αντίληψη κρατούσε εκείνους τους πρώτους Χριστιανούς εντός κι εκτός κοινωνίας / τους έκανε να φαίνονται αντικοινωνικοί, εχθροί του κράτους, της πόλης, του πολιτισμού. Και ίσως έτσι να ήταν. Τίποτε δεν μας βεβαιώνει ότι ο Χριστιανός-«μέσος άνθρωπος», που όλοι θεωρούμε ως δεδομένο, όντως υπήρχε τότε. Βέβαιο όμως είναι πως πάνω σε αυτή την άλλη, την αντικοινωνική αν θέλετε, αντίληψη περί θανάτου, χτίστηκαν νέοι κόσμοι και νέες κοινωνίες.

Ξεπεράστηκε η απάντηση που έδωσε ο Χριστιανισμός στο ερώτημα του θανάτου;

Δεν ξέρω. Δεν το πιστεύω, δηλαδή. Αν ξεπεράστηκε κάτι, είναι ο συναισθηματισμός, δηλαδή η υστερική απόλαυση που προσέφερε ένας συγκεκριμένος ναρκισσισμός, ο οποίος φυσικά καταλήγει και σε ιδεολογίες/ιδεοληψίες και σε στείρο φανατισμό. Αυτός ξεπεράστηκε – ελπίζω να ξεπεράστηκε. Το άλλο, η υπέρβαση του θανάτου, είναι πάντα εδώ, ελπίζω να είναι πάντα εδώ, και να μας περιμένει.

Ακόμα όμως και αν η Χριστιανική απάντηση ξεπεράστηκε, δεν αντικαταστάθηκε. Με άλλα λόγια, όπως και να το δεις, όπως κι αν το μετρήσεις, το κενό στις ζωές μας παραμένει εδώ και κραυγάζει προκλητικά. Όσο και να πιέζουμε τα δάχτυλα στ’ αυτιά μας, δεν υπάρχει περίπτωση, κάποια στιγμή θα το ακούσουμε.

………………………….

Όπως καταλαβαίνετε το κείμενο αυτό, όπως και όλα τα κείμενα του Σημειωματάριου, απάντηση, συμβουλές, παροτρύνσεις δεν περιέχει. Δεν έχω την θωράκιση που απαιτείται για να σας πω τι πρέπει να κάνετε, να πιστέψετε, να σκεφτείτε. Δεν έχω την θωράκιση που χρειάζεται για να σκεφτώ, να πιστέψω ή να κάνω ο ίδιος. Μεγάλη Παρασκευή σήμερα και θα σύρω τα βήματά μου στην Εκκλησία με την τυφλή πεποίθηση, ότι κάτι συμβαίνει εκεί μέσα. Ελπίζοντας ότι θα το ψηλαφίσω. Κι αυτό εύχομαι σε σας και σε μένα με όλη μου την καρδιά: Να το ψηλαφίσουμε!

Advertisements

Κατασκευάζοντας τον νέο άνθρωπο. Όρια και δυνατότητες στο Πρώιμο Βυζάντιο

Ο Στέλιος Ράμφος παρουσιάζει
6 διαλέξεις του Φώτη Βασιλείου στο Ίδρυμα Β. & Μ. Θεοχαράκη

Κατά την διάρκεια της περιόδου που ξεκινάει με την διάδοση του Χριστιανισμού και απλώνεται ως το τέλος της Εικονομαχίας ξεπήδησαν νέες ιδέες, δημιουργήθηκαν νέες ανάγκες, δόθηκαν νέες κατευθύνσεις. Καταλύτης της εξέλιξης αυτής ήταν ο Χριστιανισμός. Η διδασκαλία του συνόψισε και εξέφρασε το αίτημα για το καινούργιο, του έδωσε μορφή και δυναμική, θέτοντας παράλληλα και τα όριά του. Ο εσωτερικός κόσμος του ανθρώπου, ο ατομικός και κοινωνικός χρόνος, το εξωκοσμικό και το ενδοκοσμικό οργανώθηκαν με καινοφανή τρόπο, ο οποίος εκφράστηκε ανάγλυφα από την Χριστιανική Λογοτεχνία και τον ήρωά της. Ήταν αυτός, ο άγιος, που κάνει το μεγάλο αποφασιστικό βήμα χειραφέτησης από τα στενά πλαίσια της παραδοσιακής κοινότητας διεκδικώντας πιο ανοιχτούς ορίζοντες. Κατά συνέπεια εκεί εμπεριέχεται όχι μόνο το μεσαιωνικό πνεύμα, αλλά εν σπέρματι και ο σύγχρονος δυτικός άνθρωπος.

Διάγραμμα Διαλέξεων

  1. Αναζητώντας τον νέο άνθρωπο: Η κοινωνία, τα κείμενα, η εποχή.
    Ιστορικό περίγραμμα και προσδιορισμός των στόχων του σεμιναρίου.
  2. Νέοι άρχοντες: Ο επίσκοπος και η πόλη του.
    Πατέρας των χηρών και των ορφανών, προστάτης φτωχών και αδυνάτων, κριτής και δικαστής, ηγέτης του λαού, διαμεσολαβητής στην κεντρική εξουσία, μεσίτης στο Θεό, φιλόσοφος, πολιτικός, άγιος και θαυματουργός, ο επίσκοπος συγκέντρωνε στο πρόσωπό του τις κλασικές ελληνορωμαϊκές αρετές και τις χριστιανικές αξίες.
  3. Νέοι τρόποι: Η εμφάνιση του χριστιανικού μοναχισμού
    Ο μοναχισμός ήταν ένα από τα πιο αυθεντικά και δυναμικά κινήματα που άνοιξε νέους ορίζοντες στο φαντασιακό των ανθρώπων της ύστερης αρχαιότητας.
  4. Αγίες και αμαρτωλές: Η γυναίκα στο προσκήνιο
    Οι ιστορίες για παρθένες ασκήτριες και μετανοούσες αμαρτωλές τροφοδοτούσαν την φαντασία των Χριστιανών με τα αξεδιάλυτα βάθη της γυναικείας φύσης, ταυτόχρονα όμως αποτύπωναν με εύγλωττο τρόπο εκείνο που κόμιζε η νέα θρησκεία: άπειρες δυνατότητες και μια διαφορετική ανάγνωση της πραγματικότητας.
  5. Τριγωνίζοντας τον κύκλο: Οράματα, θαύματα και μεσιτεύσεις
    Όσο ο μοναχός απομακρυνόταν από τον κόσμο, τόσο ο κόσμος τον πλησίαζε. Όσο επιδίωκε την αμεριμνησία, τόσο γείτονες κι επισκέπτες τον φόρτωναν με τις έγνοιες τους. Λογικό: σε μια κοινωνία, όπου κανείς δεν μιλούσε για τον εαυτό του, οι διαμεσολαβητές ήταν απαραίτητοι. Και δεν υπήρχε καλλίτερος μεσολαβητής προς τον Θεό, από κάποιον που ζούσε διαρκώς κατά το θέλημά Του.
  6. Αναγνώστες των Βίων και φλογεροί προσκυνητές: Το κοινό των αγίων
    Ποιοι ήταν εκείνοι που διάβαζαν αγιολογική λογοτεχνία και προσέτρεχαν στους αγίους; Πίστευαν τα όσα πιθανά ή απίθανα εξιστορούνταν εκεί; Επηρεαζόταν η ζωή τους και πώς;

Ημερομηνίες διαλέξεων: Πέμπτη 23, 30/4/2015 και 7, 14, 21, 28/5/2015

Χώρος: Αμφιθἐατρο Ιδρύματος Β. & Μ. Θεοχαράκη

Ώρα: 18.00-20.00

Κύκλος 6 διαλέξεων: 50 €, 25 €
Μεμονωμένη διάλεξη: 10 €, 5 €

 

Ηλίας Γιαρένης: Για το «Ποιμένας ή Τύραννος» (Βιβλιοκρισία)

Ο συγγραφέας είναι ιστορικός, μεταδιδακτορικός υπότροφος του Ιδρύματος Fernand Braudel. Σπούδασε Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Εκπόνησε τη διδακτορική του διατριβή στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου, της οποίας το βιβλίο αποτελεί ελαφρώς επεξεργασμένη μορφή.

Ξεφυλλίζοντας το βιβλίο, μετά τον τίτλο δίδονται τα Περιεχόμενα και ακολούθως το πυκνό και τεκμηριωμένο Προλόγισμα του Καθηγητή Στέφανου Ευθυμιάδη, το οποίο εντάσσει την μελέτη στο θεωρητικό και μεθοδολογικό πλαίσιο της αγιολογικής έρευνας. Μετά τις καθιερωμένες Ευχαριστίες και τον πίνακα των Βραχυγραφιών, κυρίως περιοδικών, ο αναγνώστης βρίσκεται μπροστά στα Κεφάλαια της μελέτης.

Ήδη από τον τίτλο του έργου γίνεται σαφής η σκιαγράφηση δύο εικόνων ή ιδιοτήτων, οι οποίες συγκροτούν δίπολο για την προβαλλόμενη κοινωνική λειτουργία του πατέρα. Στο επίκεντρο της εξέτασης, τίθεται ο πατέρας – όχι ο πατέρας της Εκκλησίας, ούτε ευρύτερα ο συμβολικός πατέρας, που εκείνη την περίοδο βρίσκεται παντού. Η εξέταση εστιάζεται στον βιολογικό πατέρα, οπωσδήποτε με τις κοινωνικές και συμβολικές προεκτάσεις της εικόνας του που προκύπτει από την αγιολογική γραμματεία.

Πολύτιμες πηγές για την αντιμετώπιση των διαφόρων ερευνητικών ζητημάτων με τα οποία ασχολείται η μελέτη, υπήρξαν κυρίως ελληνικά αγιολογικά κείμενα σε κριτικές εκδόσεις αυτόνομες είτε ενταγμένες σε καταξιωμένες διεθνώς σειρές, ή τυπωμένες σε έγκριτα περιοδικά. Όπου δεν ήταν διαθέσιμες κριτικές εκδόσεις, αξιοποιήθηκαν οι πολύτιμες κιβωτοί των Acta Sanctorum και της Patrologia Graeca.

Από την δευτερεύουσα βιβλιογραφία αξιοποιήθηκαν χρήσιμα εργαλεία έρευνας, βασικά έργα για την Ύστερη Αρχαιότητα και την Ελληνική Αγιολογία, αλλά και ειδικότερες συμβολές ερευνητών για την οικογένεια, τον πατέρα και την πατρότητα κυρίως στην αγγλική, γαλλική και γερμανική γλώσσα. Τα «διαβάσματα» του συγγραφέα είναι οπωσδήποτε ευρέα και ποικίλα, κάτι που συντελεί σε φρεσκάδα σκέψης και σε δημιουργική αναζήτηση της γλώσσας που θα εκφράσει αποτελεσματικότερα τα ερωτήματα. Πρόκειται για ερωτήματα με νεωτερική – ή και μετανεωτερική, κάποιες στιγμές – θεώρηση, τα οποία όμως προκύπτουν από γνώση και σεβασμό του αντικειμένου της έρευνας, και χωρίς προκατασκευασμένες ιδέες για «τα κείμενα και τα πρόσωπα».

Ποιμένας ή τύραννος

Το βιβλίο διαρθρώνεται σε 6 Κεφάλαια. Το πρώτο από αυτά, έκτασης 20 σελίδων (σσ. 21-40), συνιστά την Εισαγωγή, η οποία διαρθρώνεται σε 5 ενότητες. Σε αυτήν εντοπίζονται τα κοινά χαρακτηριστικά των παραδόσεων της οικογένειας στις μεσογειακές κοινωνίες που αποτελούσαν το υπόβαθρο της Ύστερης Αρχαιότητας, πλάι στην εξουσία που ασκούσε ο πατέρας στα τέκνα του στη ρωμαϊκή κοινωνία, αλλά και σε συνάρτηση με τις χριστιανικές απόψεις για τον γάμο και την οικογένεια, οι οποίες επηρέασαν σημαντικά τις αντιλήψεις και για τον πατέρα. Η εξουσία του paterfamilias όπως αποτυπώνεται στο ρωμαϊκό δίκαιο και επηρεάζει την κοινωνική λειτουργία του πατέρα, τις ενδο-οικογενειακές σχέσεις, καθώς και την σχέση της οικογένειας και των μελών της με τον κόσμο πέραν της οικίας, επιχειρείται να συνεξετασθεί με τα άλλα δομικά στοιχεία –παραδοσιακά και καινοφανή –με αποτέλεσμα ο αναγνώστης να εισαχθεί στις πραγματικότητες που θα αναπτυχθούν στο κυρίως μέρος. Δύο μικρές περαιτέρω ενότητες της εισαγωγής, το «Μελετώντας τον πατέρα» και το «Αναζητώντας τον πατέρα» παρέχουν στον αναγνώστη ευσύνοπτη εικόνα των βιβλιογραφικών αναζητήσεων και των θεωρητικών και μεθοδολογικών εργαλείων και ερμηνευτικών διαδρομών της έρευνας, ενώ παραλλήλως διευκρινίζουν την θεματική στόχευση και την ερευνητική ματιά.

Το δεύτερο Κεφάλαιο της μελέτης, έκτασης 46 σελίδων (σσ. 41-86), επιγράφεται «Απόστολος και Διώκτης: Ο Πατέρας στην Μαρτυριολογική Λογοτεχνία», και αναπτύσσεται σε 10 υποκεφάλαια. Στο επίκεντρο της πραγμάτευσης εδώ τίθενται τα Μαρτύρια, μέσα από τα οποία εξετάζεται συστηματικά και αναλυτικά η εικόνα του πατέρα, χριστιανού ή εθνικού. Οι δύο τύποι πατέρα, ο χριστιανός και ο εθνικός, κυριαρχούν στα κείμενα αυτά, με την αντίστοιχη απόδοση καλών και κακών χαρακτηριστικών που αναμένει κάποιος από μία στρατευμένη λογοτεχνία. Ωστόσο, πέραν αυτής της βασικής διάκρισης, υπάρχουν και διαφοροποιημένα κατά περίπτωση –και ενίοτε εξατομικευμένα– χαρακτηριστικά και ιδιότητες, οι οποίες εντοπίζονται, σχολιάζονται και εντάσσονται στο κοινωνικό και πνευματικό κλίμα της περιόδου.

Το τρίτο και εκτενέστερο όλων κεφάλαιο του βιβλίου, έκτασης 108 σελίδων (σσ. 87-194), φέρει τον τίτλο «Νικώντας τον κόσμο: Ο πατέρας του αγίου», και εξακτινώνεται σε 8 υποκεφάλαια, με αντίστοιχες επιμέρους ενότητες. Εδώ στο επίκεντρο τίθενται οι Βίοι των αγίων, δηλαδή τα bestsellers της Ύστερης Αρχαιότητας και της μακραίωνης βυζαντινής διαδρομής. Ο συγγραφέας εκκινεί από την θεμελιώδη συμβολή του Peter Brown για τον Άγιο Άνδρα και ιδίως για την κοινωνική και πνευματική του λειτουργία στον πολύχρωμο –όχι όμως πάντοτε ήσυχο – κόσμο της Ύστερης Αρχαιότητας. Είναι αλήθεια ότι η σχετική έρευνα έχει στραφεί στη μελέτη και την ανάλυση των κοινωνικών δομών και σε ζητήματα «κοινωνικού φύλου», στη διερεύνηση του ρόλου της γυναίκας, των συναισθημάτων, των νοοτροπιών και της καθημερινής ζωής. Για τον λόγο αυτό σταδιακά ανακαλύφθηκε και αξιοποιήθηκε ιδιαιτέρως η Αγιολογία, δηλαδή ο τομέας της γραμματειακής (ή λογοτεχνικής) παραγωγής που –χωρίς να το επιδιώκει– φωτίζει ιδίως τέτοιου είδους πτυχές. Ωστόσο, η διεθνής έκρηξη των σπουδών του κοινωνικού φύλου και η εντυπωσιακή άνοδος της Αγιολογίας ως αντικειμένου έρευνας δεν έχουν έως σήμερα οδηγήσει σε ικανοποιητική μελέτη του ρόλου του άνδρα στο πλαίσιο του λεγόμενου κοινωνικού φύλου, ούτε στην ανάδειξη των πτυχών της κοινωνικής του λειτουργίας στην οικογένεια, στην εργασία, αλλά και σε όψεις του καθ’ ημέραν βίου. Ο αναγνώστης λαμβάνει επίσης καλή εικόνα του ήρωα του κάθε Βίου, καθώς και των προσώπων γύρω από τον άγιο. Στα αγιολογικά κείμενα που εξετάζονται, χωρία των οποίων παρατίθενται προς διευκόλυνση του αναγνώστη, εμφανίζονται εμβληματικοί Βίοι εμβληματικών αγίων. Οι Βίοι αυτοί ως κείμενα ισορροπούν ανάμεσα σε ρητορικούς τόπους –και κοινούς αφηγηματικούς τρόπους– , και σε διαφοροποιήσεις από την άποψη της ζωής του αγίου, του τύπου της αγιοσύνης του και της άσκησής του. Η κατάσταση αυτή αφορά άλλωστε σχεδόν όλους τους προμεταφραστικούς Βίους αγίων, δηλαδή τους Βίους που είχαν συγκροτηθεί πριν από τον Πρώτο Βυζαντινό Ουμανισμό, και την σχετική δραστηριότητα του Συμεών Μεταφραστή.

Το τέταρτο Κεφάλαιο, έκτασης 56 σελίδων (σσ. 195-250), επιγράφεται «Ικέτης και κύριος: Ο πατέρας του λαϊκού», και διαρθρώνεται σε 9 υποκεφάλαια. Κύρια κατηγορία πηγών εδώ αποτελούν οι συλλογές Θαυμάτων, οι οποίες βρίσκονται εγκιβωτισμένες στο κείμενο του Βίου του αγίου, είτε συνιστούν ξεχωριστά έργα, με αφήγηση περιστατικών θεραπειών διαφόρων ασθενειών. Τα αγιολογικά αυτά κείμενα λειτουργούν ως αφετηρία για την ανασύνθεση στοιχείων της κοινωνικής λειτουργίας, της απόδοσης τιμής στους αγίους, καθώς και πτυχών νοοτροπιών και εικόνων σχετικά με την οικογένεια, το τέκνο της οποίας ασθενούσε και η θεραπεία από τον άγιο ήταν η μόνη λύση. Η ικεσία, η ευγνωμοσύνη ή η σκληρότητα του πατέρα απέναντι στον θεραπευτή-άγιο συνεξετάζεται με τα αντίστοιχα δεδομένα για τον άλλο πόλο της οικογένειας, την μητέρα.

Το πέμπτο Κεφάλαιο, έκτασης 78 σελίδων (σσ. 251-328), φέρει τον παιγνιώδη τίτλο «Οι πατέρες των Πατέρων» και εξετάζει τη σχέση του Γρηγορίου του πρεσβυτέρου και του Βασιλείου του πρεσβυτέρου με τους γιούς τους, μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας του 4ου αιώνα, Βασίλειο Καισαρείας και Γρηγόριο Νύσσης, και Γρηγόριο Ναζιανζηνό αντιστοίχως. Ο Βασίλειος ο πρεσβύτερος εμφανίζεται ως σώφρων διδάσκαλος του μεγαλύτερου γιου του, και αποτελεί την κεφαλή μιας υποδειγματικής χριστιανικής οικογένειας, Ο Γρηγόριος ο πρεσβύτερος ανασυστήνεται ως στιβαρός καθοδηγητής˙ η τρυφερότητα της μητέρας αποτελεί τον άλλο πόλο ενός διπόλου το οποίο ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός (Θεολόγος) θα επιχειρήσει να αξιοποιήσει ως εφαλτήριο μιας σύνθεσης που θα προτείνει, εκφράζοντας μια νέα αντίληψη για τον πατέρα και τον ρόλο του.

Το έκτο Κεφάλαιο του βιβλίου, έκτασης 6 σελίδων (σσ. 329-334), επιγράφεται «Επίλογος» και λειτουργεί ανακεφαλαιωτικά και καταληκτικά σε σχέση με τα προηγούμενα.

Στην συνέχεια (σσ. 335-366) υπάρχει Περίληψη κύριων συμπερασμάτων της μελέτης στην αγγλική γλώσσα, Καταγραφή των Πηγών και της Δευτερεύουσας Βιβλιογραφίας, καθώς και σύντομο Ευρετήριο, κυρίως ονομάτων και τόπων.

 

Μία άλλη ματιά: το βιβλίο ξεκινά με παράθεμα Στέλιου Ράμφου δηλωτικό της προσέγγισης του συγγραφέα απέναντι στο παρελθόν. Όμως, δεν πρόκειται για το μόνο παράθεμα από δοκιμιακά ή λογοτεχνικά έργα του 20ού αιώνα που αξιοποιεί ο συγγραφέας, ιδίως στην αρχή κεφαλαίων της μελέτης του, με στόχο να ανοίξει «παράθυρα επικοινωνίας» με το σήμερα, αλλά και με καίρια ερωτήματα. Αξιοποιούνται μεταξύ άλλων το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, έργα του Νίκου Γκάτσου, του Jean Lacan, του Sigmund Freud, του Arthur Miller, του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι και του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Η μελέτη συνολικά επιδιώκει διάλογο με προσεγγίσεις των σύγχρονων κοινωνικών επιστημών, επιδεικνύοντας μεγάλη ευρύτητα στην διαμόρφωση των ερωτημάτων στο πλαίσιο της ανάλυσης: δεν είναι τυχαίο πως στη Βιβλιογραφία, πλάι στα ονόματα που ήδη αναφέραμε, σημειώνονται αξιοποιημένα στο βιβλίο έργα του Ιωάννη Μακρυγιάννη, του Γιώργου Σεφέρη, του Κωστή Παπαγιώργη και άλλων σημαντικών γραφιάδων της νεώτερης και σύγχρονης Ελλάδας.

Η συνολική εκδοτική εικόνα του βιβλίου είναι καλή˙ τα τυπογραφικά παροράματα που εμφανίζονται θα πρέπει να διορθωθούν σε πιθανή επανέκδοσή του.

 

Εν κατακλείδι: το βιβλίο του Φώτη Βασιλείου για τον πατέρα στην Ύστερη Αρχαιότητα συνιστά ενδιαφέρουσα και χρήσιμη μελέτη, η οποία έχει γραφεί με τρόπο φιλικό προς τον ενδιαφερόμενο φιλομαθή και φιλόβιβλο αναγνώστη, ακόμη και πέραν του στενού κύκλου των επαγγελματιών της θεματικής και της περιόδου.

 

Ηλίας Γιαρένης

Ιστορικός, Επίκ. Καθηγητής Ιονίου Πανεπιστημίου

 

———————

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ηλιαία, τεύχος 89, Ιούνιος 2014, σελ. 40-41

Ο θάνατος ως προαίρεση

Στο τροπάριο του Νυμφίου υπάρχει ένας στίχος που με βάζει σε σκέψεις. Ο ποιητής απευθύνεται στην ψυχή του, δηλαδή στον εαυτό του, λέγοντας:

μὴ τῷ θανάτῳ παραδοθῇς

Ο θάνατος εδώ κατανοείται με εντελώς διαφορετικό τρόπο από τον δικό μας. Για τον ποιητή το πριν και το μετά του τέλους του βιολογικού κύκλου είναι ενιαίο. Ο θάνατος δεν σηματοδοτεί το τέλος της ύπαρξης, αλλά είναι μια κατάσταση που βιώνουμε στο τώρα, κατά την διάρκεια του παρόντος βίου. Και είναι αυτή η κατάσταση, που ξορκίζει και προσπαθεί να αποφύγει: Του θανάτου ως πραγματικότητα, του θανάτου ως καθημερινότητα, του θανάτου, τελικά, ως ζωή.

Το μὴ παραδοθῇς όμως έχει και μια άλλη έννοια: Της εκούσιας επιλογής, της συνειδητής κίνησης, της αυτοπαράδοσης. Με άλλα λόγια, ο θάνατος δεν θεωρείται καν αναπότρεπτος, αλλά είναι μια επιλογή που μπορούμε να κάνουμε. Ένας κατήφορος που αφήνουμε τον εαυτό μας να διολισθήσει.

Τελικά, αυτό που μας λέει ο ποιητής είναι: Θέλεις να συμμετέχεις στο πανηγύρι του γάμου; Θες να κερδίσεις τον Παράδεισο; Τότε μην χάνεις τον χρόνο σου κοιμώμενος, μην πεθαίνεις στην καθημερινότητά σου, ζήσε.

Εύκολο ακούγεται!

Ή, τέλος πάντων, ωραίο: Να μην χάνει κανείς τις μέρες του με άχαρα και άγονα πράγματα, παραδομένος στην κατάθλιψη και στη μιζέρια, αλλά να επιλέξει να ζει την κάθε μέρα. Να την αδράξει, που λέγανε και στον Κύκλο.

Να σας πω την αλήθεια, δεν ξέρω τι ακριβώς εννοεί ο ποιητής. Δεν ξέρω τι μπορεί να σημαίνει να μένει κανείς ξύπνιος και να ζει –σε τι συνίσταται πρακτικά.

Αυτόματα όμως ταυτίζω αυτόν τον καθημερινό θάνατο που περιγράφει ο ποιητής με την κατάσταση που ζούμε τα τελευταία 2 χρόνια. Το βλέπω στον εαυτό μου:

Κάθε πρωί, όταν μπαίνω στους ενημερωτικούς ιστότοπους για να μάθω τι γίνεται, τι κάνουν στον τόπο μου, κάτι πεθαίνει μέσα μου. Πικρία, στεναχώρια, αγανάκτηση, θυμός, οργή, μίσος –τίποτα από αυτά δεν είναι ζωή. Είναι όμως η καθημερινότητα που μας φτιάξανε για να ζήσουμε, το κοστουμάκι που μας ράψανε: Σκοτάδι και θάνατος.

Κι εδώ είναι το στοίχημα της γενιάς μου, αυτής της τραγικής και εθελοηττημένης γενιάς, αλλά και το δικό μου, το δικό σου:

Να μπορέσουμε (να μπορέσω!) σε προσωπικό και σε συλλογικό επίπεδο να ξυπνήσουμε, να απεγκλωβιστούμε από τον θάνατο και να αρχίσουμε να ζούμε τη ζωή.

Ωραίο ακούγεται.

Αλλά είναι εύκολο;

Και τι ακριβώς σημαίνει αυτό;

Τι μπορεί να σημαίνει;..

Εδώ…

Εδώ στο γραφείο μου.

Γύρω, τριγύρω μεγάλη ακαταστασία, χαρτιά και βιβλία και στυλό και δελτία και φωτοτυπίες σκισμένες, τσαλακωμένες, στοιβαγμένες και φλασάκια –όλα σε μια χαώδη και χαοτική  μεν, σειρά δε. Εδώ κινούμαι.

Όσο κι αν ακούγεται περιορισμένο το πεδίο δράση μου, τόσο ευρύ είναι στο φαντασιακό / εικονοπραγματικό επίπεδο. Εκτείνεται σε χρόνο και σε τόπο σχεδόν απεριόριστο –είναι κι η δουλειά βλέπετε, που μου επιτρέπει τη μια στιγμή να βρίσκομαι στην έρημο της Συρίας κατά την Ύστερη Αρχαιότητα και την άλλη στο σύγχρονο Λονδίνο ή πιο τραγικά, στη σύγχρονη Ελλάδα.

Αν αναρωτιέσαι ποιο το νόημα όλων αυτών, είμαι έτοιμος να σου αραδιάσω λόγους κι αιτίες και συνέπειες λογικά αρθρωμένες και διαρθρωμένες, αλλά από ένστικτο σταματώ. Προτιμώ να σου πω «Έτσι κάνανε και οι παλιότεροι, έτσι κι εμείς με τον δικό μας τρόπο, με τη δικιά μας γλώσσα, έχε λίγη εμπιστοσύνη, αδελφέ» γιατί δεν είναι μόνο κουραστικό να ανακαλύπτουμε κάθε φορά εξαρχής τον τροχό, είναι και σημαντική απώλεια χρόνου.

Υπάρχει, βέβαια, μια θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα σε μας και τους παλαιότερους:

Οι ζωές μας έχουν γίνει τόσο περίπλοκες, ώστε έχουν καταντήσει ακατανόητες. Και ταυτοχρόνως τόσο ευρείες, ώστε καταλήγουν περιορισμένες. Φταίει η εξειδίκευση που μας κάνει να βαθαίνουμε και να πλαταίνουμε την αντίληψη, τις γνώσεις και την κατανόησή μας για ένα απειροελάχιστο κομματίδιο της ανθρώπινης εμπειρίας και να χάνουμε το καθολικό νόημα. Γιατί, κι εδώ είναι το μυστικό, καθολικότητα, η προοπτική απλοποιεί τις ζωές μας, τις καθιστά πιο εύκολες, πιο ευτυχισμένες, τολμώ να πω: και πιο υγιείς. Για σκεφτείτε πόσο αστεία φαντάζουν σήμερα όλα όσα μας ταλαιπώρησαν και μας στεναχώρησαν όταν ήμασταν παιδιά. Ό,τι φάνταζε τότε σαν δυσπρόσιτο βουνό, σήμερα το βλέπουμε κατηφόρα –αν το ξέραμε αυτό και τότε…

Το πρόβλημα αυτό –γιατί πρόβλημα είναι– έχει γίνει αντιληπτό στον κόσμο της επιστήμης, γι’ αυτό και γίνονται προσπάθειες να συνοψιστεί η γνώση. Επιστήμονες όλων των ηλικιών και των σχολών, αφήνουν τις διαφορές τους κατά μέρος και ενώνουν τις δυνάμεις τους για να συντάξουν μεγάλα συλλογικά και συνοπτικά έργα, λεξικά, εγκυκλοπαίδειες, οδηγούς, βοηθήματα για συγκεκριμένα θέματα (πχ τον αρχαίο Χριστιανισμό, την Ύστερη Αρχαιότητα, την χριστιανική λογοτεχνία της Ύστερης Αρχαιότητας, την αγιολογία, την οικογένεια, το παιδί, για να μείνω σε ορισμένα θέματα του δικού μου πεδίου). Προσπαθούν έτσι να συνοψίσουν τις γνώσεις, τα επιτεύγματα και τα συμπεράσματα και ταυτοχρόνως να δώσουν ώθηση στην επιστήμη.

Στην διαχείριση της πραγματικότητας (ας πούμε έτσι την πολιτική) δεν έχουμε φτάσει ακόμα σε αυτό το σημείο. Τώρα ζούμε σε μια περίοδο που οι πολίτες ανακηρύσσονται ουσιαστικά ανίκανοι να αντιληφθούν και να αποφασίσουν το συμφέρον τους, γιατί στερούνται εξειδικευμένων γνώσεων. Επιβάλλεται μια μονομπλόκ άποψη ως η μόνη σωστή, οι άλλες –αν υπάρχουν– δαιμονοποιούνται / γραφικοποιούνται / απομονώνονται.

Αν στον Μεσαίωνα το διαφορετικό δόγμα κηρύσσονταν αιρετικό και πατάσσονταν, τώρα η άλλη άποψη, η άλλη οπτική κηρύσσεται λαϊκιστική. Έτσι όμως η Δημοκρατία δεν καταντάει απλώς, αλλά καθίσταται κενό γράμμα, βαρετή διαδικασία, ξεπερασμένη από τα πράγματα.

Και το πρόβλημα είναι ότι αν δεν αποκαταστήσουμε το νόημα της Δημοκρατίας, αν δεν δώσουμε πάλι αξία στις διαδικασίες της, που σημαίνει, αν ο πολίτης (εγώ, εσύ, όλοι μας) δεν αρχίσει πάλι να συμμετέχει με ενθουσιασμό, μαχητικότητα και αποφασιστικότητα, τίποτα δεν θα μπορέσουμε να κάνουμε / καμιά κρίση δεν πρόκειται να υπερβούμε…

Αλαφουζιές: Μεγάλοι Έλληνες

1.

Εδώ και δεκαετίες οι ιστορικοί «ξαναδιαβάζουν» και «ξαναγράφουν» την ιστορία. Αναθεωρούν παλαιές και εδραιωμένες απόψεις για πρόσωπα και πράγματα. Κατεδαφίζουν ήρωες και πρότυπα. Ισοπεδώνουν ό,τι μέχρι πρόσφατα θεωρούσαμε μεγάλες στιγμές. Τα απόνερα αυτής της επιστημονικής εργασίας έφτασαν και στις καθημερινές συζητήσεις μεταξύ φίλων.

Κι από μια άποψη είναι δείγμα υγείας:

Δεν είναι άσχημο να φτύνεις την μασημένη τροφή και να απαιτείς να χρησιμοποιείς τα δικά σου σαγόνια. Και είναι καλό να ψάχνουμε ή και να δημιουργούμε την άλλη άποψη. Ασκούμε την κριτική μας ικανότητα. Εθιζόμαστε στις λεπτές διακρίσεις.

Η τηλεοπτική εκπομπή «Μεγάλοι Έλληνες» όμως δεν κάνει κάτι τέτοιο.

Αντιθέτως ισοπεδώνει ανθρώπους, προσωπικότητες, αξίες. Τα βάζει όλα σε ένα αυτοσχέδιο προκρούστειο κράβατο για να χωρέσουν στο καλούπι του «μεγάλου».

Γι’ αυτούς ακριβώς τους λόγους το τηλεοπτικό προϊόν «Μεγάλοι Έλληνες» δεν απευθύνεται στο ασκημένο κοινό. Στόχος του δεν είναι όσοι ασχολούνται επαγγελματικά ή ερασιτεχνικά με την ιστορία. Ούτε καν όσοι ενδιαφέρονται για το παρελθόν.

Τι κάνει τότε;

1.1

Εποχή αμφισβήτησης, ανατροπής, αποκαθήλωσης.

Στις συνειδήσεις, την λογική και τις ψυχές δημιουργείται ένα κενό.

Μέσα σε αυτό το κλίμα έρχονται και οι «Μεγάλοι Έλληνες» του Συγκροτήματος Αλαφούζου.

Τα ερωτήματα εύλογα:

Θέλει να εκμεταλλευτεί την αποδόμηση των παραδοσιακών αξών για να προωθήσει άλλες, μοντέρνες και καινούργιες;

Οικολογικές;

Επιχειρεί με το Ριάλιτι των Νεκρών να προσδόσει κύρος στο τηλεοπτικό κανάλι του Συγκροτήματος, του οποίου τις ειδήσεις όλοι θαυμάζουμε, αλλά κανείς μας δεν βλέπει;

Επιχειρεί να εδραιώσει το προφίλ του Παπαχελά ως εναλλακτικού, τουτέστιν κουλτουριάρη-αριστερού, showman;

Κάτι άλλο;

2.

Το concept της τηλεοπτικής εκπομπής που αναζητά τους μεγάλους Έλληνες ΟΛΩΝ των εποχών μπορεί να πιάσει σε έναν λαό, όπως οι Βρετανοί ή οι Γερμανοί, που η ιστορία τους αρχίζει τον Μεσαίωνα, λίγους αιώνες πριν δηλαδή.

Σε λαούς όμως όπως ο Κινεζικός ή ο Ελληνικός, που η ιστορία τους ξεπερνά τα 3.000 χρόνια τι να αποτιμήσει;

Θα μπορούσα ίσως να ασχοληθώ κάπως πιο σοβαρά με το συγκεκριμένο reality show -και σαν άνθρωπος του χώρου, βρε αδερφέ- αν το περιόριζε κάπως χρονικά, π.χ. οι μεγάλοι του νεώτεροι Ελληνικού κράτους. Αλλά δεν το κάνει, οπότε το χάος: Περικλής ή Βενιζέλος; Μιλτιάδης ή Κολοκοτρώνης;

Και η συνεπαγόμενη αφέλεια και ανοησία.

2.1

Ειδικά για τους Έλληνες -δεν ξέρω για τους Κινέζους- υπάρχει και το εξής πρόβλημα:

Οι πρωτοπόροι είναι μέγιστοι, σπουδαίοι, αξεπέραστοι.

Παράδειγμα:

Πρώτος ποιητής της Ελλάδας και της Ευρώπης, ο Όμηρος. Ποιος μπορεί στα σοβαρά να αναμετρηθεί μαζί του; Τα νόμπελ και τα όσκαρ χλωμιάζουν μπροστά του. Τι να πιάσει ο φουκαράς ο Ρωμανός κι ας ήταν ο μεγαλύτερος ποιητής του Μεσαίωνα; Ή ο Σολωμός κι ας έφτιαξε σύγχρονη ποιητική γλώσσα; Ή ο Καβάφης κι ας θεωρείται από πολλούς ο μεγαλύτερος ποιητής του περασμένου αιώνα;

Τα ίδια και στο θέατρο, την φιλοσοφία, την ιστορία, την αρχιτεκτονική, την πολιτική θεωρία και πράξη, την στρατηγική.

3.

Και ποιος είναι Έλληνας;

Υπάρχει κάτι που σκόπιμα αφήνεται να αιωρείται.

Βλέπω τους προοδευτικούς κάθε χώρου να μειδιούν ειρωνικά ή να βγάζουν την χατζάρα έτοιμοι να μας ορμήσουν επειδή κάποιοι έστειλαν sms με το όνομα του Μεγάλου Κωνσταντίνου ή του Ιουστινιανού για παράδειγμα.

«Χο, χο, χο», λένε. «Μα ο Κωνσταντίνος δεν ήξερε καν ελληνικά. Αφήστε που…»

Τέτοιου είδους επιχειρήματα πολύ μου αρέσουν. Διότι αποκαλύπτουν όσους τα χρησιμοποιούν:

Αυτοί που κατηγορούν τους άλλους ως «ρατσιστές», ξενόφοβους» ή «φασίστες», που αίρουν τα πτώματά τους πάνω από το έθνος τους και περιφρονούν τον λαό τους, αυτοί είναι οι πρώτοι οπαδοί της εθνοφυλετικής καθαρότητας. Αυτοί είναι οι πιο φανατικοί και οι πιο ακραίοι ρατσιστές.

Όσο για τα άλλα, αποδεικνύουν ότι δεν μπορούν να χωρίσουν δυο γαϊδουριών άχυρα.

Πάρτε για παράδειγμα τον Κωνσταντίνο που προανέφερα:

Συζητάνε με ύφος Λαμπίρη τα οικογενειακά του και δεν καταλαβαίνουν ότι ο άνθρωπος θεμελίωσε ένα κράτος που κράτησε κοντά χίλια χρόνια.

Όσο για το αν μίλαγε ή όχι τα ελληνικά -τι να σας πω, δεν ξεύρω.

Ξεύρω όμως πως χιλιάδες πρόσφυγες ήρθαν το ’22 μετά την Καταστροφή μη ξέροντας γρι Ελληνικά, κουβαλώντας τα εικονίσματα και τα λείψανα των αγίων τους από τις εκκλησιές τους. Και ξεύρω ότι το όνομα Κωνσταντίνος είναι ένα από τα πιο κοινά σήμερα στους Έλληνες και ανύπαρκτο στις άλλες χώρες της Δύσης.

4.

Δεν θέλω να μηδενίζω.

Μπράβο στον Αλαφούζο, που ενέταξε αυτό το reality show στο πρόγραμμα του καναλιού του.

Μπράβο.

Από το να μας δείχνει το America’s Next SuperModel, το Κάστρο του Τακέσι ή τσόντες, καλλίτερα τον πρώην βουλετή του Πασόκ και νυν αρθρογράφο και σχολιαστή του Συγκροτήματός του και συνάμα κομματάρχη να μιλάει για τα παλιά…

Συνεχίζεται…

Ρωμανός ο Μελωδός

Παραμονή Χριστουγέννων και πολλοί θα νόμισαν ότι ο νεαρός διάκονος δεν άντεξε την αγρυπνία κι αποκοιμήθηκε.

Τον φαντάζομαι αδύνατο, μελαχρινό, με μεγάλα ονειροπόλα μάτια, κάπως αλαφροΐσκιωτο, με θερμή καρδιά και γεμάτο όρεξη κι ενέργεια, παθιασμένο άνθρωπο. Τον φαντάζομαι να έχει γείρει με τα μάτια κλειστά και τα χέρια δεμένα στο στήθος σε μια χαμηλή καρέκλα μέσα στο ιερό. Γύρω του ψαλμωδίες, θυμιάματα, φως από τα κεριά -δεν είχαν άδικο όσοι νόμιζαν ότι κοιμότανε!

Όμως τα πράγματα δεν ήταν ακριβώς έτσι.

Διότι εκείνη την ώρα η Παναγία επισκεπτόταν τον Ρωμανό, του έδωσε τόμον χάρτου και του ζήτησε να τον φάει. Ο Ρωμανός υπάκουσε. Πήρε τον πάπυρο από τα χέρια της Μαρίας, τον μάσησε, τον κατάπιε. Κι αμέσως ξύπνησε. Η ιστορία μας μάς λέει ότι ανέβηκε στον άμβωνα κι άρχισε να λέει και να ψάλλει το Ἡ Παρθένος σήμερον τὸν ὑπερούσιον τίκτει.

Έτσι ξεκίνησε την ποιητική του δραστηριότητα ο άγιος Ρωμανός: Με έναν ύπνο που ήταν κλήση κι ένα όνειρο που ήταν επίσκεψη.

………

Όσοι καταλογίζουν στο Βυζάντιο έλλειψη πρωτότυπης δημιουργίας, είναι φανερό ότι -ανάμεσα στ’ άλλα- δεν γνωρίζουν ούτε τον Ρωμανό τον Μελωδό.

Δεν χρειάζονται πολλά λόγια:

Ο Ρωμανός είναι ένας από τους σημαντικότερους ποιητές που έχουν γράψει στην Ελληνική γλώσσα. Δικαίως ο Οδυσσέας Ελύτης τον τοποθετεί ανάμεσα στον Πίνδαρο, τον Σολωμό, τον Κάλβο, τον Καβάφη.

Άλλωστε, εκτός από το ταλέντο, την σημασία του έργου του στην εξέλιξη της Ελληνικής και της παγκόσμιας λογοτεχνίας, εκτός από την αναγνώριση πέρα και πάνω από χρόνους, εποχές, τόπους κι έθνη, ο υμνογράφος μοιράζεται κι ένα ακόμα χαρακτηριστικό με τους παραπάνω:

Ο Ρωμανός είναι κι αυτός ένα αίνιγμα. Αίνιγμα για τους ειδικούς κάθε χώρου.

………

Τα λίγα πράγματα που ξέρουμε για τον Ρωμανό προέρχονται από το Συναξάρι:

Γεννήθηκε στην Έμμεσα της Συρίας κι από νωρίς, πολύ νέος, έγινε διάκονος στο ναό της Αναστάσεως της Βυρηττού. Οι φιλόλογοι μας διαβεβαιώνουν ότι τα Ελληνικά δεν πρέπει να ήταν η μητρική του γλώσσα. Ότι θα τα διδάχτηκε στις εκκλησιές και τα περίφημα σχολεία της Έμμεσας και της Βυρηττού. Στηρίζουν την άποψή του στα μικρά λάθη που εντοπίζουν στα κοντάκιά του. Πιθανόν να είναι κι έτσι -δεν έχει σημασία, κι ας σοκάρονται οι ένθεν κακείθεν οπαδοί της εθνοφυλετικής καθαρότητας: Ο Ελύτης πάλι μας θυμίζει ότι κατά Σεφέρη και οι μεγάλοι σύγχρονοι ποιητές μας (Σολωμός, Κάλβος, Καβάφης) δεν ήξεραν Ελληνικά και εξηγεί:

…ο ανεξοικείωτος (συμβαίνει) να συλλαμβάνει αποτελεσματικότερα τις δυνατότητες που παρέχει ένα τέντωμα της γλώσσας και να τις αποτολμά, όταν ο άλλος, ο βαθύς γνώστης, έχει λόγους ν’ αντιστέκεται.

………

Στην Κωνσταντινούπολη πήγε όταν αυτοκράτορας ήταν ο Αναστάσιος. Για φανταστείτε το: Ένα παιδί από την περιφέρεια να βρίσκεται αίφνης στην πολυπληθέστερη, την σπουδαιότερη, την πιο λαμπρή πόλη του καιρού του, την Βασιλεύουσα του κόσμου. Και μάλιστα σε μια περίοδο που είχε ξεπεράσει τις εσωτερικές αναταραχές και τα προβλήματα της εποχής του Ζήνωνα, μάζευε δυνάμεις και ετοιμαζόταν για την μεγαλειώδη εποχή του Ιουστινιανού.

Ο νεαρός διάκονος από την Συρία όμως δεν θαμπώθηκε από τα πλούτη και τη λάμψη. Δεν ξεστράτισε. Εγκαταστάθηκε στην Μονή της Θεοτόκου εν τοις Κύρου, όπου έζησε όλη του την ζωή. Εκεί έγραψε όλα του τα έργα -η παράδοση του αποδίδει 1000 κοντάκια, εμείς σήμερα έχουμε περίπου 100 που είναι σίγουρα δικά του. Εκεί ἐτελειώθη ἐν εἰρήνη καὶ ἐτάφη.

………

Οι ύμνοι του Ρωμανού ανήκουν στο είδος του Κοντακίου. Είναι μεγάλα ποιήματα, αφηγηματικά, στα οποία προηγείται ένα προοίμιο, όπου συνοψίζεται το νόημα του έργου, κι ακολουθούν άλλες στροφές, οι οίκοι, που όλες τελειώνουν με τον ίδιο στίχο, το εφύμνιο. Τα πρώτα γράμματα των οίκων σχηματίζουν μια φράση, την ακροστιχίδα, που συνήθως είναι και η υπογραφή του ποιητή μας (π.χ. ΤΟΥΤΟ ΤΟ ΕΠΟΣ ΕΣΤΙΝ ΡΩΜΑΝΟΥ). O Ρωμανός χρησιμοποιεί τολμηρές παρομοιώσεις, προσωποποιήσεις, παρηχήσεις και ζωντανό, δραματικό διάλογο: Στα κοντάκιά του άνθρωποι άγιοι κι αμαρτωλοί, άγγελοι, διάβολοι, ο Θεός, στοιχεία της φύσης, σύμβολα κι ιδέες, διαλέγονται μεταξύ τους στην κοινή γλώσσα, την καθομιλουμένη, της εποχής του ποιητή. Είναι μια ποίηση φωτεινή και χαρούμενη, όπως το χρυσό φόντο στις αγιογραφίες.

Κάθε χρόνο τέτοιες μέρες ξεφυλλίζω τα έργα του. Και πολύ θέλω τελειώνοντας ετούτο το σημείωμα, κάτι δικό του να διαβάσουμε μαζί. Ας πούμε, το προοίμιο από το κοντάκιο για την Σταύρωση:

Ψυχή μου,       ψυχή μου,       ἀνάστα·        τί καθεύδεις;

τὸ  τέλος       ἐγγίζει,       καὶ μέλλεις       θορυβεῖσθαι·

ἀνάνηψον οὖν,       ἵνα φείσηταί σου

Χριστὸς ὁ θεός,

ὁ πανταχού τὰ πάντα πληρῶν