Category Archives: Ελληνικό Τραγούδι

Johnny Cash

Johnny Cash

Ο Χατζιδάκις εξηγούσε γιατί απέφευγε να χρησιμοποιεί διάσημους τραγουδιστές στους δίσκους του καταφεύγοντας στο Hollywood:

Όπως τα παλιά στούντιο δεν έβαζαν τον ηθοποιό που έπαιζε τον Χριστό να παίξει τον γκάνγκστερ, έτσι κι εκείνος δεν θα ζητούσε από έναν τραγουδιστή των νυχτερινών κέντρων να συμμετάσχει στον Μεγάλο Ερωτικό.

με την αναλογία αυτή υπογράμμιζε την σημασία που έχει στο τραγούδι η περσόνα του ερμηνευτή. Αν ο καλλιτέχνης επικοινωνεί με το κοινό μέσω συμπεφωνημένων υπονοουμένων, στο τραγούδι ο τραγουδιστής είναι το πιο εύγλωττο υπονοούμενο. Αυτό που δηλώνει με τις επιλογές, την στάση του, τον τρόπο του πάνω στη σκηνή αλλά και εκτός αυτής, χαράζει το κάθε τραγούδι πολλές φορές πιο βαθιά από τα γυρίσματα της φωνής του. Γι’ αυτό και ο Χατζιδάκις δεν έψαχνε ακριβώς «μεγάλες» φωνές, αλλά ένα συγκεκριμένο τύπο ανθρώπου, που μπορούσε να επικοινωνήσει με τον καλλίτερο τρόπο τα τραγούδια του.

 

Ο Johnny Cash δεν ήταν απλώς ένας σπουδαίος τραγουδιστής ή τραγουδοποιός. Το μεγαλύτερο ίσως επίτευγμά του ήταν η εφεύρεση του Ανθρώπου με τα Μαύρα –η κατασκευή της περσόνας του, του καλλιτεχνικού εαυτού του. Ο ενοχικός οδοιπόρος, που εγκλημάτησε πραγματικά ή στη φαντασία του και περιμένει (ή αντικρίζει) τα έσχατα των καιρών προσπαθώντας να ανταποκριθεί στο θείο κάλεσμα, έχει κάτι το βαθιά καταγωγικό για την Αμερική, αλλά και την Δύση γενικότερα. Χάνεται στις απαρχές των νεώτερων χρόνων και κουβαλάει κάτι απ’ τον μεσαίωνα. Γι’ αυτό κι άντεξε στα γυρίσματα του καιρού και της μόδας. Γι’ αυτό και συγκινούν τόσο πολύ όχι μόνο τους παππούδες ή τους μεσήλικες, αλλά και τους πιτσιρικάδες.

Από αυτή την άποψη, η δουλειά του Rick Rubin, του ανθρώπου που βρίσκεται πίσω από τις American Recordings, ήταν αυτονόητη: Το μόνο που είχε να κάνει είναι να φέρει τον Άνδρα με τα Μαύρα στα ‘90s· να βρει τον ήχο που θα έχει σήμερα αυτός ο αρχετυπικός χαρακτήρας.

Και δεν χρειάστηκε να ψάξει πολύ. Ο καινούργιος ήχος ήταν πάντα εδώ, όπως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις: Ήταν ο τρόπος που δοκίμαζε ή μάθαινε τα τραγούδια του· ήταν εκείνος κι η κιθάρα του, εκείνος κι η φωνή του, εκείνος και τα τραγούδια του. Οι ιστορίες που αφηγούνταν μέσα από αυτά, προσδίδοντας στο καθένα μια μεγάλη υπαρξιακή αγωνία αλλά και την ελπίδα για το Μετά, που τον χαρακτήριζε.

Advertisements

Νίκος Πλατύραχος – Γιώργος Νταλάρας: Τα άστεγα

Τα άστεγαΗ σχέση του ρεμπέτικου –και κατ’ επέκταση του λαϊκού τραγουδιού – με την ανατολίτικη μουσική,
δεν χρειάζεται ιδιαίτερα επιχειρήματα για να στοιχειωθετηθεί –τουλάχιστον για μας του Έλληνες. Αρκεί να θυμίσουμε τους μανέδες, που με τόσο καημό τραγουδούσαν ο Στελλάκης, ο Στράτος, η Ρόζα και οι άλλοι τραγουδιστές και τραγουδίστριες στις προπολεμικές ηχογραφήσεις ή τις ασυγκέραστες κλίμακες, που χρησιμοποιούσαν θρυλικοί μουσικοί, όπως ο Γιοβάν Τσαούς. Εκείνο που ξεχνάμε όμως είναι η εξίσου στενή σχέση του ρεμπέτικου –και κατ’ επέκταση του λαϊκού – με την δυτική (την «Ευρωπαϊκή») μουσική. Δεν χρειάζεται να φτάσουμε στα τάνγκο-ζεϊμπέκικο του Μπιθικώτση, τις μπλουζιές του Τσιτσάνη ή τα μάμπο του Χιώτη για να βρούμε συγγένειες. Ήδη το 1932 ο Γ. Μπάτης για τον περίφημο «Μπουφετζή» του αντλεί την μελωδική γραμμή από το How Dry I am, ένα αρχαίο τραγουδάκι από τον καιρό της ποτοαπαγόρευσης.

Αυτή τη μάλλον λησμονημένη σχέση υπενθυμίζει, αναδεικνύει και διερευνά ο Νίκος Πλατύραχος στον καινούργιο του δίσκο. Παράλληλα όμως, μας δείχνει ότι οι λαϊκοί ρυθμοί έχουν την δυναμική, το εύρος και την πλαστικότητα να μιλήσουν στο σήμερα για το σήμερα και να διαλεχθούν δημιουργικά με άλλες μουσικές κουλτούρες. Με άλλα λόγια, Τα άστεγα αποδεικνύουν ότι όσοι θεωρούν το ρεμπέτικο ως τελειωμένο είδος κατάλληλο για μουσειακές αναβιώσεις προς τέρψιν των νοσταλγών και μόρφωσιν των νεώτερων, είναι απλώς άνθρωποι χωρίς φαντασία ή χωρίς ταλέντο. Έχει μάλιστα ιδιαίτερο ενδιαφέρον ότι ο συνθέτης δεν συνδέει το ρεμπέτικο με είδη που φαντάζουν σαν μακρινά ξαδέρφια του, όπως το blues ή η country, αλλά με το ragtime, τον ήχο της Νέας Ορλεάνης, την jazz. Λιτές κι ευφάνταστες ενορχηστρώσεις συνδέουν δημιουργικά το καμηλιέρικο και το απτάλικο, με το cakewalk και το stride – το βάρος του ρεμπέτικου με την ανεμελιά του ragtime.

Με την δουλειά του αυτή ο Πλατύραχος δίνει στέγη στο αίσθημα που ταλαιπωρήθηκε περισσότερο τα τελευταία 5-6 χρόνια, στη χαρά, την αισιοδοξία, την ελπίδα για ένα καλλίτερο αύριο, στην ομορφιά της ζωής εν τέλει. Πραγματικά, δεν πρέπει να έχει υπάρξει περίοδος που μια γενικευμένη μιζέρια μας έχει επιβληθεί με τόση ένταση από δυνάμεις που αλληλοσυγκρούονται στα υπόλοιπα ενοχοποιώντας μάλιστα οτιδήποτε ξεφεύγει · ο χαρούμενος, ο αισιόδοξος, ο άνθρωπος που ελπίζει, που δημιουργεί αίφνης ενοχοποιήθηκε και καλείται από τους διαφόρους κήνσορες σε απολογία. Μέσα σε μια απέλπιδα και σκοτεινή εποχή, Τα άστεγα είναι μια μελωδική παραφωνία, στέγη για την χαρά και την προσδοκία, ένα κάλεσμα να δούμε την κατάσταση αλλιώς.

Οι εξαιρετικοί στίχοι που υπογράφουν ο ίδιος ο συνθέτης, καθώς και οι Γιάννης Δούκας, Δημήτρης Λέντζος, Κώστας Παπαγεωργίου, Δημήτρης Ρούλιας, Παναγιώτης Μακρή και η Τίνα Γιωτοπούλου, συμβάλλουν σε αυτή την προσπάθεια, μεταφέροντας στη  σύγχρονη εποχή παλιά ρεμπέτικα στιχουργικά μοτίβα και εμμονές. Για παράδειγμα στο «Αχ ψυχή μου φυλλοβόλα», ο Λέντζος θυμάται το παλιό βαμβακαρικό «Χθες το βράδυ στο σκοτάδι / μου την πέσανε δυο μαύροι»· η «Κουκλίτσα» είναι μια από εκείνες τις δαιμονικές, άσπλαχνες γυναίκες, που καταστρέφουν τους άντρες με τα σκέρτσα τους (ο Τσιτσάνης είχε περιγράψει κάμποσες τέτοιες)· η «Λουκία» είναι ένα ανεξάρτητο λαϊκό κορίτσι, σαν αυτά που σκιτσάριζε ο Π. Τούντας κ.ο.κ. Ταυτοχρόνως, σχολιάζουν διακριτικά, αλλά με χιούμορ και σαρκαστική διάθεση την σημερινή κατάσταση –δεν μπορεί κανείς παρά να χαμογελάσει, όταν ακούει τον Νταλάρα να τραγουδάει «…για την κρίση εγώ φταίω / και με πέταξαν στα ΚΤΕΟ».

Τα άστεγα αξιώθηκαν να έχουν και εξαιρετικές ερμηνείες. Ο Σταμάτης Κραουνάκης δίνει ρέστα στην «Λουκία»· η Ελένη Τσαλιγοπούλου και η Ασπασία Στρατηγού συνδυάζουν την ώριμη μελαγχολία με το κοριτσίστικο νάζι· κι ο ίδιος ο συνθέτης τραγουδάει με παιγνιώδη διάθεση την «Κουκλίτσα». Δεν υπάρχει όμως αμφιβολία ότι το μεγάλο ατού του δίσκου είναι ο Γιώργος Νταλάρας.

 

Ο Γιώργος Νταλάρας

Μέσα από τα τραγούδια του Πλατύραχου ο τραγουδιστής επιχειρεί ένα ουσιαστικό comeback μετά την περιπέτεια του ’12 –όχι σαν «Νταλάρας», όπως δήλωσε ο ίδιος σε πρόσφατη συνέντευξή του, αλλά σαν «Γιώργος». Το εγχείρημα φαντάζει τιτάνιο. Γιατί ο Νταλάρας, περισσότερο από κάθε άλλον συνάδελφό του, παλαιό ή νεώτερο, έγινε «εθνικός τραγουδιστής», όχι γιατί είπε κάποια τραγούδια «εθνικής» σημασίας, αλλά γιατί συνδέθηκε με τις αγωνίες, τους αγώνες και την πορεία του έθνους τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες. Υπό αυτή την οπτική, οι επιθέσεις που δέχτηκε δεν ήταν περιπτώσεις ανθρωποφαγίας, αλλά θεοφαγίας: Από την στιγμή που η πατρίδα βρέθηκε σε κρίση και το έθνος σε παρακμή, ο εθνικός τραγουδιστής δεν υπήρχε περίπτωση να διασωθεί. Το ίδιο το κοινό που τον λάτρεψε, οι πιστοί, επιχείρησαν να τον γκρεμίσουν από το βάθρο και να τον κατασπαράξουν –είχε κάτι βαθύ και καταγωγικό η άγρια στιγμή του γιουχαΐσματος, κάτι το πρωτόγονο και μυστικιστικό, που δεν εξηγείται μόνο με προφανείς παραπομπές στα σκουπίδια της συγκαιρινής πολιτικής.

Ο Γιώργος Νταλάρας λοιπόν επιστρέφει με έναν εξαιρετικό δίσκο, στον οποίο δεν είναι απλώς ο κεντρικός τραγουδιστής, αλλά και η κινητήριος δύναμη: Ο Νίκος Πλατύραχος έχει εξηγήσει ότι έγραψε τα τραγούδια έχοντας εκείνον στο μυαλό του κι ότι ο Νταλάρας συνέβαλε ως μουσικός και παραγωγός στην ολοκλήρωση του έργου (το όνομά του άλλωστε είναι δίπλα στου Πλατύραχου, πάνω από τον τίτλο). Αναμφίβολα, ο ερμηνευτής γνωρίζει σε βάθος το ρεμπέτικο και το λαϊκό, είναι και ο ίδιος ικανός μουσικός κι έχει πειραματιστεί με μύρια άλλα είδη τραγουδιού –έχει δηλαδή τις προϋποθέσεις να συμβάλει ουσιαστικά σε έναν δίσκο που έχει και μια πλευρά πειραματισμού. Επιπλέον αποδεικνύει για ακόμα μια φορά τα ταλέντα του, την δύναμη και την ευρηματικότητα της ερμηνείας, που φωτίζει κι αναδεικνύει τα τραγούδια καθιστώντας οικείο το ασυνήθιστο. Δείχνει όμως και την ευσυνειδησία του, καθώς είναι φανερό ότι έχει ψάξει το υλικό του και δεν επαναπαύτηκε στις ευκολίες του –δεν αρκέστηκε στο «μια κι έξω».

Εν κατακλείδι, Τα άστεγα αποτέλεσαν για μένα την ευχάριστη μουσική έκπληξη των τελευταίων μηνών. Ταλέντα παλαιά και νέα συναντήθηκαν και μας έδωσαν ένα φιλόδοξο δίσκο, από κείνους που σπανίως βλέπουμε πια στα δισκοπωλεία. Από αυτή την άποψη, η εργασία αυτή δεν είναι μόνο ακουστική απόλαυση, αλλά και μια βαθιά παρηγοριά μέσα στις όλες δυσκολίες.

 

Δημοσιεύτηκε στο globalview.g

Ο Μίκης και ο Σάκης

Σε κάτι τέτοιες περιστάσεις θυμάμαι τον Μάνο Χατζιδάκι:

Στα μέσα της δεκαετίας του ’80, ο Χατζιδάκις συγκέντρωσε τα παλιά του τραγούδια, άλλα διάσημα κι αγαπημένα, άλλα παραγνωρισμένα και λησμονημένα, κάποια ανέκδοτα, και τα ξαναπρότεινε στο κοινό του μέσα από δυο μεγάλες συλλογές, την Ρωμαϊκή και την Λαϊκή Αγορά.

Αυτό που πέτυχε ο Χατζιδάκις μέσα από εκείνους τους δίσκους είναι ίσως μοναδικό. Τραγούδια που γράφτηκαν σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, με διαφορετικές προθέσεις, για να εξυπηρετήσουν διαφορετικές ανάγκες, εντάχθηκαν οργανικά σε νέα ευρύτερα σύνολα, δημιουργώντας εκ των ενόντων δύο καινούργια έργα.

Και το περιεχόμενο αυτών των έργων ήταν ο ίδιος ο Χατζιδάκις.

Τα τραγούδια δεν παρουσιάζονταν απλώς διασκευασμένα, εκμοντερνισμένα, με διαφορετική ενορχήστρωση και άλλους ερμηνευτές. Οι αλλαγές ήταν πολύ βαθύτερες, ουσιαστικότερες. Σε πολλά άλλαξε εντελώς η ατμόσφαιρα και η λειτουργία τους· η λαϊκότητα επανερμηνεύτηκε, η ερωτικότητα επαναπροσδιορίστηκε, προστέθηκε χιούμορ, διαστροφή και βαθιά μελαγχολία.

Με τις Αγορές ο συνθέτης αναθεώρησε όχι μόνο το έργο του αλλά και τον εαυτό του. Ξανασυστήνοντας τα παλιά του τραγούδια ο Χατζιδάκις ξανααυτοσυστήνεται στο κοινό του –γι’ αυτό άλλωστε την Ρωμαϊκή Αγορά συνοδεύει εκτενές αυτοβιογραφικό σημείωμα του συνθέτη. Διαβάζοντας την άγνωστη ιστορία ενός στοχαστικού, ιδιωτικού και πάντως παιγνιώδη Χατζιδάκι κι ακούγοντας τα καινούργια παλιά τραγούδια του, ο ακροατής ανακαλύπτει έναν νέο Χατζιδάκι, διαφορετικό από τον δημόσιο και διάσημο.

Σημαντικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία έπαιξε η επιλογή των τραγουδιστών. Με εξαίρεση τις συμμετοχές της Μαρίας Φαραντούρη και του Γιώργου Νταλάρα, ο Χατζιδάκις χρησιμοποίησε νεαρούς άγνωστους ερμηνευτές, στους οποίους επέβαλε έναν συγκεκριμένο τρόπο ερμηνείας. Ακόμα και οι δυο διάσημοι συμμετέχοντες φόρεσαν το ιδιότροπο χατζιδακικό κοστούμι, αφήνοντας στην κρεμάστρα το λαμπερό δικό τους. Έτσι ο Χατζιδάκις υπηρετεί το προσωπικό του όραμα, πραγματοποιεί το δικό του μεράκι και δεν αφήνει το έργο του να γίνει γαλόνι στο στήθος οποιουδήποτε τραγουδιστή-σταρ. Παράλληλα εμπεδώνει μια προσωπική αισθητική στην ερμηνεία της μουσικής του, η οποία είναι ίσως δύσπεπτη κι αντιεμπορική, αλλά αποδεικνύεται πανίσχυρη· όλες οι μετέπειτα μεθερμηνείες, ζωντανές ή στούντιο, μοιάζουν κοπιαρίσματα εκείνων των πρώτων.

Τα θυμάμαι αυτά, όχι γιατί ο Χατζιδάκις σώνει και καλά είναι το «σωστό», αλλά γιατί εκπροσωπεί τον δύσκολο, ανηφορικό δρόμο· εκείνον που όπως τότε, έτσι και στις μερες μας έχει χορταριάσει.

Ο Θεοδωράκης, από την άλλη, δεν αναθεωρεί τίποτα στη μουσική του. Ο βίος, η πολιτική δράση, η ιστορία λέγεται και ξαναλέγεται, γράφεται και σβήνεται, οι παρτιτούρες όμως μένουν ως έχουν. Τα έργα του παίζονται συνεχώς, επανηχογραφούνται, αλλά οι αλλαγές δεν είναι ουσιαστικές και δεν οφείλονται στον συνθέτη, αλλά στον εκάστοτε τραγουδιστή και τις ανάγκες του. Έτσι ο δίσκος της Αλεξίας Βασιλείου με παλιά τραγούδια του Θεοδωράκη είναι τζαζ, του Μητσιά πιο κλασικός, του Γιάννη Πάριου οπωσδήποτε «ερωτικός».

Ο Μίκης συναντάται με τους συντελεστές του δίσκου, φωτογραφίζεται μαζί τους, μερικές φορές δίνει την ευλογία του γράφοντας ένα σημείωμα ή κάνοντας μια δήλωση. Κι η επιτυχία έρχεται αβίαστα. Οι δίσκοι πουλάνε χιλιάδες αντίτυπα, χωρίς όμως να προσφέρουν τίποτα περισσότερο στον συνθέτη και το έργο του και, προπάντων, στον απαιτητικό ακροατή. Παραδόξως, δεν φαίνεται να προσφέρουν κάτι ούτε στους αοιδούς. Πέρα από μια αράδα στο βιογραφικό, τίποτα δεν μένει που να θυμίζει την συνεργασία τους με τον μεγάλο μας συνθέτη. Τα τραγούδια του δεν εντάσσονται στο ρεπερτόριό τους κι οι τραγουδιστές επιστρέφουν στα ίδια.

Γιατί η διασταύρωση με το σπουδαίο έργο δεν αρκεί για να μεταμορφώσει κάποιον. Χρειάζονται πολλά περισσότερα –ο Μίκης φαίνεται να το ξεχνάει αυτό. Όπως φαίνεται και να μπερδεύει το δημοφιλές με το λαϊκό. Το αποτέλεσμα είναι η ελαφρότητα, η οποία, φυσικά, δεν είναι κακή, όταν την αναγνωρίζουμε και δεν την νομίζουμε σαν κάτι σπουδαίο.

Κάποιοι θα πουν ότι ο Μίκης μεγάλωσε και γι’ αυτό συμβαίνουν όλα αυτά, αλλά δεν είναι έτσι. Η νοοτροπία αυτή υπήρχε πάντα. Για παράδειγμα, ο Μίκης έχει την ψευδαίσθηση ότι ο ίδιος και η μουσική του κατέστησαν τον Μπιθικώτση μεγάλο τραγουδιστή. Ίσως βρείτε στο youtube μια παλιά συνέντευξη, όπου γελώντας αφηγείται πώς πήγε και βρήκε τον Μπιθικώτση στον «Κήπο του Αλλάχ» και του ζήτησε να τραγουδήσει τον Επιτάφιο. «Σε τέτοια μαγαζιά τραγουδούσε ο Μπιθικώτσης τότε», λέει. Δεν αμφιβάλλω ότι θα του δίδαξε κάποιες τεχνικές για την αναπνοή ή την τοποθέτηση της φωνής, αλλά δεν αυτά που καθόρισαν τον Μπιθικώτση. Αρκεί ν’ ακούσει κανείς τις ηχογραφήσεις του. Θα διαπιστώσει ότι οι μεγάλες του ερμηνείες δεν είναι, όπως λέγεται, στην Ρωμιοσύνη, αλλά στα 18 τραγούδια του Μάρκου. Στην Ρωμιοσύνη είναι εντυπωσιακός, στα τραγούδια του Μάρκου είναι αξεπέραστος.

Μπορούμε, νομίζω, πλέον να το ομολογήσουμε: Ο Μπιθικώτσης υπήρξε σπουδαίος πριν τον Μίκη, μετά τον Μίκη, παράλληλα με τον Μίκη και ανεξάρτητα του Μίκη.

Ο Μπιθικώτσης, όπως και ο Χιώτης, ο Παπαδόπουλος κι ο Καρνέζης, ο Ζαμπέτας, με το βάρος της λαϊκότητας που κουβαλούσαν μπόλιασαν ουσιαστικά το έργο του Μίκη. Ο Χατζιδάκις το είχε μισοπει: Σχολιάζοντας την θεοδωρακική εκδοχή του Επιταφίου είπε πως χάρη στην φωνή του Μπιθικώτση επιτεύχθηκε ένα ενδιαφέρον αποτέλεσμα. Υπονοούσε ότι η συγκεκριμένη ενορχήστρωση χωρίς την δύναμη του Μπιθικώτση δεν μπορούσε να σταθεί. Η δική του, αντιθέτως, χρησιμοποιούσε την Μούσχουρη ως όργανο, δεν βασιζόταν πάνω της.

Με την ψευδαίσθηση λοιπόν ότι ο ίδιος και το έργο του εμφυσούν την λαϊκότητα και την σπουδαιότητα στους τραγουδιστές, κι ίσως-ίσως από μια πίκα προς τον Χατζιδάκι με τις διαβόητες απαγορεύσεις του, ο Μίκης επέτρεψε τις τελευταίες δεκαετίες σωρεία αξιολησμόνητων επανεκτελέσεων, στην οποία του Σάκη θα είναι η τελευταία και όχι, δυστυχώς, η έσχατη –ούτε καν, φοβάμαι, το κερασάκι στην τούρτα.

Πέραν αυτών δεν νομίζω ότι χρειάζεται να πούμε τίποτα άλλο. Το θέατρο θα γεμίσει κι ο Μίκης θα χαρεί. Ο Σάκης θα ζήσει τ’ όνειρο, όπως δήλωσε σε σαββατιάτικη εφημερίδα κι οι ρουβίτσες θα τσιρίζουν όταν θα τραγουδάει «Πού να βρω την ψυχή μου».

Όλα καλά.

Δυο παλιά σουξέ

«Του Θεού η χάρη μας φιλάει απ’ τα σουξέ»
τραγουδούσε ο Διονύσης Σαββόπουλος –επηρεασμένος προφανώς από την εμπειρία του Ντιρλαντά. Και είναι αλήθεια ότι οι έντεχνοι συνθέτες και τραγουδιστές καθώς και οι ψηλομύτες ακροατές τους κοιτάζαμε αφ’ υψηλού τα σουξεδάκια. Τραγούδια που γινόταν δημοφιλή ανά εποχή για να εξαφανιστούν την επόμενη τα περισσότερα, να επιβιώσουν περισσότερο –ή και για πάντα!– κάποια άλλα, ήταν η καλλίτερη απόδειξη μιας ζωντανής και υγιούς βιοτεχνίας (κοιτάζοντας σήμερα τα πράγματα, μου φαίνεται παράλογο να την πω την Ελλαδική «μουσική βιομηχανία»). Σήμερα τα σουξέ είναι ανύπαρκτα, οι εταιρίες εξαφανισμένες και οι δίσκοι προσφορές των Κυριακάτικων φύλλων…

Οι σκέψεις αυτές μου ήρθαν αυτόματα στο μυαλό, καθώς θυμήθηκα δυο τραγούδια, πολύ διαφορετικά μεταξύ τους, που όμως αγαπήθηκαν πολύ, έγιναν μεγάλες επιτυχίες στον καιρό τους και συνεχίζουν να ακούγονται και να τραγουδιούνται στις παρέες –είναι κι αυτό μια άσκηση πατριδογνωσίας ή μάλλον αυτογνωσίας, συλλογικής κι ατομικής.

Το Μια βοσκοπούλα αγάπησα, παρότι πολλοί το νομίζουν για δημοτικό τραγούδι, έχει σεφαράρικη μελωδία ενώ και οι στίχοι του ανήκουν στον συρρακιώτη Γεώργιο Ζαλοκώστα –λησμονημένο πλην έξοχο ποιητή του 19ου αιώνα. Αν δεν κάνω λάθος, ηχογραφήθηκε για πρώτη φορά από τον Δ. Ζάχο την δεκαετία του ’60, ενώ τραγουδιόταν σε θέατρα, πανηγύρια, μαγαζιά και παρέες από την δεκαετία του από τις αρχές του αιώνα.

Εδώ είναι η πρώτη εκτέλεση που άκουσα, με τον Κώστα Μακεδόνα από τον δίσκο «Τι ειν’ η πατρίδα μας». Το ήξερα φυσικά και πιο πριν -το άκουσα στη γειτονιά; στο ραδιόφωνο; γιατί τους δικούς μου δεν θυμάμαι να το λένε…

Αν η Βοσκοπούλα αγαπήθηκε γιατί με τρυφερή μελαγχολία περιγράφει μια λίγο-πολύ κοινή ανθρώπινη εμπειρία, το έτερο άσμα αναφέρεται στην αθεμιτουργία.

Το Κακούργα πεθερά του Ιάκωβου Μοντανάρη αφηγείται με ζωντάνια και αιματηρές λεπτομέρειες το φονικό του Δ. Αθανασόπουλου από την πεθερά, την σύζυγο και τον ανιψιό του. Λόγω της περιορισμένης διάρκειας των δίσκων 78 στροφών, οι στίχοι δεν χώρεσαν στις ηχογραφήσεις της εποχής, αλλά τυπώθηκαν στα περιοδικά και πιθανότατα τραγουδιόταν στα πάλκα. Η επιτυχία του συγκεκριμένου τραγουδιού κινείται πλέον στην περιοχή του μύθου: Είναι μακράν η μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία στην Ελλάδα, καθώς κατ’ αναλογίαν πούλησε τους περισσότερους δίσκους· τραγουδήθηκε σχεδόν ταυτόχρονα από 5 σημαντικούς τραγουδιστές (Αντ. Νταλγκά, Μαρίκα Πολίτισσα, Κ. Νούρο, Ρ. Εσκενάζυ, Ζωή Κασιμάτη)· γέννησε παροιμιώδεις εκφράσεις (κακούργα πεθερά και σπάω πλάκα)· ο Σωτήρης Σπαθάρης το μετέφερε στο Θέατρο Σκιών.

Εδώ είναι η εκτέλεση του Αντώνη Διαμαντίδη ή Νταλγκά, αυτή που μ’ αρέσει περισσότερο

…από την αρχή ήμουν χαμένος, χαμένος

Κιθάρες μας εισάγουν σε ένα γλυκό βαλσάκι, μελαγχολικό κι αθώο –γιατί η αθωότητα προκαλεί μελαγχολία στους ενηλίκους– και πολύ μελωδικό. Κι ύστερα ο πρώτος στίχος που μπορεί να θεωρηθεί παραπλανητικός:

Είσαι ένα λουλούδι, λουλούδι, λουλούδι

γιατί δίνει την εντύπωση ότι ακούμε ένα ερωτικό τραγούδι. Στην πραγματικότητα όμως ακούμε ένα βαθιά υπαρξιακό τραγούδι –η μελαγχολία και η αθωότητά του από πηγάζουν από το σημείο εκείνο που βρίσκεται πολύ βαθιά μέσα μας και διασώζει στο ακέραιο την παιδικότητά μας. Έτσι κι εδώ, η αγάπη είναι η αφετηρία μιας πορείας που καταλήγει στον εαυτό του με ενδιάμεσο σταθμό τον κόσμο. Μιας πορείας που τοποθετεί τον εαυτό σε σχέση με το πρόσωπο της αγάπης και τον κόσμο –απέναντι, δίπλα, μέσα, πουθενά.

Είναι αξιοσημείωτη η ασάφεια με την οποία μιλάει τόσο για την αγάπη του, όσο και για τον κόσμο: Η αγάπη είναι ένα υπερκόσμιο λουλούδι, που σαρκώνεται σε τραγούδι· ο κόσμος είναι σκοτεινός και άπορος. Για τον εαυτό του αντίθετα μιλάει με σιγουριά. Φαίνεται να ξέρει επακριβώς ποιος είναι και πού βρίσκεται:
Από την αρχή ήμουν χαμένος, χαμένος

Δεν μας εξηγεί γιατί νιώθει έτσι, αλλά αυτή η αίσθηση της ήττας του παρέχει μια παράξενη ελευθερία κινήσεων και επιλογών

Τι κι αν χάσω πάλι λοιπόν

Όπως ο σκλάβος δεν έχει να χάσει παρά τις αλυσίδες του, έτσι και ο ήρωάς μας το μόνο που διακινδυνεύει να χάσει είναι η ήττα του. Αφήνεται λοιπόν στο παιχνίδι, όχι για να κερδίσει, αλλά για το ίδιο το παιχνίδι και την ομορφιά του –την ζωή. Και βέβαια από πίστη στο θαύμα: Δεν το ομολογεί, αλλά είναι φανερό πως βαθιά μέσα του πιστεύει ότι κάτι μπορεί να γίνει και αυτή τη φορά όλα να είναι διαφορετικά στο τέλος.

 

Οι Έλληνες είχαμε εξ αρχής περίεργη, προβληματική σχέση με την ευτυχία, την επιτυχία, την νίκη. Οι αρχαίοι την προσέγγιζαν με φόβο, δέος και περίσκεψη. Υπήρχε πάντα ο κίνδυνος οι θεοί να σε φθονήσουν, αν σε άκουγαν να λες «Είμαι ευτυχισμένος» και να σου στερήσουν όλα όσα με μόχθο πέτυχες –ή από τύχη αγαθή σου δόθηκαν. Ο φόβος της Ύβρεως δηλώνει την βαθιά πεποίθηση ότι η ανθρώπινη κατάσταση είναι ασύμβατη με την ευτυχία. Η Πτώση σε αυτές τις περιπτώσεις είναι αναπόδραστη και τραγική. Δημιουργήθηκε έτσι μια ιδιόρρυθμη κουλτούρα γκρίνιας. Μια νοοτροπία όπου, ακόμα κι αν έχει κανείς όλα όσα μπορούσαν να του δοθούν, δεν ομολογούσε ποτέ την χαρά του. Αναμφίβολα, το «ας τα λέμε καλά», εκεί φαίνεται να ρίζωσε.

Ο Χριστιανισμός τα άλλαξε όλα. Δεν αντέστρεψε απλώς το νόημα της ευτυχίας, της χαράς, της νίκης, αλλά τα τοποθέτησε οριστικά εκτός κόσμου, αφού πρώτα αφαίρεσε το ενδοκοσμικό τους νόημα. Έτσι, στη ζωή αυτή η ευτυχία, η νίκη είναι πάντα ζητούμενα και ποτέ δεν κατακτιούνται. Μάλιστα, αν έρθουν τώρα, υπάρχει πιθανότητα να τα στερηθούμε στο άπειρο μετά. Γιατί πλέον για να χορτάσεις, πρέπει να πεινάσεις· για να κερδίσεις την ζωή σου, πρέπει να την χάσεις· για να ευτυχήσεις, πρέπει να πενθήσεις. Η χαρά είναι μεγάλη, αλλά είναι μόνο εν τοις ουρανοίς. Εδώ υπάρχει μόνο αγώνας και αγωνία.
Και φτάνουμε στον σημερινό άνθρωπο, που κουβαλάει ασυναίσθητα στους ώμους του όλους αυτούς τους αιώνες, όλους αυτούς τους φόβους και τις προσδοκίες –το αρχέγονο σφίξιμο– ενώ παράλληλα ζει σε έναν κόσμο που τον θέλει άνετο, χαλαρό, κουλ, πετυχημένο, ευτυχή.

Πώς θα κινηθεί; Πώς θα λειτουργήσει; Τι θ’ απογίνει;

Η μια λύση είναι αυτή που τραγουδάει ο Φάμελλος: Να αποδεχτεί την εξαρχής, την οντολογική του ήττα και να προσπαθήσει για το θαύμα. Να ελπίσει στην αστραπή που θα φωτίσει τον δρόμο του.

[Το Λουλούδι του Μανώλη Φάμελλου πρωτοτραγούδησε ο Γιώργος Νταλάρας στο διπλό CD «Η άσφαλτος που τρέχει». Το ξανατραγούδησε ο ίδιος στο «Ποτέ όπως πριν»]

Πρωτοχρονιά με τον Διονύση Σαββόπουλο

Χθες ξανάδα την εορταστική εκπομπή του Διονύση Σαββόπουλου, με την οποία υποδεχτήκαμε το σωτήριο έτος 1988.

Λέω «ξανάδα» γιατί, αν και ήμουν 12 χρονών την προηγούμενη φορά που το είχα δει, έχει χαραχτεί ανεπανόρθωτα στην μνήμη μου: Θυμόμουνα σκηνές, τραγούδια, ατάκες –σαν μέσα σε όνειρο, βέβαια, αλλά τα θυμόμουνα.

Το πρόγραμμα ξεκινάει με μια λαμπερή έναρξη στο γούστο εκείνης της εποχής: Ο Σαββόπουλος τραγουδάει συνοδεία ορχήστρας και χορωδίας τα κάλαντα κι ένα δικό του τραγούδι για την περίσταση, το «Ευτυχισμένος ο καινούργιος πόνος». Κάτι όμως δεν του κάθεται καλά, όλα του φαίνονται πρόχειρα, ανέμπνευστα, κακοφτιαγμένα, και πάνω στην ταραχή και το τρακ του, παρατάει τους συνεργάτες του σύξυλους και κρύβεται στο καμαρίνι του μέσα σε μια ντουλάπα. Εκεί, ανάμεσα στα κρεμασμένα σακάκια και τα πουκάμισα θυμάται, επισκέπτεται τις μικροαστικές Πρωτοχρονιές της παιδικής του ηλικίας, τις γιορτές των εφηβικών και νεανικών του χρόνων, τις πρωτοχρονιές που γιόρτασε σαν νέος μουσικός.

Και κάπου εκεί, σταματάει η αναδρομή και αρχίζει η αναρώτηση.

Ο Σαββόπουλος ακροβατεί στο χθες και στο (τότε, αλλά και νυν και αεί) σήμερα, επιχειρώντας να απαντήσει στο αίνιγμα του χρόνου –δηλαδή, στο πώς θα μπορέσει να φανεί αντάξιος της αγάπης του. Ένα εορταστικό υπαρξιακό δράμα, δηλαδή, που το υπογραμμίζουν σκηνές όπως εκείνη της συνομιλίας με την μητέρα του (την υποδύεται η Μίρκα Παπακωνσταντίνου) και με το παιδικό του ποδήλατο. Τα τραγούδια, άλλωστε, που επιλέγει ο Σαββόπουλος για να γιορτάσει, δεν είναι εκείνα του τρελού κεφιού. Είναι ένα Πρωτοχρονιάτικο show, όπου η Μαρία Φαραντούρη τραγουδάει το «Μητέρα κι αδερφή» του Μάνου Χατζιδάκι και η Ντόρα Γιαννακοπούλου το «Ο κήπος έμπαινε στη θάλασσα» των Θεοδωράκη-Ελύτη. Το νόημα της Γιορτής του Χρόνου για τον Σαββόπουλο δεν βρίσκεται στο σκόρπισμα και το ξεφάντωμα, αλλά στη συνάντηση με τον Άλλο, η οποία, σύμφωνα με την άποψή του, προϋποθέτει βύθισμα στον μέσα εαυτό μας.

Και πόσοι Άλλοι δεν συναντιούνται στο συγκεκριμένο πρόγραμμα! Ο Νταλάρας συνυπάρχει με τον Πανούση! Η Αλεξίου με την Αλίκη, ο Λουκιανός με τον Χριστοδουλόπουλο –και πάει λέγοντας. Στην εκπομπή εμφανίζονται για να δώσουν τις ευχές τους η Αρβελέρ, ο Ξενάκης, ο Θεοδωράκης, ο Χατζιδάκις (εύχεται στον Σαββόπουλο «να ξαναβρεί τον πραγματικό του εαυτό, δηλαδή να γράφει τραγούδια και να τραγουδάει τραγούδια» και «να φύγει η μεγάλη ανοησία, η οποία έχει πέσει στο Ελληνικό τραγούδι») κ.α.

.

Σήμερα, 26  χρόνια μετά την α΄ προβολή της, ο σαββοπουλικός εορτασμός βλέπεται εξίσου ευχάριστα, σαν καινούργιο πρόγραμμα κι όχι σαν μουσειακό δείγμα. Βέβαια, στις συγκεκριμένες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες που ζούμε, η γωνία από την οποία το βλέπουμε (και αυτό, αλλά και γενικότερα τα έργα του παρελθόντος) έχει αλλάξει. Φυσικά υπάρχει νοσταλγία –είναι το αναπόσπαστο στοιχείο των Γιορτών του Χρόνου για μας τους ενήλικες– αλλά είναι διαφορετική από την προ κρίσης νοσταλγία. Το παρελθόν δεν είναι πλέον μόνο ένας γλυκός καταγωγικός τόπος, το φιλόξενο καταφύγιο, αλλά η περίοδος που εισχώρησε μέσα μας το σκουλήκι που κατατρώγει τις σάρκες μας.

Βλέπουμε, λοιπόν, στην εκπομπή ότι μεταπολεμικά δεν καταφέραμε να ωριμάσουμε, όσο θα έπρεπε, για να τα βγάλουμε πέρα ευκολότερα στον σημερινό κόσμο. Αυτή την συνάντηση με τον Άλλο, που αναφέραμε και πιο πάνω, δεν την καταφέραμε. Δεν συν-χωρεθήκαμε. Παραμένουμε εγκλωβισμένοι ο καθένας στο δικό του δίκιο, στην δική του αλήθεια, και δεν δίνουμε χώρο εντός μας στον Άλλο.

Χειρότερα γίνανε τα πράγματα μεταπολιτευτικά. Στην πρόκληση της Ευρώπης απαντήσαμε είτε φοβικά, είτε με μια κοντόφθαλμη αυταρέσκεια, είτε με την καπατσοσύνη και την κουτοπονηριά του επαρχιώτη. Ήρθαμε σε επαφή με την Παράδοση, αλλά τυφλωμένοι και από το ευρωπαϊκό χρήμα, η σχέση μας μαζί της παρέμεινε επιδερμική. Πιο βαθιά δεν τολμήσαμε να πάμε. Δεν καταφέραμε να την ζωντανέψουμε και την νεκρώσαμε.

Τι μας απομένει λοιπόν σήμερα;

Μα φυσικά ο Άλλος. Αλλά, φοβάμαι, ακόμα δεν έχουμε φθάσει στο σημείο να απλώσουμε τα χέρια. Που σημαίνει –κατά την σαββοπουλική φιλοσοφία– ότι χρειάζεται περισσότερη δουλειά μέσα μας, πιο βαθιά βουτιά εντός μας. Πρέπει να συγχωρέσουμε τον εαυτό μας, για να συν-χωρέσουμε τους άλλους.

Άμποτε!

,

ΥΓ. Είδα την εκπομπή στο youtube. Το ψηφιακό αρχείο της ΕΡΤ δεν υπάρχει πια. Κάποιος μερακλής την είχε μαγνητοσκοπήσει, την ψηφιοποίησε και την ανέβασε ώστε όλοι μας να επωφεληθούμε. Σε πιάνει μεγάλη πίκρα, που η ιστορία της χώρας μας έσβησε έτσι, σε μια στιγμή, σε μια επίδειξη τσαμπουκά –δηλαδή σε μια επίδειξη ό,τι πιο παρωχημένου διαθέτει ακόμα η κοινωνία μας. Όχι βέβαια ότι η ΕΡΤ ήταν κάποια άμωμη παρθένος. Αλλά (και) η εκπομπή αυτή αποδεικνύει ότι και τις πιο σκοτεινές της ώρες, παρήγε προγράμματα για τα οποία είμαστε ακόμα και σήμερα περήφανοι.

Δ. Σαββόπουλος: Ποιος φτιάχνει τα ανέκδοτα

Ο Θάνος Βελλούδιος υπήρξε θρυλικός αεροπόρος των αρχών του 20ου αιώνα. Πρωτοπόρος της ελληνικής αεροναυπηγικής, υπηρέτησε για δύο δεκαετίες ως πιλότος στην Πολεμική Αεροπορία και τα κατορθώματά του θα μπορούσαν να αποτελέσουν πρώτης τάξεως υλικό για χολιγουντιανή ταινία. Ήταν επίσης ένας άνθρωπος με έντονες πνευματικές ανησυχίες. Συμμετείχε στις Δελφικές γιορτές του Σικελιανού, υπήρξε φίλος και συνεργάτης του Α. Εμπειρίκου, συγγραφέας, φωτογράφος, φαντασιομέτρης και ελληνευρέτης (που σημαίνει «ανευρίσκων, διαγιγνώσκων και δεχόμενος και ποικιλοτρόπως προάγων τον ελληνανθρώπινο παράγοντα και συντελεστή, όπου και υφ’ οιανδήποτε μορφή δύναται ούτος να υπάρχει»). Θυμάμαι κείμενα και φωτογραφίες του σε παλαιά τεύχη της Οδού Πανός του Γ. Χρονά για τους ζεϊμπέκηδες και τον χορό τους. Έγραφε σε μια ιδιόρρυθμη καθαρεύουσα, που μαγνήτιζε τη σκέψη και, κυρίως, την φαντασία, με τον τρόπο που μόνο ένας σαλός μπορεί να μαγνητίσει.

Σ’ αυτόν τον άνθρωπο (δεν μπορώ να φανταστώ κάποιον πιο κατάλληλο) έθεσε, μας λέει ο Σαββόπουλος, ένα από τα πιο δύσκολα ερωτήματα:

Μα ποιος τα εξαίσια ανέκδοτα σκαρώνει;
Μα πώς τα σκέπτεται, ποιο δρόμο κατοικεί;
Η ανωνυμία του τι πράγμα φανερώνει;
Πώς ξεφυτρώνει του γέλιου η μουσική;

Σε μια εποχή, όπως η σημερινή, που καθετί διαθέτει υπογραφή και ονομασία προέλευσης –συχνότατα και προορισμού–, το ανυπόγραφον του ανεκδότου δεν είναι μόνο μυστηριώδες, αλλά και κάπως ανησυχητικό.

Μέσα σε όλη αυτή την διαφάνεια που φέρνει η μεγάλη εξατομίκευση των καιρών μας, η ανωνυμία του ανεκδότου φέρνει κάτι το αρχέγονο, το καταγωγικό, κάτι που πηγάζει όχι πια από την δημιουργική ατομική διάνοια, αλλά από την σκοτεινή ρίζα της συλλογικής συνείδησης. Συμμετέχοντας στο κοινό γέλιο όταν το ακούμε ή επαναλαμβάνοντας το ανέκδοτο αργότερα, αγγίζουμε κάτι το πολύ αρχαίο, το πρωτόγονο, το προ-ομηρικό. Πάμε στην εποχή που ο άνθρωπος δεν είχε υποστασιοποιηθεί· δεν υπήρχαν πρόσωπα, μόνο φυλές.

«Φυλακισμένοι εκεί που εκτίουν την ποινή τους
Παιδιά θητεύοντα την νύχτα στη σκοπιά.
Και κάτι άρρωστοι που ακούς μες στη φωνή τους
Την ζωντανή τους την πλούσια μοναξιά.

Λοιπόν μπουντρούμι, νοσηλεία και στρατώνα
Και δώσ’ του ανέκδοτα», απεφάνθη ο παππούς.

Η απάντηση όσο εύλογη, άλλο τόσο παράδοξη είναι.

Αυτό που εκφράζει τόσο έντονα την κοινή συνείδηση, δεν δημιουργείται σε κάποια στιγμή στενής συνάφειας με τους άλλους, ανοίγματος της καρδιάς, ξεφαντώματος, αλλά σε οριακές στιγμές έσχατης μοναξιάς: Στο μπουντρούμι, τον θάλαμο νοσηλείας, την στρατώνα. Τότε, που δεν υπάρχει τίποτα και κανείς ν’ ακουμπήσουμε και να πιαστούμε κι αναγκαζόμαστε να βυθιστούμε μέσα μας. Εκεί, στον πυρήνα της ύπαρξής μας, βρίσκουμε τους άλλους· πυρήνας της ύπαρξής μας, προϋπόθεση για υγιή εξατομίκευση είναι ακριβώς οι άλλοι. Και αυτή η συνάντηση με τους άλλους στο βάθος του εαυτού μας δεν έχει τίποτα από την επιδερμικότητα του χαβαλέ, αλλά ακροβατεί στα καταράχια του βιώματος. Καρπός αυτού του ανταμώματος είναι και τα ανέκδοτα. Τα οποία ακριβώς επειδή γεννήθηκαν, όπως γεννήθηκαν, δεν έχει νόημα να κουβαλάνε credits.

Όπως εκείνοι που έφτιαξαν τα ανέκδοτα που επαναλαμβάνουμε στις συνάξεις μας ήταν μόνοι, έτσι και ο άνθρωπος που με τα τραγούδια του μίλησε για μια γενιά (περισσότερο: για τους ανθρώπους μιας συγκεκριμένης νοοτροπίας) κι έφτιαξε τον μύθο της παρέας, εργάστηκε κι εργάζεται μόνος. Αντλεί το υλικό από μέσα του, το κάνει τέχνη, και το παραδίδει στη συνέχεια στους συνεργάτες, τους φίλους, τους συνοδοιπόρους, το κοινό. Υπ’ αυτή την έννοια, ο Διονύσης Σαββόπουλος είναι ένας άνθρωπος που έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, και οπωσδήποτε όλη την δημιουργική του περίοδο, έγκλειστος σε ένα μπουντρούμι, νοσηλευόμενος σ’ έναν θάλαμο, θητεύων σε μια στρατώνα –αν εξήλθε από εκεί, ποιος μπορεί να τον κατηγορήσει;