Category Archives: Εκκλησία

Μεγαλοβδομάδα

Δεν είναι δύσκολο να σου αρέσουν τα Χριστούγεννα. Όπως δεν είναι δύσκολο να χαμογελάσεις όταν βλέπεις ένα νεογέννητο. Δεν χρειάζεται να είσαι Χριστιανός για να συμμετέχεις στην χριστουγεννιάτικη εορταστική παραζάλη. Όλα είναι τόσο πολύχρωμα κι ανάλαφρα που στροβιλίζεσαι μαζί τους χωρίς καλά-καλά να το καταλάβεις: Στην καρδιά του χειμώνα, στολισμένες βιτρίνες, φωτισμένα δέντρα, δώρα, ρεβεγιόν -είναι αδύνατο να μην σου αρέσουν τα Χριστούγεννα, εκτός πια κι αν έχεις σοβαρή κατάθλιψη.

Το Πάσχα είναι άλλη φάση. Στο κέντρο του βρίσκεται / προϋπόθεσή του είναι ένας θάνατος. Κι όχι ένας οποιοσδήποτε θάνατος, αλλά θάνατος σκληρός, αγωνιώδης, πρόωρος και βάρβαρος. Και μετά, για να γίνουν τα πράγματα ακόμα χειρότερα, υπάρχει και η Ανάσταση -τι ακατανόητο πράμα! Εντάξει, υπάρχουν βέβαια τα ψητά αρνιά, τα κόκκινα αυγά, τα κουλούρια και τα τσουρέκια, οι λαμπάδες και το φιλί, τα οποία -ας το παραδεχτούμε- αν τα ξεκόψεις από την Ανάσταση, βγάζουν χοντροκοπιά, βαρβαρότητα και χωριατίλα. Καμιά σχέση με τα ποπ λαμπιόνια των Χριστουγέννων. Με έναν τρόπο λογικό και ταυτόχρονα μυστικό, το Πάσχα αντιστέκεται στην ελαφρότητα της νεωτερικότητας.

Είναι φυσιολογικό.

Μια κοινωνία, ένας πολιτισμός, που προσπαθεί να απωθήσει και να μην αντιμετωπίσει οτιδήποτε έχει σχέση με την φθορά, της είναι δύσκολο, για να μην πω αδύνατο, να ασχοληθεί σοβαρά με τον θάνατο.

Σκέφτομαι πόσο άλλαξε η αντιμετώπιση των νεκρών τα χρόνια που εγώ θυμάμαι: Παλιά ο νεκρός πήγαινε στο σπίτι του, όπου τον περίμεναν συγγενείς, φίλοι και γείτονες, μαζεύονταν κόσμος, τον ξενυχτούσαν, μερικές φορές και δύο βράδια, κι ύστερα όλοι μαζί, πομπή, τον πήγαιναν στην Εκκλησία και στο κοιμητήριο. Υπήρχε θρήνος, αλλά και πολλή ηρεμία. Ήταν μια γιορτή απ’ το ανάποδο. Σήμερα προσπαθούμε να ξεφορτωθούμε τον νεκρό όσο πιο γρήγορα γίνεται. Δεν θέλουμε να τον αντικρίσουμε. Το ιδανικό είναι από το νεκροτομείο να πάει κατευθείαν στο νεκροταφίο. Εκεί να συγκεντρωθούν οι γνωστοί για τον τελευταίο χαιρετισμό και μετά όλοι γρήγορα στα σπίτια τους.

Μια κοινωνία όμως που δεν ξέρει να πενθεί, πώς να βιώσει την χαρμολύπη;

Κι όμως, η χαρά δεν χρειάζεται ενίσχυση για να την διαχειριστείς. Μπορεί ο καθένας μόνος του να κουβαλήσει το φορτίο της ευτυχίας. Τα ζόρια είναι στην άλλη πλευρά, στην αρρώστια και τον θάνατο. Εκεί χρειαζόμαστε αρωγή, σε αυτά θέλουμε να μας κάνουν κουράγιο. Όμως εμείς -κι όταν λέω εδώ εμείς εννοώ την κοινωνία, τον πολιτισμό μας- εμείς προτιμούμε να επιμερίζουμε τον πόνο στο κεφάλι του κάθε παθόντος και να στεγανοποιούμε το εγώ μας. Αυτό ίσως να λειτουργεί απέναντι στο κάθε μεμονωμένο περιστατικό, αλλά πόσο μπορούμε να προχωρήσουμε και πού μπορούμε να φτάσουμε απωθώντας το ερώτημα περί θανάτου; Το βασικότερο ίσως ερώτημα στην ζωή κάθε ανθρώπου ασχέτως φύλου, ηλικίας, μόρφωσης, επαγγέλματος, πλούτου. Το ερώτημα που αν απαντηθεί, νοηματοδοτεί τις πράξεις μας, δίνει αέρα στις ζωές μας.

Η J. Perkins θεωρεί, και συμφωνώ απολύτως μαζί της, ως το καθοριστικό στοιχείο που συνέβαλε στην διάδοση και την επικράτηση του Χριστιανισμού την αντίληψη που κόμισε περί θανάτου, πόνου και αρρώστιας. Εμείς σήμερα, που το πολιτιστικό και κοινωνικό μας DNA κουβαλάει 2000 Χριστιανισμού, δύσκολα ίσως συνειδητοποιούμε πόσο ριζικά διαφορετικό φαινόταν τότε το κήρυγμα της Εκκλησίας. Πόσο ριζικά διαφορετικό παραμένει ακόμα και σήμερα. Σκεφτείτε μόνο ότι happy end στη χριστιανική λογοτεχνία της Ύστερης Αρχαιότητας ήταν ο θάνατος του ήρωα, ενώ στην παγανιστική ήταν φυσικά ο γάμος… Αυτή ακριβώς η αντίληψη κρατούσε εκείνους τους πρώτους Χριστιανούς εντός κι εκτός κοινωνίας / τους έκανε να φαίνονται αντικοινωνικοί, εχθροί του κράτους, της πόλης, του πολιτισμού. Και ίσως έτσι να ήταν. Τίποτε δεν μας βεβαιώνει ότι ο Χριστιανός-«μέσος άνθρωπος», που όλοι θεωρούμε ως δεδομένο, όντως υπήρχε τότε. Βέβαιο όμως είναι πως πάνω σε αυτή την άλλη, την αντικοινωνική αν θέλετε, αντίληψη περί θανάτου, χτίστηκαν νέοι κόσμοι και νέες κοινωνίες.

Ξεπεράστηκε η απάντηση που έδωσε ο Χριστιανισμός στο ερώτημα του θανάτου;

Δεν ξέρω. Δεν το πιστεύω, δηλαδή. Αν ξεπεράστηκε κάτι, είναι ο συναισθηματισμός, δηλαδή η υστερική απόλαυση που προσέφερε ένας συγκεκριμένος ναρκισσισμός, ο οποίος φυσικά καταλήγει και σε ιδεολογίες/ιδεοληψίες και σε στείρο φανατισμό. Αυτός ξεπεράστηκε – ελπίζω να ξεπεράστηκε. Το άλλο, η υπέρβαση του θανάτου, είναι πάντα εδώ, ελπίζω να είναι πάντα εδώ, και να μας περιμένει.

Ακόμα όμως και αν η Χριστιανική απάντηση ξεπεράστηκε, δεν αντικαταστάθηκε. Με άλλα λόγια, όπως και να το δεις, όπως κι αν το μετρήσεις, το κενό στις ζωές μας παραμένει εδώ και κραυγάζει προκλητικά. Όσο και να πιέζουμε τα δάχτυλα στ’ αυτιά μας, δεν υπάρχει περίπτωση, κάποια στιγμή θα το ακούσουμε.

………………………….

Όπως καταλαβαίνετε το κείμενο αυτό, όπως και όλα τα κείμενα του Σημειωματάριου, απάντηση, συμβουλές, παροτρύνσεις δεν περιέχει. Δεν έχω την θωράκιση που απαιτείται για να σας πω τι πρέπει να κάνετε, να πιστέψετε, να σκεφτείτε. Δεν έχω την θωράκιση που χρειάζεται για να σκεφτώ, να πιστέψω ή να κάνω ο ίδιος. Μεγάλη Παρασκευή σήμερα και θα σύρω τα βήματά μου στην Εκκλησία με την τυφλή πεποίθηση, ότι κάτι συμβαίνει εκεί μέσα. Ελπίζοντας ότι θα το ψηλαφίσω. Κι αυτό εύχομαι σε σας και σε μένα με όλη μου την καρδιά: Να το ψηλαφίσουμε!

Κατασκευάζοντας τον νέο άνθρωπο. Όρια και δυνατότητες στο Πρώιμο Βυζάντιο

Ο Στέλιος Ράμφος παρουσιάζει
6 διαλέξεις του Φώτη Βασιλείου στο Ίδρυμα Β. & Μ. Θεοχαράκη

Κατά την διάρκεια της περιόδου που ξεκινάει με την διάδοση του Χριστιανισμού και απλώνεται ως το τέλος της Εικονομαχίας ξεπήδησαν νέες ιδέες, δημιουργήθηκαν νέες ανάγκες, δόθηκαν νέες κατευθύνσεις. Καταλύτης της εξέλιξης αυτής ήταν ο Χριστιανισμός. Η διδασκαλία του συνόψισε και εξέφρασε το αίτημα για το καινούργιο, του έδωσε μορφή και δυναμική, θέτοντας παράλληλα και τα όριά του. Ο εσωτερικός κόσμος του ανθρώπου, ο ατομικός και κοινωνικός χρόνος, το εξωκοσμικό και το ενδοκοσμικό οργανώθηκαν με καινοφανή τρόπο, ο οποίος εκφράστηκε ανάγλυφα από την Χριστιανική Λογοτεχνία και τον ήρωά της. Ήταν αυτός, ο άγιος, που κάνει το μεγάλο αποφασιστικό βήμα χειραφέτησης από τα στενά πλαίσια της παραδοσιακής κοινότητας διεκδικώντας πιο ανοιχτούς ορίζοντες. Κατά συνέπεια εκεί εμπεριέχεται όχι μόνο το μεσαιωνικό πνεύμα, αλλά εν σπέρματι και ο σύγχρονος δυτικός άνθρωπος.

Διάγραμμα Διαλέξεων

  1. Αναζητώντας τον νέο άνθρωπο: Η κοινωνία, τα κείμενα, η εποχή.
    Ιστορικό περίγραμμα και προσδιορισμός των στόχων του σεμιναρίου.
  2. Νέοι άρχοντες: Ο επίσκοπος και η πόλη του.
    Πατέρας των χηρών και των ορφανών, προστάτης φτωχών και αδυνάτων, κριτής και δικαστής, ηγέτης του λαού, διαμεσολαβητής στην κεντρική εξουσία, μεσίτης στο Θεό, φιλόσοφος, πολιτικός, άγιος και θαυματουργός, ο επίσκοπος συγκέντρωνε στο πρόσωπό του τις κλασικές ελληνορωμαϊκές αρετές και τις χριστιανικές αξίες.
  3. Νέοι τρόποι: Η εμφάνιση του χριστιανικού μοναχισμού
    Ο μοναχισμός ήταν ένα από τα πιο αυθεντικά και δυναμικά κινήματα που άνοιξε νέους ορίζοντες στο φαντασιακό των ανθρώπων της ύστερης αρχαιότητας.
  4. Αγίες και αμαρτωλές: Η γυναίκα στο προσκήνιο
    Οι ιστορίες για παρθένες ασκήτριες και μετανοούσες αμαρτωλές τροφοδοτούσαν την φαντασία των Χριστιανών με τα αξεδιάλυτα βάθη της γυναικείας φύσης, ταυτόχρονα όμως αποτύπωναν με εύγλωττο τρόπο εκείνο που κόμιζε η νέα θρησκεία: άπειρες δυνατότητες και μια διαφορετική ανάγνωση της πραγματικότητας.
  5. Τριγωνίζοντας τον κύκλο: Οράματα, θαύματα και μεσιτεύσεις
    Όσο ο μοναχός απομακρυνόταν από τον κόσμο, τόσο ο κόσμος τον πλησίαζε. Όσο επιδίωκε την αμεριμνησία, τόσο γείτονες κι επισκέπτες τον φόρτωναν με τις έγνοιες τους. Λογικό: σε μια κοινωνία, όπου κανείς δεν μιλούσε για τον εαυτό του, οι διαμεσολαβητές ήταν απαραίτητοι. Και δεν υπήρχε καλλίτερος μεσολαβητής προς τον Θεό, από κάποιον που ζούσε διαρκώς κατά το θέλημά Του.
  6. Αναγνώστες των Βίων και φλογεροί προσκυνητές: Το κοινό των αγίων
    Ποιοι ήταν εκείνοι που διάβαζαν αγιολογική λογοτεχνία και προσέτρεχαν στους αγίους; Πίστευαν τα όσα πιθανά ή απίθανα εξιστορούνταν εκεί; Επηρεαζόταν η ζωή τους και πώς;

Ημερομηνίες διαλέξεων: Πέμπτη 23, 30/4/2015 και 7, 14, 21, 28/5/2015

Χώρος: Αμφιθἐατρο Ιδρύματος Β. & Μ. Θεοχαράκη

Ώρα: 18.00-20.00

Κύκλος 6 διαλέξεων: 50 €, 25 €
Μεμονωμένη διάλεξη: 10 €, 5 €

 

Ηλίας Γιαρένης: Για το «Ποιμένας ή Τύραννος» (Βιβλιοκρισία)

Ο συγγραφέας είναι ιστορικός, μεταδιδακτορικός υπότροφος του Ιδρύματος Fernand Braudel. Σπούδασε Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Εκπόνησε τη διδακτορική του διατριβή στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου, της οποίας το βιβλίο αποτελεί ελαφρώς επεξεργασμένη μορφή.

Ξεφυλλίζοντας το βιβλίο, μετά τον τίτλο δίδονται τα Περιεχόμενα και ακολούθως το πυκνό και τεκμηριωμένο Προλόγισμα του Καθηγητή Στέφανου Ευθυμιάδη, το οποίο εντάσσει την μελέτη στο θεωρητικό και μεθοδολογικό πλαίσιο της αγιολογικής έρευνας. Μετά τις καθιερωμένες Ευχαριστίες και τον πίνακα των Βραχυγραφιών, κυρίως περιοδικών, ο αναγνώστης βρίσκεται μπροστά στα Κεφάλαια της μελέτης.

Ήδη από τον τίτλο του έργου γίνεται σαφής η σκιαγράφηση δύο εικόνων ή ιδιοτήτων, οι οποίες συγκροτούν δίπολο για την προβαλλόμενη κοινωνική λειτουργία του πατέρα. Στο επίκεντρο της εξέτασης, τίθεται ο πατέρας – όχι ο πατέρας της Εκκλησίας, ούτε ευρύτερα ο συμβολικός πατέρας, που εκείνη την περίοδο βρίσκεται παντού. Η εξέταση εστιάζεται στον βιολογικό πατέρα, οπωσδήποτε με τις κοινωνικές και συμβολικές προεκτάσεις της εικόνας του που προκύπτει από την αγιολογική γραμματεία.

Πολύτιμες πηγές για την αντιμετώπιση των διαφόρων ερευνητικών ζητημάτων με τα οποία ασχολείται η μελέτη, υπήρξαν κυρίως ελληνικά αγιολογικά κείμενα σε κριτικές εκδόσεις αυτόνομες είτε ενταγμένες σε καταξιωμένες διεθνώς σειρές, ή τυπωμένες σε έγκριτα περιοδικά. Όπου δεν ήταν διαθέσιμες κριτικές εκδόσεις, αξιοποιήθηκαν οι πολύτιμες κιβωτοί των Acta Sanctorum και της Patrologia Graeca.

Από την δευτερεύουσα βιβλιογραφία αξιοποιήθηκαν χρήσιμα εργαλεία έρευνας, βασικά έργα για την Ύστερη Αρχαιότητα και την Ελληνική Αγιολογία, αλλά και ειδικότερες συμβολές ερευνητών για την οικογένεια, τον πατέρα και την πατρότητα κυρίως στην αγγλική, γαλλική και γερμανική γλώσσα. Τα «διαβάσματα» του συγγραφέα είναι οπωσδήποτε ευρέα και ποικίλα, κάτι που συντελεί σε φρεσκάδα σκέψης και σε δημιουργική αναζήτηση της γλώσσας που θα εκφράσει αποτελεσματικότερα τα ερωτήματα. Πρόκειται για ερωτήματα με νεωτερική – ή και μετανεωτερική, κάποιες στιγμές – θεώρηση, τα οποία όμως προκύπτουν από γνώση και σεβασμό του αντικειμένου της έρευνας, και χωρίς προκατασκευασμένες ιδέες για «τα κείμενα και τα πρόσωπα».

Ποιμένας ή τύραννος

Το βιβλίο διαρθρώνεται σε 6 Κεφάλαια. Το πρώτο από αυτά, έκτασης 20 σελίδων (σσ. 21-40), συνιστά την Εισαγωγή, η οποία διαρθρώνεται σε 5 ενότητες. Σε αυτήν εντοπίζονται τα κοινά χαρακτηριστικά των παραδόσεων της οικογένειας στις μεσογειακές κοινωνίες που αποτελούσαν το υπόβαθρο της Ύστερης Αρχαιότητας, πλάι στην εξουσία που ασκούσε ο πατέρας στα τέκνα του στη ρωμαϊκή κοινωνία, αλλά και σε συνάρτηση με τις χριστιανικές απόψεις για τον γάμο και την οικογένεια, οι οποίες επηρέασαν σημαντικά τις αντιλήψεις και για τον πατέρα. Η εξουσία του paterfamilias όπως αποτυπώνεται στο ρωμαϊκό δίκαιο και επηρεάζει την κοινωνική λειτουργία του πατέρα, τις ενδο-οικογενειακές σχέσεις, καθώς και την σχέση της οικογένειας και των μελών της με τον κόσμο πέραν της οικίας, επιχειρείται να συνεξετασθεί με τα άλλα δομικά στοιχεία –παραδοσιακά και καινοφανή –με αποτέλεσμα ο αναγνώστης να εισαχθεί στις πραγματικότητες που θα αναπτυχθούν στο κυρίως μέρος. Δύο μικρές περαιτέρω ενότητες της εισαγωγής, το «Μελετώντας τον πατέρα» και το «Αναζητώντας τον πατέρα» παρέχουν στον αναγνώστη ευσύνοπτη εικόνα των βιβλιογραφικών αναζητήσεων και των θεωρητικών και μεθοδολογικών εργαλείων και ερμηνευτικών διαδρομών της έρευνας, ενώ παραλλήλως διευκρινίζουν την θεματική στόχευση και την ερευνητική ματιά.

Το δεύτερο Κεφάλαιο της μελέτης, έκτασης 46 σελίδων (σσ. 41-86), επιγράφεται «Απόστολος και Διώκτης: Ο Πατέρας στην Μαρτυριολογική Λογοτεχνία», και αναπτύσσεται σε 10 υποκεφάλαια. Στο επίκεντρο της πραγμάτευσης εδώ τίθενται τα Μαρτύρια, μέσα από τα οποία εξετάζεται συστηματικά και αναλυτικά η εικόνα του πατέρα, χριστιανού ή εθνικού. Οι δύο τύποι πατέρα, ο χριστιανός και ο εθνικός, κυριαρχούν στα κείμενα αυτά, με την αντίστοιχη απόδοση καλών και κακών χαρακτηριστικών που αναμένει κάποιος από μία στρατευμένη λογοτεχνία. Ωστόσο, πέραν αυτής της βασικής διάκρισης, υπάρχουν και διαφοροποιημένα κατά περίπτωση –και ενίοτε εξατομικευμένα– χαρακτηριστικά και ιδιότητες, οι οποίες εντοπίζονται, σχολιάζονται και εντάσσονται στο κοινωνικό και πνευματικό κλίμα της περιόδου.

Το τρίτο και εκτενέστερο όλων κεφάλαιο του βιβλίου, έκτασης 108 σελίδων (σσ. 87-194), φέρει τον τίτλο «Νικώντας τον κόσμο: Ο πατέρας του αγίου», και εξακτινώνεται σε 8 υποκεφάλαια, με αντίστοιχες επιμέρους ενότητες. Εδώ στο επίκεντρο τίθενται οι Βίοι των αγίων, δηλαδή τα bestsellers της Ύστερης Αρχαιότητας και της μακραίωνης βυζαντινής διαδρομής. Ο συγγραφέας εκκινεί από την θεμελιώδη συμβολή του Peter Brown για τον Άγιο Άνδρα και ιδίως για την κοινωνική και πνευματική του λειτουργία στον πολύχρωμο –όχι όμως πάντοτε ήσυχο – κόσμο της Ύστερης Αρχαιότητας. Είναι αλήθεια ότι η σχετική έρευνα έχει στραφεί στη μελέτη και την ανάλυση των κοινωνικών δομών και σε ζητήματα «κοινωνικού φύλου», στη διερεύνηση του ρόλου της γυναίκας, των συναισθημάτων, των νοοτροπιών και της καθημερινής ζωής. Για τον λόγο αυτό σταδιακά ανακαλύφθηκε και αξιοποιήθηκε ιδιαιτέρως η Αγιολογία, δηλαδή ο τομέας της γραμματειακής (ή λογοτεχνικής) παραγωγής που –χωρίς να το επιδιώκει– φωτίζει ιδίως τέτοιου είδους πτυχές. Ωστόσο, η διεθνής έκρηξη των σπουδών του κοινωνικού φύλου και η εντυπωσιακή άνοδος της Αγιολογίας ως αντικειμένου έρευνας δεν έχουν έως σήμερα οδηγήσει σε ικανοποιητική μελέτη του ρόλου του άνδρα στο πλαίσιο του λεγόμενου κοινωνικού φύλου, ούτε στην ανάδειξη των πτυχών της κοινωνικής του λειτουργίας στην οικογένεια, στην εργασία, αλλά και σε όψεις του καθ’ ημέραν βίου. Ο αναγνώστης λαμβάνει επίσης καλή εικόνα του ήρωα του κάθε Βίου, καθώς και των προσώπων γύρω από τον άγιο. Στα αγιολογικά κείμενα που εξετάζονται, χωρία των οποίων παρατίθενται προς διευκόλυνση του αναγνώστη, εμφανίζονται εμβληματικοί Βίοι εμβληματικών αγίων. Οι Βίοι αυτοί ως κείμενα ισορροπούν ανάμεσα σε ρητορικούς τόπους –και κοινούς αφηγηματικούς τρόπους– , και σε διαφοροποιήσεις από την άποψη της ζωής του αγίου, του τύπου της αγιοσύνης του και της άσκησής του. Η κατάσταση αυτή αφορά άλλωστε σχεδόν όλους τους προμεταφραστικούς Βίους αγίων, δηλαδή τους Βίους που είχαν συγκροτηθεί πριν από τον Πρώτο Βυζαντινό Ουμανισμό, και την σχετική δραστηριότητα του Συμεών Μεταφραστή.

Το τέταρτο Κεφάλαιο, έκτασης 56 σελίδων (σσ. 195-250), επιγράφεται «Ικέτης και κύριος: Ο πατέρας του λαϊκού», και διαρθρώνεται σε 9 υποκεφάλαια. Κύρια κατηγορία πηγών εδώ αποτελούν οι συλλογές Θαυμάτων, οι οποίες βρίσκονται εγκιβωτισμένες στο κείμενο του Βίου του αγίου, είτε συνιστούν ξεχωριστά έργα, με αφήγηση περιστατικών θεραπειών διαφόρων ασθενειών. Τα αγιολογικά αυτά κείμενα λειτουργούν ως αφετηρία για την ανασύνθεση στοιχείων της κοινωνικής λειτουργίας, της απόδοσης τιμής στους αγίους, καθώς και πτυχών νοοτροπιών και εικόνων σχετικά με την οικογένεια, το τέκνο της οποίας ασθενούσε και η θεραπεία από τον άγιο ήταν η μόνη λύση. Η ικεσία, η ευγνωμοσύνη ή η σκληρότητα του πατέρα απέναντι στον θεραπευτή-άγιο συνεξετάζεται με τα αντίστοιχα δεδομένα για τον άλλο πόλο της οικογένειας, την μητέρα.

Το πέμπτο Κεφάλαιο, έκτασης 78 σελίδων (σσ. 251-328), φέρει τον παιγνιώδη τίτλο «Οι πατέρες των Πατέρων» και εξετάζει τη σχέση του Γρηγορίου του πρεσβυτέρου και του Βασιλείου του πρεσβυτέρου με τους γιούς τους, μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας του 4ου αιώνα, Βασίλειο Καισαρείας και Γρηγόριο Νύσσης, και Γρηγόριο Ναζιανζηνό αντιστοίχως. Ο Βασίλειος ο πρεσβύτερος εμφανίζεται ως σώφρων διδάσκαλος του μεγαλύτερου γιου του, και αποτελεί την κεφαλή μιας υποδειγματικής χριστιανικής οικογένειας, Ο Γρηγόριος ο πρεσβύτερος ανασυστήνεται ως στιβαρός καθοδηγητής˙ η τρυφερότητα της μητέρας αποτελεί τον άλλο πόλο ενός διπόλου το οποίο ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός (Θεολόγος) θα επιχειρήσει να αξιοποιήσει ως εφαλτήριο μιας σύνθεσης που θα προτείνει, εκφράζοντας μια νέα αντίληψη για τον πατέρα και τον ρόλο του.

Το έκτο Κεφάλαιο του βιβλίου, έκτασης 6 σελίδων (σσ. 329-334), επιγράφεται «Επίλογος» και λειτουργεί ανακεφαλαιωτικά και καταληκτικά σε σχέση με τα προηγούμενα.

Στην συνέχεια (σσ. 335-366) υπάρχει Περίληψη κύριων συμπερασμάτων της μελέτης στην αγγλική γλώσσα, Καταγραφή των Πηγών και της Δευτερεύουσας Βιβλιογραφίας, καθώς και σύντομο Ευρετήριο, κυρίως ονομάτων και τόπων.

 

Μία άλλη ματιά: το βιβλίο ξεκινά με παράθεμα Στέλιου Ράμφου δηλωτικό της προσέγγισης του συγγραφέα απέναντι στο παρελθόν. Όμως, δεν πρόκειται για το μόνο παράθεμα από δοκιμιακά ή λογοτεχνικά έργα του 20ού αιώνα που αξιοποιεί ο συγγραφέας, ιδίως στην αρχή κεφαλαίων της μελέτης του, με στόχο να ανοίξει «παράθυρα επικοινωνίας» με το σήμερα, αλλά και με καίρια ερωτήματα. Αξιοποιούνται μεταξύ άλλων το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, έργα του Νίκου Γκάτσου, του Jean Lacan, του Sigmund Freud, του Arthur Miller, του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι και του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Η μελέτη συνολικά επιδιώκει διάλογο με προσεγγίσεις των σύγχρονων κοινωνικών επιστημών, επιδεικνύοντας μεγάλη ευρύτητα στην διαμόρφωση των ερωτημάτων στο πλαίσιο της ανάλυσης: δεν είναι τυχαίο πως στη Βιβλιογραφία, πλάι στα ονόματα που ήδη αναφέραμε, σημειώνονται αξιοποιημένα στο βιβλίο έργα του Ιωάννη Μακρυγιάννη, του Γιώργου Σεφέρη, του Κωστή Παπαγιώργη και άλλων σημαντικών γραφιάδων της νεώτερης και σύγχρονης Ελλάδας.

Η συνολική εκδοτική εικόνα του βιβλίου είναι καλή˙ τα τυπογραφικά παροράματα που εμφανίζονται θα πρέπει να διορθωθούν σε πιθανή επανέκδοσή του.

 

Εν κατακλείδι: το βιβλίο του Φώτη Βασιλείου για τον πατέρα στην Ύστερη Αρχαιότητα συνιστά ενδιαφέρουσα και χρήσιμη μελέτη, η οποία έχει γραφεί με τρόπο φιλικό προς τον ενδιαφερόμενο φιλομαθή και φιλόβιβλο αναγνώστη, ακόμη και πέραν του στενού κύκλου των επαγγελματιών της θεματικής και της περιόδου.

 

Ηλίας Γιαρένης

Ιστορικός, Επίκ. Καθηγητής Ιονίου Πανεπιστημίου

 

———————

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ηλιαία, τεύχος 89, Ιούνιος 2014, σελ. 40-41

Για τον αρχαίο μοναχισμό

Το πιο γνήσιο κίνημα της Ύστερης Αρχαιότητας, που διαπέρασε οριζόντια και κάθετα κάθε κοινωνική και οικονομική τάξη, κάθε μορφωτικό και καταγωγικό υπόβαθρο, ήταν ο Χριστιανικός ασκητισμός. Όταν ο κόσμος των πόλεων και των χωρίων έγινε πλέον αφόρητος, ένας νεαρός Αιγύπτιος –ήταν δεν ήταν 18 ετών– τον εγκατέλειψε και εισήλθε στην έρημο.

Η πράξη του δεν ήταν ούτε τόσο απλή, ούτε τόσο μονοσήμαντη, όσο μας φαίνεται σήμερα. Ο Αντώνιος δεν άλλαξε απλώς τόπο και τρόπο ζωής –δεν παράτησε την πράσινη, γόνιμη γη του Νείλου για την καμένη πέτρα της ερήμου. Πέρασε σε έναν εντελώς άγνωστο και αχαρτογράφητο κόσμο, όπου κανένα από τα δεδομένα του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού δεν ίσχυε και όπου όλα ήταν δυνατά –το αντίστοιχο για μας σήμερα θα ήταν να περάσουμε σε μια άλλη διάσταση ή να βυθιστούμε σε μια μαύρη τρύπα. Γιατί στις ερήμους της Ύστερης Αρχαιότητας κατοικούσαν παράξενες φυλές και άνθρωποι με κεφάλια ή άκρα ζώων, κάθε λογής πνεύματα και κτήνη, άγγελοι, παράξενα φυτά με ψωμιά στα κλαδιά τους, διαμάντια και θησαυροί κάθε λογής.

Με την εγκατάστασή του στην έρημο, ο Αντώνιος διεύρυνε το φαντασιακό ορίζοντα των ανθρώπων της εποχής του πολλαπλασιάζοντας ταυτόχρονα τις δυνατότητες και τις επιλογές τους. Έδωσε διέξοδο στην δυσφορία τους. Ό,τι δεν χωρούσε ο κόσμος, ότι απέρριπτε, ό,τι ξερνούσε, έβρισκε εκεί γόνιμο έδαφος ν’ ανθίσει. Γι’ αυτό και συνέρρεαν εκεί άνθρωποι τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους, όπως ο πρώην λήσταρχος Μωυσής ο Αιθίωψ και ο Αρσένιος, ο δάσκαλος των μετέπειτα αυτοκρατόρων Αρκαδίου και Ονωρίου.

Έτσι, στις Σκήτες της Αιγυπτιακής ερήμου δημιουργήθηκε ένας άλλος τρόπος κοινωνικής οργάνωσης, μια διαφορετική αντίληψη της εργασίας και της ιδιοκτησίας, μια νέα ιεράρχηση των αναγκών και των αξιών, βασικό χαρακτηριστικό της οποίας ήταν η απλότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι το βασικό έργο που καταγράφει τα έργα και τις ημέρες τους, τα Αποφθέγματα Γερόντων, είναι γραμμένα σε ανεπιτήδευτη, καθημερινή γλώσσα, χωρίς ρητορισμούς και με θαυμαστή οικονομία έκφρασης –βρίσκεται δηλαδή στον αντίποδα των συγγραμμάτων των χριστιανών και εθνικών διδασκάλων, που άκμαζαν στην γειτονική Αλεξάνδρεια. Και τα θέματα που τους απασχολούσαν ήταν εξίσου απλά και στόχευαν στην περαιτέρω απλούστευση της ζωής τους. Στα Αποφθέγματα δεν θα βρει κανείς υψηλές θεολογικές συζητήσεις, αλλά παρατηρήσεις και σχόλια για την απτή καθημερινότητα του ανθρώπου, την εξωτερική και την εσωτερική, που συχνά εντυπωσιάζουν και τους σημερινούς αναγνώστες για την οξυδέρκεια και την επικαιρότητά τους.

Υπάρχει μια ιστορία, η 8η του αββά Ποιμένος, που είναι πολύ χαρακτηριστική αυτής της τάσης:

Επισκέφθηκε κάποτε ένας ξενικός γέροντας την Σκήτη και ζήτησε να συναντήσει τον αββά Ποιμένα, γιατί είχε ακούσει πολλά γι’ αυτόν. Οι δυο γέροντες συναντήθηκαν κι αφού αντάλλαξαν ασπασμό, ο ξενικός άρχισε να μιλάει περί πνευματικών και ουρανίων. Ο Ποιμένας άκουγε σιωπηλός. Ο άλλος συνέχιζε να μιλάει περιμένοντας απόκριση, ώσπου απογοητευμένος σηκώθηκε κι έφυγε. «Μάταια έκανα αυτό το ταξίδι», είπε στους μαθητές του Ποιμένα, που ήταν έξω από το κελί, «ο γέροντας δεν θέλει να μου μιλήσει». Πήγε μέσα τότε ένας από αυτούς και είπε στον Ποιμένα το παράπονο του ξενικού, προσθέτοντας ότι αυτός θεωρείται πολύ σπουδαίος στα μέρη του. Και του απαντάει ο γέρων: «Αυτός ανήκει στον ουρανό και μιλάει για τα επουράνια, εγώ όμως ανήκω στα κάτω και μιλάω για τα επίγεια. Αν μου μιλούσε για τα πάθη της ψυχής, θα του απαντούσα· τα πνευματικά εγώ δεν τα ξέρω.»

Η σιωπή του Γρηγορίου

Την άνοιξη του 382 ο σημαντικότερος ρήτορας της εποχής –και ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες ρήτορες του αρχαίου κόσμου– και πρώην αρχιεπίσκοπος των υποστηρικτών του Ομοουσίου της Κωνσταντινούπολης, Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός ή Θεολόγος, όπως είναι γνωστός στον τόπο μας, πήρε την παράδοξη απόφαση να σταματήσει να μιλάει. Η σιωπή του διήρκησε όλη την περίοδο της Σαρακοστής (από τις 9 Απριλίου ως την 17η Μαρτίου) και προκάλεσε την αμηχανία των συγκαιρινών του, γνωστών, φίλων, εχθρών, αλλά και των σημερινών μελετητών του βίου και του έργου του.

Γιατί πως εξηγείται η αφωνία του ρήτορα; Προς τι η σιωπή του ιεροκήρυκα; Τι σημαίνει το κλειστό στόμα του εργάτη του λόγου; Δεν υπάρχει εδώ μια θεμελιώδη αντίθεση; Το ένα, η μη-πράξη, δεν αναιρεί το άλλο, την ιδιότητα;

Εύλογα λοιπόν τα γιατί, σύγχρονα κι αρχαία.

Ο ίδιος σε επιστολές και κάποια αυτοβιογραφικά ποιήματα που συνέθεσε εξηγεί ότι η σιωπή του είναι μια ασκητική πρακτική. Όπως ο Αντώνιος εισήλθε στην έρημο κι ο Συμεών ανέβηκε στον στύλο, έτσι κι εκείνος σταμάτησε να μιλάει. Κι αυτό, πρόσθεσε, για να προφυλαχτεί τόσο από τους εχθρούς του, όσο κι από τον ίδιο του τον εαυτό –είναι δηλαδή ένας τρόπος σωτηρίας.

Δυο παρατηρήσεις:

Όπως ήδη αναφέραμε, ο Γρηγόριος μπορεί να μην μιλούσε, όμως έγραφε, διατηρούσε αλληλογραφία, αναστοχαζόταν πάνω στη ζωή και τις πράξεις του με τους στίχους του. Η άσκησή του δηλαδή είχε να κάνει μόνο με την ομιλία και δεν επεκτείνονταν στον γραπτό λόγο και πιθανότατα στις χειρονομίες, τα νοήματα και τις γκριμάτσες. Συνεπώς, η απόφασή του να σιωπήσει δεν ήταν και απόφαση να αποκοπεί από τον κόσμο, ούτε να σταματήσει την επικοινωνία, να κόψει τους διαύλους, να ιδιωτεύσει.

Επιπλέον, η άσκηση αυτή κράτησε πάνω-κάτω 50 μέρες, ως το Πάσχα. Δεν ήταν μια δέσμευση εφ’ όρου ζωής, όπως του Αντωνίου ή του Συμεών. Που σημαίνει, ότι σε αντίθεση μ’ εκείνους ο Γρηγόριος στόχευε όχι στην δημιουργία μιας ιδιαίτερης σχέσης με τον Θεό, αλλά στον επαναπροσδιορισμό της σχέσης του με τους ανθρώπους. Η σωτηρία μέσω αυτού προσδοκούσε να έρθει.

Σε μια εποχή, όπως εκείνη των τελών του 4ου αιώνα, που υπήρχαν τόσες πολλές κραυγές, για κάποιον που είχε βρεθεί λόγω ιδιότητας, λειτουργήματος και ταλέντου στο επίκεντρο της οχλαγωγίας (είχαν προηγηθεί μεταξύ των άλλων διαδηλώσεις και αντιδιαδηλώσεις, αποστασίες, μια θυελλώδης Σύνοδος και δυο απόπειρες δολοφονίας εναντίον του Γρηγορίου για το θέμα του Ομοουσίου), η σιωπή ήταν ο μόνος τρόπος για να επανατοποθετήσει τον εαυτό του μέσα στον κόσμο, αλλά και τον κόσμο μέσα στον εαυτό του.

…………………………

Είναι παράξενο.

Ήθελα να γράψω ένα κείμενο για όλα αυτά που βλέπουμε να συμβαίνουν με την Τρόικα και τα νέα κόμματα, τις διαρκείς υποσχέσεις για την επερχόμενη ανάπτυξη και τις περί όνου σκιάς διαμάχες με τίτλο «Οι ζωές μας σε παύση», αλλά κατέληξα να γράφω για την σιωπή του Γρηγορίου.

Ή μάλλον εντελώς φυσιολογικό, τώρα που το ξανασκέφτομαι…

Πρωτοχρονιά με τον Διονύση Σαββόπουλο

Χθες ξανάδα την εορταστική εκπομπή του Διονύση Σαββόπουλου, με την οποία υποδεχτήκαμε το σωτήριο έτος 1988.

Λέω «ξανάδα» γιατί, αν και ήμουν 12 χρονών την προηγούμενη φορά που το είχα δει, έχει χαραχτεί ανεπανόρθωτα στην μνήμη μου: Θυμόμουνα σκηνές, τραγούδια, ατάκες –σαν μέσα σε όνειρο, βέβαια, αλλά τα θυμόμουνα.

Το πρόγραμμα ξεκινάει με μια λαμπερή έναρξη στο γούστο εκείνης της εποχής: Ο Σαββόπουλος τραγουδάει συνοδεία ορχήστρας και χορωδίας τα κάλαντα κι ένα δικό του τραγούδι για την περίσταση, το «Ευτυχισμένος ο καινούργιος πόνος». Κάτι όμως δεν του κάθεται καλά, όλα του φαίνονται πρόχειρα, ανέμπνευστα, κακοφτιαγμένα, και πάνω στην ταραχή και το τρακ του, παρατάει τους συνεργάτες του σύξυλους και κρύβεται στο καμαρίνι του μέσα σε μια ντουλάπα. Εκεί, ανάμεσα στα κρεμασμένα σακάκια και τα πουκάμισα θυμάται, επισκέπτεται τις μικροαστικές Πρωτοχρονιές της παιδικής του ηλικίας, τις γιορτές των εφηβικών και νεανικών του χρόνων, τις πρωτοχρονιές που γιόρτασε σαν νέος μουσικός.

Και κάπου εκεί, σταματάει η αναδρομή και αρχίζει η αναρώτηση.

Ο Σαββόπουλος ακροβατεί στο χθες και στο (τότε, αλλά και νυν και αεί) σήμερα, επιχειρώντας να απαντήσει στο αίνιγμα του χρόνου –δηλαδή, στο πώς θα μπορέσει να φανεί αντάξιος της αγάπης του. Ένα εορταστικό υπαρξιακό δράμα, δηλαδή, που το υπογραμμίζουν σκηνές όπως εκείνη της συνομιλίας με την μητέρα του (την υποδύεται η Μίρκα Παπακωνσταντίνου) και με το παιδικό του ποδήλατο. Τα τραγούδια, άλλωστε, που επιλέγει ο Σαββόπουλος για να γιορτάσει, δεν είναι εκείνα του τρελού κεφιού. Είναι ένα Πρωτοχρονιάτικο show, όπου η Μαρία Φαραντούρη τραγουδάει το «Μητέρα κι αδερφή» του Μάνου Χατζιδάκι και η Ντόρα Γιαννακοπούλου το «Ο κήπος έμπαινε στη θάλασσα» των Θεοδωράκη-Ελύτη. Το νόημα της Γιορτής του Χρόνου για τον Σαββόπουλο δεν βρίσκεται στο σκόρπισμα και το ξεφάντωμα, αλλά στη συνάντηση με τον Άλλο, η οποία, σύμφωνα με την άποψή του, προϋποθέτει βύθισμα στον μέσα εαυτό μας.

Και πόσοι Άλλοι δεν συναντιούνται στο συγκεκριμένο πρόγραμμα! Ο Νταλάρας συνυπάρχει με τον Πανούση! Η Αλεξίου με την Αλίκη, ο Λουκιανός με τον Χριστοδουλόπουλο –και πάει λέγοντας. Στην εκπομπή εμφανίζονται για να δώσουν τις ευχές τους η Αρβελέρ, ο Ξενάκης, ο Θεοδωράκης, ο Χατζιδάκις (εύχεται στον Σαββόπουλο «να ξαναβρεί τον πραγματικό του εαυτό, δηλαδή να γράφει τραγούδια και να τραγουδάει τραγούδια» και «να φύγει η μεγάλη ανοησία, η οποία έχει πέσει στο Ελληνικό τραγούδι») κ.α.

.

Σήμερα, 26  χρόνια μετά την α΄ προβολή της, ο σαββοπουλικός εορτασμός βλέπεται εξίσου ευχάριστα, σαν καινούργιο πρόγραμμα κι όχι σαν μουσειακό δείγμα. Βέβαια, στις συγκεκριμένες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες που ζούμε, η γωνία από την οποία το βλέπουμε (και αυτό, αλλά και γενικότερα τα έργα του παρελθόντος) έχει αλλάξει. Φυσικά υπάρχει νοσταλγία –είναι το αναπόσπαστο στοιχείο των Γιορτών του Χρόνου για μας τους ενήλικες– αλλά είναι διαφορετική από την προ κρίσης νοσταλγία. Το παρελθόν δεν είναι πλέον μόνο ένας γλυκός καταγωγικός τόπος, το φιλόξενο καταφύγιο, αλλά η περίοδος που εισχώρησε μέσα μας το σκουλήκι που κατατρώγει τις σάρκες μας.

Βλέπουμε, λοιπόν, στην εκπομπή ότι μεταπολεμικά δεν καταφέραμε να ωριμάσουμε, όσο θα έπρεπε, για να τα βγάλουμε πέρα ευκολότερα στον σημερινό κόσμο. Αυτή την συνάντηση με τον Άλλο, που αναφέραμε και πιο πάνω, δεν την καταφέραμε. Δεν συν-χωρεθήκαμε. Παραμένουμε εγκλωβισμένοι ο καθένας στο δικό του δίκιο, στην δική του αλήθεια, και δεν δίνουμε χώρο εντός μας στον Άλλο.

Χειρότερα γίνανε τα πράγματα μεταπολιτευτικά. Στην πρόκληση της Ευρώπης απαντήσαμε είτε φοβικά, είτε με μια κοντόφθαλμη αυταρέσκεια, είτε με την καπατσοσύνη και την κουτοπονηριά του επαρχιώτη. Ήρθαμε σε επαφή με την Παράδοση, αλλά τυφλωμένοι και από το ευρωπαϊκό χρήμα, η σχέση μας μαζί της παρέμεινε επιδερμική. Πιο βαθιά δεν τολμήσαμε να πάμε. Δεν καταφέραμε να την ζωντανέψουμε και την νεκρώσαμε.

Τι μας απομένει λοιπόν σήμερα;

Μα φυσικά ο Άλλος. Αλλά, φοβάμαι, ακόμα δεν έχουμε φθάσει στο σημείο να απλώσουμε τα χέρια. Που σημαίνει –κατά την σαββοπουλική φιλοσοφία– ότι χρειάζεται περισσότερη δουλειά μέσα μας, πιο βαθιά βουτιά εντός μας. Πρέπει να συγχωρέσουμε τον εαυτό μας, για να συν-χωρέσουμε τους άλλους.

Άμποτε!

,

ΥΓ. Είδα την εκπομπή στο youtube. Το ψηφιακό αρχείο της ΕΡΤ δεν υπάρχει πια. Κάποιος μερακλής την είχε μαγνητοσκοπήσει, την ψηφιοποίησε και την ανέβασε ώστε όλοι μας να επωφεληθούμε. Σε πιάνει μεγάλη πίκρα, που η ιστορία της χώρας μας έσβησε έτσι, σε μια στιγμή, σε μια επίδειξη τσαμπουκά –δηλαδή σε μια επίδειξη ό,τι πιο παρωχημένου διαθέτει ακόμα η κοινωνία μας. Όχι βέβαια ότι η ΕΡΤ ήταν κάποια άμωμη παρθένος. Αλλά (και) η εκπομπή αυτή αποδεικνύει ότι και τις πιο σκοτεινές της ώρες, παρήγε προγράμματα για τα οποία είμαστε ακόμα και σήμερα περήφανοι.

Ο Δεκέμβρης κι οι γιορτές του

Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός, όχι ο Δεκέμβρης. Ο Απρίλιος, που, όπως λέει κι ο ποιητής, γεννά μεσ’ απ’ την πεθαμένη γη τις Πασχαλιές – όχι ο Δεκέμβριος, που τις κρύβει και τις συστέλλει βαθιά μέσα στον παγωμένο κόρφο του. Ίσως γιατί ο αυτός δεν τάζει τίποτα, δεν ξεγελάει, είναι ό,τι ακριβώς περιμένουμε:

Ενώ ο παιχνιδιάρης Απρίλιος, εκεί που υπόσχεται άνοιξες και λιακάδες, συχνότατα αποδεικνύεται ένας ακόμα γδάρτης και κακός παλουκοκαύτης, ο Δεκέμβριος φέρνει τον βαθύ χειμώνα, τις ατέλειωτες βροχές, την παγωνιά και τα χιόνια, τις ελάχιστες μέρες και τις μακρές νύχτες. Ούτε ινδιάνικα καλοκαίρια, ούτε αλκυονίδες μέρες για να ξεγελιόμαστε και να περνάει ο καιρός· μόνο χειμώνας στην πιο καθαρή και απόλυτη μορφή του.

Αλλά πιο πολύ κι απ’ το κρύο, ο Δεκέμβρης είναι ταυτισμένος στις συνειδήσεις με τις γιορτές. Η αντίστροφη μέτρηση ξεκίνησε ήδη από τα μέσα του Νοέμβρη: Όσοι ακολουθούν την αρχαία συνήθεια της Εκκλησίας σταμάτησαν να τρώνε κρέας και γαλακτοκομικά, ενώ τα καταστήματα και τα σπίτια άρχισαν σιγά-σιγά να στολίζονται με φώτα, κλαδιά κωνοφόρων, μπάλες και παιχνίδια. Αυτή η γιορτή στη μέση του χειμώνα είναι η πλέον παγκόσμια, που στους ρυθμούς της εγκλωβίζει εκατομμύρια ανθρώπους κάθε χρόνο. Όσο κι αν διαφημιστούν, οι οξυζενέ εορτές του ΟΗΕ (παγκόσμια ημέρα του τάδε ή του δείνα) δεν πρόκειται να την φτάσουν.

Λέω επίτηδες «γιορτές» και όχι Χριστούγεννα.

Στον αποϊεροποιημένο κόσμο μας, όπου συνυπάρχουν τόσες κουλτούρες, τόσες θρησκείες και αυτοματισμοί, δεν θα ήταν δυνατόν να εορτάσουμε τα γενέθλια του Χριστού. Η Δύση θα κατέρρεε εκ των έσω. Οπότε γιορτάζουμε κάτι άλλο: Την αγάπη γενικά κι αόριστα, τα δώρα, τον καταναλωτισμό, αυτό που έχουμε ή εκείνο που θέλουμε να αποκτήσουμε, τους εαυτούς μας, τους στόχους μας, την χαμένη παιδικότητά μας, την φιλανθρωπία –οτιδήποτε. Το πεδίο είναι ανοιχτό κι ο καθένας μας μπορεί να τοποθετήσει εκεί ό,τι θέλει κι ό,τι τον αναπαύει.

Κι εδώ είναι το στοίχημα.

Στα διηγήματά του, και τα Χριστουγεννιάτικα, ο Παπαδιαμάντης θρηνεί την εν σπέρματι καταστροφή της μικρής κοινότητας. Το έβλεπε: Άπαξ και επικρατήσουν οι συνήθειες της φραγκιάς, η γλυκιά καθ’ ημάς Ανατολή θα σβήσει. Κι εν πολλοίς είχε δίκιο: 150 χρόνια αργότερα, ο κόσμος αυτός ζει, όσο ζει, στις καρδιές ορισμένων για όσο εκείνοι θα υπάρχουν.

Αυτή είναι και η μείζονα αποτυχία του νεώτερου Ελληνισμού: Δεν κατάφερε να φέρει την παράδοσή της στο σήμερα. Την άφησε να σβήσει μαζί με τον παλιό κοινοτικό κόσμο. Η απώλεια αυτή κρίθηκε μάλλον απαραίτητη από τις κατά καιρούς ηγεσίες, για να μπορέσουμε να ακολουθήσουμε τους πεπολιτισμένους, και οπωσδήποτε ασήμαντη. Τις συνέπειές της όμως τις βιώνουμε με οδυνηρό τρόπο σήμερα. Σήμερα που ενώ τα πάντα γύρω μας καταρρέουν, δεν έχουμε ούτε παρηγοριά, αλλά ούτε και τόπο να πατήσουμε για να τιναχτούμε και να ξεκολλήσουμε.

Αναρωτιέμαι αν θα μπορούσαμε να γυρίσουμε το καράβι. Οπωσδήποτε οι γιορτές του Δεκέμβρη, η νοηματοδότησή τους, θα ήταν μια καλή, στέρεα αρχή…